
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Ὁ Ἱερὸς Παῦλος μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν μιλᾶμε τὶς γλῶσσες τῶν Ἀγγέλων, καὶ ἂν ἔχουμε τόση πίστη ὥστε νὰ μετακινοῦμε βουνά, καὶ ἂν ἀκόμη παραδώσουμε τὰ σώματά μας στὴ φωτιὰ γιὰ τὴν πίστη, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε ἀγάπη, καθόλου δὲν ὠφελούμαστε.
Γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο. Γιὰ χάρη τῆς ἴδιας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καταδέχθηκε νὰ ὑψωθεῖ στὸν Σταυρὸ γιὰ νὰ λυτρώσει ἐμᾶς, ποὺ μὲ τὴν θέλησή μας παρακούσαμε τὴν ἐντολή Του, ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο.
Ἐφόσον, λοιπόν, τόσο ἀγάπησε ὁ Θεὸς ὅλους ἐμᾶς, ἔτσι κὶ ἐμεῖς ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας. Αὐτὸ τονίζει σήμερα ὁ Δεσπότης Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ΙΕ΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου.
Βλέπουμε κάποιον διδάσκαλο τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν ρωτᾶ: «ποιά ἐντολὴ εἶναι μεγάλη στὸν νόμο;». Ὡς διδάσκαλος, ἀσφαλῶς καὶ γνώριζε τὴν ἀπάντηση. Ὡστόσο, ἤθελε νὰ πειράξει τὸν Κύριο. Ἤθελε νὰ ἀκούσει μία λανθασμένη ἀπάντηση, γιὰ νὰ ἔχει νὰ Τὸν κατηγορεῖ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς οἱ ὁποῖοι καλοπροαίρετα ἄκουγαν τὸν Κύριό μας νὰ κηρύττει, ὑπῆρχαν πολλοὶ τέτοιοι ὑποκριτές, δῆθεν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὶς ἡμέρες μας ὑπάρχει τὸ γένος αὐτό, ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὸ στόμα τους μόνο γιὰ νὰ ἐπιτεθοῦν λεκτικὰ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔκανε ἕνα λάθος, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος ἔχει κάνει χίλια καλά. Τόσο «ἐνδιαφέρονται» γιὰ τὸ σωστό, ποὺ ἀντὶ νὰ ἐπιστήσουν διακριτικὰ τὸ σφάλμα, σπεύδουν νὰ τὸ διακηρύξουν «ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ». Ἔτσι καὶ ὁ νομικός. Δυστυχῶς γιὰ ἐκεῖνον, ὅμως, συνομιλοῦσε μὲ τὸν Θεάνθρωπο, ὁ Ὁποῖος δὲν πέφτει σὲ παγίδες.
Ὁ Κύριος ἀπάντησε: «ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολὴ εἶναι νὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὴν διάνοιά σου. Δεύτερη δέ, ὅμοια μὲ τὴν πρώτη, νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου. Πάνω σὲ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς κρέμεται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ Προφῆτες».
Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καθῆκον μας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ συγκροτοῦν τὸν καθημερινὸ βίο τῶν Χριστιανῶν, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἀποτελοῦν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ὁδηγούμαστε πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη μας.
Καὶ τί σημαίνει ἀγάπη;
Τὴν ἀπάντηση μᾶς δίνει ὁ τῶν Ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, εἶναι ἀγαθή· ἡ ἀγάπη δὲν φθονεῖ· ἡ ἀγάπη δὲν καυχιέται, δὲν ὑπερηφανεύεται, δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν παροξύνεται, δὲν λογίζεται τὸ κακό, δὲν χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία, ἀλλὰ χαίρεται μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὴν ἀλήθεια· πάντα βαστάζει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει».
Πρῶτα, λοιπόν, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Ἀγαπῶ τὸν Θεὸ ὅταν τηρῶ τῖς ἐντολές Του, καὶ οἱ ἐντολές Του δὲν εἶναι δύσκολες. Ἐμεῖς κάνουμε τὰ πράγματα δύσκολα. Καὶ ἂν ἀγαπῶ τὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς θὰ μοῦ φανερωθεῖ, διότι ὁ Ἴδιος μᾶς τὸ βεβαίωσε.
Ἔπειτα, ὁ Χριστὸς μᾶς τόνισε νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἄλλους ὅπως τὸν ἑαυτό μας. Ἐνδιαφέρομαι καὶ ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου; Ἂν ναί, τότε ἀγαπῶ πραγματικὰ τὸν ἑαυτό μου. Ἔ, λοιπόν, ἔτσι, πρέπει νὰ φροντίζω καὶ γιὰ τοὺς συνανθρώπους μου, διαθέτοντας τὸν ἑαυτό μου γιὰ ἐκείνους.
Αὐτά, ὅσο μένουν στὰ λόγια, καθόλου δὲν ὠφελοῦν. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι ἔμπρακτη καὶ δοκιμάζεται κυρίως στὰ δύσκολα. Καὶ γιὰ να μπορέσει νὰ κυριαρχήσει ἡ ἀγάπη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποχωρήσει τὸ «ἐγώ».
Μὲ τὴν εὐχὴ ὅλοι νὰ βιώσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης,
ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
