† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος

† Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος
† Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τοῦ τάφου καθὼς προεῖπεν, ἔδωκεν ἡμῖν τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μέγα ἔλεος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2023

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΙΑ ΖΩΗ; (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης)

Μοῦ ζήτησες, ἀγαπητέ μου, νὰ σοῦ περιγράψω ποιὸς εἶναι ὁ τέλειος βίος σύμφωνα μὲ ἕνα πρότυπο, γιὰ νὰ προσβλέπεις σ’ αὐτό, ἔτσι ὥστε ἂν βρεθεῖ μὲ τὴν περιγραφὴ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ζητᾶς, νὰ ἐφαρμόσεις στὴ ζωή σου τὸ ἀγαθὸ πού σου γνωστοποιήθηκε. Ἀλλὰ ἐγὼ δυσκολεύομαι ἐξίσου καὶ γιὰ τὰ δυό. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου τὸ καθένα ἀπ’ αὐτὰ τὰ δυό, τόσο το νὰ περιγράψω μὲ τὰ λόγια τὴν τελειότητα, ὅσο καὶ τὸ νὰ δείξω στὴ ζωὴ αὐτὸ ποὺ θὰ σκεφθεῖ ὁ νοῦς. Καὶ μὴ νομίσεις ὅτι αὐτὴ ἡ ἀδυναμία εἶναι μόνο δική μου. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ προχώρησαν πολὺ στὴν ἀρετή, ὁμολογοῦν πὼς κάτι τέτοιο τοὺς εἶναι ἀκατόρθωτο. Ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ δώσω τὴν ἐντύπωση, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τοῦ ψαλμωδοῦ, ὅτι «φοβᾶμαι ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει φόβος» (Ψάλμ. 13, 5), θὰ σοῦ ἐκθέσω σαφέστερα αὐτὸ ποὺ θέλω.


Ἡ τελειότητα σ’ ὅλα τα ἄλλα, ὅσα μποροῦν νὰ μετρηθοῦν μὲ τὴ βοήθεια τῶν αἰσθήσεων, περικλείεται μέσα σὲ καθορισμένα ὅρια. Στὴν περίπτωση π.χ. τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ συνεχῶς μεταβαλλόμενου καὶ τοῦ καθορισμένου, τὰ ὅρια αὐτὰ εἶναι ἡ ἀφετηρία καὶ τὸ τέρμα, ἐπειδὴ καθετὶ ποὺ μετριέται σὲ ποσότητα περιλαμβάνεται στὰ ἰδιαίτερά του ὅρια. Καὶ ὅποιος χρησιμοποιεῖ ὡς μέτρο τὸν πῆχυ ἢ τὴ δεκάδα, ξέρει ὅτι ἡ τελειότητά τους ἔγκειται στὸ ὅτι ἀπὸ κάπου ἀρχίζουν καὶ κάπου τελειώνουν. Στὴν ἀρετὴ ὅμως τὰ πράγματα διαφέρουν.

Γιατί ὅπως ξέρουμε ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο, ἕνα εἶναι τὸ ὅριο τῆς ἀρετῆς τῆς τελειότητας, τὸ νὰ μὴν ἔχει ὅριο. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐκεῖνος ὁ μεγάλος καὶ ἀνώτερος στὴ διάνοια θεῖος Ἀπόστολος, ἂν καὶ ἔτρεχε πάντοτε γιὰ τὴν κατάχτηση τῆς ἀρετῆς, ὅμως ποτὲ δὲν σταμάτησε νὰ προχωρεῖ πρὸς τὰ ἐμπρὸς (Φιλιπ. 3,13). Καὶ αὐτὸ γιατί δὲν ἔνιωθε ἀσφαλής, ἂν σταματοῦσε ἔστω καὶ γιὰ λίγο. Γιατί; Διότι τὸ ἀγαθὸ εἶναι ἀπὸ τὴ φύση τοῦ ἀπέραντο καὶ προσδιορίζεται μόνο ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεσή του πρὸς τὸ ἀντίθετο, ὅπως ἡ ζωὴ ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὸ φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Καὶ γενικὰ κάθε ἀγαθὸ τελειώνει πάντοτε ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει αὐτὸ ποὺ θεωρεῖται ἀντίθετό του. Ὅπως, λοιπόν, τὸ τέλος τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ θανάτου, ἔτσι καὶ τὸ σταμάτημα τῆς προόδου στὴν ἀρετὴ εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ δρόμου τῆς κακίας. Συνεπῶς εἶναι ἀλήθεια αὐτὸ ποὺ εἶπα, ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλήσω γιὰ τὴν τελειότητα στὸ χῶρο τῆς ἀρετῆς, ἐπειδὴ ἀποδείχθηκε ὅτι καθετὶ ποὺ περικλείεται σὲ ὅρια, δὲν εἶναι ἀρετή.

Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴπαμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο καὶ σ’ ἐκείνους ποὺ ζοῦν τὸν ἐνάρετο βίο, νὰ φθάσουν στὴν τελειότητα, θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνίσω τὸ λόγο μου καὶ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Κατ’ ἀρχὴν καὶ στὴν κυριολεξία ἀγαθό, ποὺ ἡ ἴδια τοῦ ἡ φύση εἶναι ἡ ἀγαθότητα, εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, καὶ ὁτιδήποτε μπορεῖ νὰ κατανοήσει κανεὶς γιὰ τὴ θεϊκὴ φύση, αὐτὸ καὶ εἶναι καὶ λέγεται ἀγαθό. Καὶ ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, δὲν ὑπάρχει κανένα ὅριο γιὰ τὴν ἀρετὴ ἔξω καὶ ξέχωρα ἀπὸ τὴν κακία, καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν ἐπιδέχεται τίποτε τὸ ἀντίθετο (πρὸς τὸ ἀγαθό), γι’ αὐτὸ θεωρεῖται ἡ θεία φύση ἀπέραντη καὶ ἀπεριόριστη.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ζεῖ τὴν ἀληθινὰ ἐνάρετη ζωή, δὲν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ζεῖ ἑνωμένος μὲ τὸν Θεό, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ὁλοκληρωμένη ἀρετή. Καὶ ἐπειδὴ ὅσοι ἔχουν ἐπίγνωση, ἐπιθυμοῦν νὰ ἔχουν ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἀγαθὸ κατὰ τὴ φύση του, καὶ αὐτὸ δὲν ἔχει ὅρια, γι’ αὐτὸ ἀναγκαστικὰ καὶ ἡ ἐπιθυμία ἐκείνου ὁ ὁποῖος κοινωνεῖ μὲ τὸ ἀγαθό, δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἔχει τέλος, ἐπειδὴ ἐπεκτείνεται μαζὶ μὲ τὸ ἄπειρο.
Συνεπῶς εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νὰ πετύχει κανεὶς τὸ τέλειο, ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε, ἡ τελειότητα δὲν περικλείεται σὲ ὅρια, καὶ γιὰ τὴν ἀρετὴ ἕνα ὅριο ὑπάρχει: τὸ ἄπειρο. Πῶς θὰ μποροῦσε, λοιπόν, νὰ φθάσει κανεὶς στὸ τέλος, ποῦ ἐπιθυμεῖ, ὅταν δὲν βρίσκει αὐτὸ τὸ τέλος;

Ἀλλὰ ὅμως, ἐπειδή, ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω, εἶναι ἐντελῶς ἀσύλληπτο αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε, δὲν θὰ πρέπει νὰ παραβλέπουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἡ ὁποία λέγει: «νὰ γίνεσθε τέλειοι, ὅπως εἶναι τέλειος ὁ οὐράνιος Πατέρας σᾶς» (Ματθ. 5,48). Γιατί ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἀπὸ τὴ φύση τοὺς καλά, καὶ ὅταν δὲν εἶναι, δυνατὸ νὰ ἐπιτύχουμε τὸ ὅλο, θὰ ἦταν μεγάλο κέρδος γιὰ τοὺς συνετοὺς καὶ τὸ νὰ μὴν ἀποτύχουν στὸ μέρος. Θὰ πρέπει, λοιπόν, νὰ καταβάλουμε κάθε προσπάθεια, γιὰ νὰ μὴν ὑστερήσουμε ἀπὸ τὴ δυνατὴ τελειότητα, ἀλλὰ νὰ ἀποκτήσουμε ἀπὸ αὐτὴν τόση, ὅση χρειάζεται, γιὰ νὰ φθάσουμε στὸ βάθος αὐτοῦ ποὺ ζητᾶμε. Μποροῦμε μάλιστα νὰ ποῦμε πὼς ἡ φύση τῆς ἀνθρώπινης τελειότητας εἶναι τέτοια, ὥστε νὰ ἐπιθυμεῖ καὶ νὰ ἐπιδιώκει πάντοτε νὰ ἔχει ὅσο μπορεῖ μεγαλύτερη συμμετοχὴ στὸ καλό.

Τελειότητα καὶ πρόοδος

Αὐτὴ εἶναι, κατὰ τὴ γνώμη μου βέβαια, ἡ τελειότητα στὸ χριστιανικὸ βίο. Τὸ νὰ ἔχεις κοινωνία καὶ κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ κατὰ τὸν λόγο καὶ κατὰ τὰ ἔργα τοῦ βίου σ’ ὅλες τὶς προσωνυμίες, μὲ τὶς ὁποῖες ἑρμηνεύεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία νὰ εἶναι τέτοια, ὥστε, σύμφωνα μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, νὰ ἀναδεχθεῖς στὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο τὸν ἁγιασμὸ σ’ ὁλόκληρό το σῶμα, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα (Ἃ’ Θεσ. 5,23), κρατώντας τὸν διαρκῶς ἔξω ἀπὸ κάθε ἐπιμιξία μὲ τὸ κακό.

Ἂν θὰ ἰσχυριζόταν κανεὶς ὅτι εἶναι δύσκολο νὰ κατακτηθεῖ τὸ ἀγαθό της τελειότητας, ἐπειδὴ μόνον ὁ Κύριος της κτίσης εἶναι ἄτρεπτος, ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι τρεπτὴ καὶ εὔκολα ὑπόκειται στὶς μεταβολές, καὶ ἀκόμη ἂν ἔλεγε: Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ κατορθώσει κανεὶς μέσα στὴν τρεπτὴ τοῦ φύση, νὰ μείνει σταθερὸς καὶ ἀμετάβλητος στὸ ἀγαθό; Σ’ ἕνα παρόμοιο ἰσχυρισμὸ τοῦτο θὰ λέγαμε, πὼς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πάρει κανεὶς τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ἂν δὲν ἀγωνισθεῖ νόμιμα (Β΄ Τιμ. 2,5). Καὶ δὲν γίνεται νόμιμο ἀγώνισμα χωρὶς νὰ ὑπάρχει ὁ ἀνταγωνιστής. Ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ ἀντίπαλος οὔτε καὶ τὸ στεφάνι θὰ δινόταν. Γιατί νίκη μὲ τὸν ἑαυτό της δὲ λογίζεται, ἂν δὲν ὑπάρχει ἐκεῖνο ποὺ νικᾶται.

Συνεπῶς ἃς ἀναλάβουμε τὸν ἀγώνα ἐνάντια σ’ αὐτὸ τὸ μεταβλητό της φύσης μας καὶ ἃς πιαστοῦμε στὰ χέρια διὰ τῶν λογισμῶν σὰν μὲ κάποιον ἀντίπαλο, ὄχι βέβαια γιὰ νὰ τὴν συντρίψουμε, ἀφοῦ γίνουμε νικητές της, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν τῆς ἐπιτρέψουμε νὰ πέσει. Ἄλλωστε δὲν εἶναι τρεπτὸς ὁ ἄνθρωπος μόνο πρὸς τὸ κακό. Γιατί τότε θὰ τοῦ ἦταν ἀδύνατο, νὰ γίνει ἀγαθός, ἂν μόνο πρὸς τὸ ἀντίθετό του ἀγαθοῦ εἶχε ἀπὸ τὴ φύση τοῦ τὴν κλίση. Τώρα ὅμως τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς τροπῆς εἶναι ἡ αὔξηση στὰ ἀγαθά, ἐπειδὴ πάντοτε ἡ ἀλλοίωση πρὸς τὸ καλύτερο μεταβάλλει πρὸς τὸ ἁγιότερο ἐκεῖνον ποὺ καλῶς ἀλλοιώνεται.

Αὐτὸ λοιπὸν ποὺ σὲ πολλοὺς φαίνεται φοβερό, ἐννοῶ το ὅτι ἡ φύση μᾶς εἶναι τρεπτή, ὁ λόγος τὸ παρουσίασε σὰν ἄλλο φτερὸ γιὰ τὴν πτήση πρὸς τὰ ἀνώτερα. Ὥστε ποινὴ γιὰ μᾶς θὰ ἦταν νὰ μὴν μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὴν ἀλλοίωση πρὸς τὸ καλύτερο. Ἃς μὴ λυπᾶται λοιπὸν ὅποιος βλέπει στὴν ἀνθρώπινη φύση τὴ ροπὴ πρὸς τὴ μεταβολή, ἀλλὰ ἃς ἀγωνίζεται νὰ μεταβάλλεται διαρκῶς πρὸς τὸ καλύτερο καὶ νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ δόξα σὲ δόξα (Β’ Κορ.3,18). Ἔτσι νὰ μεταβάλλεται. Καὶ μὲ τὴν καθημερινὴ προκοπὴ νὰ γίνεται πάντοτε καλύτερος καὶ συνεχῶς τελειότερος καὶ ποτὲ νὰ μὴ φθάνει στὸ τέρμα τῆς τελειότητας. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἀληθινὰ ἡ τελειότητα, τὸ νὰ μὴ σταματᾶς ποτὲ τὴν προσπάθεια γιὰ περισσότερη προκοπὴ καὶ βελτίωση, οὔτε νὰ περιορίζεις τὴν τελειότητα σὲ κάποιο ὅριο.

 ( Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, Μυστικὴ Θεολογία, ἐπιλογὴ κειμένων, ἔκδ. Ἐπέκταση σ.83-93).

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΦΩΤΟΦΟΡΟΝ ΚΑΙ ΑΓΙΑΝ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης)

 


1. «Εἶναι δοξασμένος ὁ Θεός» (Λουκ. α´ 68). Ἂς ποῦμε ἐπαινετικὰ λόγια σήμερα στὸ Μονογενῆ Θεό, τὸν δημιουργὸ τῶν οὐρανίων πραγμάτων, Αὐτὸν ποὺ ἔσκυψε στὶς μυστικὲς ἐκτάσεις τῆς γῆς καὶ μὲ τὶς φωτεινὲς ἀκτῖνες Του φώτισε ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἂς ποῦμε ὕμνους σήμερα γιὰ τὴν Ταφὴ τοῦ Μονογενῆ, τὴν Ἀνάσταση τοῦ Νικητῆ, τὴ χαρὰ τοῦ κόσμου, τὴ ζωὴ ὅλων τῶν ἐθνῶν (Ἰωάν. ιστ´ 20, Λουκ. β´ 10). Ἂς ὑμνήσουμε σήμερα αὐτὸν ποὺ φόρεσε τὴν ἁμαρτία (Β´ Κορ. ε´ 21). Ἂς ποῦμε εὔφημα λόγια σήμερα στὸ Θεὸ Λόγο, ποὺ ντρόπιασε τὴ σοφία τοῦ κόσμου (Α´ Κορ. α´ 20) ἐπιβεβαίωσε τὴν πρόρρηση τῶν Προφητῶν, συγκέντρωσε τὸν ὅμιλο τῶν Ἀποστόλων, διέδωσε τὴν πρόσκληση τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴ Χάρη τοῦ Πνεύματος. Διότι νὰ ἡ ἀπόδειξη, ἐμεῖς, ποὺ κάποτε ἤμασταν ξένοι ἀπὸ τὴ βαθειὰ γνώση τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. β´ 13,19), γνωρίσαμε τὸν Θεὸ καὶ ἐκπληρώθηκε τὸ γραμμένο, «θὰ θυμηθοῦν καὶ θὰ στραφοῦν στὸν Κύριο ὅσοι κατοικοῦν στὶς ἄκρες της γῆς καὶ θὰ πέσουν νὰ τὸν προσκυνήσουν ὅλες οἱ φυλὲς τῶν ἐθνῶν» (Ψαλμ. κα´ 28).

2. Τί νὰ θυμηθοῦν; Τὴν παλιὰ πτώση, τὴ νέα ἀνάσταση, τὴν ἀρχαία παράβαση καὶ τὴ μετὰ διόρθωση, τὸν θάνατον τῆς Εὔας, τὴ γέννηση τῆς Παρθένου Μαρίας, τὴν ἀποκατάσταση τῶν ἐθνῶν, τὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτωλῶν, τὴν πρόρρηση τῶν Προφητῶν, τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων, τὴν ἀναγέννηση τῆς κολυμβήθρας (Ἰωαν. ε´ 1-30), τὴν εἴσοδο στὸν παράδεισο, τὴν ἐπιστροφὴ στοὺς οὐρανούς, τὸ δημιουργὸ ποὺ ἀναστήθηκε, Ἐκεῖνον ποὺ ξεντύθηκε ὅσα δὲν τοῦ ἔπρεπαν, Ἐκεῖνον ποὺ μὲ τὴ θεϊκή Του μεγαλοσύνη μετέτρεψε τὸ φθαρτὸ σὲ ἀφθαρσία. Καὶ ποιὰ εἶναι αὐτὰ ποῦ τὰ ἀπομάκρυνε, γιατί δὲν τοῦ ἔπρεπαν; Ἐκεῖνα ποὺ εἶπε ὁ Ἡσαΐας: «Τὸν εἴδαμε καὶ δὲν εἶχε ὀμορφιὰ οὔτε κάλλος, ἀλλὰ τὸ πρόσωπό Του ἦταν ἀτιμασμένο καὶ στερημένο ἀπὸ ὡραιότητα πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους» (Ἡσ. νγ´ 2-3).

3. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν συναναστρεφόταν τοὺς ἀσεβεῖς Ἰουδαίους, ποὺ τὸν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καὶ δαιμονισμένο (Ἰωάν. η´ 48). Ὅταν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης καὶ ὅσοι τοὺς γέννησε τὸ σκοτάδι, κρατοῦσαν αὐτὸν ποὺ δὲ χωράει πουθενὰ γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν. Δὲν ἔλεγε ἄδικα ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος γι᾿ αὐτούς, «Ἐσᾶς ποῦ σᾶς γέννησαν οἱ ὀχιές, ποιὸς σὰς συμβούλευσε νὰ ξεφύγετε τὴ μελλοντικὴ ὀργή;» (Ματθ. γ´ 7). Διότι πραγματικὰ θὰ μείνει πάνω τους ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ.

4. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν τὸν ἀντιμετώπιζαν Αὐτόν, τὸ βλαστὸ τῆς ἐπιείκειας, μὲ ῥαπίσματα καὶ ζητοῦσαν ἀπαντήσεις μὲ ὅρκους ἀπὸ Αὐτόν, ποὺ εἶναι ὁ δικαστὴς τῶν ὅρκων (Μαρκ. ιδ´ 65).

5. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν δίκαζαν τὸ δικαστὴ καὶ ἔκριναν τὸν Κριτὴ τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ δοῦλος ρωτοῦσε καὶ ὁ Κύριος σιωποῦσε, τὸ φῶς ἡσύχαζε καὶ τὸ σκοτάδι θριαμβολογοῦσε, τὸ δημιούργημα ἔδειχνε θράσος καὶ ὁ Δημιουργὸς ἔδειχνε ὑπομονή.

6. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν οἱ ταῦροι χτυποῦσαν μὲ τὰ κέρατα καὶ ὁ ταῦρος στεκόταν ἥσυχος, ὅταν τὸ λιοντάρι ὠρυόταν καὶ οἱ ταῦροι στέκονταν ἀγέρχοι, ὅπως ἔχει γραφεῖ στοὺς ψαλμούς, «Μὲ περικύκλωσαν πολλὰ καὶ μὲ τριγύρισαν ταῦροι καλοθρεμμένοι. Ἄνοιξαν τὸ στόμα τοὺς ἐναντίον μου, ὅπως τὸ λιοντάρι ποὺ ἁρπάζει καὶ ὠρύεται» (Ψαλμ. κα´ 12).

7. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν γάβγιζαν τὰ σκυλιὰ καὶ ὁ Δεσπότης ἔδειχνε ἀνοχή. Ὅταν οἱ λύκοι ἅρπαζαν καὶ τὸ πρόβατο δὲν ἔφερνε ἀντίσταση. Ὅταν ὁ λῃστὴς δεχόταν πρόσκληση στὴ ζωή, ἐνῷ ἡ ζωὴ τοῦ κόσμου συρόταν στὸ θάνατο. Ὅταν ἔβγαζαν ἐκείνη τὴν ἄτακτη καὶ ὀλέθρια φωνή, «θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ Τον. Τὸ αἷμα Του πάνω μας καὶ στὰ παιδία μας» (Ἰωάν. ιθ´ 15, Ματθ. κζ´ 25), οἱ φονιάδες τοῦ Κυρίου καὶ τῶν προφητῶν, οἱ θεομάχοι, οἱ μισόθεοι, οἱ ὑβριστὲς τοῦ νόμου, οἱ πολέμιοι τῆς χάριτος, οἱ ἐχθροὶ τῆς πίστεως, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου, τὰ γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν, οἱ ψιθυριστές, οἱ κατήγοροι, οἱ σκοτισμένοι στὴ διάνοια, ἡ ζύμη τῶν Φαρισαίων (Ματθ. ιστ´ 6, Μαρκ. η´ 15, Λουκ. ιβ´ 1), τὸ συνέδριο τῶν δαιμόνων, οἱ μιαροί, οἱ κακότατοι, οἱ ψιθυριστές, οἱ μισόκαλοι. Καὶ δίκαια φώναζαν «θάνατος, θάνατος, σταύρωσέ Τον», διότι τοὺς βάραινε ἡ παρουσία τῆς Θεότητος μὲ σάρκα καὶ τοὺς στενοχωροῦσε ὁ ἔλεγχος γιὰ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τους. Εἶναι συνήθεια οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μισοῦν τὴ συναναστροφὴ μὲ τοὺς δικαίους.

8. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν φραγγέλωσαν καὶ βασάνισαν τὸ ἅγιο σῶμα Ἐκείνου ποὺ ὑπέφερε τὰ πάθη μὲ τὴ θέλησή Του, γιὰ νὰ θεραπεύσει τὶς παλιὲς πληγὲς τῶν ἁμαρτημάτων μας. Ὅταν σήκωνε τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ἐπάνω στοὺς ὤμους Του, τρόπαιο κατὰ τοῦ διαβόλου. Ὅταν φοροῦσαν ἀγκάθινο στεφάνι σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ στεφανώνει ὅσους πιστεύουν σ᾿ Αὐτόν. Ὅταν ἕντυσαν μὲ πορφύρα περιπαιχτικὰ Αὐτὸν ποὺ χαρίζει ἀφθαρσία σὲ ὅσους ξαναγεννιοῦνται μὲ νερὸ καὶ Πνεῦμα Ἅγιο (Ἰωαν. γ´ 5, Ματθ. κζ´ 48). Ὅταν κάρφωσαν στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ Αὐτὸν ποὺ εἶναι Κύριος της ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου.

9. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες θριάμβευαν περιπαίζοντας τὸ Δεσπότη τῆς οὐρανίας στρατιᾶς τῶν Ἀγγέλων.

10. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν ἔδεσαν σὲ καλάμι σπόγγο γεμάτο ξύδι καὶ Τὸν πότισαν καὶ ἔδιναν χολὴ σ᾿ Αὐτὸν ποὺ τοὺς ἔρριξε τὸ μάνα (Ἐξ. ιστ´ 13-15). Ὅταν ἔσπαζαν οἱ πέτρες καὶ σκιζόταν τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ κατάπληκτα ἀπὸ τὸ θράσος τῶν ἀσεβῶν. Ὅταν ὁ ἥλιος πενθοῦσε καὶ ντυνόταν τὸ σκοτάδι σὰν σάκο, πενθώντας τὴν πτώση τῶν Ἰουδαίων. Διότι ἡ ἡμέρα θρηνοῦσε τὶς συμφορὲς τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ἡ Ζωή, δηλαδὴ ὁ Χριστός, ἦταν κρεμασμένος ἀνάμεσα σὲ δυὸ Λῃστές, καὶ ὁ ἕνας Τὸν χλεύαζε καὶ Τὸν κατηγοροῦσε, ὁ δὲ ἄλλος μὲ τὴ μετάνοιά του ἅρπαζε τὸν Παράδεισο (Λουκ. κγ´ 39-43).

11. Πότε ἦταν ἀτιμασμένος; Ὅταν τὸ σῶμα παραδινόταν γιὰ νὰ ταφεῖ.

12. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες Τὸν φύλαγαν καὶ ἡ γῆ ἔκρυβε Αὐτὸν ποὺ στήριξε τὴ γῆ ἐπάνω στὰ νερὰ (Γεν. α´ 9). Ὅταν οἱ Ἀπόστολοι κρύβονταν, μὴν μπορώντας νὰ ὑποφέρουν τοὺς πολλοὺς πειρασμούς.

13. Ὅμως πρόσεχε, ἀγαπητέ, τὰ θαύματα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ κατορθώματα τῆς χαρᾶς ποὺ ἦλθε μετὰ τὸ πάθος. Ὁ ἀτιμασμένος μεταβαλλόταν σὲ ἔνδοξο καὶ ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου ἀνασταίνεται ἄφθαρτη μαζὶ μὲ τὸ σῶμα. Τότε εἶχε ὠδῖνες τοκετοῦ ἡ γῆ καὶ κυοφόρησε ἡ ἡμέρα. Καὶ ὁ θάνατος ἀπέβαλε τὴ ζωὴ τῶν ὅλων. Διότι δὲν ἦταν δυνατὸν ὁ θάνατος νὰ κρατήσει Ἐκεῖνον ποὺ κρατᾷ τὰ πάντα μὲ τὸ λόγο Του.

14. Ἂς γιορτάσουμε, λοιπόν, τὴ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ προξένησε τὴν αἰώνια ζωή. Διότι, ὅπως ἀκριβῶς ἡ Θεοτόκος Μαρία δὲ δοκίμασε παρθενικὲς ὠδῖνες ἀνύμφευτης κόρης, ἀλλὰ μὲ τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γέννησε τὸ Δημιουργὸ τῶν αἰώνων, τὸ Θεὸ Λόγο ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Θεό, ἔτσι καὶ ἡ γῆ ἀπὸ τὴν κοιλιά της, καταργώντας τὶς ὠδῖνες τοῦ θανάτου (Πραξ. β´ 24) ἄφησε, ὅταν διατάχθηκε, ἐλεύθερο τὸν Κύριο τῶν Ἰουδαίων. Γιατί δὲν μποροῦσε νὰ κρατᾷ σῶμα τὸ ὁποῖο φέρνει τὴν ἀθανασία. Σκεπτόμενος, λοιπόν, ὁ προφήτης Δαβὶδ τὴν ἀποκατάσταση τοῦ μεγαλείου, τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου, τὴν ἐλευθερία ὅταν πρὶν ἦταν δοῦλοι, φωνάζει καὶ λέει: «Βασίλευσε ὁ Κύριος, φόρεσε τὸ μεγαλεῖο Του» (Ψαλμ. πβ´ 1).

15. Ποιὸ μεγαλεῖο ντύθηκε ὁ Κύριος; Τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία, τὸν ὅμιλο τῶν Ἀποστόλων, τὸ στεφάνι τῆς Ἐκκλησίας. Δὲν προδίδει πλέον ὁ Ἰούδας, δὲν ἀπειλεῖ πλέον ὁ Καϊάφας, δὲν ὁπλίζεται πλέον ὁ Ἡρῴδης γιὰ νὰ σφάξει τὰ παιδιά, δὲ δικάζει πλέον ὁ Πιλᾶτος, οὔτε φυλακίζουν πλέον οἱ Ἰσραηλῖτες. Τὸ φθαρτὸ ἔγινε ἄφθαρτο κι Ἐκεῖνος ποὺ Τὸν θεωροῦσαν μόνο ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἀποδείχθηκε ἀληθινὸς Θεός. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς φωνάζουμε: «Θάνατε, ποῦ εἶναι τὸ κεντρί σου; Ἅδη, ποῦ εἶναι ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. ιε´ 55). «Ὁ Κύριος βασίλευσε, φόρεσε τὸ μεγαλεῖο Του, ντύθηκε καὶ ζώσθηκε δύναμη» (Ψαλμ. πβ´ 1). Δύναμη λέει τὸ σχέδιο σωτηρίας μὲ τὴν ἔνσαρκη παρουσία Του, γιατί δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ δυνατὸ ἀπὸ αὐτήν. Ὁ ἀσώματος νίκησε μὲ τὸ σῶμα Του τοὺς δαίμονες, μὲ τὸ σταυρὸ καταπολιόρκησε τὶς ἐχθρικὲς δυνάμεις.

16. Δηλαδή, ἐπειδὴ στὴν ἀρχὴ συγκλόνιζε τὴ γῆ ἡ ἁμαρτία, ὅταν ἀναστήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ὅπως προεῖπε, τὴ στερέωσε μὲ τὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιὰ νὰ μὴ βαδίζει πλέον στὸν γκρεμὸ τῆς καταστροφῆς, οὔτε νὰ τὴ δέρνουν οἱ Χειμῶνες τῆς πλάνης. Καὶ μάρτυρα σ᾿ αὐτὰ ποὺ λέμε ἂς φέρουμε τὸν μακάριο Παῦλο, ποὺ λέει τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸ τὸ φθαρτὸ πρέπει νὰ ντυθεῖ ἀφθαρσία, καὶ αὐτὸ τὸ θνητὸ πρέπει νὰ ντυθεῖ ἀθανασία» (Α´ Κορ. ιε´ 53). Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ ψαλμῳδὸς λέει: «Εἶναι ἕτοιμος ἀπὸ τότε ὁ θρόνος Σου, Ἐσὺ ὑπάρχεις αἰώνια» (Ψαλμ. πβ´ 2), καὶ ὁ Δανιήλ: «Ἡ βασιλεία Σου εἶναι βασιλεία ὅλων τῶν αἰώνων, ἂς γεμίσουν ἀπὸ εὐφροσύνη πολλὰ νησιά» (Ψαλμ. πστ´ 1), γιατί σ᾿ Αὐτὸν ἀνήκει ἡ δοξολογία καὶ ἡ δύναμη στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες. Ἀμήν.