† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

             Ἱερὸς Παῦλος μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν μιλᾶμε τὶς γλῶσσες τῶν Ἀγγέλων, καὶ ἂν ἔχουμε τόση πίστη ὥστε νὰ μετακινοῦμε βουνά, καὶ ἂν ἀκόμη παραδώσουμε τὰ σώματά μας στὴ φωτιὰ γιὰ τὴν πίστη, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε ἀγάπη, καθόλου δὲν ὠφελούμαστε. 

            Γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο. Γιὰ χάρη τῆς ἴδιας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καταδέχθηκε νὰ ὑψωθεῖ στὸν Σταυρὸ γιὰ νὰ λυτρώσει ἐμᾶς, ποὺ μὲ τὴν θέλησή μας παρακούσαμε τὴν ἐντολή Του, ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο.

            φόσον, λοιπόν, τόσο ἀγάπησε ὁ Θεὸς ὅλους ἐμᾶς, ἔτσι κὶ ἐμεῖς ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας. Αὐτὸ τονίζει σήμερα ὁ Δεσπότης Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ΙΕ΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου. 

            Βλέπουμε κάποιον διδάσκαλο τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν ρωτᾶ: «ποιά ἐντολὴ εἶναι μεγάλη στὸν νόμο;». Ὡς διδάσκαλος, ἀσφαλῶς καὶ γνώριζε τὴν ἀπάντηση. Ὡστόσο, ἤθελε νὰ πειράξει τὸν Κύριο. Ἤθελε νὰ ἀκούσει μία λανθασμένη ἀπάντηση, γιὰ νὰ ἔχει νὰ Τὸν κατηγορεῖ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς οἱ ὁποῖοι καλοπροαίρετα ἄκουγαν τὸν Κύριό μας νὰ κηρύττει, ὑπῆρχαν πολλοὶ τέτοιοι ὑποκριτές, δῆθεν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὶς ἡμέρες μας ὑπάρχει τὸ γένος αὐτό, ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὸ στόμα τους μόνο γιὰ νὰ ἐπιτεθοῦν λεκτικὰ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔκανε ἕνα λάθος, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος ἔχει κάνει χίλια καλά. Τόσο «ἐνδιαφέρονται» γιὰ τὸ σωστό, ποὺ ἀντὶ νὰ ἐπιστήσουν διακριτικὰ τὸ σφάλμα, σπεύδουν νὰ τὸ διακηρύξουν «ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ». Ἔτσι καὶ ὁ νομικός. Δυστυχῶς γιὰ ἐκεῖνον, ὅμως, συνομιλοῦσε μὲ τὸν Θεάνθρωπο, ὁ Ὁποῖος δὲν πέφτει σὲ παγίδες. 

             Κύριος ἀπάντησε: «ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολὴ εἶναι νὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὴν διάνοιά σου. Δεύτερη δέ, ὅμοια μὲ τὴν πρώτη, νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου. Πάνω σὲ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς κρέμεται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ Προφῆτες». 

            Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καθῆκον μας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ συγκροτοῦν τὸν καθημερινὸ βίο τῶν Χριστιανῶν, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἀποτελοῦν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ὁδηγούμαστε πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη μας.       

            Καὶ τί σημαίνει ἀγάπη; 

            Τὴν ἀπάντηση μᾶς δίνει ὁ τῶν Ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, εἶναι ἀγαθή· ἡ ἀγάπη δὲν φθονεῖ· ἡ ἀγάπη δὲν καυχιέται, δὲν ὑπερηφανεύεται, δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν παροξύνεται, δὲν λογίζεται τὸ κακό, δὲν χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία, ἀλλὰ χαίρεται μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὴν ἀλήθεια· πάντα βαστάζει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει».

            Πρῶτα, λοιπόν, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Ἀγαπῶ τὸν Θεὸ ὅταν τηρῶ τῖς ἐντολές Του, καὶ οἱ ἐντολές Του δὲν εἶναι δύσκολες. Ἐμεῖς κάνουμε τὰ πράγματα δύσκολα. Καὶ ἂν ἀγαπῶ τὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς θὰ μοῦ φανερωθεῖ, διότι ὁ Ἴδιος μᾶς τὸ βεβαίωσε. 

            πειτα, ὁ Χριστὸς μᾶς τόνισε νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἄλλους ὅπως τὸν ἑαυτό μας. Ἐνδιαφέρομαι καὶ ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου; Ἂν ναί, τότε ἀγαπῶ πραγματικὰ τὸν ἑαυτό μου. Ἔ, λοιπόν, ἔτσι, πρέπει νὰ φροντίζω καὶ γιὰ τοὺς συνανθρώπους μου, διαθέτοντας τὸν ἑαυτό μου γιὰ ἐκείνους. 

            Αὐτά, ὅσο μένουν στὰ λόγια, καθόλου δὲν ὠφελοῦν. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι ἔμπρακτη καὶ δοκιμάζεται κυρίως στὰ δύσκολα. Καὶ γιὰ να μπορέσει νὰ κυριαρχήσει ἡ ἀγάπη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποχωρήσει τὸ «ἐγώ».

Μὲ τὴν εὐχὴ ὅλοι νὰ βιώσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης, 

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ


Ἀριθμὸς Πρωτ. 624   .       

Ἐν Ἀ­θή­ναις,  29-08/ 11-09-2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΕΠΙ ΤΗ ΕΝΑΡΞΕΙ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Πρὸς

τὸν Ἱερὸν Κλῆρον, τὰς Μοναστικὰς Ἀδελφότητας

καὶ τὸν εὐσεβῆ καὶ φιλόχριστον Λαὸν

τῆς καθ΄ ἡμᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς καὶ τῶν ὑφ’ αὐτῆς Τοποτηρειῶν

( Μητροπόλεων Ἀχαΐας & πάσης Πελοποννήσου,

Δυτικῆς Ἐλλάδος καὶ Εὐρίπου & Εὐβοίας)

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὰ καὶ περιπόθητα,

«Ὁ πάσης δημιουργὸς τῆς κτίσεως, ὁ καιροὺς καὶ χρόνους ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ θέμενος, εὐλόγησον τὸν στέφανον τοῦ ἐνιαυτοῦ τῆς χρηστότητός σου, Κύριε».

Εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι τοῦ Παναγάθου Τριαδικοῦ Θεοῦ, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἀπαρχὴν ἑνὸς νέου ἐνιαυτοῦ, ἑορτάζοντες τὴν Ἀρχὴν τῆς Ἰνδίκτου, ἤτοι τὴν ἔναρξιν τοῦ νέου ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἡ Ἁγία ἡμῶν Ἐκκλησία δὲν μετρᾷ τὸν χρόνον ἁπλῶς ὡς μίαν ἀνελέητον ροὴν φθαρτῶν στιγμῶν, ἀλλ’ ὡς καιρὸν μετανοίας, πεδίον πνευματικῆς ἐργασίας καὶ εὐκαιρίαν σωτηρίας.

Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὁ σύγχρονος κόσμος κλονίζεται ὑπὸ τῆς ἀποστασίας, τῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἠθικῆς ἐκτροπῆς, ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ἵσταται ὡς ἄσειστος στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας. Ἡμεῖς, ὡς Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἐπιφορτισμένοι μὲ τὴν ἱερὰν παρακαταθήκην τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν Θεοφόρων Πατέρων καὶ τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, καλούμεθα νὰ κρατήσωμεν ἀλώβητον τὴν πίστιν τῶν Πατέρων ἡμῶν, μακρὰν παντὸς συμβιβασμοῦ, νεωτερισμοῦ καὶ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Τὸ Ἑόρτιον τοῦτο Ἰνδικτιῶνος μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ χρόνος εἶναι δῶρον Θεοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἀξιοποιήσωμεν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν ἀνακαίνισιν.

          Ἅπαντες ὀφείλομεν νὰ ὁπλισθῶμεν:

α) μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν ἵνα φυλάξωμεν ἀνόθευτον τὴν Πίστην καὶ τὴν ἱερὰν Παράδοσιν.

          β) μὲ ἔργα Μετανοίας καὶ Ἁγιασμοῦ ἵνα ἀνανεώσωμεν τὸν πνευματικὸν ἡμῶν ἀγῶνα διὰ τῆς προσευχῆς, τῆς νηστείας, τῆς συχνῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ Ἄχραντα Μυστήρια καὶ τῆς ἔμπρακτης ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον.

          γ) μὲ Ἑνότητα καὶ Συνδέσμου Εἰρήνης ἵνα διαφυλάξωμεν τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐν πνεύματι ταπεινοφροσύνης, ἀλληλοκατανοήσεως καὶ ἀκαταπαύστου διακονίας τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ.

Ἀπευθύνοντες θερμὸν πατρικὸν χαιρετισμὸν πρὸς τοὺς εὐλαβεστάτους Ἱερεῖς καὶ Διακόνους, τοὺς Μοναχοὺς καὶ τὰς Μοναχάς, ὡς καὶ πρὸς ἅπαν τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα, εὐχόμεθα ὁλοψύχως ὅπως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, πρεσβείαις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν Ἁγίων, χαρίζῃ εἰς πάντας ὑμᾶς ὑγείαν κατ’ ἄμφω, εἰρήνην ἀστασίαστον, πνευματικὴν προκοπὴν καὶ κάθε εὐλογίαν κατὰ τὸ ἀνατείλαν νέον ἐκκλησιαστικὸν ἔτος.

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ ΑΚΡΩΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ! (Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα)


 

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Πολλὲς φορές, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ προβλήματα νὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φροντίζουμε νὰ τὰ δημιουργοῦμε. Στὶς παρακλήσεις πρὸς τὴν Κυρὰ-Παναγιὰ ψάλλουμε μεταξὺ ἄλλων: «οἱ μισοῦντές με μάτην […] λάκκον ηὐτρέπισαν».  Δυστυχέστερο, ὅμως, εἶναι τὸ φαινόμενο μόνοι μας νὰ σκάβουμε τὸν λάκκο μας καὶ νὰ πέφτουμε μέσα. Αὐτὸ γίνεται ὅταν στὴ ζωή μας ἐπιλέγουμε νὰ ἀκολουθήσουμε ὄχι τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ θέλημά μας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ τραγικὸ κεντρικὸ πρόσωπο τῆς σημερινῆς παραβολῆς.

               Κάποιος Βασιλιᾶς θέλησε νὰ ζητήσει λογαριασμὸ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτες του. Τοῦ παρουσίασαν τότε ἕναν δοῦλο, ὁ ὁποῖος χρωστοῦσε τὸ ὑπέρογκο ποσὸ τῶν δέκα χιλιάδων ταλάντων. Ἐπειδὴ ὁ δοῦλος δὲν εἶχε νὰ ξεπληρώσει τὸ βαρύτατο χρέος, ὁ Βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ πάρουν τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ ὅλο του τὸ βιός, ὥστε νὰ τὰ λάβει ὁ ἴδιος ἀντὶ τοῦ χρέους. Καταλυπημένος μὲ τὴν διαταγὴ αὐτή, ὁ ὀφειλέτης ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ παρακαλῶντάς τον νὰ δείξει ἔλεος, καὶ ὑποσχέθηκε νὰ ξεχρεώσει. Πράγματι, ὁ Βασιλιᾶς σπλαχνίσθηκε καί, τελικά, τοῦ χάρισε τὸ χρέος. 

               ναπαυμένος ὁ δοῦλος, βγῆκε ἀπ΄ τὸ παλάτι καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα εἶδε κάποιον σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε μόλις ἑκατὸ δηνάρια. Σὲ σύγκριση μὲ τὰ δέκα χιλιάδες τάλαντα, τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀποτελοῦσαν ἕνα τελείως μηδαμινὸ καὶ ἀσήμαντο ποσό. Κι ὅμως, γιὰ νὰ δοῦμε ὅλοι μας πόσο εὔκολα μποροῦν τὰ πάθη νὰ τυφλώσουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ δοῦλος ποὺ παρὰ λίγο γλίτωσε τὴν ὁλικὴ καταστροφὴ τῆς οἰκογένειάς του χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Βασιλιᾶ, ἄρχισε ὡς δῆθεν ἀνώτερος νὰ ζητᾶ διὰ τῆς βίας τὰ ὀφειλόμενα ἑκατὸ δηνάρια ἀπὸ τὸν σύνδουλό του. Τί κι ἂν ἐκεῖνος ἔπεφτε καὶ τὸν παρακαλοῦσε; Ἀδίστακτος αὐτός. Εἶχε ξεχάσει τὴν θέση στὴν ὁποία μόλις πρὶν λίγο βρισκόταν, γιὰ αὐτὸ καὶ τόση ἦταν ἡ ἀσπλαχνία του, ποὺ ἅρπαξε τὸν σύνδουλό του καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή. Λογάριασε ὁ δυστυχὴς χωρὶς τὸν ξενοδόχο.

               Τὸ νέο γνωστοποιήθηκε ἀστραπιαῖα στὸν Βασιλιᾶ. Ἐκεῖνος, ὀργισμένος γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ ἔλαβε χώρα, εἶπε στὸν δοῦλο: «δοῦλε πονηρέ, ὅλο σου τὸ χρέος σοῦ τὸ χάρισα ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ ἐσὺ νὰ σπλαχνισθεῖς τὸν σύνδουλό σου ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ σπλαχνίσθηκα;». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, διέταξε δικαίως νὰ τὸν παραδώσουν στοὺς βασανιστές, μέχρι νὰ ἐπιστρέψει ὅσα χρωστοῦσε. 

               Εὔκολα κατανοοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὴν καθημερινή μας ζωή. Ὁ Βασιλιᾶς, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Δικαιοκρίτης Θεός. Ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε συγκεντρωμένο στὸ ἱστορικό μας ἕνα βαρύτατο φορτίο ἁμαρτιῶν. Ἂν καὶ φέρουμε αὐτὸ τὸ φορτίο, ὁ Θεὸς «οὐ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν». Δὲν μᾶς ἀνταπέδωσε τὴν ἀξία τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ μᾶς σπλαχνίσθηκε καὶ μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὸ χρέος καὶ μᾶς λυτρώνει κάθε φορὰ ποὺ προστρέχουμε μὲ μετάνοια καὶ εἰλικρίνεια στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ὅταν, ὅμως, φεύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐξομολόγηση, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς γρήγορα ξεχνᾶμε τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ μὲ τὸ ποὺ βλέπουμε κάποιον -ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος λέγεται σύζυγος, πεθερὰ ἢ πεθερός, ἀδερφὴ ἢ ἀδερφός- ὁ ὁποῖος λίγο μᾶς κορόιδεψε, μᾶς σκούντηξε, μᾶς μίλησε ἀπότομα, μᾶς εἰρωνεύτηκε, μᾶς ἔκλεψε, μᾶς ἔκρινε, μᾶς χτύπησε, εἴμαστε ἔτοιμοι (καὶ τὸ κάνουμε ἀρκετὲς φορές) νὰ τὸν παραδώσουμε στὸ πὺρ τὸ ἐξώτερον, σὰν νὰ εἴμαστε βασιλικώτεροι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ. Τότε, ὅμως, λαμβάνουμε τὴν «ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς συνδούλους μας, προκαλεῖ τὴν Θεία Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀπόλυτη. 

               Δὲν εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο; Πῶς γίνεται νὰ θέλω ἀπὸ τὸν Ὕψιστο Θεὸ νὰ εἶναι Ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ἐμένα, ἕναν ταπεινὸ δοῦλο, ὅταν ἐγὼ μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία σπεύδω νὰ καταστρέψω τοὺς ὅμοιους μὲ ἐμένα ταπεινοὺς συνανθρώπους μου; Καὶ ὅλο αὐτὸ γιατί; Γιὰ νὰ ἐπικρατήσει γιὰ λίγο τὸ «ἐγώ» μου. Γιὰ αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» ζημιωνόμαστε ἀφάνταστα. Αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» εἶναι ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὸν λάκκο. Ἂν ἀντ᾽ αὐτοῦ ἐπιλέξουμε τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτομάτως ἔχουμε ἐξασφαλίσει διὰ παντὸς τὸν πλοῦτο τῆς φιλανθρωπίας Του. Τί ἐξυπνώτερο ἀπὸ αὐτό;

               Τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, εἶναι νὰ συγχωροῦμε, πράγμα ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸν ἐγωισμό. «Συγχωρῶ» στὴν κυριολεξία σημαίνει «κάνω χώρο γιὰ νὰ χωρέσει ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον». Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ στὴν καρδιὰ αὐτὸς ὁ χῶρος γιὰ τὸν συνάνθρωπο, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθεῖ τὸ «ἐγώ». 

                συγχώρεση εἶναι τὸ ἕνα φτερὸ τοῦ Χριστιανοῦ. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν συγχώρεση δὲν θὰ δοῦμε Πρόσωπο Θεοῦ, διότι ἂν ἐμεῖς δὲν συγχωρέσουμε, οὔτε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς συγχωρέσει. Τί λέμε, ἄλλωστε, στὸ «Πάτερ ἡμῶν»; «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἂν τόσο ἀνυποχώρητοι εἴμαστε στὸ νὰ μὴν συγχωροῦμε ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας ἐκεῖνον ποὺ μᾶς πίκρανε, τότε μάλλον πρέπει νὰ ἀλλάξουμε αὐτὴ τὴν προσευχή. Μὴ γένοιτο!

               Καὶ γιατί, τελικά, νὰ εἴμαστε ἀνυποχώρητοι; Τί μᾶς ἔκαναν; Μᾶς λιθοβόλησαν σὰν τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο; Μήπως καὶ ἐμᾶς σὰν τὸν Τίμιο Πρόδρομο μᾶς ἔκοψαν τὸ κεφάλι; Μήπως μᾶς ἀνέβασαν στὸν Σταυρό, σὰν τὸν Δεσπότη Χριστό; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὅπου ἦταν καθηλωμένος, μάθημα μᾶς ἔδωσε νὰ συγχωροῦμε, λέγοντας: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους. Δὲν ξέρουν τί κάνουν».

γαπητοὶ ἀδελφοί,

                ὁδὸς πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι πιὸ ἁπλὴ ἀπὸ ὅσο τὴν θεωροῦμε. Μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς πάντες; Θὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ θὰ πεῖ στοὺς Ἀγγέλους Του: «διαγράψτε του τὸ χρέος καὶ βάλτε τον στὴν χαρὰ τῆς Ζωῆς». Εὔχομαι αὐτὸ νὰ ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ τὸ ἀκούσουμε!

               Καλὴ συνέχεια νὰ ἔχουμε τῆς νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου! Εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἡ περίοδος αὐτὴ ἡ καλύτερη εὐκαιρία νὰ τιμήσουμε τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ νὰ ἀκουμπήσουμε στὰ εἰκονίσματά της τὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας. Μὴν τὴν ἀφήσουμε νὰ πάει χαμένη!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Μετὰ τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωσή Του, ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ Τὸν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος παρακαλῶντας Τον νὰ θεραπεύσει τὸν σεληνιαζόμενο υἱό του. Εἶπε δὲ ὅτι τὸν παρουσίασε καὶ στοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ δὲν κατάφεραν νὰ τὸν θεραπεύσουν, σὰν νὰ εὐθύνονταν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὄχι ἡ δική του ἀδύναμη πίστη. Ὁ Χριστὸς μὲ πικρία ἀπάντησε: «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ὑπομένω;». Τότε, ζήτησε τὸν νέο καὶ ἀφοῦ τὸν ὁδήγησαν μπροστά Του, διέταξε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ φύγει ἀφήνοντας τὸν νέο ἐλεύθερο. Λίγο ἀργότερα, οἱ Ἀπόστολοι κατ’ ἰδίαν ρώτησαν τὸν Κύριο: «γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε τὸ δαιμόνιο;». «Γιὰ τὴν ἀπιστία σας», τοὺς ἀπάντησε, «ἂν ἔχετε πίστη σὰν τὸν κόκκο τοῦ σιναπιοῦ, θὰ πεῖτε σὲ αὐτὸ τὸ βουνὸ «μετακινήσου ἀπὸ ἐδὼ ἐκεῖ» καὶ θὰ μετακινηθεῖ, καὶ τίποτα δὲν θὰ σᾶς εἶναι ἀδύνατο. Τὸ δὲ γένος αὐτὸ (τῶν πονηρῶν πνευμάτων) δὲν φεύγει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».

            ντύπωση προκαλεῖ ἡ φράση τοῦ Κυρίου: «Ἕως πότε θὰ σᾶς ὑπομένω;». Τὸ κατανοεῖτε; Ὁ Παντελεήμων καὶ Φιλάνθρωπος Θεός, Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ «ὑπερβάλλουσα ἀγαθότητα» ἔγινε ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε γιὰ νὰ νικήσει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του τὸν θάνατο, μᾶς λέει οὐσιαστικὰ ὄτι δὲν θὰ μᾶς ὑπομένει γιὰ πάντα. Ὅταν μᾶς ἔχει χαρίσει πλούσια τὴν εὐλογία Του κι ἐμεῖς συνεχῶς καὶ μὲ ἐπιμονὴ Τοῦ ἀνταποδίδουμε τὶς ἁμαρτίες μας, εἶναι φυσικὸ καὶ ἑπόμενο κάποια στιγμὴ νὰ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπό Του. Καὶ ξέρετε τὶ λέει ο Δαυίδ∙ «ἀποστρέψαντος δὲ Σοῦ τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται». Βεβαίως, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποστρέψει τὸ πρόσωπό Του καὶ ἀπομακρύνει τὴν εὐλογία Του, ἀπὸ φιλανθρωπία θὰ τὸ κάνει, μήπως καὶ καταλάβουμε τὶ χάσαμε καὶ νικήσουμε τὴν πόρωση τῆς ψυχῆς μας. Αὐτό, ὅμως, ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ κινήσουμε τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἡ διάθεση μετανοίας καὶ ἡ τίμια προσπάθεια. Ὁ Χριστὸς ὅταν βλέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγωνίζεται ἀληθινά, ποτὲ δὲν τὸν ἐγκαταλείπει. 

            Σημαντικὴ ἀναφορὰ στὴ σημερινὴ περικοπὴ γίνεται στὴν πίστη. Ἡ πίστη εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐννέα καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι ἀνθρώπινη κατάκτηση. Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ νὰ τὴν καλλιεργήσει, μέσῳ τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς ἐν γένει ὑπακοῆς στὸ Θεῖο Θέλημα, ἀλλὰ μόνος του δὲν τὴν ἀποκτᾶ. Ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τὴν προσφέρει στὸν ἄνθρωπο.  Πολλοὶ θέλουν νὰ δοῦν θαύματα γιὰ νὰ πιστέψουν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀρκετοὶ πίστεψαν ἀπὸ κάποιο θαῦμα, χάρη στὴν Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει, ὅμως, νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ θαῦμα προϋποθέτει τὴν πίστη καὶ ὄχι ἡ πίστη τὸ θαῦμα. Ἡ πίστη προηγεῖται καὶ ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα, ὅσο καὶ ἂν αὐτὴ ἠ πραγματικότητα ἐνοχλεῖ κάποιους ἄγευστους πίστεως και Ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν κατέβαλαν κόπο γιὰ νὰ προσεγγίσουν τὸν Χριστό μας. 

            Σὲ αὐτὸ τὸν κόπο ἀναφέρεται ὁ Κύριος ὡς ὅπλο κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὅταν λέει ὅτι αὐτὰ φέυγουν μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία εἶναι ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ σωματικὸς κόπος ποὺ ἑλκύουν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ διώχνουν τοὺς δαίμονες, ἐὰν βέβαια συνοδεύονται ἀπὸ τὴν ἀνάλογη ταπείνωση, διότι καὶ ὁ Ἄρειος νήστευε καὶ προσευχόταν, ἀλλὰ μὲ ὑπερηφάνεια∙ ὥσπου ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους αἱρετικούς. 

             προσευχὴ εἶναι γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ὅ,τι ἀκριβῶς καὶ τὸ ὀξυγόνο γιὰ τοὺς πνεύμονες. Δίχως αὐτήν, ἡ ψυχή μας ἀργοπεθαίνει, διότι ἡ προσευχὴ εἶναι ταυτισμένη μὲ τὴν Ζωή, εἶναι ἐπικοινωνία μὲ τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἡ προσευχὴ ἀλλοιώνει καὶ χαριτώνει τὸν ἐσώψυχο κόσμο μας, μᾶς δίνει κουράγιο, ἐλπίδα καὶ εἰρήνη, μᾶς κάνει δυναμικότερους, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζουμε κάθε πρόβλημα ποὺ ἀναφύεται. Κάνουμε προσευχή; Ἢ ἀρκούμαστε στὶς δύο ὥρες τοῦ κυριακάτικου ἐκκλησιασμοῦ; Οἱ παλαιοὶ Χριστιανοὶ πήγαιναν στὴν Ἐκκλησία κάθε μέρα· τὸ πρωὶ γιὰ τὸν Ἑξάψαλμο, τὸ ἀπόγευμα γιὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸ βράδυ γιὰ τὸ Ἀπόδειπνο. Ἐμεῖς ποὺ δὲν πηγαίνουμε καθημερινὰ στὴν Ἐκκλησία, φροντίζουμε νὰ διαβάζουμε τὶς προσευχὲς αὐτὲς στὸ σπίτι; Ἂν ὄχι τὸν Ἑσπερινό, μποροῦμε τουλάχιστον νὰ διαβάζουμε τὸν Ἑξάψαλμο τὸ πρωὶ καὶ τὸ Ἀπόδειπνο μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς τὸ βράδυ, συνολικὰ μισὴ ὥρα τὴν ἡμέρα. Βέβαια, ἡ προσευχὴ δὲν περιορίζεται μόνο στὶς Ἀκολουθίες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ἂν καταφέρουμε νὰ προσευχόμαστε συνεχῶς, θὰ δοῦμε πόσο θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο ἡ καθημερινότητά μας, διότι ἡ προσευχὴ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἁμαρτήσουμε. Ἂν συνεχῶς λέμε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἢ τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσευχή, θὰ προσέξουμε πολὺ νὰ μὴν μιλήσουμε μὲ εἰρωνεία, νὰ μὴν φερθοῦμε ἀπότομα, νὰ μὴν νευριάσουμε, νὰ μὴν στεναχωρέσουμε κανέναν. Ἡ προσευχὴ γεμίζει τὴ ζωή μας μὲ Φῶς.

            πὸ τὴν ἄλλη, ἡ νηστεία εἶναι ἕνας εὐλογημένος περιορισμός. Μὲ τὴν νηστεία θέτουμε ὅρια στὸ τὶ καὶ πόσο θὰ φᾶμε, τὶ θὰ δοῦμε, τὶ θὰ ποῦμε, τὶ θὰ ἀγγίξουμε, τὶ θὰ ἀκούσουμε. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέτει ὅρια καὶ κινεῖται μόνο μέσα σὲ αὐτά, εἶναι πραγματικὰ ἐλεύθερος. Ὁ κόσμος θεωρεῖ ὅτι ἐλευθερία εἶναι νὰ κάνω ὅ,τι θέλω. Δὲν εἶναι ἔτσι, ὅμως. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει κάτι τέτοιο, ἂν κάποια στιγμὴ δὲν μπορέσει νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, θὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ἀξιολύπητος δοῦλος στὸν ἑαυτό του. Ἡ νηστεία, λοιπόν, εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ κρατᾶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀνάλαφρα. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ μὴν δεῖς κάτι, παρὰ νὰ τὸ δεῖς καὶ μετὰ νὰ ὑποφέρεις ποὺ τὸ εἶδες καὶ χάλασες τὴν πνευματική σου κατάσταση. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ μὴν φᾶς περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι χρειάζεσαι, παρὰ νὰ φᾶς καὶ ὕστερα νὰ ὑποφέρεις ἀπὸ στομαχόπονο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Ἡ νηστεία διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπο δυναμικὸ καὶ τὸν ὠθεῖ σὲ δημιουργικὴ ἐγρήγορση.

γαπητοὶ ἀδελφοί, 

             Θεὸς αὐτὸ ποὺ θέλει ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ νὰ μᾶς στεφανώσει μὲ τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἡ προθυμία καὶ ἡ ἐπιμονή. Μπορεῖ ὡς ἄνθρωποι νὰ ἔχουμε τὰ κενὰ καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, τὴν ζήλεια, τὴν καχυποψία, τὴν ὑπερηφάνεια, καὶ νὰ σκεφτόμαστε πολλὲς φορὲς: «θὰ καταφέρω ἄραγε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτά;». Ἂν καταφύγουμε μὲ πίστη στὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία, θὰ τὰ καταφέρουμε. Ἐμεῖς θὰ καταβάλουμε λίγο κόπο καὶ ὁ Θεὸς θᾶ μᾶς προσφέρει τὴν ποθητὴ λύτρωση. Ὅπως, ἄλλωστε, εἶχε πεῖ κάποιος Ὅσιος, «ἀδύνατο εἶναι ἐκεῖνον ποὺ πασχίζει ἐν ἀληθείᾳ νὰ σωθεῖ, νὰ μὴν τὸν ἐλεήσει ὁ Κύριος». Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Μετὰ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντασχιλίων καὶ πλέον ἀνθρώπων, ὁ Χριστὸς διέταξε τοὺς Ἀποστόλους νὰ μεταβοῦν μὲ τὸ πλοῖο στὴν ἀπέναντι πόλη μέχρι νὰ ἀπολύσει τὸ πλῆθος. Ἀφοὺ ἔφυγε ὁ κόσμος, ὁ Χριστὸς μεταβαίνει σὲ κάποιο ὄρος ὅπου, μέσα στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία τῆς βραδιᾶς, ἀρχίζει νὰ προσεύχεται. Τὸ συνήθιζε αὐτὸ ὁ Κύριός μας. Ζητοῦσε τὴν ἡσυχία γιὰ νὰ προσεύχεται στὸν Οὐράνιο Πατέρα γιὰ τὴν δική μας φώτιση, μετάνοια καὶ σωτηρία. 

            Αὐτὴ τὴν ἡσυχία ἔμελλε νὰ ἀγαπήσουν ἀμέτρητοι Χριστιανοὶ καὶ Χριστιανὲς καὶ νὰ τὴν ἀναζητήσουν στὶς ἐρήμους καὶ στὰ Μοναστήρια, ὅπου ὡς κεντρικὴ ἀσχολία εἶχαν καὶ ἔχουν τὴν διὰ μέσου τῆς ἄσκησης καὶ τῆς ἐγκατάλειψης τῶν ἐγκοσμίων ἕνωση μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό. Μακάριοι καὶ τρισευλογημένοι ὅσοι ἀγάπησαν καὶ ἀφιερώθηκαν στὴν ἡσυχία.

            Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἡσυχία τοῦ ὄρους ὅπου προσεύχεται ὁ Ἰησοῦς, οἱ Ἀπόστολοι ἀντιμετωπίζουν μιὰ ἄγρια θαλασσοταραχή. Ὁ ἄνεμος εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν κατεύθυνσή τους, τὰ κύματα ὑψώνονται ἀπειλητικὰ καὶ ἡ σωτηρία τους εἶναι ἀβέβαιη. Ἄλλη μιὰ φορὰ εἶχε συμβεῖ αὐτό, ἀλλὰ τότε ἦταν καὶ ὁ Διδάσκαλος μαζί τους στὸ πλοῖο. Τότε εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸν ἄνεμο καὶ στὴ θάλασσα νὰ ἠρεμήσουν καὶ ἐπικράτησε ἡ γαλήνη. Τώρα, ὅμως, δὲν εἶναι ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς σώσει. Ἐπέτρεψε νὰ μείνουν μόνοι καὶ νὰ δοκιμασθοῦν γιὰ νὰ καταλάβουν τὶ σημαίνει ἀγώνας, τὶ σημαίνει ἀπουσία τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμη τῆς πίστης. Μέσα σὲ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ τῆς ζωῆς τους, οἱ Μαθητὲς ἀναζητοῦν ἐντονώτερα τὸν Θεάνθρωπο. Φωνάζουν γιὰ βοήθεια, ἀλλὰ ποιός νὰ τοὺς ἀκούσει στὰ μισὰ τῆς θάλασσας καὶ στὸ σκοτάδι τῆς νύχτας; Κι ὅμως, κάποιος τοὺς ἀκούει∙ Ἐκεῖνος ποὺ πάντοτε ἀκούει ὅσους Τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ τρέχει πρὸς ὅσους Τὸν καλοῦν.

            Τὴν ταραχή τους ἔρχεται νὰ μετατρέψει σὲ μεγάλο τρόμο ἕνα παράδοξο θέαμα: κάποιος περπατάει πάνω στὴ θάλασσα! «Φάντασμα;», σκέφτονται ἀμέσως. Ὥσπου ἀκούγεται ἡ γλυκιὰ φωνή Του: «Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε». Ὁ Κύριος εἶναι καὶ ἦρθε νὰ τοὺς σώσει γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, καθὼς μόνοι τους δὲν μποροῦν νὰ σωθοῦν. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας. 

            Ὁ πιὸ ἔνθερμος Μαθητής, ὁ Πέτρος, Τοῦ λέει: «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». Τέτοια ἦταν ἡ λαχτάρα του γιὰ νὰ πλησιάσει τὸν Κύριο ποὺ δὲν εἶπε «διάταξέ με νὰ περπατήσω στὴ θάλασσα», ἀλλὰ «διάταξέ με νὰ ἔρθω σὲ Ἐσένα». «Ἔλα» τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Χριστός. Ἀμέσως, ὁ Πέτρος κατεβαίνει ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ περπατᾶ στὴ θάλασσα. Οὐσιαστικά, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ κατάφερε κάτι τὸ ἀκατόρθωτο. Προσέξτε. Ὄχι μόνος του, ἀλλὰ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ μετὰ τὴν Ἀνάληψη ἐκφράζεται μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Ἀποστόλου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου. Δυστυχῶς, πολλοὶ ἐνῷ βλέπουν τὸ καλὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ λαμβάνεις τὴν εὐλογία, τὸ ἀκατόρθωτο δηλαδὴ νὰ γίνεται κατορθωτό, σπεύδουν νὰ κινηθοῦν κατὰ τὴν ἀτομική τους βούληση, κάνουν ὅ,τι νομίζουν, ἀποφεύγουν τὴν ὑπακοή. Ἀκόμη, ὅμως, καὶ σωστὰ νὰ εἶναι ὅ,σα κάνουν, τοὺς περιμένει ἡ πλήρης ἀποτυχία. 

            Ὁ  Πέτρος, λοιπόν, περπατᾶ στὴ θάλασσα καὶ πλησιάζει τὸν Χριστό. Ὕστερα, ὅμως, ἀρχίζει νὰ βάζει διάφορους λογισμοὺς στὸ μυαλό του∙ «ὤχ, εἶναι πολὺ δυνατὸς ὁ ἀέρας. Τί κάνω; Δὲν θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ, θὰ πέσω!». Αὐτὰ σκεπτόμενος, πράγματι ἄρχισε νὰ βουλιάζει. Ἂν καὶ δίπλα στὸν Χριστό, δείλιασε καὶ ἔπεσε. Ζήτησε τότε ἀμέσως τὴν βοήθειά Του: «Κύριε, σῶσον με!». Καὶ ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς ἅπλωσε τὸ χέρι Του καὶ τὸν σήκωσε γλιτώνοντάς τον ἀπὸ τὸν θάνατο. 

            Αὐτὲς οἱ δύο σκηνὲς ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο καθρεφτίζουν τὴν ζωὴ ὅλων μας. Ἀφ᾽ ἑνός, ὅταν ἀπουσιάζει ὁ Χριστὸς ἀπὸ κοντά μας, ἄγρια θαλασσοταραχὴ μᾶς ἀπειλεῖ καὶ κατανοοῦμε πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε. Θλίψη καὶ φόβος γεμίζει τὴν ψυχή μας καὶ τὸ μόνο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ζητήσουμε τὴν βοήθεια Ἐκείνου ποὺ ἀνέβηκε στὸν Σταυρὸ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ἔρχεται, ἀργὰ ἢ γρήγορα, καὶ μᾶς διατάζει: Ποτὲ μὴν ἀπελπίζεστε. Θάρρος νὰ ἔχετε! Βλέπω τὰ βάσανά σας καὶ εἶμαι δίπλα σας.

            Ἀφ᾽ ἑτέρου, ὅπως ὁ Πέτρος, καὶ ἐμεῖς βλέποντάς Τον νὰ ἔρχεται ὡς Λυτρωτής, μὲ τὴν εὐλογία Του κατεβαίνουμε ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ ξεκινᾶμε τὸ ἀκατόρθωτο στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων∙ προχωροῦμε σὲ ἕναν ἀγῶνα ὑπὲρ φύσιν μὲ σκοπὸ νὰ φθάσουμε στὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνουμε καὶ ἐμεῖς θεοὶ κατὰ χάριν. Στὴν πορεία, ὅμως, ἐνδεχομένως λογισμοὶ νὰ πειράξουν τὸ μυαλό μας: «ἄραγε θὰ καταφέρω νὰ σταθῶ;». Ξέρετε, ὁ λογισμὸς ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες ὡς «μυρμηγκολέων». Στὴν ἀρχὴ εἶναι μικρὸς, ἀλλὰ ἂν δὲν τὸν διώξουμε ἀμέσως καὶ τὸν ἀφήσουμε νὰ μεγαλώσει, γίνεται λιοντάρι καὶ μᾶς τρώει. Ἔτσι καὶ τώρα, αὐτοὶ οἱ μικροὶ λογισμοὶ μποροῦν νὰ μᾶς ρίξουν στὴ θάλασσα τῆς ἀπελπισίας καὶ τοῦ θανάτου. Ἄν, ὅμως, καὶ ἐμεῖς σὰν τὸν Πέτρο ζητήσουμε τὴν βοήθεια ἀπὸ τὸν Θεό, Ἐκεῖνος θὰ ἁπλώσει φιλάνθρωπα τὸ χέρι Του, θὰ μᾶς σηκώσει καὶ θὰ μᾶς ὁδηγήσει μὲ ἀσφάλεια στὴν αἰώνια Ζωή.

            Εἴθε νὰ ἀξιωθοῦμε αὐτῆς τῆς αἰώνιας Ζωῆς μὲ τὴν ἱσχυροτάτη πρεσβεία τοῦ σήμερα τιμωμένου, ὁλοζώντανου Προφήτη Ἠλία, ὁ ὁποῖος μὲ πύρινο ἅρμα ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ ἐπισκέπτεται τὴν γῆ σωματικά, καθὼς δὲν ἔχει πεθάνει, καὶ στηρίζει θαυμαστὰ ὅσους τὸν παρακαλοῦν νὰ μεσιτεύσει πρὸς τὸν Θεό.

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)




γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

«Φωστῆρες ὑπέρλαμπροι τῆς ἀληθείας Χριστοῦ 

τῷ κόσμῳ ἐδείχθητε ἐπὶ τῆς γῆς ἀληθῶς, Πατέρες μακάριοι»

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Φαντασθεῖτε πόσο μεγάλη καταστροφὴ θὰ γνώριζε τὸ σύμπαν ἐὰν ἔσβηνε ὁ ἥλιος, μαύριζε ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια ἔπαυαν νὰ μοιράζονται μὲ ἐμᾶς τὸ φῶς τους. Ἀνυπολόγιστο τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ. Ὡστόσο, μία μεγαλύτερη συμφορὰ θὰ συνέβαινε ἐὰν ἔσβηναν οἱ νοητοὶ ἀστέρες, δηλαδή, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι ἡ πρώτη καταστροφὴ θὰ θανάτωνε τὸ σῶμα καὶ τὸν αἰσθητὸ κόσμο μὲ τὸν παγετό, παραδείγματος χάριν, ἡ δεύτερη, ὅμως, τὴν ἀθάνατη ψυχὴ μὲ τὴν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν αἱρέσεων. 

            Σήμερα τιμοῦμε εὐγνωμόνως τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τοὺς τιμοῦμε διότι ἔζησαν ἑνωμένοι μὲ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο διέδωσαν στοὺς συνανθρώπους τους τόσο μὲ τὴν διδασκαλία, ὅσο καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους. Ἀγάπησαν καὶ σεβάσθηκαν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ὀρθοπραξία. Ἔζησαν ὡς γνήσιοι, ἡρωϊκοὶ ποιμένες καθοδηγῶντας τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο στὸν ὑψηλὸ προορισμὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, μέσα ἀπὸ τὴν βασιλικὴ ὁδὸ τῆς διάκρισης. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀποστρέφεται ἀφ᾽ ἑνὸς τὴν αἵρεση καὶ τὴν καινοτομία, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸν «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο» τῶν δῆθεν ὁμολογητῶν.  

            Οἱ ὑπέρλαμπροι φωστῆρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διασφάλισαν ἀνόθευτη τὴν Πίστη μας ἀντιμετωπίζοντας τὸν Εὐτυχῆ, τὸν Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο, τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τους κήρυτταν τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ αἱρέσεις, ἔτσι καὶ αὐτὴ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ πάψουν τὴν διάδοση τῆς πλάνης καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ μετάνοια τοὺς αἱρετικούς, κινούμενοι στὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης οἱ Ἅγιοι Πατέρες τοὺς ἀπέκοψαν ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            ξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν βεβαίωση τῆς ὀρθῆς πίστης συνέβαλε τὰ μέγιστα τὸ θαῦμα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας ποὺ ἑορτάσαμε τὴν ἑβδομάδα αὐτή. Ὀρθόδοξοι καὶ μονοφυσίτες τοποθέτησαν στὴν λάρνακα τῆς Ἁγίας τοὺς ἀντίστοιχους τόμους καὶ ὅταν ἀργότερα ἄνοιξαν ξανὰ τὴν λάρνακα, εἶδαν τὸν τόμο τῶν αἱρετικῶν στὰ πόδια τῆς Ἁγίας, τὸν δὲ τόμο τῶν Ὀρθοδόξων στὸν θώρακα. 

             Ἐκκλησία μας, τιμῶντας τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἀνταποκρίνεται στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ λέει ὅτι τὸν ἀναμμένο, φωτεινὸ λύχνο τὸν τοποθετοῦμε στὸν λυχνοστάτη γιὰ  νὰ φωτίζεται ὅλος ὁ οἶκος. Δὲν τὸν κρύβουμε, διότι ἂν τὸν κρύψουμε, χάνουμε τὴν ὠφέλεια ἀπὸ τὴν παρουσία του. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, δὲν ἐπιτρέπεται τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς προικισμένους μὲ πολλὰ χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς φωτεινοὺς ὁδοδεῖκτες, νὰ τοὺς ἀπαξιώνουμε, διότι ἔτσι μόνο ζημιωμένοι βγαίνουμε καὶ ἐπιβεβαιώνουμε τὴν πνευματικὴ τύφλωσή μας. Τὰ φῶτα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν Ἁγίων, τῶν χαριτωμένων ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ διαχέονται σὲ ὅλο τὸν οἶκο, ὥστε καὶ ἐμεῖς καὶ ὅσοι θὰ εἰσέρχονται, νὰ βλέπουμε τὸ φῶς, νὰ φωτιζόμαστε καὶ νὰ ὁδηγούμαστε στὴ Θέωση τῆς ψυχῆς. Τὸ ποιὸς εἶναι τὸ Φῶς καὶ ποιὸς τὸ σκότος, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ καθενός.

            Πάντως, κάθε Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει καθῆκον νὰ εἶναι τὸ Φῶς γιὰ τὸν κόσμο, διότι πάλι λέει ὁ Κύριος: «με τέτοιο τρόπο νὰ λάμψει τὸ φῶς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους ὥστε νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Οὐράνιο Πατέρα». Ἂν πρῶτα δὲν φωτισθοῦμε οἱ ἴδιοι καὶ ἔπειτα δὲν φωτίσουμε τοὺς συνανθρώπους μας, δὲν εἴμαστε αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Χριστὸς καὶ σίγουρα ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ζητοῦσε ἀπὸ ἐμᾶς κάτι στὸ ὁποῖο νὰ μὴν μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε. Ἂν τόσο καιρὸ ἔχουμε μάθει νὰ ζοῦμε στὸ σκοτάδι, ὥρα νὰ τὸ ἀφήσουμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ Φῶς, διότι πιστεύουμε σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου».

            Αὐτὸς ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐρχόμενος στὴ γῆ μετέδωσε τὸ Φῶς Του καὶ μείωσε τὸ σκοτάδι. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἀνάμειξή τους. Ὡς πρὸς τὸν νόμο, μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν ἦρθε νὰ τὸν καταλύσει, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσει καὶ τόνισε ὅτι ὅποιος προσθέσει ἢ ἀφαιρέσει ἕνα ἰῶτα ἀπὸ τὸν ὁλοκληρωμένο θεϊκὸ νόμο, αὐτὸς θὰ εἶναι ἐλάχιστος γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Εὔκολα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε τὴν πλάνη ὁρισμένων ἀποκαλουμένων χριστιανῶν, τῶν Λατίνων. Αὐτοί, ὄχι ἁπλῶς ἀφαίρεσαν ἕνα ἰῶτα, ἀλλὰ ἀκύρωσαν ὁλόκληρη τὴν ἐντολὴ τοῦ Βαπτίσματος. «Βαπτίζω» σημαίνει «βυθίζω κάτι μέσα στο νερό». Καὶ μάλιστα ὁ ὀρθὸς τύπος τοῦ Βαπτίσματος ἀπαιτεῖ τριπλὴ κατάδυση στὸ ἁγιασμένο νερό, ποὺ συμβολίζει τὴν τριήμερη ταφὴ καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μαζὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνοι ἔχουν θεσπίσει τὴν ἐπίχυση λίγου νεροῦ στὴν κεφαλή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἀβάπτιστοι σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, λοιπόν, κάποιοι ἐπιμένουν νὰ διατηροῦν σχέσεις μετ’ αὐτῶν, ἀναμειγνύοντας τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν πλάνη; Ἂς σκεφθοῦν οἱ ἴδιοι τὴν ἀπάντηση. Πάντως, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι παιχνίδι ποὺ μεταχειριζόμαστε κατὰ τὸ δοκοῦν. 

              γραμμὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων χαράχθηκε μὲ σαφήνεια. Ὅστις θέλει τὴν ἀκολουθεῖ. Ὅστις δὲν θέλει ἐπειδὴ ἔχει κενὰ στὴν ψυχή του, καλὸ θὰ εἶναι νὰ μὴν μεταφέρει τὰ κενὰ καὶ τὰ πάθη του μέσα στὴν Ἐκκλησία. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν ἔζησαν γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πίστευαν αὐτὸ ποὺ ἔκαναν. Δὲν σκόρπισαν στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων οὔτε πλάνες καὶ καινοτομίες, οὔτε τρόμο καὶ ἀπελπισία. Μόνο τὴν Ὀρθοδοξία μετέφεραν, μόνο Φῶς, Ἐλπίδα καὶ Παρηγοριά, φυλάσσοντας πάντοτε τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Θέωση. Σὲ αὐτὴ τὴν ὁδὸ ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ ὑπόδειγμα τῶν Ἁγίων, ὄχι τῶν δυτικῶν ἀκαδημιῶν, οὔτε τῆς ἀδιακρισίας ποὺ ὁδηγεῖ στὸν φανατισμό.

Βοήθειά μας οἱ Ἅγιοι Πατέρες!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

               Στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα βλέπουμε δύο τυφλοὺς νὰ ἀκολουθοῦν τὸν Κύριό μας καὶ νὰ φωνάζουν μὲ πίστη καὶ πόνο: «ἐλέησέ μας υἱὲ Δαυΐδ». Μᾶς θυμίζει ἡ προσευχὴ τῶν σωματικὰ μὲν τυφλῶν, ψυχικὰ δὲ φωτισμένων ἐκείνων ἀνθρώπων, τὴν ἁπλὴ καὶ σύντομη προσευχὴ τὴν ὁποία παραλάβαμε ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με». Πολλὲς φορὲς προσωπικὰ ἔχω προτρέψει τὴν προσευχὴ αὐτὴ νὰ τὴν ἔχουμε διαρκῶς στὸ νοῦ καὶ τὰ χείλη ὁτιδήποτε καὶ ἂν κάνουμε, διότι ἁγιάζει τὸν νοῦ μας, τὰ ἔργα μας καὶ τὸν τόπο. Θέλετε νὰ δεῖτε τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς αὐτῆς ὅταν γίνεται μὲ πίστη καὶ ἐπιμονή; Τὴν βλέπουμε ἀμέσως μετά. Ὁ Κύριος δὲν ἀνταποκρίθηκε ἄμεσα στὴν ἱκεσία τῶν τυφλῶν. Περίμενε νὰ δείξουν τὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴ σταθερότητά τους. Ἀφοῦ, λοιπόν, φάνηκαν ἑδραῖοι στὴν πίστη τους, τοὺς ρώτησε: «Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ σᾶς θεραπεύσω;». Χωρὶς πολλὰ λόγια, οἱ δύο ἄντρες ἀπάντησαν μὲ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Χριστό: «Ναί, Κύριε». «Νὰ σᾶς συμβεῖ ἀνάλογα μὲ τὴν πίστη σας», ἀπάντησε. Καὶ θεραπεύθηκαν. 

               Μετὰ τὴν θεραπεία, ὁ Κύριος, καθιστῶντας τὸν ἑαυτό Του ὑπόδειγμα συμφωνίας λόγων καὶ ἔργων, εἶπε στοὺς ἰαθέντας: «προσέξτε νὰ μὴν τὸ μάθει κανένας». Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ἦταν ποὺ εἶχε πεῖ κάποτε: «Νὰ φροντίσετε νὰ κάνετε τὴν ἐλεημοσύνη σας ὄχι γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου». Δὲν εἶναι ὁ Χριστὸς σὰν ἐκείνους ποὺ λένε πολλὰ καὶ πνευματικὰ λόγια, ἀλλὰ στὴν προσωπική τους ζωὴ ἐφαρμόζουν τὰ ἀντίθετα. Ὅ,τι μᾶς εἶπε, πρῶτα Ἐκεῖνος τὰ ἐφάρμοσε. Μέσα, λοιπόν, ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὴ συμπεριφορά Του, διαχρονικὰ μᾶς διδάσκει ὅ,τι καλὸ κάνουμε, εἴτε λέγεται ὑλικὴ βοήθεια, εἴτε πνευματικὴ στήριξη, εἴτε ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀγαθὴ ὑπηρεσία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο, νὰ μὴν τὰ κάνουμε μὲ γνώμονα τὴν ἐπίδειξη, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐφαρμόζουμε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγαπῆς, γνωρίζοντας ὅτι ἐπιτελοῦμε τὸ καθῆκον μας. Κάνουμε κάτι καλὸ πολλὲς φορὲς καὶ θέλουμε νὰ τὸ δείξουμε γιὰ νὰ φανεῖ στοὺς ἀνθρώπους. Μήπως ἡ δόξα ποὺ θὰ μᾶς προσφέρουν οἱ ἄνθρωποι εἶναι μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν δόξα ποὺ θὰ μᾶς δώσει ὁ Θεὸς ἂν μυστικὰ ἐργαζόμαστε τὶς ἐντολές Του; Ὄχι. Τότε, συμπεραίνουμε ὅτι δὲν χρειάζονται ἐπιδείξεις. «Νὰ μὴν γινόμαστε κενόδοξοι», μᾶς παραγγέλει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. 

               Στὴ συνέχεια, προσέφεραν στὸν Κύριό μας ἕναν κουφὸ δαιμονισμένο, τὸν ὁποῖο ἀμέσως θεράπευσε, ἀφοῦ ἔβγαλε τὸ δαιμόνιο.

               Τόσο οἱ τυφλοί, ὅσο καὶ ὁ κωφὸς δὲν εἶχαν προσωπικὴ σχέση μὲ τὸν Χριστό. Ὡστόσο, ὁ Χριστὸς μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ ἐπιθυμῶντας τὴ σωτηρία τους, τοὺς βοήθησε. Βοηθοῦσε τοὺς ἀνθρώπους μὲ κάθε κόστος, ὅπως στὴ σημερινὴ περικοπή. Ἀφοῦ θεράπευσε τὸν δαιμονισμένο, οἱ Φαρισαῖοι Τὸν κατηγόρησαν ὅτι «μὲ τὴ δύναμη τοῦ ἄρχοντα τῶν δαιμονίων βγάζει τὰ δαιμόνια». Σὲ προηγούμενη παρόμοια περίπτωση, τοὺς εἶχε ἀπαντήσει: «Κάθε βασιλεία ποὺ ὑφίσταται ἐσωτερικὴ διάσπαση, ἐρημώνεται. Ἄν ὁ σατανὰς βγάζει τὸν σατανά, δὲν θὰ σταθεῖ ἡ βασιλεία του». Τώρα, ὅμως, δὲν ἀπάντησε τίποτα. Ἁπλῶς συνέχισε νὰ κάνει τὸ ἔργο Του, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὶς ὅποιες κακοπροαίρετες φωνές. Στὴν καθημερινότητά μας ἀγωνιζόμαστε νὰ κάνουμε τὸ σωστό, πράγμα ποὺ ἔχει συνέπειες. Ὁ πειρασμὸς φθονεῖ καὶ ξεσηκώνει πόλεμο. Αὐτὸ εἶναι ἀναμενόμενο. Τὸ ζητοῦμενο εἶναι ἐμεῖς νὰ συνεχίζουμε τὸ ἔργο μας, ὑπηρετῶντας Θεὸ καὶ πλησίον, ἀκόμη καὶ ἂν πρόκειται γιὰ ἄγνωστο.

               κοῦστε τί παραγγέλει σήμερα σὲ ἐμᾶς ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ καθένας σας ἂς προσπαθεῖ νὰ ἀρέσει στὸν πλησίον του, γιὰ νὰ τὸν ὑποβοηθεῖ στὸ καλὸ καὶ νὰ τὸν οἰκοδομεῖ στὴν πνευματικὴ ζωή». Κάποιος γνωστὸς ἄθεος Γάλλος φιλόσοφος τοῦ περασμένου αἰώνα εἶχε πεῖ: «οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή μου». Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅμως, εἶναι διαφορετική. «Εἶδες τὸν ἀδερφό σου; Εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου», λέει ἡ Ἐκκλησία. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. Ἀπὸ τὴν συμπεριφορά μας πρὸς τὸν πλησίον μας ἐξαρτᾶται  ἡ σωτηρία ἤ ἡ ἀπώλειά μας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἐπίγεια εὐημερία μας. Κάποιος θὰ πεῖ ὅτι οἱ συνάνθρωποί του εἶναι ἀνυπόφοροι καὶ δὲν τὸν ἑλκύουν νὰ τοὺς ἀγαπήσει. Θὰ συμφωνήσει δηλαδὴ ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι ἡ κόλασή του. Ἔχει σκεφτεῖ ποτὲ μήπως ὁ ἴδιος εἶναι ἡ κόλαση γιὰ τοὺς συνανθρώπους του; Μήπως μὲ τὴ συμπεριφορά του ἔχει μπλέξει ὁ ἴδιος τὴ ζωή του; Ὁ Ἀπόστολος μᾶς λέει νὰ κάνουμε τὸ πᾶν γιὰ νὰ στηρίξουμε τὸν πλησίον. Αὐτὴ ἡ στήριξη σύντομα θὰ ἐπιστρέψει σὲ ἐμᾶς. 

               Μὴν κάνουμε τὴ ζωή μας δύσκολη. «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὔτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ». 

Μετ’ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ Η ΦΡΙΚΤΗ ΑΣΧΗΜΙΑ ΤΗΣ ΒΛΑΣΦΗΜΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ (Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα)


Ὁμιλία γιὰ τὴν Παναγία μας

Ἀπὸ τὸν Σεβ. Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα στὴν Ἱερὰ Ἀνδρώα Μονὴ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Πασπάλη Βερδικούσιας, κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Καταθέσεως τῆς Τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Θεοτόκου, 2/15-7-2026, δεύτερη ἑορτὴ τῆς Μονῆς, μὲ τίτλο: «Ἡ μοναδικὴ Ὀμορφιὰ τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ ἡ φρικτὴ ἀσχήμια τῆς βλασφημίας ἐναντίον Της!». Ἡ Παναγία μας σήμερα βλασφημεῖται καὶ μὲ τὴν διάδοση τῆς «γυναικείας ἱερωσύνης» στοὺς δυσσεβεῖς αἱρετικούς, μὲ τοὺς ὁποίους συμφύρονται καὶ συνφθείρονται οἱ ἀσεβεῖς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστές.


Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΡΩΤΟΚΟΡΥΦΑΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Μὲ λαμπρότητα σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ἐκφράζοντας μία βάσιμη ἀπορία:

            «Ποίοις εὐφημιῶν στέμμασι ἀναδήσωμεν Πέτρον καὶ Παῦλον;». Δηλαδή, μὲ ποιά ἐγκωμιαστικὰ στεφάνια νὰ στέψουμε τοὺς δύο ἄνδρες; Πραγματικά, ἀκόμη καὶ ἂν ἀνθρώπινος νοῦς καταφέρει νὰ ἐννοήσει τὴν προσφορά τους ὄχι μόνο πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ πρὸς ὅλη τὴν οἰκουμένη, δὲν θὰ καταφέρει νὰ τοὺς ἐπαινέσει ὅπως τοὺς ἀξίζει. «Καυχήματα», «ἀστέρες», «φωστῆρες», «ὑποδείγματα», «στηρίγματα», εἶναι μόνο λίγοι ἀπὸ τοὺς ἐγκωμιαστικοὺς χαρακτηρισμοὺς ποὺ τοὺς προσδίδει ἡ Ἐκκλησία. 

            Κι ὅμως, αὺτοὶ οἱ φωστῆρες, οἱ ἀστέρες καὶ τὰ ὑποδείγματα, κάποτε ὑπῆρξαν ὁ μὲν ἀρνητής, ὁ δὲ διώκτης τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Πέτρος, ὁ πιὸ ἔνθερμος μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, τὴν δύσκολη στιγμὴ τῆς παραδόσεώς Του στοὺς ἀρχιερεῖς, δείλιασε καὶ τί ἀπάντησε καὶ τὶς τρεῖς φορὲς ποὺ τὸν ρώτησαν ἂν  ἦταν μαθητής Του; «Δὲν Τὸν ξέρω τὸν Ἄνθρωπο». Ὁ δὲ Παῦλος, ζηλωτὴς Φαρισαῖος, ἀκριβὴς τηρητὴς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, θεωροῦσε τὴν πρόοδο τῆς Ἐκκλησίας φοβερὴ ἀπειλή, γιὰ αὐτὸ καὶ ἦταν ἐνεργὸ μέλος ἀκραίων ὀργανώσεων ποὺ καταδίωκαν καὶ φόνευαν Χριστιανούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Πρωτομάρτυς Στέφανος. 

            Στὴν πορεία καὶ στὰ πρόσωπα τῶν δύο Ἱερῶν Ἀποστόλων βλέπει κανεὶς καθαρὰ τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι. Αὐτὴ ἡ σωτηρία, ὡστόσο, συμβαίνει μόνο ἂν καὶ ὁ ἄνθρωπος θέλει. Οἱ δύο Ἀπόστολοι ἤθελαν. 

             Πέτρος, παρ᾽ ὅλο ποὺ ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς τὸν Χριστό, μετανόησε, ἔκλαψε πικρῶς καὶ δὲν χωρίσθηκε ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους Μαθητές. Γιὰ αὐτὸ καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση, ὁ Κύριος εἶχε τὴν ἑξῆς συζήτηση μαζί του:

- Πέτρε, μὲ ἀγαπᾶς;

- Ναί, Κύριε, Ἐσὺ ξέρεις ὅτι Σὲ ἀγαπῶ.

- Βόσκε τὰ πρόβατά μου. 

Αὐτὴ ἡ στιχομυθία ἐπαναλήφθηκε τρεῖς φορές. Ἔτσι, ὄχι μόνο διορθώθηκε ἡ τριπλή ἄρνηση, ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος τόνισε στὸν Πέτρο ὅτι ἂν Τὸν ἀγαπᾶ, πρέπει νὰ ποιμαίνει τὰ λογικά Του πρόβατα, πράγμα στὸ ὁποῖο ὁ Πέτρος ἀνταποκρίθηκε μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. 

             Παῦλος, μπορεῖ νὰ δίωκε τὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὸ ἔκανε μὲ ἀληθινὸ ζῆλο καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, ποὺ θεωροῦσε ὅτι προσβάλλονταν ἀπὸ τὴν νέα Πίστη. Οἱ κινήσεις του δὲν ἦταν προϊὸν ἰδιοτέλειας καὶ σκοπιμότητας, ἀλλὰ σφοδρῆς ἐπιθυμίας νὰ διατηρηθοῦν σῶες οἱ παραδόσεις τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ Χριστὸς γνώριζε τί πλοῦτος καὶ τί εὐλάβεια ὑπῆρχε στὴν καρδιὰ τοῦ Παύλου, γιὰ αὐτὸ καὶ στὸν δρόμο πρὸς τὴν Δαμασκό, ὅπου πήγαινε μὲ συνοδεία στρατοῦ γιὰ νὰ καταδιώξει τὴν ἐκεῖ Ἐκκλησία, εἶδε ξαφνικὰ ἐκτυφλωτικὸ Φῶς καὶ ἄκουσε τὴν φωνὴ τοῦ Χριστοῦ: 

- Σαούλ, Σαούλ, γιατὶ μὲ διώκεις;

- Ποιός εἶσαι, Κύριε;

- Εἶμαι ὁ Ἰησοῦς, τὸν ὁποῖο ἐσὺ διώκεις. […] Σήκω, μπὲς στὴν πόλη καὶ θὰ σοῦ λαληθεῖ τὶ πρέπει νὰ κάνεις. 

Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ὁ Παῦλος ἀφιέρωσε κάθε κύτταρο τῆς ὕπαρξής του στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας, γενόμενος ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν. 

            ξίζει νὰ ἀκούσουμε δύο λόγια ἀπὸ τὴ σοφία τους. 

             Ἀπόστολος Πέτρος στὴν Α΄ Καθολικὴ Ἐπιστολή του ἔλεγε στοὺς Χριστιανούς: «ἀδελφοί, τὸ τέλος ὅλων πλησιάζει. Νὰ δείξετε σύνεση καὶ νὰ ἐπιδοθεῖτε σὲ προσευχές. Προπάντων, ὅμως, νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ τὴν καρδιά σας, διότι ἡ ἀγάπη θὰ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν». Πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια ὁ Ἅγιος Πέτρος μιλοῦσε γιὰ τὸ τέλος, ὄχι, ὅμως ὅπως κάποιοι σημερινοὶ δῆθεν ὁμολογητές, οἱ ὁποῖοι φανατίζουν καὶ ἀρρωσταίνουν τὸν κόσμο, κρύβοντας κάποια σκοπιμότητα ἢ ψυχασθένεια. Σὲ αὐτὲς τὶς σειρῆνες ποὺ μόνο στὴν καταστροφὴ ὁδηγοῦν, πρέπει νὰ ἔχουμε σφραγισμένα τὰ αὐτιά μας. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συνδύαζε τὸ τέλος μὲ τὴν ἀνάγκη γιὰ σύνεση, πολλὴ προσευχὴ καὶ ἀκόμη περισσότερη ἀγάπη πρὸς ὅλους. Ἄλλωστε, ὁ Κύριος μᾶς λέει διαχρονικά: «Γρηγορεῖτε». Ἀκόμη καὶ ἂν ἡ Δευτέρα Παρουσία συμβεῖ μετὰ ἀπὸ χιλιάδες χρόνια, τὸ τέλος τοῦ καθενὸς εἶναι, ὄντως, πολὺ κοντὰ καὶ καλῶς νὰ ἔρθει! Στὴν Ἀνάσταση πιστεύουμε!

             Ἱερὸς Παῦλος, στὴν Α’ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή, λέει: «νὰ μιμεῖσθε ἐμένα, ὅπως ἐγὼ μιμοῦμαι τὸν Χριστό». Ἂν προβάλλουμε ἀδυναμία νὰ μιμηθοῦμε τὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, τότε, ἂς μιμηθοῦμε τοὺς Ἁγίους, ποὺ ἦταν ὅμοιοι μὲ ἐμᾶς, ἁπλοὶ ἄνθρωποι. Καθένας ποὺ ἔχει βάλει προτεραιότητα τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἔχει καθῆκον νὰ μιμεῖται τὴν ζωὴ τῶν Ἁγίων καὶ ἰδιαίτερα τῶν Ἀποστόλων.

            Ὁ Παῦλος ἀγάπησε συνειδητὰ καὶ φλογερὰ τὸν Χριστό. Θυσίασε τὴν ζωή του γιὰ αὐτὴ τὴν ἀγάπη του. Κακοπέρασε, διώχθηκε, φυλακίσθηκε, βασανίσθηκε, ὅμως παρέμεινε σταθερὸς καὶ ἑδραῖος στὴν πίστη. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς ὅταν θίγεται ὁ ἐγωισμός μας, ὅταν μᾶς ἀπαξιώνουν, μᾶς ἀδικοῦν, μᾶς ἀκυρώνουν καὶ μᾶς λοιδοροῦν· νὰ παραμένουμε ἀκλόνητοι στὸ ὕψος τῆς πίστης καὶ τῶν περιστάσεων. 

            Εὐχή μου μὲ τὴν πρεσβεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου νὰ καταφέρουμε νὰ ζοῦμε, νὰ ὑπάρχουμε καὶ νὰ ἀναπνέουμε γιὰ νὰ ἀρέσουμε στὸν Χριστό· νὰ εἴμαστε, δηλαδή, ἀληθινοὶ Χριστιανοί.

Μετ᾽ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος