† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Β´ ΛΟΥΚΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανούς, δυστυχῶς, ἔχουμε πέσει στὴν πλάνη νὰ πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε πνευματικοὶ ἄνθρωποι καὶ καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἔχοντας, λοιπόν, πιστέψει αὐτό, μὲ κάποιο πνεῦμα ἀνωτερότητας ἀσχολούμαστε καὶ ἐξετάζουμε προσεκτικὰ τὶς διεθνεῖς ὑποθέσεις, ἐνημερώνουμε τοὺς συνανθρώπους μας γιὰ ὅ,τι κακὸ πρόκειται νὰ ἔρθει καὶ ψάχνουμε τὴν παραμικρὴ εὐκαιρία νὰ παρουσιασθοῦμε ὡς ὁμολογητὲς καὶ ἀγωνιστὲς γιὰ νὰ κερδίσουμε τὶς ἐντυπώσεις. Καὶ ἂν μᾶς ρωτήσει κάποιος: «ἀδελφέ, πόσες φορὲς τὴν ἡμέρα διαβάζεις τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο;», ἡ ἀπάντηση εἶναι: «καμία». Κι ὅμως, ἀγαπητοί, αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ θὰ ὠφελήσει τὴν ψυχή μας εἶναι αὐτὸ στὸ ὁποῖο πολλοὶ δὲν δίνουν σημασία, τὸ Εὐαγγέλιο. Σίγουρα εἶναι καλὸ νὰ ἐνημερωνόμαστε γιὰ τὸ τὶ γίνεται στὸν κόσμο, διότι εἴμαστε κάτοικοι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πάντα ὅμως τηρῶντας τὸ μέτρο καὶ θέτοντας τὶς προτεραιότητες. 

            Προτεραιότητα γιὰ ἐμᾶς τοὺς χριστιανοὺς εἶναι νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀρέσουμε σὲ Ἐκεῖνον, νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ γίνουμε ἀληθινὰ χριστιανοί. Σήμερα, ὁ Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα μὲ μόλις λίγες φράσεις μᾶς δίδαξε τὴν οὐσία τῆς πίστης μας. Ἀλήθεια, ἐμεῖς ποὺ διαβάζουμε πλήθη βιβλίων, ἢ ἀκοῦμε ὁμιλίες καὶ ἀναλύσεις στὸ διαδίκτυο, σὲ αὐτὲς τὶς λίγες φράσεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔχουμε δώσει σημασία; Πολὺ δὲ περισσότερο, τὶς ἔχουμε ἐφαρμόσει; Αὐτὰ τὰ λιγοστὰ λόγια εἶναι ἕνας πολύτιμος καθρέφτης ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ διακρίνουμε ἂν εἴμαστε ἀληθινοὶ Μαθητὲς Ἐκείνου. Τί μᾶς λέει, λοιπόν;

            «Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως». Αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ σᾶς κάνουν, αὐτὸ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Ὑπάρχει πιὸ σοφὸς καὶ δίκαιος νόμος ἀπὸ αὐτόν; Θέλεις, ἀδελφέ μου, νὰ σὲ βρίζουν, νὰ σὲ συκοφαντοῦν, νὰ σὲ ζηλεύουν, νὰ σὲ ὑποτιμοῦν, νὰ σὲ κρίνουν; Ὄχι. Γιατί δὲν τὰ θές; Γιατὶ δὲν εἶναι ἠθικὰ ὅλα αὐτά. Τότε, οὔτε ἐσὺ μὴν τὰ κάνεις στὸν ἀδελφό σου, οὔτε στὸν πατέρα σου, σὲ κανέναν. Βάλε τὸν ἑαυτό σου στὴν θέση ἐκείνου ποὺ θὰ ἤθελες νὰ πληγώσεις καὶ ἴσως εὐαισθητοποιηθεῖς καὶ δὲν τὸ κάνεις. Ὅλη ἡ σοφία τοῦ κόσμου περικλείεται μέσα σὲ αὐτὴ τὴν ἐντολή, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης. Ἂν μέσα σὲ μία κοινωνία οἱ ἄνθρωποι ἐφάρμοζαν τὴν ἐντολὴ αὐτή, δὲν θὰ ὑπῆρχε κακία, ἀχαριστία, κλοπή, δόλος, φθόνος καὶ φόνος. Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο πραγματικότητα, μὴν περιμένουμε νὰ κάνουν τὴν ἀρχὴ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Τὴν ἀρχὴ ὀφείλω νὰ τὴν κάνω ἐγώ, δηλαδὴ ὁ καθένας. Καὶ ἂν ἕνα μόλις πρόσωπο καταφέρει νὰ βάλει στὴ ζωή του αὐτὴ τὴν ἀρχή, στοχεύοντας στὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό, τότε θὰ μπορέσει νὰ μεταμορφώσει ὁλόκληρη κοινωνία. 

             Ἀλήθεια, ἀμέτρητοι ἄνθρωποι σοφοὶ καὶ ἐπιστῆμονες πέρασαν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ποιός, ὅμως, κατάφερε νὰ δώσει θεραπεία στὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἄδικα ὑπέφεραν, ποὺ ἄδικα διώχθηκαν, ποὺ ἄδικα κλείσθηκαν στὴ φυλακή, ποὺ τοὺς σκότωσαν ἀγαπημένα πρόσωπα, ἢ ἀκόμα ποὺ ἄδικα καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο; Ἡ σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ ὁρίζει τὴν ἐκδίκηση γιὰ νὰ ἀποκατασταθεῖ τὸ δίκαιο μέσα ἀπὸ τὴν τιμωρία. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ κόσμος, διακηρύσσει:  «μισοῦμε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀγαποῦμε τοὺς φίλους». Ἔτσι, ὅμως, ποιά ἡ διαφορὰ τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς; Ὁ Χριστός, ἀπέναντι σὲ αὐτὸν τὸν ἀνθρώπινο κανόνα, προτάσσει τὸ πιὸ ἐπαναστατικὸ κήρυγμα: «νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετεῖτε ὅσους σᾶς κάνουν κακό». Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐεργεσία στοὺς ἐχθροὺς εἶναι σφραγίδα Χριστοῦ. Γιὰ αὐτή του τὴν ἰδιότητα διαφέρει ὁ Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο. Ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴ αὐτῆς τῆς ἐντολῆς ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος πιστεύει στὸν Χριστὸ βγαίνει πάντα νικητής, διότι ἡ ἀκεραιότητα καὶ ἡ μεγαλοψυχία εἶναι μεγάλη νίκη ποὺ κάνει τὸν ἐχθρὸ νὰ αἰσθάνεται ἡττημένος, ἐνῷ σὲ ἄλλες περιπτώσεις μπορεῖ μέχρι καὶ νὰ τὸν σωφρονίσει.

            Ἀναρωτήθηκα παραπάνω ποιὸς ἔδωσε γιατρειὰ στὸν ἀνθρώπινο πόνο τῆς ἀδικίας. Μόνο ὁ Χριστός! Ἄνθρωποι ἀδικημένοι ἀποφάσισαν νὰ ἀφήσουν πίσω τὴν ἀρχικὴ ὀργή τους (διότι ἡ ὀργὴ δὲν φέρνει λύση, παρὰ μόνο περισσότερη ὀργή) καὶ ὄχι μόνο ἀπάλυναν τὸν πόνο τους, ἀλλὰ ἔγιναν καὶ πιὸ δυνατοὶ ὅταν συγχώρεσαν τὸν ἐχθρό τους καὶ ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ τὸν ἀγαπήσουν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δέχθηκαν πλούσια τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους καὶ θεώρησαν ὅλες τὶς ἀδικίες καὶ δυσκολίες ποὺ ὑπέφεραν ὡς εὐλογία Θεοῦ. Ἄλλωστε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος παίρνει στὰ χέρια του τὴν εὐθύνη ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν αὐτοδικία, οὐσιαστικὰ ἀφήνει τὸν Θεὸ στὴν ἄκρη. 

            Ἀναφορὰ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο γίνεται καὶ στὸν δανεισμό, μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ὁ Χριστὸς θέλει νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ἐλευθερία τῆς ψυχῆς, λέγοντας: «ἂν δανείζετε μόνο σὲ ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους περιμένετε νὰ λάβετε τὰ ἴσα, τί κερδίζετε γιὰ τὴν ψυχή σας;». Ἡ πράξη τοῦ δανεισμοῦ ἀποτελεῖ ἐλεημοσύνη, ὅπως καὶ ἡ εὐεργεσία ἀποτελεῖ ἔνδειξη ἀγάπης ὅταν δὲν ἀναμένουμε τὴν ἀνταπόδοση, διότι δανεισμὸς καὶ ἀγάπη ποὺ βασίζονται στὸ συμφέρον καὶ ὄχι στὴ θυσία, εἶναι πλαστὰ στοιχεῖα. Ὁ Χριστὸς θυσιάσθηκε γιὰ ἐμᾶς μὴν περιμένοντας ἀνταπόδοση.

            Θὰ ρωτήσει κανεὶς δικαιολογημένα: «ἂν ἐμεῖς δὲν περιμένουμε κάποια ἀνταπόδοση, τότε γιατί νὰ θυσιασθοῦμε ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθροῦς μας καὶ δανείζοντας χωρὶς νὰ λαμβάνουμε;». Εἶναι ἀπόλυτα φυσικὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ξεκινᾶ κάτι ἂν δὲν ἐλπίζει ὅτι θὰ κερδίσει καὶ ὁ ἴδιος. Ἡ ἀγάπη στὸν ἐχθρὸ καὶ ὁ δανεισμὸς στοὺς πτωχούς, οὐσιαστικὰ ἡ ἐλεημοσύνη, εἶναι μεγάλος ἀγῶνας καὶ ὅπως κάθε ἀγῶνας, ἔτσι καὶ αὐτὸς ἔχει κάποιο βραβεῖο. Μᾶς τὸ ἀναφέρει ξεκάθαρα ὁ Χριστός: «ἂν κάνετε αὐτά, ὁ μισθός σας θὰ εἶναι μεγάλος καὶ θὰ γίνετε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου». Ἂν, λοιπόν, ἐμεῖς γίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ποιόν ἢ τί θὰ φοβηθοῦμε; Κανέναν καὶ τίποτα, διότι μᾶς προστατεύει ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας. 

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

            Ὅταν ὁ Κύριος λέει ὅτι εἴμαστε τὸ «ἀλάτι τῆς γῆς», τὸ λέει γιατὶ ὁ ἀληθινὸς Χριστιανὸς ἔχει ὡς βίωμα τὴν ἀγάπη στοὺς ἐχθρούς, τὴν εὐεργεσία στοὺς κακοὺς καὶ τὸν δανεισμὸ στοὺς πτωχοὺς μὲ ἀπόλυτη ἀνιδιοτέλεια καὶ αὐταπάρνηση. Αὐτὲς οἱ πράξεις διατηροῦν τὸ ἀλάτι ποὺ θὰ κάνει νόστιμες τὶς ζωὲς τῶν συνανθρώπων μας, καὶ τῶν ἐχθρῶν μας ἀκόμα. Δίχως αὐτὲς τὶς πράξεις, τὸ ἀλάτι χάνει τὴν οὐσία του, δηλαδὴ μένει μόνο στὸ ὄνομα «ἀλάτι» καὶ εἶναι οὐσιαστικὰ ἄχρηστο καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προσφέρει τὶς καλές του ἰδιότητες. Ἄς ἀγωνισθοῦμε νὰ συντηρήσουμε, κάνοντας πράξη ὅσα ἀκούσαμε σήμερα, τὸ πολύτιμο ἀλάτι τῆς ψυχῆς μας. 

Μετ᾽ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙΣ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΕΡΩΤΕΥΘΕΙ (Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)


Πῶς, λοιπόν, ἀφοῦ ἁπαλλαγοῦμεν ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸν ὄγκον τῆς ὑπερηφανείας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σωτήριον ταπεινοφροσύνη;

Ἐὰν ἀσκούμεθα εἰς αὐτὴν μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ δὲν παραμελοῦμεν τίποτε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι παρὰ ταῦτα δὲν θὰ βλαβοῦμεν.

Διότι ἡ ψυχὴ ὁμοιώνεται πρὸς αὐτὰ ποὺ σπουδάζει καὶ λαμβάνει τὸν τύπον αὐτῶν ποὺ πράττει καὶ συμμορφώνεται πρὸς αὐτά.

Ἂς εἶναι εἰς σὲ καὶ ἡ ἐμφάνισις καὶ τὸ ἔνδυμα καὶ τὸ περπάτημα καὶ τὸ κάθισμα καὶ ἡ δίαιτα καὶ ἡ ἑτοιμασία τοῦ κρεβατιοῦ καὶ τὸ σπίτι καὶ τὰ οἰκιακὰ σκεύη ὅλα ἐξησκημένα πρὸς τὴν ταπείνωσιν.

Ἀκόμη καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ ἄσμα καὶ ἡ συναστροφὴ μὲ τὸν πλησίον καὶ αὐτὰ νὰ ἀποβλέπουν πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνην μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν.

Νὰ μή, παρακαλῶ, κάμνης λόγους σοφιστικούς, μήτε νὰ ψάλλης μὲ ὑπερβολικὰ γλυκείαν φωνήν, μήτε νὰ διαλέγεσαι ὑπερήφανα καὶ ἀλαζονικά, ἀλλὰ εἰς ὅλα νὰ περικόπτης ἀπὸ τὸ μέγεθος.

Νὰ εἶσαι καλὸς πρὸς τὸν φίλον, μαλακὸς εἰς τὸν ὑπηρέτην, ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς θρασεῖς, φιλάνθρωπος πρὸς τοὺς πτωχούς.

Νὰ παρηγορῆς τοὺς πάσχοντας, νὰ ἐπισκέπτεσαι αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς θλίψιν· νὰ μὴ περιφρονῆς κανένα ποτέ.

Νὰ εἶσαι γλυκὺς εἰς τᾶς συνομιλίας, φαιδρὸς εἰς τᾶς ἀπαντήσεις, πρόθυμος, εὐκοπλησίαστος εἰς ὅλους.

Νὰ μὴν κάμνης ἐγκώμια τοῦ ἑαυτοῦ σου, οὔτε νὰ παρακινῆς ἄλλους νὰ λέγουν· νὰ μὴ δέχεσαι ἀπρεπὴ λόγια καὶ νὰ σκεπάζης ὅσα εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ προτερήματά σου.

Νὰ κατηγορῆς τὸν ἑαυτόν σου διὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ νὰ μὴ περιμένεις τοὺς ἐλέγχους τῶν ἄλλων, διὰ νὰ γίνης ὅμοιος πρὸς τὸν δίκαιον ὁ ὁποῖος πρῶτος αὐτὸς κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του, διὰ νὰ ὁμοιάσης τὸν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέφυγε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως, προκειμένου νὰ ἐξομολογηθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ ἁμάρτημά του.

Νὰ μὴν εἶσαι αὐστηρὸς εἰς τᾶς ἐπιτιμήσεις καὶ νὰ ἐλέγχης γρήγορα καὶ μὲ ἐμπάθειαν (διότι αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια)· μήτε νὰ καταδικάζης τὸν ἄλλο διὰ μικρὰ σφάλματα, ὡσὰν ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἀκριβοδίκαιος.

Νὰ περιμαζεύης αὐτοὺς ποὺ πέφτουν εἰς παραπτώματα καὶ νὰ τοὺς διορθώνης πνευματικά, ὅπως συμβουλεύη καὶ ὁ ἀπόστολος, λέγων· «νὰ προσέχης τὸν ἑαυτόν σου μήπως καὶ σὺ πέσης εἰς πειρασμόν».

Καὶ ὅταν φροντίζης τόσον διὰ νὰ μὴν δοξάζεσαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅσον ἄλλοι φροντίζουν διὰ νὰ δοξάζωνται, νὰ ἐνθυμῆσαι βέβαια τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἀκούσιος δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ διάπραξις τοῦ καλοῦ διὰ νὰ φανῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ζημιώνουν τὸν μισθὸν ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι αὐτοί, λέγει, «ἔχουν πάρει τὸν μισθό τους».

Νὰ μὴ ζημιώνης λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ θέλης νὰ φαίνεσαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μέγας θεατής, νὰ φιλοδοξήσης νὰ φαίνεσαι εἰς τὸν Θεόν. Διότι αὐτὸς ἀποδίδει λαμπρὸν μισθόν.

Ἔχεις καταξιωθῆ μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς προεδρίας καὶ σὲ περιβάλλουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σὲ δοξάζουν; Νὰ ἐξισωθῆς μὲ τοὺς ὑπηκόους· «νὰ μὴ κυριαρχῆτε, λέγει, ἐπάνω εἰς αὐτοὺς πού σᾶς ἔλαχε νὰ ποιμαίνετε» οὔτε νὰ ἐξουσιάζετε, ὅπως οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες.

Διότι ὁ Κύριος διέταξε· «αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος ὅλων».

Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν γενικά, ἔτσι νὰ ἐπιδιώκης τὴν ταπεινοφροσύνην, ὡσὰν νὰ τὴν ἔχης ἐρωτευθῆ. «Νὰ τὴν ἀγαπήσης καὶ αὐτὴ θὰ σὲ δοξάση».

Ἔτσι θὰ βαδίσης σωστὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴν δόξαν, τὴν ἀγγελικήν, τὴν θείαν.

Ὁ Θεὸς θὰ σὲ ὁμολογήση ὡς πραγματικὸν μαθητὴν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους καὶ θὰ σὲ δοξάση, ἐὰν μιμηθῆς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνη αὐτόν, ποὺ λέγει· «μάθετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ θὰ εὔρητε ἀνάπαυσιν εἰς τᾶς ψυχᾶς σας».

Εἰς αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1827-1831(Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

Kapodostrias Shmaia copy

DSC 2693


Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου στὴν μνήμη τοῦ μακαρίου Ἰωάννου Καποδίστρια Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος (1827-1831) Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου 1831 - Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου 2021


Ἀ
γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

   Οἱ βασικὲς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο δοχεῖο τὴς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φρόνηση, ἡ σωφροσύνη, ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ δικαιοσύνη. Τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ἔφερε πάνω του ἐκεῖνος ποὺ πρὶν ἀπὸ 190 ἀκριβῶς χρόνια ἔπεσε θῦμα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπάθειας. Πρόκειται γιὰ ἑναν ἀπὸ τοὺς Μεγαλύτερους Ἕλληνες, τὸν Κυβερνήτη μας, τὸν Άγιο τῆς πολιτικῆς, Ἰωάννη Καποδίστρια. 

   Μὲ βαθειὰ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης καὶ καθήκοντος, ἀποφασίσαμε νὰ τελεσθεῖ Τρισάγιο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του καῖ νὰ ἐκφωνηθεῖ ἡ παρούσα ὁμιλία σὲ ὅλες τῆς ἐνορίες τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μας. Ἰδίως στὴν ἐπέτειο τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία, αὐτὴ ἡ πράξη εἶναι τὸ λιγότερο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε γιὰ ἐκεῖνον. Μπορεῖ νὰ μὴν συμμετεῖχε στο πεδίο τῆς μάχης τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ ἡ Ἐπανάσταση, ποὺ φέτος τιμοῦμε ἰδιαιτέρως, κατέστη δυνατὴ χάρη στὶς διπλωματικὲς μάχες ποὺ ἔδωσε στὴν Εὐρώπη, ὅπου ἀγωνίσθηκε μὲ ἀξιοθαύμαστη αὐτοθυσία. Ἀν δὲν ἦταν ἐκεῖνος, ἴσως ἀκόμη νὰ κινδυνεύαμε νὰ κάνουμε τὸν Σταυρό μας.

  Ἐπειδὴ εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον κάποιος νὰ σκιαγραφήσει ἐπαρκῶς τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ἔργου του, θὰ ἀρκεσθῶ μόνο σὲ ὁρισμένα σημεῖα.

   Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας τῶν ἀριστοκρατῶν Ἀντωνίου καὶ Ἀδαμαντίας γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1776 καὶ ἦταν τὸ ἕκτο ἀπὸ τὰ δέκα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας. Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι, φρόντισαν νὰ διδάξουν στὸν Ἰωάννη καὶ στὰ ὑπόλοιπα τέκνα τους τὴν εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἡ ὀρθόδοξη αὐτὴ ἀνατροφή του, σὲ συνδυασμὸ μὲ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔζησε στὰ 16 του, ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία του. 

   Στὴν Ἰταλία σπούδασε Ἰατρικὴ καὶ Νομικὴ, ἐνῶ ἀμέσως μετὰ ἐπέστρεψε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ ἔκανε βίωμα τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ του στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀσθενῶν. Ὄχι μόνο ἄσκησε δωρεὰν τὸ ἐπάγγελμα του, ἀλλά ἐπίσης ἔβαζε χρήματα κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι τῶν ἀσθενῶν γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὰ φάρμακα τους, ἀνταποκρινόμενος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει φανερὰ ἐλεημοσύνη, διότι ὅπως ὁ ἵδιος εἶπε κάποτε στὸν πατέρα του: «ὁ Θεὸς δὲν ἀναπαύεται στὴν ματαιοδοξία».

   Ἡ πολιτικὴ σταδιοδρομία του ἄρχισε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1801, ὄταν ὡς ἐπίτροπος τοῦ κράτους τῶν Ἑπτανήσων κλήθηκε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν τάξη στὴν Κεφαλλονιά. Ἡ πρώτη του ἀποστολὴ στέφθηκε μὲ ἐπιτυχία καὶ ἔδειξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ἕνας πολλὰ ὑποσχόμενος νέος. Λίγα χρόνια ἀργότερα, τέλη του 1806, ὅταν ὁ Ἀλὴ Πασάς θὰ εἰσέβαλλε στὴν Λευκάδα, ὁ Ἰωάννης στάλθηκε γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴν ἄμυνα τοῦ νησιοῦ. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὺτὸ κάλεσε πολλοὺς ὀπλαρχηγοὺς ἀπὸ τὴν τουρκοκρατούμενη Ἑλλάδα, ὀργάνωσε τὸν στρατό, καὶ παράλληλα ἐφάρμοσε τὴν κατασκευὴ ὀχυρωματικῶν ἔργων. Στὰ ἔργα αὐτὰ δούλεψε σκληρὰ καὶ ὁ ἴδιος, σκάβοντας στὰ χαρακώματα. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δράσης τοῦ τριαντάχρονου πολιτικοῦ ἦταν διπλό∙ ἀφενός ὁ Ἀλὴ Πασὰς δὲν τόλμησε νὰ εἰσβάλει στὸ νησί, ἀφετέρου, οἱ ὀπλαρχηγοὶ ἀντάμωσαν καὶ ἑνώθηκαν ὑπὸ τὸ σύνθημα «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος». Μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ Ἀλὴ Πασὰ, ὁ Ἰωάννης εἶπε μὲ ταπείνωση στοὺς συνέλληνες του: «ἡ πατρίς θὰ μᾶς χρειαστεῖ ὅλους γιὰ ἕναν πολὺ σοβαρώτερο σκοπό». Οὐσιαστικὰ, ὁ Καποδίστριας εἶχε θέσει τὶς βάσεις γιὰ τὴν ἐπιτυχημένη ἐπανάσταση ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε 14 χρόνια ἀργότερα, το 1821.

   Ἡ πολιτικὴ δράση τοῦ Ἰωάννη δὲν διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου τοῦ Α΄, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε νὰ ἐργαστεῖ ὡς διπλωμάτης στὸ τμήμα τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Ρωσίας. Ἡ διορατικότητα καὶ ἡ συνέπεια του ὤθησαν τὸν Τσάρο νὰ ἀναθέσει στὸν Καποδίστρια τὴν ὀργάνωση τοῦ διαμελισμένου κράτους τῆς Ἐλβετίας, τὸ ὁποῖο ἔπραξε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία. Ὡς ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἐλβετία μέχρι σήμερα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλουσιώτερα καὶ πιὸ καλὰ ὀργανωμένα  κράτη στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ τιμᾶ τὸν ἄνδρα ποὺ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ἀνεξαρτησία της καὶ στὴ διαμόρφωση τοῦ συντάγματος τοῦ νέου τότε κράτους. 

   Μετὰ τὴν ἤττα τοῦ Ναπολέοντα, πραγματοποιήθηκε τὸ συνέδριο τῆς Βιέννης τὰ ἔτη 1814-1815. Ἐκεὶ ὁ Καποδίστριας, ὡς σύμβουλος τοῦ ὑπουργοῦ ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας ἐπέδειξε τόση σύνεση, εὐφυία καὶ τόλμη, ὥστε νὰ διορισθεῖ ἀπὸ τὸν Τσάρο ἀντιπρόσωπος τῆς Ρωσίας στὴν ἐπιτροπὴ τῶν πέντε, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ ἀποφάσιζε τὶς τύχες τῆς Εὐρώπης. Ὁ Ἕλληνας Καποδίστριας κράτησε στὰ χέρια του τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης! 

   Ὡστόσο, παρὰ τὸ μεγάλο ἀξίωμα, παρέμεινε ταπεινός καὶ δίκαιος. Ἀπό τὴν νέα θέση του ἔσωσε τὰ γερμανικὰ κρατίδια ἀπὸ τὸν διαμοιρασμό τους στὶς Μεγάλες Δυνάμεις, συμβάλλοντας στὴν δημιουργία τῆς Γερμανικῆς Συμπολιτείας. Ἐπίσης, ἴδρυσε τὴν Φιλόμουσο Ἐταιρεία, ἕνα φιλελληνικό κίνημα μὲ σκοπὸ νὰ φωτίσει τὴν κοινὴ γνώμη γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ ὑπέφεραν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν Ὁθωμανὸ Τύραννο καὶ νὰ προσφέρει τὰ μέγιστα στὴν παιδεία τῶν Ἑλληνοπαίδων μέσα ἀπό ὑποτροφίες γιὰ σπουδές στὰ πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης. Νὰ σημειωθεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σπούδασε μὲ χρήματα του Καποδίστρια στὸ Παρίσι, ἴδρυσε λίγα χρόνια ἀργότερα ἐφημερίδα μὲ σκοπὸ τὴν ἀνατροπὴ του.

   Στὸ Συνέδριο τοῦ Παρισιοῦ ὁ Ἕλληνας διπλωμάτης ἔσωσε τὸ κράτος τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὸν διαμοιρασμό στὶς Μεγάλες Δυνάμεις, ἐνῶ στὴν ἐπιθυμία τοῦ Γάλλου Βασιλιᾶ νὰ δίνει πάγιο μισθὸ στὸν Ἰωάννη μέχρι τὸν θάνατο του, ὁ ἀφιλάργυρος Ἰωάννης ἀρνήθηκε καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ στέλνει κάθε χρόνο δύο ἀντίτυπα ἀπό τὰ ἐκδιδόμενα βιβλία τῆς Γαλλίας στὴν βιβλιοθήκη τῆς Κέρκυρας γιὰ νὰ μορφώνονται οἱ νέοι. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Συνεδρίου ὁ Τσάρος διόρισε τὸν Ἰωάννη ὑπουργό ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας. Ἡ πρώτη ἐπιτυχία ποὺ σημείωσε ἀπὸ τὴν νέα του θέση ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων ὑπό τὴν προστασία τῆς Ἀγγλίας.

   Τὸ 1821 ἐξαιτίας τεσσάρων ἐξεγέρσεων ποὺ εἴχαν ἐκδηλωθεῖ σὲ διάφορες χῶρες τῆς Εὐρώπης, οἱ Μεγάλες Δυνάμεις συνεδρίασαν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ φλέγον ζήτημα ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν ἀκεραιότητα τους. Παράλληλα, ὅμως, ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης κήρυξε τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση στὴν Μολδοβλαχία. Τὸ γεγονός συντάραξε τὶς Μεγάλες Δυνάμεις μὲ τὸν Καγκελάριο τῆς Αὐστρίας καὶ ὁρκισμένο μισέλληνα Μέττερνιχ νὰ ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ καταπνιγεῖ ἐπειγόντως ἡ ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων, ἔλκοντας με τὸ μέρος του τὸν Τσάρο Ἀλέξανδρο. Μετὰ τὴ σφαγὴ Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ Καποδίστριας κατορθώνει, τελικὰ, νὰ σώσει τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.

   Ἕνα χρόνο ἀργότερα, παραιτεῖται ἀπὸ τὴν θέση τοῦ ὑπουργοῦ καὶ καταφεύγει στὴ Λωζάννη, ὅπου διαμένει σὲ μία εὐτελέστατη κατοικία δύο δωματίων ζώντας ὡς κοσμοκαλόγερος. Ἀπὸ τὴ Λωζάννη ξεκίνησε δυναμικὸ ἀγώνα νὰ συγκινήσει τοὺς Εὐρωπαίους διανοούμενους γιὰ τὸ Ἑλληνικό ζήτημα. Ἔγινε ζητιάνος σὲ αὐτούς γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὸν ἀγώνα. Εἶχε ὅμως κάθε δικαίωμα νὰ τὸ κάνει, διότι πρῶτος αὐτὸς διέθεσε ὅλη του τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος.

   Ἡ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας τὸν Μάρτιο τοῦ 1827 κλήθηκε νὰ ἐκλέξει Κυβερνήτη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἔλαβε τὸν λόγο καὶ εἴπε: «θὰ καλέσουμε τὸν σπουδαιότερο Ἕλληνα ποὺ ὑπάρχει, τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια». Ὅλοι ἀνεξαιρέτως, ἀκόμη καὶ ὅσοι ζήλευαν τὸν Ἰωάννη, παραδέχθηκαν ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ καλύτερη ἐπιλογή.

   Ὁ Ἰωάννης ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν δυσκολώτερη ἀποστολὴ τῆς ζωῆς του, τὴν ὀργάνωση τοῦ ἀνύπαρκτου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Στὴν ἐπίσημη δοξολογία γιὰ τὴν ἀνάληψη τῆς νέας θέσης του, ἀρνεῖται νὰ καθίσει στὸν στολισμένο θρόνο, προτιμώντας νὰ παρακολουθήσει σεμνὰ καὶ προσευχητικὰ τὴν τελετή.

 Σχετικὰ μὲ τὸν μισθὸ του, τὰ λόγια του εἶναι ἀπόλυτα: 

«ἐφ´ ὅσον τὰ ἰδιαίτερα εἰσοδήματά μου ἀρκοῦν διὰ νὰ ζήσω, ὰρνοῦμαι νὰ ἐγγίσω μέχρι καὶ τοῦ ὀβολού τὰ δημόσια χρήματα, ἐνῶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ μέσον ἐρειπίων καὶ ἀνθρώπων βυθισμένων εἰς ἐσχάτην πενίαν». 

   Δὲν λάμβανε μισθό ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος. Ἔδωσε τὰ πάντα γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἤθελε τὸ ἴδιο νὰ κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοί, γεγονός ὅμως ποὺ τοῦ ἐπιφύλασσε τὴν μεγαλύτερη ἀπογοήτευση. Οἱ ἐκλεκτοὶ συνεργάτες του ἤταν ὅλοι ἄμισθοι. Ὄταν ἀντιλαμβανόταν ὅτι κάποιος εἶχε ἰδιοτέλεια, τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ θέσεις εὐθύνης, διότι θεωροῦσε ἀνήθικο νὰ παίζει κανεὶς μὲ τὸν πόνο τοῦ λαοῦ. Εἶχε γράψει ἄλλωστε ὅτι «ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ μου ἔσκιζε τὴν καρδιά μου».

   Εἶναι ἀσύλληπτο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθοεργιῶν ποὺ μέσα σὲ τρισήμισυ χρόνια ἐπέδειξε ὁ Κυβερνήτης στὴν Μητέρα Ἑλλάδα. Σὰν νὰ γνώριζε ὅτι θὰ φύγει καὶ ἔπρεπε νὰ δράσει βιαστικά γιὰ νὰ θεμελιώσει τὸ νέο κράτος...

   Ὁ Καποδίστριας ἔχτισε δημοτικὰ σχολεῖα καὶ σχολεῖα γιὰ δασκάλους, ἴδρυσε τὴν στρατιωτικὴ σχολὴ Εὐελπίδων γιὰ νὰ διασφαλίσει τὴν ἀσφάλεια τῆς πατρίδας, ἴδρυσε γεωργικὴ σχολὴ στὴν Τίρυνθα, ἴδρυσε ὀρφανοτροφεῖο, ἐργάσθηκε γιὰ τὴν  αὔξηση τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδας, ἔκοψε δικό του νόμισμα καὶ ἔκανε πολλὰ ἀκόμη ποὺ ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναλυθοῦν. 

   Ἡ ἀνιδιοτέλεια του καὶ ἡ συγκέντρωση τῶν ἐξουσιῶν στὰ χέρια του γιὰ λίγα χρόνια, μὰ πάνω ἀπ' ὅλα ἡ ἐπιθυμία του νὰ ἀναστήσει ἕνα κράτος δικαίου κίνησαν θύελλα ἀντιδράσεων ἀπὸ ἄνδρες ἐμπαθεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατούσαν νὰ κοιτάξουν πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια τους. Ἐκείνοι ἤθελαν τὴν ἐξουσία γιὰ νὰ ἰκανοποιήσουν τὴν ματαιοδοξία τους. Ὁ Καποδίστριας ὅμως, δὲν ἦταν τέτοιος. Βρισκόμενος στὸ ἀπόγειο τῆς ἀνθρώπινης δόξας ὡς ὑπουργός τοῦ Τσάρου, τοῦ προσφέρθηκαν πλούτη, χλιδή καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ ἐπιθυμοῦσε ἡ πλειοψηφία τῶν ἀριστοκρατῶν τῆς ἐποχῆς του, γιὰ νὰ τὸν ἐλκύσουν στὸ σαθρό τρόπο ζωῆς τους. Ἐκεῖνος, ὅμως, προτίμησε νᾶ παραμείνει ἔντιμος καὶ νὰ ἐργάζεται ἀπὸ τὴν περίοπτη θέση του γιὰ τὰ δίκαια τοῦ ὑπόδουλου Γένους μας. Ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς δροῦσε στὶς αὐλὲς τῆς Εὐρώπης δίχως νᾶ ντρέπεται γιὰ τὴν ταυτότητα του, γιὰ τὸν τόπο του, γιὰ τὴν πίστη του. Ἀντίθετα, ἀπὸ αὺτὰ ἀντλοῦσε τὴν δύναμη νὰ παραμένει ἀγνός καὶ ἀκέραιος. Ὁποιαδήποτε ὁμιλία γιὰ τὸν Μεγάλο Ἕλληνα δὲν μπορεῖ νὰ μὴν περιλαμβάνει τὴν ὁμολογία τοῦ θανάσιμου ἐχθροῦ του, τοῦ Μέττερνιχ ὅτι: «Ὁ μόνος ἀντίπαλος ποὺ δύσκολα ἠττᾶται εἶναι ὁ ἀπόλυτα ἔντιμος ἄνθρωπος, καὶ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος είναι ο Καποδίστριας»! 

   Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ ὅλες τὶς ἰδεολογίες ποὺ δέσποζαν στὴν Εὐρώπη. Ἐκεῖνος, ὅμως, προτίμησε νὰ ζεῖ ὡς κοσμοκαλόγερος, σύμφωνα με τὸν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς, διότι μόνο αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα. Στὸ ἀπόγειο τῆς ἀνθρώπινης δόξας ἐκεῖνος σκεφτόταν τὸν θάνατο. Ἦταν συμφιλιωμένος μὲ αὐτόν.

   Κυριακὴ 20 Σεπτεμβρίου 1831. Ὁ Αὐγουστίνος Καποδίστριας ἐμποδίζει τὸν ἀδερφό του νὰ πάει στὴν Ἐκκλησία, διότι οἱ πάντες γνώριζαν ὅτι τὸν Κυβερνήτη θὰ τὸν σκοτώσουν. Ἐκεῖνος πείθεται. Τὴν ἐπόμενη Κυριακὴ, ὡστόσο, 27 Σεπτεμβρίου 1831, δὲν μπορεῖ νὰ ἀπουσιάσει ξανά. Φεύγει γιὰ τὴν Ἐκκλησία πρὶν χαράξει, «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγήν». Δὲν ἔκανε προεκλογικὸ ἀγώνα. Πῆγε στὴν Ἐκκλησία μὲ σκοπὸ να διαβάσει -ὅπως συνήθιζε- τὸν Ἐξάψαλμο καὶ νὰ κοινωνήσει. Δὲν πρόλαβε ὅμως. Στὸν δρόμο συναντᾶ τοὺς μέλλοντες φονεῖς του. Τοὺς χαιρετᾶ. Ἐκείνοι γρήγορα κατευθύνονται πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα διαπράττουν τὸ μοιραῖο. Ὁ Κυβερνήτης ποὺ ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὸν λαὸ ὅσο κανείς ἄλλος, «τὸ εὐγενέστερο πλάσμα τῆς Γῆς, δὲν ὑπάρχει πιά» (Ρωξάνδρα). «Ὁ κακοῦργος ὅστις ἐδολοφόνησε τὸν Καποδίστρια, ἐδολοφόνησε τὴν πατρίδα του» (Ἐϋνάρδος).
   «Φθόνος γὰρ οὐ προτιμᾶ τὸ συμφέρον»... πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ πατρίδα μας καὶ ὅλη ἡ Εὐρώπη ἄν ὁ φθόνος δὲν ὀδηγοῦσε στὸν φόνο.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

   Κάθε κοινωνία, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ κοινωνία χρειάζεται στὸ τιμόνι της ἕναν ἀληθινό Κυβερνήτη μὲ πίστη στὸν Θεό. Δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας. Μὲ φιλοπατρία. Μὲ παρρησία. Μὲ ἐντιμότητα ἡ ὁποῖα τὸν καθιστὰ ἰσχυρό. Μὲ δικαιοσύνη. Μὲ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ ἀνιδιοτέλεια. Μὲ σωφροσύνη. Μὲ διορατικότητα. Μὲ μνήμη θανάτου. Μὲ θυσιαστικὸ πνεῦμα. Μὲ ἐπιμονή στὸ στόχο. Μὲ εὐθύνη ἀπέναντι στὸ καθήκον. Μὲ ταπείνωση. Κάθε κοινωνία χρειάζεται ἕναν Καποδίστρια. Κὶ ἄν τὸν ἀποκτήσει, πρέπει νὰ τὸν φυλάξει καλά, καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ ἐργαστεῖ ὅπως ἐκεῖνος ξέρει γιὰ τὸ κοινὸ καλό. Ἡ Ἐλβετία, τουλάχιστον, αὐτὸ ἔκανε.

   Μέσα στὴν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη γιὰ ἕναν ἄξιο Κυβερνήτη, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι «κατὰ τὸν λαὸ καὶ οἱ ἄρχοντες». Δὲν πρέπει νὰ τὰ περιμένουμε ὅλα ἀπὸ ἕναν Καποδίστρια. Πρώτοι ἑμεῖς ὀφείλουμε νὰ μιμηθοῦμε τὴν ἁγία βιοτή του καὶ ἄν τὸ καταφέρουμε, ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει γιὰ τὴν πατρίδα μας πολλοὺς Καποδίστριες.

   Εἴθε ἡ μνήμη του νὰ εἶναι αἰωνία καὶ ἀπὸ ἐκεὶ ποὺ ἀναπαύεται, πλάι στοὺς Ἁγίους, νὰ πρεσβεύει γιὰ τὸ ἔθνος ποὺ ἀγάπησε καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχυσε τὸ αἶμα του.

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)


DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι φιλοσοφία, οὔτε ἰδεολογία, ἀλλὰ καρδιακὸ βίωμα καὶ τρόπος ζωῆς. Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι εἶναι ἕνα ταξίδι μὲ ὁδηγὸ τὸν Χριστό. Γιὰ νὰ συμμετάσχουμε σὲ αὐτὸ τὸ ταξίδι, δὲν ἀπαιτοῦνται ἱκανότητες μεγαλύτερες ἀπὸ αὐτὲς τὶς ὁποῖες ὅλοι διαθέτουμε. Ὡστόσο, ὑπάρχουν δύο ἀπαραίτητες προϋποθέσεις: νὰ θέλουμε νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν Χριστό μας καὶ νὰ σηκώσουμε μὲ προθυμία τὸν Σταυρό μας. Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς λέει ὁ Κύριος στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς μετὰ τὴν κοσμοχαρμόσυνη Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ: «ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, (πρῶτα) νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ σηκώσει τὸν Σταυρό του καὶ (τότε) νὰ μὲ ἀκολουθήσει».

             Πραγματικά, αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι Χριστιανός, αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ ἀνήκει στὴν κιβωτὸ τῆς σωτηρίας, στὸ πνευματικὸ στρατόπεδο καὶ στὴν μεγάλη οἰκογένεια ποὺ λέγεται «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία», πρέπει νὰ εἶναι πολὺ συνειδητοποιημένος καὶ ἀποφασισμένος. Ἀποφασισμένος γιατί; Γιὰ νὰ ἀφήσει πίσω του τὸ ἐγωιστικὸ «θέλω». Ἀκούγεται ἴσως ξένο ἢ σκληρὸ αὐτὸ γιὰ κάποιους, ἀλλὰ σκεφτεῖτε τὸ διαφορετικά. 

            Σκεφτεῖτε ἕναν στρατιώτη κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς μάχης νὰ προβάλλει τὸ θέλημά του ἐνάντια στὶς ἐντολὲς τοῦ ἔμπειρου καὶ σοφοῦ στρατηγοῦ. Ὁ στρατιώτης αὐτὸς καὶ τὴν ζωή του θὰ χάσει καὶ κακὸ στὸ στράτευμα θὰ προκαλέσει. 

            Κατανοοῦμε, ἔτσι, γιατὶ ὁ Χριστὸς μᾶς καλεῖ νὰ ἀπαρνηθοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ νὰ συμμορφωθοῦμε μὲ τὸ Θέλημά Του. 

             Τί θέλει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Χριστός; Τί διαβάζουμε στὸ Εὐαγγέλιο; «Ἂν θέλετε νὰ εἶστε φίλοι μου, ἐμένα νὰ μιμεῖσθε». Ὁ Θεός μας εἶναι Θεὸς τῆς θυσίας καὶ τῆς προσφορᾶς, καὶ αὐτὸ τὸ ἀπέδειξε ἔμπρακτα. Καταδέχθηκε νὰ φορέσει τὸ ἔνδυμά μας, τὴν ἀνθρώπινη φύση, καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ πάνω στὸν Σταυρό· θυσιάσθηκε γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς. Ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε Θεία Λειτουργία θυσιάζεται καὶ μᾶς προσφέρει τὸ Πανάχραντον Σῶμά Του καὶ τὸ Πανάσπιλον Αἷμά Του. 

            Ἐφόσον, λοιπόν, εἶναι Θεὸς τῆς θυσίας καὶ τῆς προσφορᾶς, ἔτσι πρέπει νὰ εἴμαστε καὶ ἐμεῖς. Ἡ προσφορά, ἡ δοτικότητα καὶ ἡ θυσία δὲν περιορίζεται μόνο στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Δὲν προσφέρουμε στὸν συνάνθρωπο μόνο δίνοντάς του ἕνα κομμάτι ψωμί, οὔτε -στὴν χειρότερη περίπτωση- δίνοντας ἕνα ροῦχο τὸ ὁποῖο πάλιωσε καὶ δὲν τὸ χρειαζόμαστε πλέον. Προσφέρουμε καὶ μὲ δύο καλὰ λόγια ποὺ θὰ ἀφήσουμε νὰ βγοῦν ἀπ΄ τὴν καρδιά μας, δύο λόγια παρηγοριᾶς καὶ στήριξης. Προσφέρουμε καὶ ὅταν διαθέσουμε τὸν ἑαυτό μας γιὰ νὰ βοηθήσουμε ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη. 

            Ἡ προσφορὰ καὶ ἡ θυσία εἶναι Σταυρός. Καὶ βέβαια αὐτὸ ἰσχύει τόσο γιὰ τοὺς λαϊκούς, ὅσο καὶ γιὰ ἐμᾶς τοὺς ρασοφόρους. Τὸ ὅτι φορέσαμε τὸ τιμημένο ράσο δὲν σημαίνει ὅτι αὐτομάτως θυσιασθήκαμε. Ἂν φορέσαμε τὸ ράσο καὶ κοιτᾶμε πρῶτα τὰ τοῦ οἴκου μας καὶ μετὰ τὴν Ἐκκλησία, πρέπει νὰ ἐπαναπροσδιορίσουμε τὴ θέση μας, διότι, διαφορετικά, δὲν θὰ ἐπιτύχουμε. 

            Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι χάραξαν τὴν πορεία. Ἀνταποκρίθηκαν πλήρως στὸν εὐαγγελικὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, ἀπαρνήθηκαν ὄχι μόνο τοὺς ἑαυτούς τους, ἀλλὰ καὶ τὶς οἰκογένειές τους, σήκωσαν τὸν Σταυρό τους, τὸν Σταυρὸ τῆς θυσίας, τῆς κούρασης, τῶν κινδύνων, καὶ Τὸν ἀκολούθησαν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σαγηνεύσουν ὅλη τὴν οἰκουμένη. Καὶ ἀφοῦ σαγήνευσαν τὴν οἰκουμένη, ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλο -πλὴν τοῦ Θεολόγου Ἰωάννου- μαρτύρησαν, καθὼς ἦταν ἀπόλυτα βέβαιοι ὅτι μετὰ τὴν Σταύρωση ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση.

            Ὁ Χριστός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μᾶς καλεῖ νὰ σηκώσουμε τὸν Σταυρό μας, ἀλλὰ μᾶς δίνει καὶ τὴν δύναμη νὰ τὸν σηκώσουμε. Κανενὸς ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ τὶς δυνάμεις του καὶ αὐτὸ διότι ὁ Θεὸς μᾶς στηρίζει ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ δύσκολες στιγμές: «καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουθενώσει». Καὶ τὸ ὅτι τὴν Σταύρωση ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση δὲν ἀφορᾶ μόνο τὴν κοίμησή μας, ἀλλὰ εἶναι ἕνα γεγονὸς ποὺ ἐπαναλαμβάνεται στὴ ζωή μας. Αὐτὴ ἡ Ἀνάσταση φέρνει στὴν ψυχὴ τὸ πλήρωμα τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγαλλίασης. 

            Δεῖγμα αὐτῆς τῆς Ἀνάστασης ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Σταύρωση, ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἑορτὴ ποὺ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ἐνθυμεῖται καὶ τιμᾶ: ἡ ἑορτὴ τῆς Γ΄ Ἐμφανίσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὸν οὐρανό, ἡ ὁποία συνέβη κατὰ τὴν διάρκεια Ἀγρυπνίας πρὸς τιμὴν τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ μὲ τὸ πάτριο ἑορτολόγιο τὸ ἔτος 1925 στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Ὑμηττοῦ. 

            Τὸ γεγονὸς αὐτὸ στήριξε τοὺς εὐσεβεῖς Ὀρθοδόξους νὰ παραμείνουν στὴν παράδοση τῶν Πατέρων. 

            Ἔτσι ὅπως φάνηκε ὁλοφώτεινος ὁ Τίμιος Σταυρός, ἔτσι ὁλοφώτεινοι πρέπει νὰ εἴμαστε κὶ ἐμεῖς. Κὶ ἂν δὲν εἴμαστε, νὰ γίνουμε! Νὰ γίνουμε Φῶς Χριστοῦ. Μόνο ἂν ἔχουμε φῶς μέσα μας, θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ μεταδώσουμε πρὸς δόξαν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, στὸν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνηση, εἰς τοὺς ἀιώνας. Ἀμήν!

            Εὔχομαι ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας νὰ εἶναι πάντοτε γιὰ ἐμᾶς ὁ φάρος ὁ ὁποῖος θὰ ὁδηγεῖ τὴν πορεία μας πρὸς τὸν Οὐρανό, μέσα ἀπὸ τὴν Σταύρωση καὶ τὴν Ἀνάσταση. 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος