† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Ⲏ ⲈⲨⲬⲎ ⲦⲞⲨ ⲀⲄⲒⲞⲨ ⲈⲪⲢⲀⲒⲘ ⲦⲞⲨ ⲤⲨⲢⲞⲨ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΟΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ


Ο Όσιος Φιλόθεος κρατώντας τη μίτρα του Αγίου Νεκταρίου

Ἔλαβα γνώση τῆς προσπάθειας ποὺ γίνεται ἀπὸ πνευματικὰ τέκνα τοῦ Ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου γιὰ νὰ ἀναγνωρισθεῖ ἡ ἁγιότητά του ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαίο [1]. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ εἶναι μὲν ἐπαινετή, ἐπειδὴ φανερώνει τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ζῆλο τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, ἀλλὰ τυγχάνει, κατὰ τὴν γνώμη μου, λίαν ἐσφαλμένη γιὰ τοὺς ἑξῆς τρεῖς λόγους: 
Πρῶτον, διότι ο κ. Βαρθολομαῖος ὡς ὑπόδικος στὸ αρμόδιο συνοδικὸ ὄργανο (ἐφόσον ἀφενὸς μὲν ἐκκρεμεῖ ἡ ἐκδίκαση τῆς ἐναντίον του καταγνώσεως ἑτεροδιδασκαλιῶν, ποὺ ὑπέβαλε ὁ μακαριστὸς καθηγούμενος π. Χρυσόστομος Πῆχος, πνευματικὸς διάδοχος τοῦ Ὁσίου Γέροντος Φιλοθέου [2], ἀφετέρου δὲ κοινωνεῖ μὲ τοὺς σχισματικοῦς στὴν Οὐκρανία καὶ ἀναγνωρίζει τοὺς αἱρετικοὺς Παπικούς) δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία (τὸν θεσμὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου), καὶ ἔτσι τὸ κῦρος τῶν ἁγιοκατατάξεων καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκλησιαστικῶν του πράξεων τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ [3].
Δεύτερον, ἐπειδὴ ὁ Όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος εἶναι ἤδη ἀπὸ ἐτῶν ἀναγνωρισμένος Ἅγιος στὴν συνείδηση τῶν Ὀρθοδόξων ὅλου τοῦ κόσμου, εἴτε ὑπάρξει, εἴτε δὲν ὑπάρξει «πράξη αγιοκατατάξεως»· διότι στὴν Ὀρθοδοξία δεν ὑπάρχει «ἁγιοποίηση», ἀλλὰ ἀναγνώριση τῆς ἁγιότητος. Καὶ ἡ ἀναγνώριση αὐτὴ ὑφίσταται ἤδη οὐσιαστικῶς. 
Τρίτον, καὶ κυριότερον, διότι ἡ τυχὸν ἀναγνώριση τῆς αγιότητος τοῦ Ὁσίου Φιλοθέου ἀπὸ τὸν κ. Βαρθολομαίο θὰ ἀποτελέσει προσβολὴ στὴ μνήμη τοῦ Ὁσίου, ἐπειδὴ ὑφίσταται ἐκκλησιολογικὸ χάσμα μέγα μεταξὺ τῶν δύο ἀνδρῶν. Δὲν εἶναι κρυφὸ ἄλλωστε ὅτι ὁ Ὅσιος Φιλόθεος πολέμησε μὲ θάρρος τοὺς Οἰκουμενιστές, μεταξὺ τῶν ὁποῖων καὶ τὸν πνευματικὸ πατέρα τοῦ κ. Βαρθολομαίου, τὸν Χαλκηδόνος Μελίτωνα, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε καὶ αὐτὸν «προβατόσχημο λύκο» [4]. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐφαρμοσθεῖ τὸ «τιμὴ ἁγίου, μίμησις ἁγίου», ὅταν ὁ μὲν Ὅσιος Φιλόθεος θεωροῦσε τὸν Πάπα ἀντίχριστο καὶ ἐωσφόρο καὶ τοὺς Παπικοὺς αἱρετικοὺς [5], ὁ δὲ κ. Βαρθολομαῖος θεωρεῖ τὸν Πάπα «ἐν Χριστῷ ἀδελφό», τοὺς παπικοὺς ὡς μέλη τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἐνῷ ὁ ἴδιος προσωπικὰ προΐσταται τοῦ Ἐνωτικού (Οὐνιτικοῦ/Οἰκουμενιστικοῦ) κινήματος;
Ἕναν τέτοιον Πατριάρχη θὰ παρακαλέσουν δουλικῶς τὰ πνευματικὰ τέκνα τοῦ Ὁσίου Φιλοθέου γιὰ τὴν ἁγιοκατάταξή του; Θὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὸν τάφο ὁ Ὅσιος νὰ τοὺς κυνηγήσει!
Ὅπως σίγουρα θὰ ἔτριξαν καὶ τὰ ὀστὰ τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Λουκάρεως ὅταν τὴν ἁγιότητά του ἔμελλε νὰ ἀναγνωρίσει ἐκεῖνος ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (δηλαδὴ ὁ κ. Βαρθολομαῖος) ποὺ ὄχι μόνο ὑπᾶρχει ὁμόφρων τοῦ δολοφόνου του (τοῦ λατινόφρονος ψευδοπατριάρχου Κυρίλλου Κονταρῆ), ἀλλὰ καὶ ἐπεκύρωσε συνοδικά, στὴν Ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, τίς, ὑπὸ τῶν Παπικῶν ὑποκινούμενες, ψευδοσυνόδους τοῦ ΙΖ΄ αἰῶνος ποὺ ἀναθεμάτισαν τὸν Ἅγιο Κύριλλο! Ὥραία τιμὴ ἁγίου! 
Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξει τὸν Ὅσιο Φιλόθεο ἀπὸ μία τέτοια ἀτίμωση.

Νικόλαος Μάννης


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[3]  Ἤδη πολλοὶ πιστοὶ ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν ἁγιότητα τῶν μεγάλων νεοφανῶν Ἁγίων Παϊσίου, Πορφυρίου, Ἰακώβου κ.ἄ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ τοὺς ἀναγνώρισε ὁ κ. Βαρθολομαῖος. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἄδικο;
[4] Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. 167-168/1&15-8-1972, σελ. 3.
[5] Βλ. ἐνδεικτικὰ Ὀρθόδοξος Τύπος, ἀρ. 70/Δεκέμβριος 1966, ἀρ. 114/20-1-1970 κ.ἀ. 

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

"ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ" (Ὁμιλία Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλίππων καὶ Μαρωνείας κ. Ἀμβροσίου)

 

"Γνωστικισμὸς καὶ Οἰκουμενισμὸς" Ὀμιλία Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φιλίππων καὶ Μαρωνείας κ. Ἀμβροσίου

Το έτος 843 μ.χ. στις 11 Μαρτίου, επί πατριάρχου Μεθοδίου και Βασιλίσσης Θεοδώρας, ενδημούσα Σύνοδος στην Κων/πολη ανώρθωσε την 7η Οικ.Σύνοδο, αναστήλωσε την προσκύνηση των Ιερών εικόνων και εθέσπισε την εορτή ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Από τότε έχουν περάσει 1.183 χρόνια και παραμένει επίκαιρη η εορτή αυτή αυτό φανερώνει την διαχρονική νίκη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως έναντι των οιωνδήποτε φθοροποιών αιρέσεων.

orthodoxias13d


Η εικονομαχία ως μία τεράστια μεταρρυθμιστική προσπάθεια, στράφηκε κυρίως εναντίον των Ιερών Εικόνων και έληξε το 787 μ.χ. με τις αποφάσεις της 7ης Οικ. Συνόδου. Οι 367 Πατέρες της Συνόδου διεκήρυξαν: «Ο κύριος σκοπός της χρήσεως των σεπτών εικόνων είναι, εκτός από την «θεοπρεπή ευκοσμία», το στόλισμα δηλαδή των Ιερών Ναών, αφενός μεν η αναγνώριση της αγιότητας και η απόδοση της τιμητικής προσκυνήσεως, η οποία μεταβαίνει στα εικονιζόμενα ιερά πρόσωπα και αφετέρου όσο συχνότερα βλέπουν οι πιστοί στις εικόνες τις ιερές μορφές, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο σεβασμός και η επιθυμία να μιμηθούν το παράδειγμά τους.
Επίσης, η εικόνα ομολογεί ότι πραγματικά ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός έγινε άνθρωπος και κατοίκησε ανάμεσά μας, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου.


Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών κ. Καλλίνικε,


Άγιοι Αρχιερείς,


Τίμιον Πρεσβυτέριον,


Σεπτή Διακονία,


Οσιώτατοι Μοναχοί & Μοναχαί,


Χορεία των Ιεροψαλτών,


Περιούσιε λαέ του Kυρίου,


Ο Χριστιανισμός, η Χριστιανική Εκκλησία αντιμετώπισε από την ίδρυσή της όχι μόνο εξωτερικούς εχθρούς αλλά και εσωτερικούς είναι οι ψευδοπροφήται και ψευδοδιδάσκαλοι, είναι οι διάφορες αιρέσεις και οι αιρετικοί. Ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός μάς προειδοποιεί στο Ιερό Ευαγγέλιο: « θα αναφανούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα δώσουν μεγάλα σημεία, θα κάνουν μεγάλα θαύματα ώστε να πλανήσουν, εάν είναι δυνατόν και αυτούς ακόμα τους εκλεκτούς…….(Ματθ.Κ.Δ.,24).


Η Εκκλησιαστική Ιστορία μάς περιγράφει τις δεκάδες των αιρέσεων, τις οποίες αντιμετώπισαν οι άγιοι πατέρες με τις τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους και διατύπωσαν την Ορθόδοξη διδασκαλία, την Ορθόδοξη Πίστη.


Το φαινόμενο των αιρέσεων παρουσιάζεται και πρό χριστού στον λαό του Ισραήλ αλλά και στον ειδωλολατρικό κόσμο. Έχουμε την ανάμειξη των αρχαίων πολιτισμών με αποτέλεσμα και την ανάμειξη των αρχαίων θρησκειών αναμειγνύονταν θρησκείες, θεοί και θεότητες αλλά και θρησκευτικές τελετές. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται θρησκευτικός συγκρητισμός.

Για να αντιληφθούμε το πόσο φοβερός και αντίχριστος και δαιμονικός είναι ο θρησκευτικός συγκρητισμός, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην Αγία Γραφή πού είναι η πηγή της πίστεώς μας.


Στην Παλαιά Διαθήκη, πρό χριστού, ο θεός επιλέγει-εκλέγει τους Ισραηλίτες ως περιούσιο, ως εκλεκτό του λαό: «όχι για τις αρετές του, ούτε για την αγνότητα και ευσέβεια της καρδίας του, αλλά για την αθεράπευτη ασέβεια των ειδωλολατρών» (Δευτ.θ,5). Και παρ’όλο πού ο θεός τούς ελευθερώνει από τους Αιγυπτίους και τους σώζει με θαυμαστά γεγονότα στην έρημο, άρχοντες και λαός εξέπεσαν στον Θρησκευτικό Συγκρητισμό λατρεύοντας ακόμη και τα είδωλα.


Ο Θεός είναι απόλυτος στο θέμα της καθαρότητος της πίστεως και της λατρείας. Στην πρώτη εντολή του Δεκάλογου το λέγει ξεκάθαρα: «Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχουν για’σένα άλλοι θεοί πλήν εμού»(εξοδ.κ,2). Όταν ο Μωϋσής κατέβαινε από το Όρος Σινά κρατώντας στα χέρια του τις δύο πλάκες των Δέκα Εντολών και είδε τους Ισραηλίτες να λατρεύουν το χρυσό μοσχάρι, σύμβολο του θεού Βάαλ των Χαναναίων, από τον θυμό του επέταξε τις πλάκες των Δέκα Εντολών κάνοντάς τες κομμάτια στη συνέχεια κατέκαυσε το χρυσό μοσχάρι σε σκόνη, την οποία έριξε στον χείμαρρο που κατεβαίνει από το όρος Σινά (Δευτ.Θ,21& Εξοδ.1 Β,4).


Από τους Βασιλείς του Βορείου και Νότιου Βασιλείου, του λαού του θεού οι περισσότεροι ήσαν ασεβείς και αυταρχικοί και έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου. Εβάδισαν τον δρόμο της ειδωλολατρίας και με την λατρεία στον αληθινό θεό, ο λαός εξακολουθούσε να θυσιάζει και να προσφέρει θυμιάματα και στους ειδωλολατρικούς θεούς. Στην Π.Δ. το φαινόμενο αυτό ονομάζεται πνευματική μοιχεία δηλαδή να πιστεύουμε στον αληθινό θεό, αλλά να πιστεύουμε και στις προλήψεις και στις δεισιδαιμονίες, όπως γίνεται δυστυχώς και στην εποχή μας από πολλούς χριστιανούς.

Από το Νότιο Βασίλειο εξαίρεση ήταν οι Βασιλείς Εζεκίας και Ιωσίας, οι οποίοι έπραξαν το σωστό ενώπιον του Κυρίου και κατέστρεψαν τα προσκυνήματα και αγάλματα των ειδωλολατρών.


Ο Βασιλιάς Εζεκίας, περί το 720 π.χ., κατέστρεψε το χάλκινο φίδι που κατασκεύασε ο Μωϋσής στην έρημο, γιατί μέχρι των ημερών του οι Ισραηλίτες προσέφεραν σ’αυτό, θυμίαμα λατρείας ως προς θεόν. (Δ.Βασιλ.ΙΗ,4). Όλοι οι προφήται, ο Ηλίας, ο Αμώς, ο Ωσηέ, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας και άλλοι ελέγχουν με θάρρος τους άρχοντες, τους Ιερείς και τον λαό, για την απομάκρυνση τους από τον αληθινό Θεό, γι’αυτό και διώχτηκαν και θανατώθηκαν από τους συμπατριώτες τους να θυμηθούμε τα λόγια του χριστού μας: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ που σκοτώνεις τους προφήτες…,(Ματθ.Κ.Δ.,37). Από αυτόν λοιπόν τον Θρησκευτικό Συγκρητισμό, που συνεχίζεται και μετά χριστόν, προέρχεται η φοβερή παναίρεση του Γνωστικισμού.


Στα χρόνια των αγίων Αποστόλων η Χριστιανική Εκκλησία των πρώτων αιώνων, έχει να παλέψει με συγκρητιστικές ιουδαΐζουσες αιρέσεις, που αναμειγνύουν ιουδαϊκές και χριστιανικές διδασκαλίες. Και τότε παρουσιάστηκε δυναμικά η φοβερή παναίρεση με το όνομα Γνωστικισμός, που έφθασε στο σημείο να απειλήσει την Χριστιανική Πίστη με το να την συγχωνεύσει στην χοάνη των αιρέσεων.


Ο Χριστιανισμός που ήλθε από την αρχή αντιμέτωπος με τον Γνωστικισμό, αγωνίστηκε με όλες τις δυνάμεις του να εμποδίσει την πλημμύρα του και να διατηρήσει ανόθευτη την Αποστολική Παράδοση. Οι ίδιοι οι άγιοι Απόστολοι αντιμετώπισαν με σθένος κάθε απόπειρα διεισδύσεως της Γνώσεως, με οποιαδήποτε μορφή, στην εκκλησία, αντικρούοντας και καταπολεμώντας τους Γνωστικούς με τις διδασκαλίες τους, τόσο προφορικά όσο και γραπτά με τα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης.


Το πολύπλοκο κίνημα της Γνώσεως έκανε την εμφάνιση του κατά τον δεύτερο με πρώτο αιώνα π.χ. ως τον τέταρτο αιώνα μ.χ. Οι Γνωστικοί διεσπαρμένοι σε διάφορες αυτόνομες κοινότητες, χωρίς συγκεντρωτικό ιερατείο, παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα σχεδόν σε πολλά γεωγραφικά μέρη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με διάφορα ονόματα των αρχηγών των αιρέσεων Νικολαΐτες, Εβιωναίοι, Ελκεσαίοι, Σαμαρείτες, η αίρεση του Κηρίνθου, του Σίμωνος μάγου, Δοσιθέου, Μενάνδρου, Σατορνείλου, Βασιλείδη, Ισιδώρου, Καρποκράτους, Δοκήτες, Εγκρατίτες κ.α.


Όλοι αυτοί που αντιπροσώπευαν το συνονθύλευμα του Γνωστικισμού πήραν διδασκαλίες και θεωρίες από τις ειδωλολατρικές θρησκείες των Περσών, της Βαβυλωνίας, της Συρίας, της Αιγύπτου, των αρχαίων Ελλήνων, από τον Ιουδαϊσμό και σαν πολύμορφη θρησκευτική κίνηση, όπως ήταν επόμενο, με την εμφάνιση του Χριστιανισμού προσπάθησε να παραλάβει όσες διδασκαλίες θεωρούσε απαραίτητες, όπως το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και τα κυριότερα σημεία της χριστιανικής σωτηριολογίας και να τις προσαρμόσει στο συγκρητισμό.


Οι διδασκαλίες του Γνωστικισμού είναι πολλές, όπως πολλοί είναι και οι αρχηγοί των αιρέσεων που ανήκουν στο κίνημα αυτό θα αναφέρουμε ενδεικτικά: Διδάσκει ότι ο δημιουργός θεός της Π. Διαθήκης, του νόμου και των προφητών, ο θεός του Ισραήλ, συγκρούεται με τον αγαθό θεό, τον πατέρα του Ιησού Χριστού και ότι ο κόσμος θεωρείται ως δημιούργημα κάποιας κατώτερης θεϊκής δύναμης γι’αυτό και επικρατεί το κακό.


Επίσης εκφράζεται με τη θέση ότι ούτε η πίστη είναι χρήσιμη, ούτε η Ηθική, ούτε η Λατρεία, αλλά μόνο η γνώση είναι σε θέση να οδηγήσει στη σωτηρία και αυτή η γνώση είναι η επίγνωση του ανθρώπου, η αυτογνωσία μέσω της οποίας ο άνθρωπος φτάνει στον θεό. Δίδασκαν ότι η παρουσία του Χριστού στον κόσμο ήταν φαινομενική. Ο Χριστός ενώθηκε με τον άνθρωπο Ιησού κατά την Βάπτιση στον Ιορδάνη ποταμό. Το πάθος ήταν φαινομενικό, φανταστικό, αφού δεν σταυρώθηκε ο ίδιος ο Χριστός, αλλά ο Σίμων ο Κυρηναίος στον οποίο ο Χριστός έδωσε την μορφή του.


Ορισμένοι Γνωστικοί θεωρούσαν την ύλη κακή και ακάθαρτη και ακολούθησαν αυστηρή ασκητική ζωή για να καταστρέψουν το σώμα. Άλλοι πάλι για να καταστρέψουν το σώμα, επιδίδονταν σε ακόρεστη απόλαυση κάθε υλικής ηδονής, ώστε ν’ανοίξει ο δρόμος προς την καθαρή γνώση και λύτρωση. Παράλογες και ακατανόητες διδασκαλίες.


Οι άγιοι Απόστολοι και οι Αποστολικοί Πατέρες είναι εκείνοι που διέγνωσαν τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε ο Χριστιανισμός από τον Γνωστικισμό, γι’αυτό και αγωνίστηκαν με όλες τις δυνάμεις τους εναντίον του. Όλη η Κ. Διαθήκη αποτελεί ζωντανή μαρτυρία για τον αγώνα της Εκκλησίας κατά των ετεροδιδασκαλιών πού έχει το ψεύτικο όνομα της Γνώσεως, όταν αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη και επετίθετο με συγκρητιστικές διαθέσεις κατά του Χριστιανισμού.

 

Ίσως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης για να αποκρούσει τον Γνωστικισμό, έγραψε το Ευαγγέλιο και τις επιστολές. Από την αρχή ως το τέλος επιμένει πώς: « Ο Λόγος σάρξ εγένετο» (Ιωάν.Α,14), δηλαδή ο Χριστός αληθινά σαρκώθηκε και αληθινά τον είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες.


Γνωρίζοντας ο απ. Παύλος τις διδασκαλίες του Γνωστικισμού, μέσω των επιστολών του προτρέπει τους χριστιανούς να είναι προσεκτικοί. Στον μαθητή του Τιμόθεο εφιστά την προσοχή: « Ω Τιμόθεε, τον πολύτιμο θησαυρό της αληθείας του Ευαγγελίου φύλαξε τον ανόθευτον, αποφεύγοντας τις βλάσφημες φλυαρίες και αντιλογίες της πλάνης, η οποία φέρει το ψεύτικο όνομα της Γνώσεως».(Α΄Τιμ,ΣΤ.20). Γι’αυτό και στον μαθητή του Τίτο δίνει την διαχρονική συμβουλή: «Αιρετικόν άνθρωπον, ο οποίος ύστερα από πρώτην και δευτέραν συμβουλήν παραμένει στην πλάνην του, παράτησέ τον και μη συζητάς πλέον μαζί του» (ΤΙΤ.Γ,10).


Οι διάδοχοι των αγ. Αποστόλων, οι αποστολικοί πατέρες άγιοι Ιγνάτιος, Πολύκαρπος, Ιππόλυτος, Ειρηναίος κ.α. αγωνίστηκαν δυναμικά εναντίον του Γνωστικισμού το γνωρίζουμε από τα συγγράμματά τους. Αργότερα, οι Εκκλησιαστικοί συγγραφείς: Ωριγένης, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Ευσέβιος Καισαρείας, ο άγιος Επιφάνιος μας δίνουν πολλές πληροφορίες για την παναίρεση του Γνωστικισμού.


Από την εποχή λοιπόν των αγ. Αποστόλων, εδώ και 2.000 χρόνια, παρουσιάστηκαν πολλές αιρέσεις πού πολέμησαν και κομμάτιασαν την Εκκλησία του Χριστού. Όλες αυτές οι αιρέσεις προετοίμασαν την εμφάνιση, στην εποχή μας, της σατανικής παναίρεσης του Οικουμενισμού, η οποία προωθείται από Πατριάρχες και Μητροπολίτες, «από λύκους βαρεις μη φειδόμενοι του ποιμνίου» (Πραξ. Κ,29), λύκους φοβερούς με εμφάνιση προβάτου, που δεν λυπούνται τα λογικά πρόβατα του Χριστού, όπως μας το λέει ξεκάθαρα ο απόστολος Παύλος.


Μακαριώτατε, άγιοι Αρχιερείς, Πατέρες, εν Χριστώ αδελφοί.

Σε νεότερα χρόνια, στα Βυζαντινά και ειδικά το 1054 μ.χ. η ενωμένη Εκκλησία του Χριστού, ο χριστιανικός κόσμος χωρίζεται σε Ανατολική Όρθόδοξη Εκκλησία με κέντρο το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως και σε Δυτική λεγόμενη Παπική Εκκλησία με κέντρο το Πατριαρχείο της Ρώμης. Ο Επίσκοπος της Ρώμης και Επίσκοποι της Δύσεως ήσαν εκείνοι που δίδαξαν διεστραμμένα τις αλήθειες του Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα ν’αποκοπούν, να χωρισθούν από την «Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» και ν’αποτελέσουν σταδιακά ένα ξεχωριστό ανεξάρτητο πολιτικό-οικονομικό και διπλωματικό κράτος με έδρα το Βατικανό. Επομένως είναι λάθος να ονομάζουμε τον παπισμό εκκλησία και μάλιστα χριστιανική, γιατί οι παπικοί απομακρύνθηκαν από την Αποστολική Πίστη και δεν έχουν Αποστολική διαδοχή, δεν έχουν Ιεροσύνη, είναι αιρετικοί.


Από τότε πλέον οι λαοί της Δύσεως, με την σύμπραξη του Πάπα και τις κάθε είδους σταυροφορίες, προσπαθούν να υποδουλώσουν το βυζαντινό κράτος και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, για ν’αποφύγουν τον κίνδυνο και από τα δυτικά κράτη, έρχονται σε συνεννόηση με τον Πάπα της Ρώμης, συναντώνται σε Συνόδους και διαπραγματεύονται τα Δόγματα της Εκκλησίας, δηλαδή παζαρεύουν την Ορθοδοξία, προκειμένου να λάβουν στρατιωτική βοήθεια από την Δύση εναντίον των ποικίλων εχθρών του Βυζαντινού Κράτους.


Η Εκκλησιαστική Ιστορία αναφέρει Δέκα Συνόδους και άλλες τόσες συναντήσεις Ορθόδοξων και Παπικών μέχρι το 1453 μ.χ., όταν τελικά κυριεύθηκε η Κων/πολη από τους Οθωμανούς. Από αυτές τις Συνόδους ξεχωρίζουν δύο. Η πρώτη ήταν η Σύνοδος στην πόλη της Γαλλίας Λυών το 1274 μ.χ., όπου έγινε η ένωση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας με τους Παπικούς. Οι αποφάσεις αυτής της Συνόδου δεν εφαρμόσθηκαν, λόγω διαφόρων καταστάσεων αλλά και της αντιστάσεως του πιστού λαού του Βυζαντίου. Η αντίδραση εναντίον της ενώσεως ήταν γενική στην Ανατολή, η δε προσπάθεια του Αυτοκράτορα να την επιβάλει με την βία προκάλεσε μεγαλύτερη αντίδραση.


Η σημαντικότερη και τελευταία απόπειρα ενώσεως έγινε στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, στη Βόρεια Ιταλία το 1438-1439, 14 χρόνια προτού να κυριεύσουν οι Οθωμανοί την Κων/πολη. Για τη Σύνοδο αυτή έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες από τ’απομνημονεύματα του Μεγάλου Εκκλησιάρχη, θεολόγο και νομικό Σίλβεστρο Συρόπουλο, ο οποίος συμμετείχε στην πολυπληθή αντιπροσωπεία των Ορθοδόξων για την Σύνοδο αυτή. Γράφει λοιπόν ο Συρόπουλος: « Η Βυζαντινή αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ιωάννη τον 8ο Παλαιολόγο, τον Πατριάρχη Ιωσήφ, πολλούς Αρχιερείς και αξιωματούχους μετέβησαν στην Ιταλία, για να ζητήσουν στρατιωτική βοήθεια από τον Πάπα Ευγένιο τον 4ο και να διαπραγματευθούν την Ορθόδοξη Πίστη.


Όταν έφθασαν οι Ορθόδοξοι στην πόλη της Φερράρας, ο Πατριάρχης Ιωσήφ ζήτησε να του παραχωρήσουν ιδιαίτερο Ναό για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία χωριστά από τους Λατίνους. Ο Πάπας τον παρέπεμψε στον Επίσκοπο της πόλεως, ο οποίος με διάφορες προφάσεις, αρνήθηκε να παραχωρήσει Ναό στους Ορθοδόξους. Τελικά μετά από πολλές θεολογικές συνεδριάσεις 17 μηνών στην Φερράρα και Φλωρεντία με τις πιέσεις του Αυτοκράτορα αλλά και τις ποικίλες πιέσεις του Πάπα, η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία υπέγραψε την ένωση με τους Λατίνους, υπέγραψε την υποδούλωση της Ορθοδοξίας στον αιρετικό Πάπα.


Την απόφαση της Συνόδου δεν υπέγραψαν ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο αδελφός του Ιωάννης Ευγενικός, ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Ησαΐας, οι εκπρόσωποι της εκκλησίας της Ιβηρίας-Γεωργίας δεν υπέγραψαν ο αδελφός του αυτοκράτορα Δημήτριος, ο φιλόσοφος Γεώργιος πλήθων και ο Γεώργιος Σχολάριος.


Όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε ότι ο άγιος Μάρκος δεν υπέγραψε, δήλωσε με πικρία: « λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν», είναι σαν να μην κάναμε τίποτε και πράγματι, γιατί όταν η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία επέστρεψε στην Κων/πολη ο λαός αποδοκίμασε αυτούς που υπέγραψαν την ένωση και δεν εκκλησιάζονταν στους Ναούς που λειτουργούσαν οι ενωτικοί, οι προδόται της Ορθοδόξου Πίστεως μας.


Επί ενάμισι έτος συζητούσαν και συνεδρίαζαν στην Φερράρα και Φλωρεντία το αποτέλεσμα ήταν ότι υπέγραψαν την προδοσία της Ορθοδοξίας. Ωστόσο ο Πάπας δεν μπόρεσε να βοηθήσει στρατιωτικά και τελικά η Κων/πολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Το τι συμφωνήθηκε στη Σύνοδο μας το διασώζει ο Συρόπουλος στα λόγια του αυτοκράτορα Ιωάννου του 8ου Παλαιολόγου: «Ημείς ούτως εποιήσαμεν και εστέρξαμεν την ένωσιν, ίνα έχει εκάτερον μέρος τα έθη και την τάξιν, ην είχεν και πρότερον. Ούτε ημείς προσήλθομεν τη δόξη των Λατίνων, ουθ’οι Λατίνοι τη των Γραικών».

Όλα αυτά τ’αναφέρουμε για να επισημάνουμε:

Πρώτον: η αντιπροσωπεία των Ορθοδόξων στις Συνόδους, πρώτα διαλεγόταν, συζητούσε τις διαφορές στα δόγματα και εάν οι συμμετέχοντες συμφωνούσαν, τότε και μόνον τότε συμπροσεύχονταν και συλλειτουργούσαν, σε αντίθεση με τους σημερινούς Ορθόδοξους Οικουμενιστές.

 Δεύτερον: Απ’όλες αυτές τις Συνόδους, από το 1054 μ.χ. έως το 1453, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι Παπικοί, οι Λατίνοι ήταν και είναι ανυποχώρητοι στις αιρετικές τους διδασκαλίες « Οίδαμεν γαρ ότι οι Λατίνοι ουδόλως μεταβάλλωσι τι ων δοξάξουζι» σημειώνει ο Σίλβεστρος Συρόπουλος.


Τρίτον: Όταν οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υποχωρούσαν στα Δόγματα, όταν πρόδιδαν την Ορθόδοξη Πίστη, οι Ιερείς, οι Μοναχοί και ο πιστός λαός του θεού, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ήταν εκείνοι που ακύρωναν τις προδοτικές αποφάσεις και ενώσεις, γιατί είχαν σε μεγάλο βαθμό το Ορθόδοξο φρόνημα, ώστε αντιστέκονταν στις αποφάσεις του αυτοκράτορα, του Πατριάρχη και των Μητροπολιτών, τος οποίους ονόμαζαν προδότες της Ορθοδοξίας. Σε αντίθεση με την εποχή μας όπου έχουμε πέσει σε διαρκή θρησκευτικό λήθαργο.


Τέταρτον: Όλην αυτήν την προδοτική αναστάτωση στον χώρο της Εκκλησίας, την δημιουργούν η ομάδα των Οικουμενιστών Επισκόπων του Πατριαρχείου Κων/πόλεως με την αιρετική ομάδα του Βατικανού. Αυτά τα λίγα άτομα με δικτατορικό τρόπο θέλουν να εφαρμόσουν τα σκοτεινά σχέδια της Νέας Τάξης Πραγμάτων και να ενώσουν δήθεν όλους τους Χριστιανούς και στη συνέχεια να ενώσουν όλες τις δαιμονικές θρησκείες με την Ορθόδοξη Πίστη σε μία Παγκόσμια Θρησκεία, ισοπεδώνοντας το πρόσωπο του θεανθρώπου Ιησού Χριστού με τον Μωάμεθ, με τον Βούδα και με όλες τις θεότητες του Ινδοϊσμού, του Βραχμανισμού και άλλων δοξασιών.


Ο αγώνας της Παπικής αιρέσεως να υποτάξει και υπουδουλώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού συνεχίζεται. Δεκάδες συναντήσεις και συνεδριάσεις ακολούθησαν μεταξύ των Παπικών και Ορθόδοξων και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.


Όμως όλες οι Τοπικές Σύνοδοι της Κων/πόλεως έως το 1895 καταδίκασαν τις παπικές αιρέσεις. Οι τότε αγιασμένοι Πατέρες, οι Επίσκοποι, ο κλήρος, οι Μοναχοί και ο λαός αντιστάθηκαν, γιατί πίστευαν ότι ο παπισμός είναι αίρεση χωρίς την θεία χάρη, χωρίς μυστήρια.


Οι άγιοι Απόστολοι λοιπόν και οι Αποστολικοί Πατέρες αγωνίστηκαν, ώστε να μην αναμειχθεί η χριστιανική πίστη με την παναίρεση του Γνωστικισμού. Τα πρόσωπα όμως αλλάζουν και όπως στην Ιστορία των κρατών παρουσιάζονται προδότες της πατρίδος και γίνονται αιτία να υποδουλωθεί το κράτος, έτσι και στον χώρο του χριστιανισμού. Από τα τέλη του 19ου παρουσιάστηκαν προδότες της Ορθοδοξίας Πατριάρχες και Μητροπολίτες, οι οποίοι γνωρίζοντας την αδιαφορία και την άγνοια του λαού σχετικά με την Ορθόδοξη πίστη, με δόλιο τρόπο ανέμειξαν την Ορθοδοξία με την παναίρεση του Οικουμενισμού. Και σήμερα υπάρχει ανάμειξη αιρέσεων και θρησκειών και έχουν όλοι την αίσθηση ότι με διαφορετικούς τρόπους λατρείας πιστεύουν και προσκυνούν τον ίδιο θεό. Ενιαία διοίκηση, ενιαία οικονομία, ένα νόμισμα, μία θρησκεία! Ποτέ άλλοτε, ο Θρησκευτικός Συγκρητισμός, δεν θα μπορούσε να έχει τόσο ευνοϊκές συνθήκες αναπτύξεως όσες διαθέτει σήμερα.

Το άθεο Δόγμα του Οικουμενισμού εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1878 στον αιρετικό προτεσταντικό χώρο, ως προσπάθεια προσεγγίσεως και συνεργασίας όλων των προτεσταντικών ομάδων. Στην γεμάτη από αιρετικές παρασυναγωγές Ευρώπη, από το 1850 παρουσιάζεται ένας θρησκευτικός αποχρωματισμός. Ο μεγάλος πληθυσμός των πόλεων πέφτει στην απιστία ο κλήρος απομακρύνεται από τον λαό, οι ναοί αδειάζουν και γενικά επικρατεί αδιαφορία και αποξένωση.


Μπροστά σ’αυτόν τον κίνδυνο της διαλύσεως των ψευδοεκκλησιών, παρουσιάζονται συντηρητικές ομάδες πού αναζητούν συνεργασία και ενοποίηση. Μετά από πολλές ενοποιήσεις των Προτεσταντικών ομάδων στην Αγγλία, στην Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στην Αμερική, φτάνουμε το 1948 στην Γενική Συνέλευση στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, όπου με την συμμετοχή 147 προτεσταντικών ομολογιών, ιδρύεται το Σατανικό συνονθύλευμα των αιρέσεων, το Π.Σ.Ε. Αντιπροσώπους έστειλαν μόνον το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Κύπρου και η πρωτοπόρος εκκλησία της Ελλάδος.


Σε αντίθεση με τον Παπισμό, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και ιδρυτικό Μέλος αυτού του Οργανισμού που λέγεται Π.Σ.Ε. και μάλιστα χάρη στη συμμετοχή των προδοτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι προσπάθειες των Προτεσταντών πήραν Οικουμενικό χαρακτήρα. Εάν δεν συμμετείχαν οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, η όλη κίνηση θα έμενε στα πλαίσια αδιεξόδου προτεσταντικού διαλόγου, χωρίς κύρος και αποτέλεσμα παγχριστιανικής συνεργασίας. Ο Παπισμός δεν έγινε μέλος του Π.Σ.Ε. και τούτο γιατί διακηρύττει: « η ένωση των χριστιανών μπορεί να γίνει μόνον με την επιστροφή όλων των χριστιανών στη μόνη αληθινή εκκλησία του χριστού πού είναι η Ρωμαιοκαθολική», αλλά συμμετέχει ενεργά στο έργο διαφόρων επιτροπών του Π.Σ.Ε. και προσπαθεί να επηρεάσει την όλη πορεία του προς ίδιον όφελος, με βάση τον Παποκεντρικό Οικουμενισμό, όπως καθορίστηκε το 1965 στη Β΄Βατικανή Σύνοδο.


Και ενώ όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι τοπικές εκκλησίες, εκτός της Κων/πόλεως, αρνήθηκαν να συμμετέχουν στο Π.Σ.Ε. η δυναμική αυτή κίνηση υποχωρεί σταδιακά και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες υποβάλλουν αιτήσεις για να γίνουν δεκτές ως Μέλη του Π.Σ.Ε. στη Γενική Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961. Η προδοσία της Ορθοδοξίας σε όλο της το μεγαλείο.


Μακαριώτατε, πατέρες αγαπητοί εν Χριστώ,


Η εποχή μας ταλανίζεται από πολλές και διάφορες αιρέσεις και κυρίως από τον Οικουμενισμό, ο οποίος περιέχει το σύνολο των αιρέσεων και προβάλλεται και επιβάλλεται από τα δήθεν πλέον Ορθόδοξα Πατριαρχεία. Αυτή είναι η διαφορά του άθεου Οικουμενισμού από τις παλαιότερες γνωστές αιρέσεις, οι οποίες αμφισβητούσαν μία συγκεκριμένη χριστιανική αλήθεια.


Το οικουμενιστικό όραμα στην προέκτασή του δεν περιορίζεται μόνο στην ένωση των χριστιανικών εκκλησιών-παρασυναγωγών Ορθοδόξων, Παπικών, Προτεσταντών Αντιχαλκιδονίων, αλλά επεκτείνεται και στις «θρησκείες του κόσμου». Σε πρώτη φάση ξεκινά από τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ με προοπτική να επεκταθεί και στις υπόλοιπες, τον Ινδουϊσμό, τον Βουδισμό κ.άλλες. Όλοι θα παραμείνουν στις πλάνες τους αμετακίνητοι και μόνον οι Ορθόδοξοι θα μετακινηθούμε, από την μόνη αληθινή πίστη, για ν’αποδεχθούμε τις δαιμονικές θεωρείες όλων των αιρέσεων και θρησκειών και όλα αυτά γίνονται στο όνομα της υποκριτικής αγάπης.


Η διαπίστωση είναι ότι στην αρχή της 3ης μ.χ. χιλιετίας η Ορθόδοξη εκκλησία μάχεται και πολεμά με τα κύματα ενός ύπουλου εσωτερικού εχθρού, του σύγχρονου θρησκευτικού συγκρητισμού, του Οικουμενισμού. Το πλοίο της Εκκλησίας κλυδωνίζεται και πάλι εμείς όμως γνωρίζουμε ότι όσες θύελλες και αν ξεσπάσουν, όσοι πόλεμοι κι αν κηρυχθούν, όσα κύματα και αν σηκωθούν, η κιβωτός της σωτηρίας μας, η αγία μας εκκλησία «ναυάγιον ουχ υπομένει», γιατί έχει καπετάνιο τον ίδιο τον χριστό, ο οποίος μας βεβαιώνει «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. Ι ΣΤ, 18),δηλαδή όλες οι δυνάμεις τους σκότους δεν θα υπερισχύσουν αυτής.


Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Μακαριώτατο Αρχιέπισκοπο μας κ. Καλλίνικο, τους αγίους Αρχιερείς της Ιεράς ημών Συνόδου, για την τιμή που μου ανέθεσαν την ομιλία της σημερινής ομολογιακής συνάξεως.
Ευχαριστίες προς τους λοιπούς Πατέρες και πρός όλους εσάς για τον κόπο και την υπομονή να με ακούσετε.
Εύχομαι καλό υπόλοιπο της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και να μας αξιώσει ο Θεός να εορτάσουμε το άγιο Πάσχα.


Ευχαριστώ

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

  


Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΕΝΟΥΣ (Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός)


Η ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα σύνολο διδασκαλιών ή εθίμων είναι ζωή εν Χριστώ και αυτή η ζωή στηρίζεται σε μια βασική πράξη, την υπακοή, όμως η υπακοή αυτή δεν είναι αφηρημένη ούτε αυτονομημένη από την αλήθεια, είναι η υπακοή στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Κύριο και Θεό. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να δημιουργεί υποτελείς, αλλά ελεύθερους πιστούς και η ελευθερία αυτή έγκειται στην ένωση με το πρόσωπο του Χριστού, στην υπακοή στο Ευαγγέλιο, στην πίστη που δεν συμβιβάζεται, ακόμα και αν όλα γύρω καταρρέουν.

Η ορθοδοξία δεν προσαρμόζεται για να γίνει μοντέρνα ή συμφέρουσα, δεν ακολουθεί τις στάσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου, ακολουθεί τον εσταυρωμένο. Οι ομολογητές δεν ήταν καλοί διπλωμάτες. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο στύλος της ορθοδοξίας, στην κρίσιμη περίοδο της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, έμεινε στην ιστορία γιατί δεν υπέγραψε. Όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι, ακόμη και ευλαβείς και ενάρετοι, υπέκυψαν στις πιέσεις, στους φόβους, στις διπλωματικές ισορροπίες, εκείνος όμως προτίμησε να μείνει μόνος, παρά να αρνηθεί την αλήθεια. Το μόνο ο Μάρκος, ουκ υπέγραψεν, δεν είναι μια ηρωική φράση για τις σχολικές γιορτές, είναι το πιο δυνατό μήνυμα ελευθερίας μέσα στην Εκκλησία. Η υπακοή του Αγίου Μάρκου δεν ήταν προς τους επισκόπους ή τις αποφάσεις της εξουσίας, ήταν υπακοή στο Χριστό και στους Αγίους Πατέρες, που μίλησαν πριν από Αυτόν και αυτή η υπακοή, αν και οδήγησε σε μοναξιά και διωγμούς, έγινε φάρος για ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η υποταγή σε πρόσωπα ή σε θεσμούς που έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη δεν είναι αρετή, αλλά προδοσία. Όπως ο Χριστός έλεγε ότι δεν ήρθε να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα έτσι και η Ορθοδοξία πολλές φορές διχάζει, όχι γιατί είναι εχθρική, αλλά γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ψέμα. Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής διώχθηκε, κατηγορήθηκε, του έκοψαν την γλώσσα και το χέρι και όλα αυτά γιατί αρνήθηκε να υποταχθεί στον εκκοσμικευμένο κλήρο που είχε υποκύψει στον μονοθελητισμό. Αν σήμερα κάποιος έπρατε το ίδιο, ίσως να τον αποκαλούσαν αντιδραστικό ή ακραίο και όμως χωρίς τέτοιους ανθρώπους δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για την Εκκλησία από τον πνευματικό εφησυχασμό. Από την υποτιθέμενη ειρήνη που σκεπάζει το ψέμα για να μην ταραχθούμε. Ο Χριστός δεν έκανε ποτέ συμβιβασμό με το κακό, δεν χάιδεψε συνειδήσεις, δεν αποσιώπησε την αλήθεια για να μην στενοχωρήσει. Η αγάπη του ήταν σταυρωμένη αλήθεια όχι ψευδοειρήνη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν πολεμήθηκε από τους διανοούμενους της εποχής του, δεν σώπασε για να κρατήσει την ενότητα, αντίθετα, ομολόγησε την αλήθεια για το άκτιστο φως και τη θεία χάρη, παρόλο που κατηγορήθηκε από υψηλά ιστάμενους μέχρι και κληρικούς. Επέλεξε υπακοή στην αλήθεια και όχι στην ισορροπία.

Η εκκλησία είναι σώμα Χριστού, όχι πολιτικός οργανισμός. Δεν χρειαζόμαστε εκπροσώπους ούτε συμβούλους που θα διαπραγματεύονται την πίστη μας. Η υπακοή στην εκκλησία δεν σημαίνει υπακοή σε όποιον φέρει τίτλο ή αξίωμα, σημαίνει υπακοή στην παράδοση, στους αγίους, στους ιερούς κανόνες. Όταν ένας ιεράρχης ή κληρικός συμβιβάζεται με την αίρεση, με την αμαρτία, με την πολιτική σκοπιμότητα, δεν οφείλουμε υπακοή σε αυτόν. Όπως έλεγε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η εκκλησία υπάρχει εκεί όπου διατηρείται η ορθόδοξη πίστη, δεν είναι υπακοή να σιωπάς όταν αλλοιώνεται η αλήθεια, είναι συνεργία.

Η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι η διάκριση είναι η μεγαλύτερη αρετή. Δεν μας ζητά η εκκλησία να γινόμαστε άλογα πρόβατα, μας καλεί να διακρίνουμε, να υπακούμε στον πνευματικό όταν βλέπουμε χάρη, ειρήνη και ταπείνωση, να υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικό θέλημα αλλά να αντιστεκόμαστε όταν διακυβεύεται η πίστη. Ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, αν και μοναχός υπακοής δεν υπάκουσε σε πνευματικούς που είχαν κοσμικό φρόνημα. Στάθηκε μόνος και για χρόνια διώχθηκε αλλά τελικά δικαιώθηκε από την ίδια την εκκλησία.

Η ορθοδοξία καλεί τον πιστό να γίνει ομολογητής όχι μόνο στα μαρτύρια, αλλά και στην καθημερινότητα. Όταν όλοι σιωπούν, όταν όλοι λένε «δεν πειράζει», ο ορθόδοξος καλείται να πει «όχι, δεν είναι έτσι». Να μην συμβιβαστεί με το ψέμα, όσο κι αν αυτό βαφτίζεται ειρήνη ή πρόοδος. Ο ομολογητής δεν είναι ακραίος, δεν πολεμά πρόσωπα, αλλά νοοτροπίες και κυρίως δεν φοβάται να μείνει μόνος, γιατί ξέρει πως όποιος έχει τον Χριστό δεν είναι ποτέ μόνος.

Στην εποχή μας, πολλοί αναζητούν ασφαλή εκκλησιαστική πορεία, χωρίς ρήξεις, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς θυσία. Θέλουν να υπηρετήσουν την εκκλησία, αρκεί να μην χάσουν την ησυχία τους, τη θέση τους, την κοινωνική αποδοχή, αυτό όμως δεν είναι πίστη είναι επένδυση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν έψαχνε βήμα, έψαχνε τον Χριστό. Δεν προστάτευε την καριέρα του, προστάτευε το σώμα της εκκλησίας. Και ό,τι κι αν του κόστισε, παρέμεινε στην ιστορία, όχι γιατί νίκησε με αριθμούς, αλλά γιατί στάθηκε με αλήθεια.

Η Ορθοδοξία δεν σώζεται με διπλωματία, αλλά με μαρτυρία. Δεν τιμά τους συμβιβασμένους, αλλά τους ομολογητές και δεν ζητά από τους πιστούς να είναι υπάκουοι θεατές, αλλά ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Υπακοή στον Χριστό σημαίνει να σταθούμε όρθιοι, ακόμη κι αν όλα πέσουν, να αγαπήσουμε την αλήθεια περισσότερο από την ησυχία μας, να μην ακολουθήσουμε εκείνους που προσκυνούν τις εξουσίες του κόσμου, αλλά εκείνους που σταυρώθηκαν για την εκκλησία Του. Η Ορθοδοξία ζει όταν ο λαός της δεν υπακούει στους συμβιβασμένους, αλλά στον Χριστό, τον μόνο αληθινό ποιμένα.


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός - Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1979)



Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ)

Ο άγιος δίκαιος πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός


Στους καιρούς που ζούμε, όταν ακούγονται τόσοι ψευδείς λόγοι για τη λεγόμενη «ένωση των Εκκλησιών», όταν εξαπλώνεται και ενισχύεται το «οικουμενικό κίνημα», που προκαλεί τον ενθουσιασμό πολλών, και όταν συνέρχεται κατά διαστήματα στη νέα του «σύνοδο» η βατικανή «Οικουμενική Σύνοδος», είναι καιρός όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι Χριστιανοί να θυμηθούν ποια ήταν η γνώμη του προσφάτως δοξασμένου μεγάλου δικαίου και θαυματουργού μας, του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, για τον ρωμαιοκαθολικό παπισμό.

Να τι γράφει, για παράδειγμα, στα «Στοχασμοί περί της Εκκλησίας» (σελ. 13):

«Καμία ομολογία της χριστιανικής πίστεως, εκτός από την Ορθόδοξη, δεν μπορεί να οδηγήσει τον Χριστιανό στην τελειότητα της χριστιανικής ζωής ή στην αγιότητα και στον πλήρη καθαρισμό από τις αμαρτίες και στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες, οι μη ορθόδοξες, κατέχουν την αλήθεια μέσα στην αδικία (Ρωμ. 1,18), έχουν αναμείξει τη ματαιοφροσύνη και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν διαθέτουν τα θεοδώρητα μέσα καθαρισμού, αγιασμού, αναγέννησης και ανανέωσης, τα οποία κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία».

Η πείρα των αιώνων, δηλαδή η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών εκκλησιών, το απέδειξε και το αποδεικνύει με εντυπωσιακή σαφήνεια. Θυμηθείτε το πλήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, παλαιών και συγχρόνων – και την απουσία τους, μετά τον χωρισμό των εκκλησιών, στις άλλες, μη ορθόδοξες εκκλησίες: τη ρωμαιοκαθολική, τη λουθηρανική, την αγγλικανική.

Και ιδού οι συγκλονιστικές σκέψεις του αγίου δικαίου πατρός Ιωάννου, στραμμένες ακριβώς εναντίον των νεότερων «οικουμενικών» αποφάσεων της Βατικανής συνόδου:

«Υπάρχει πλήθος χωριστών χριστιανικών ομολογιών, με διαφορετική εξωτερική και εσωτερική διάρθρωση, με διαφορετικές γνώμες και διδασκαλίες, συχνά αντίθετες προς τη θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και τη διδασκαλία των αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Δεν μπορεί κανείς να τις θεωρεί όλες αληθινές και σωτήριες: η αδιαφορία στην πίστη ή η αναγνώριση κάθε πίστης ως εξίσου σωτήριας οδηγεί στην απιστία ή στην ψυχρότητα της πίστεως, στην αμέλεια για την τήρηση των κανόνων και των θεσμών της πίστεως, και στην ψυχρότητα των χριστιανών μεταξύ τους. “Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς ζήτησε να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι” (Λουκ. 22,31). Αυτός, ο σατανάς, το έκανε και το κάνει: δηλαδή προκάλεσε σχίσματα και αιρέσεις. Κράτα αυστηρά την Μία, Αληθινή Πίστη και την Εκκλησία: μία πίστις, έν βάπτισμα, είς Θεός και Πατήρ πάντων (Εφ. 4,5)» (σελ. 31).

Σε τι συνίσταται η απέραντη υπεροχή της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερέχει όλων των μη ορθόδοξων εκκλησιών, πρώτον, στην αλήθεια της, στην Ορθοδοξία της, που διατηρήθηκε και κατακτήθηκε με το αίμα των Αποστόλων, των Ιεραρχών, των Μαρτύρων, των Οσίων και όλων των Αγίων· δεύτερον, στο ότι οδηγεί με τον πιστότερο τρόπο στη σωτηρία (με ίσιο, ευθύ και ασφαλή δρόμο)· καθαρίζει, αγιάζει και ανανεώνει με την Ιεραρχία, τη Λατρεία, τα Μυστήρια και τις νηστείες· τρίτον, στο ότι καθοδηγεί άριστα στη μετάνοια, τη διόρθωση, την προσευχή, την ευχαριστία και τη δοξολογία. Πού υπάρχουν τέτοιες προσευχές, τέτοιες δοξολογίες και ευχαριστίες, τέτοια θαυμαστή λατρεία όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Πουθενά» (σελ. 38).

Ο άγιος Ιωάννης μιλά με ιδιαίτερη δύναμη για το παράλογο του θεμελιώδους λίθου της δογματικής του Παπισμού – το ψευδοδόγμα περί πρωτείου και αλαθήτου του πάπα ως «Αντιπροσώπου του Χριστού»:

«“Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28,20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του – γιατί λοιπόν χρειάζεται αντιπρόσωπος, ο Πάπας; Και μπορεί άραγε ένας αμαρτωλός άνθρωπος να είναι αντιπρόσωπος του Κυρίου; Δεν μπορεί. Αντιπρόσωπος βασιλέως ή πατριάρχη μπορεί να υπάρξει, αλλά αντιπρόσωπος του Κυρίου, του άναρχου Βασιλέως και Κεφαλής της Εκκλησίας, κανείς δεν μπορεί να είναι. Αληθώς. Οι καθολικοί πλανώνται. Φώτισέ τους, Κύριε, διότι παράλογα τα υποστηρίζουν αυτά και έχουν περιβληθεί με υπερηφάνεια σαν με περιδέραιο» (σελ. 43–44).

Από αυτό το ολέθριο ψευδοδόγμα, κατά τον άγιο Ιωάννη, πηγάζει όλο το κακό του Παπισμού:

«Το πιο βλαβερό πράγμα στον Χριστιανισμό, σε αυτή τη θεόπνευστη ουράνια θρησκεία, είναι η αρχηγία ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, όπως του Πάπα, και το υποτιθέμενο αλάθητό του. Ακριβώς στο δόγμα του αλάθητου βρίσκεται το μεγαλύτερο σφάλμα, διότι ο Πάπας είναι άνθρωπος αμαρτωλός, και αλίμονο αν φανταστεί για τον εαυτό του ότι είναι αλάθητος. Πόσα μέγιστα σφάλματα, καταστροφικά για τις ανθρώπινες ψυχές, επινόησε η καθολική, Παπική εκκλησία — στα δόγματα, στα έθιμα, στους ιερούς Κανόνες, στη λατρεία, στις θανατηφόρες και κακόβουλες σχέσεις των καθολικών προς τους Ορθοδόξους, στις βλασφημίες και τις συκοφαντίες κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις ύβρεις που απευθύνονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς! Και για όλα αυτά φταίει ο δήθεν αλάθητος Πάπας, η διδασκαλία του και των Ιησουιτών, το πνεύμα τους της ψευτιάς, της διπροσωπίας και κάθε άδικου μέσου ad majorem Dei gloriam (προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού)» (σελ. 44). 

«Είναι αναγκαίο να ανήκει κανείς στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδη, Ιησούς Χριστός. Το Βασίλειό Του είναι η Εκκλησία η στρατευομένη, που μάχεται “με τις αρχές και τις εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου”, με τα πνεύματα της κακίας στα επουράνια, τα οποία με τέχνη συγκροτούν ένα οργανωμένο βασίλειο και πολεμούν με εξαιρετική πείρα, με νου, με ακρίβεια και με δύναμη εναντίον όλων των ανθρώπων, έχοντας μελετήσει καλά τα πάθη και τις κλίσεις τους. Ένας άνθρωπος μόνος του εδώ δεν είναι πολεμιστής στο πεδίο· αλλά ούτε και μια μεγάλη κοινότητα, αν είναι μη ορθόδοξη και χωρίς Κεφαλή — τον Χριστό — μπορεί να κάνει κάτι απέναντι σε τέτοιους εχθρούς: πονηρούς, λεπτούς, που αγρυπνούν διαρκώς, και έχουν μάθει άριστα την “επιστήμη” του πολέμου τους. Στον Ορθόδοξο Χριστιανό χρειάζεται ισχυρή βοήθεια άνωθεν από τον Θεό και από τους αγίους πολεμιστές του Χριστού, που νίκησαν τους εχθρούς της σωτηρίας με τη δύναμη της χάριτος του Χριστού, και από την επίγεια Ορθόδοξη Εκκλησία, από ποιμένες και διδασκάλους, και έπειτα από την κοινή προσευχή και τα Μυστήρια. Να λοιπόν τί είδους βοηθός του ανθρώπου-Χριστιανού στον αγώνα με τους αόρατους και ορατούς εχθρούς είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία, με το έλεος του Θεού, ανήκουμε κι εμείς. Οι καθολικοί επινόησαν νέα κεφαλή, ταπεινώνοντας τη Μία Αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας — τον Χριστό· οι λουθηρανοί αποσχίστηκαν και έμειναν χωρίς Κεφαλή· και οι Αγγλικανοί το ίδιο: Εκκλησία δεν έχουν, ο δεσμός με την Κεφαλή έχει σπάσει, πανίσχυρη βοήθεια δεν υπάρχει, και ο Βελίαρ πολεμά με όλη του τη δύναμη και την πανουργία του και κρατά τους πάντες μέσα στη γοητεία της πλάνης του και στην απώλεια. Πλήθος είναι οι χαμένοι στην αθεΐα και στη διαφθορά» (σελ. 52).

Και ιδού τί αποτελεί — όπως βαθιά και εύστοχα επισημαίνει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης — την πρωταρχική αιτία του κακού στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό:

«Αιτία όλων των νοθειών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι η υπερηφάνεια και η αναγνώριση του Πάπα ως πραγματικής Κεφαλής της Εκκλησίας, και μάλιστα αλάθητης. Από εδώ προέρχεται όλη η καταπίεση της δυτικής εκκλησίας: καταπίεση της σκέψης και της πίστεως, στέρηση της αληθινής ελευθερίας στην πίστη και στη ζωή — σε όλα ο Πάπας έβαλε το βαρύ του χέρι· από εδώ προέρχονται τα ψεύτικα δόγματα· από εδώ η διπροσωπία και η πανουργία στη σκέψη, στον λόγο και στο έργο· από εδώ οι διάφοροι ψευδείς κανόνες και διατάξεις στην εξομολόγηση των αμαρτιών· από εδώ τα συγχωροχάρτια· από εδώ η παραχάραξη των δογμάτων· από εδώ η “κατασκευή” αγίων της δυτικής εκκλησίας και ανύπαρκτων λειψάνων, μη δοξασμένων από τον Θεό· από εδώ η αιχμαλωσία “εις υπακοήν” του νου στον Θεό (πρβλ. 2 Κορ. 10,5) και κάθε αντίσταση στον Θεό υπό το πρόσχημα της ευσεβείας και του ζήλου για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (σελ. 58). 

«Ο Πάπας και οι Παπικοί έφτασαν σε τέτοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτοεξύψωσης, ώστε επινόησαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατη Σοφία του Θεού, και άπλωσαν (με το πρόσχημα της “αναπτύξεως των δογμάτων”) την υπερηφάνειά τους ως το σημείο να διαστρέψουν μερικά από τα λόγια Του, τις εντολές και τις θεσπίσεις Του, που δεν πρέπει να αλλάζουν έως το τέλος του αιώνα· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο περί του Αγίου Πνεύματος, την εντολή περί του Ποτηρίου του πανάχραντου Αίματός Του, από το οποίο στέρησαν τους λαϊκούς, και μηδένισαν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “Όσες φορές τρώτε τον άρτο αυτό και πίνετε το ποτήριο αυτό, τον θάνατο του Κυρίου καταγγέλλετε, έως ότου έλθει” (1 Κορ. 11,26)· και αντί για ένζυμο άρτο χρησιμοποιούν στη λειτουργία άζυμα» (σελ. 59). 

Αυτή η υπερηφάνεια υπήρξε και η πηγή του απέραντου φανατισμού και του φονικού μίσους προς όλους τους ετερόδοξους, με τα οποία τόσο «δοξάστηκε» ο ρωμαιοκαθολικός Παπισμός κατά τη διάρκεια της ιστορίας:

«Το μίσος προς την Ορθοδοξία, ο φανατισμός και οι διωγμοί των Ορθοδόξων, οι φόνοι, διατρέχουν σαν κόκκινη κλωστή όλους τους αιώνες της ζωής του καθολικισμού. Από τους καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε. Είναι άραγε αυτό το πνεύμα που μας εντέλλεται ο Χριστός; Σε ποιους, αν όχι στους καθολικούς, στους λουθηρανούς και στους μεταρρυθμιστές, μπορεί κανείς πάντοτε να πει: “Δεν γνωρίζετε ποίου πνεύματος είστε” (Λουκ. 9,55)» (σελ. 58).

Να πού οδήγησε τους ρωμαιοκαθολικούς η αντικατάσταση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Χριστού, από τον Πάπα!

«Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, αλλά ο Πάπας· και οι καθολικοί ζηλοτυπούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό, πολεμούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό· και ο ζήλος τους για την πίστη μετατρέπεται πάντοτε σε φανατισμό παθιασμένο, μισάνθρωπο, λυσσασμένο — σε φανατισμό αίματος και ξίφους (πυρές), αδιαλλαξίας, διπροσωπίας, ψεύδους και πανουργίας» (σελ. 87). 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, κατά τη σκέψη του αγίου δικαίου Ιωάννου, ακόμη και η ίδια η λατρεία υπενθυμίζει διαρκώς την πνευματική μας ενότητα κάτω από την κοινή για όλους εμάς τους χριστιανούς Κεφαλή — τον Χριστό· κάτι που έχει διαρραγεί πλήρως τόσο στους ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους προτεστάντες, οι οποίοι παραμόρφωσαν την ίδια την έννοια της Εκκλησίας.

«Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία», λέγει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, «είτε οικιακή, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, στον πνευματικό οφθαλμό του Ορθοδόξου Χριστιανού παρουσιάζεται η σκέψη, η ιδέα ενός ενιαίου πνευματικού σώματος, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το θεμέλιο της αλήθειας, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός ο Θεός. Αυτή η Εκκλησία του Χριστού, ή το πνευματικό Σώμα του Χριστού, αποτελείται από τρία μέρη: το ουράνιο, το επίγειο και το καταχθόνιο· γι’ αυτό η αγία επίγεια Εκκλησία (ή το επίγειο μέρος) μεσιτεύει καθημερινά ενώπιον της Κεφαλής της για τη συγχώρηση των αμαρτιών των κεκοιμημένων εν πίστει και μετανοία και για την εγκατάστασή τους στη Βασιλεία των Ουρανών, και καλεί ως μεσίτες της μεσιτείας της τα μέλη της Εκκλησίας των Ουρανών και την ίδια την αρχηγό της νοητής εκκλησιαστικής παιδαγωγίας — τη Μητέρα του Θεού, ώστε με τις προσευχές τους ο Κύριος να καλύψει τις αμαρτίες τους και να μη τους στερήσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Σε εμάς, που ζούμε στη γη και είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Θεού, είναι εξαιρετικά παρηγορητικό και ενισχυτικό να πιστεύουμε πάντοτε, να γνωρίζουμε και να ελπίζουμε ότι η πνευματική μας Μητέρα, η αγία Εκκλησία, αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα, προσεύχεται και για εμάς· ότι πάντοτε βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της χάριτος του ίδιου του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, του Προδρόμου και όλων των Αγίων. Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Πάπας, άνθρωπος επιρρεπής σε σφάλματα (αν και εσφαλμένα ανακηρύχθηκε αλάθητος), και ως τέτοιος επέτρεψε πλήθος σφαλμάτων στην Εκκλησία του Χριστού, και το απέδειξε με τα ίδια του τα έργα· παραμόρφωσε και την ίδια την έννοια της Εκκλησίας του Θεού και έδεσε την πνευματική ελευθερία και τη συνείδηση των καθολικών χριστιανών, υποβάλλοντας ταυτόχρονα σε άδικη συκοφαντία και εχθρότητα εκ μέρους των καθολικών την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τον στύλο και το θεμέλιο της αλήθειας. Στους προτεστάντες — τους Γερμανούς και τους Άγγλους — έχει εντελώς διαστραφεί η έννοια της Εκκλησίας, διότι δεν έχουν τη χάρη της κανονικής ιεροσύνης, δεν έχουν μυστήρια, εκτός από το Βάπτισμα και (το σπουδαιότερο) τη θεία κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού· δεν έχουν το ουράνιο μέρος — την Εκκλησία των Ουρανών: δεν αναγνωρίζουν τους αγίους· ούτε έχουν το καταχθόνιο μέρος — δεν αναγνωρίζουν τους κεκοιμημένους και δεν προσεύχονται γι’ αυτούς, θεωρώντας το περιττό. Δόξα στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Δόξα στον Χριστό τον Θεό — την Αγιοτάτη Κεφαλή, τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας του Θεού στη γη! Δόξα στον Θεό εν Τριάδι, διότι δεν πέσαμε στη βλασφημία κατά του Θεού, δεν αναγνωρίσαμε και δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας έναν αμαρτωλό άνθρωπο!» (σελ. 65–66). 

Να πώς έβλεπε ο άγιος δίκαιος Ιωάννης όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική μας αγία Ορθόδοξη Εκκλησία:

«Ευχαριστώ τον Κύριο, ο Οποίος άκουσε και ακούει τις προσευχές μου, όταν αντικρίζω την πανσωτήρια και φοβερή Θυσία (το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), για τα μεγάλα εκείνα σύνολα ανθρώπων που έχουν πλανηθεί στην πίστη, τα οποία ονομάζονται χριστιανικά, αλλά στην ουσία είναι αποστατικά: το καθολικό, το λουθηρανικό, το αγγλικανικό και άλλα» (σελ. 59). 

«Τι δείχνει η ακολουθία της μεταστροφής από διάφορες πίστεις και ομολογίες και της προσχώρησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Δείχνει την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης των ψευδών πίστεων και ομολογιών, της άρνησης των πλανών, της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως και της μετάνοιας για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, καθώς και της υπόσχεσης προς τον Θεό να φυλάσσει και να ομολογεί σταθερά την άμωμη πίστη, να αποφεύγει τις αμαρτίες και να ζει εν αρετή» (σελ. 57). 

Να λοιπόν η σαφής και κατηγορηματική καταδίκη από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης του τόσο «μοντέρνου» σήμερα Οικουμενισμού, που έχει ήδη καταλάβει όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες· να ο ισχυρός και αποφασιστικός λόγος προς όλους τους «οικουμενιστές», που προπαγανδίζουν, με το πρόσχημα μιας δήθεν «χριστιανικής αγάπης», την ισοτιμία και την ισοδυναμία όλων των πίστεων και ομολογιών!

Στο τέλος είναι αναγκαίο να αναφέρουμε, ως ζωντανή και παραστατική εικονογράφηση των λόγων του αγίου δικαίου πατρός μας Ιωάννου της Κρονστάνδης περί του «πνεύματος του ψεύδους» στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό, το πώς οι ρωμαιοκαθολικοί πάστορες στις δυτικές μας επαρχίες διέδιδαν με ιδιαίτερο ζήλο τη συκοφαντία εναντίον του αγίου δικαίου Ιωάννου, ότι δήθεν είχε περάσει στον καθολικισμό και γι’ αυτό είχε δοξαστεί τόσο για τη διορατικότητά του και τα θαύματά του. Αυτή η συκοφαντία, παρά όλη την παραλογότητά της, επαναλήφθηκε και αργότερα. Το έτος 1932, στην πόλη Βίλνα, στο ιησουιτικό περιοδικό «Προς την ένωση», κάποιος πάστορας Σεμιάτσκι δεν ντράπηκε να δημοσιεύσει τις ακόλουθες γραμμές:
«Ο π. Ιωάννης της Κρονστάνδης επιτελούσε πολλά θαύματα όσο ήταν καθολικός· αλλά μόλις αποκήρυξε τον καθολικισμό, η δύναμη της θαυματουργίας τον εγκατέλειψε».

Να πώς απαντά σε αυτή τη φανταστική ανυπόστατη ιστορία ο ίδιος ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, στον λόγο που εκφώνησε στην πόλη Βιτέμπσκ, στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στις 7 Απριλίου 1906:

«Επιθύμησα πολύ, αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, να συνομιλήσω μαζί σας εδώ, στην πόλη και στον ναό σας, προς δόξαν Θεού και της αγίας, αμώμου πίστεώς μας και της Εκκλησίας μας, και προς στερέωσή σας στον σωτήριο δρόμο. Γιατί ήθελα με ιδιαίτερη επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σας; Να γιατί. Ζώντας και διακονώντας στην Κρονστάνδη ως ιερέας εδώ και πενήντα ένα ήδη χρόνια, τον τελευταίο καιρό λάμβανα πολλά γράμματα από τη δυτική πολωνική περιοχή, ιδιαίτερα από τις επαρχίες Γκρόντνο και Βίλνα, γραμμένα, θα έλεγε κανείς, με αιματηρά δάκρυα, με πικρές καταγγελίες κατά των καθολικών πατέρων και των συνεργών τους, των καθολικών λαϊκών, για τους διωγμούς που ασκούν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και για τον εξαναγκασμό τους, με κάθε είδους βίαια μέσα, να περάσουν στον καθολικισμό· και μάλιστα οι πατέρες, χωρίς καμία συστολή συνείδησης, με συκοφαντούσαν λέγοντας ότι δήθεν εγώ πέρασα στην καθολική πίστη, και ότι ακόμη και ο ίδιος ο τσάρος, τάχα, έγινε καθολικός και διατάζει όλους να δεχθούν την καθολική πίστη. Με τέτοια αναισχυντία συκοφαντώντας εμένα και τον τσάρο, οι καθολικοί ανάγκασαν πολλούς Ορθόδοξους χωρικούς να δεχθούν τον καθολικισμό και τους επέβαλαν μια ξένη πίστη. Είναι αυτό άραγε το πνεύμα του Χριστού; Δεν αποδεικνύουν μήπως οι πατέρες με τον τρόπο των πράξεών τους ότι η καθολική πίστη δεν έχει μέσα της ζωτική δύναμη, ικανή να υποτάξει τον νου, την καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου σε ελεύθερη αποδοχή της, και ότι οι οπαδοί της δελεάζουν τους ορθοφρονούντες ανθρώπους μόνο με τη βία και την απάτη; Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί! Γνωρίζετε τη σταθερή παραμονή και διακονία μου στην Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πενήντα χρόνια· γνωρίζετε ίσως και τον διαρκή μου ζήλο για την ορθή πίστη· γνωρίζετε τα πολυάριθμα συγγράμματά μου προς δόξαν Θεού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα πολυάριθμα σημεία της δυνάμεως του Θεού, που φανερώθηκαν όχι μόνο σε Ορθόδοξους Χριστιανούς, αλλά και σε καθολικούς και λουθηρανούς, ακόμη και σε Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, όταν αυτοί προσέφευγαν με πίστη στη μεσιτεία των προσευχών μου. Γι’ αυτά μαρτυρούν οι εφημερίδες και οι αληθείς, αξιόπιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Και εγώ ο ίδιος μαρτυρώ σήμερα ενώπιον όλων σας και ενώπιον του Παντεπόπτη Θεού ότι και μέχρι σήμερα δεν έχουν εκλείψει ανάμεσά μας τα θαύματα των θεραπειών. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι νεκρή πίστη, όπως συκοφαντούν οι καθολικοί; Δεν μαρτυρεί άραγε αδιάκοπα τη ζωτικότητά της και τη σωτηριώδη δύναμή της, τη θεαρεστότητά της; Δεν θέλω να επικαλεστώ ως μάρτυρα κάθε καθολικής αδικίας την αμερόληπτη χιλιετή ιστορία· είναι αρκετά γνωστή σε ολόκληρο τον μορφωμένο κόσμο. Ακόμη είναι νωπή η μνήμη της άτυχης ένωσης του 17ου αιώνα στη Ρωσία μας· νωπή είναι η μνήμη του φανατικού μίσους με το οποίο οι καθολικοί κατέστρεφαν τους ορθόδοξους ναούς στις δυτικές περιοχές· είναι γνωστές όλες οι φρικτές ύβρεις και προσβολές με τις οποίες δυσφημιζόταν η Ορθόδοξη Πίστη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι δυστυχισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τώρα αναβιώνουν πάλι οι καιροί της Ουνίας. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν στους καθολικούς έχει δοθεί πλήρης ελευθερία — ελευθερία, βέβαια, όχι για να διώκουν την Ορθοδοξία και τους Ορθοδόξους, αλλά για ειρηνική, αδελφική συμβίωση με τους ορθόδοξους συμπολίτες τους. Στην αρχή ανέφερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για την Εκκλησία ως Σώμα του Ιησού Χριστού και για τον Χριστό ως Κεφαλή της Εκκλησίας, «…η οποία είναι το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί» (Εφ. 1,23). Εμείς πιστεύουμε ακλόνητα σε αυτή τη μία Κεφαλή της Εκκλησίας και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε άλλη, ορατή και δήθεν αλάθητη κεφαλή, διότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο κυρίους. Μας αρκεί απολύτως η μία Κεφαλή, η πανδίκαιη, η παντογνώστρια, η παντοδύναμη, η τα πάντα πληρούσα (το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί). Αυτή η Κεφαλή μας κυβερνά, μας προστατεύει και μας ενισχύει στην πίστη διά του Αγίου Πνεύματος, ιερουργεί, φωτίζει, σώζει και οδηγεί στην τελείωση. Και αν θέλετε να δείτε τα ένδοξα και θεοφίλητα καρποφορήματα της ορθόδοξης πίστης μας, τότε θα υποδείξουμε στους εχθρούς μας το πλήθος των ουρανίων αετών που ανυψώθηκαν από τη γη μας προς τον ουρανό, έως το ίδιο το Ήλιο της Δικαιοσύνης· όλους τους Αγίους μας, παλαιούς και νέους, που δοξάστηκαν με ισάγγελη ζωή, με την αφθαρσία των λειψάνων και με αναρίθμητα θαύματα. Στο τέλος θα πω ότι η αλήθεια της πίστης μας βρίσκεται μέσα στην ίδια την πίστη, στο ίδιο της το είναι· μέσα της είναι το «ναι» και μέσα της είναι το ίδιο το «αμήν». Και ολοκληρώνω τον λόγο μου με τον λόγο: αμήν». 

Για όλους όσοι τιμούν με ευλάβεια τον νεοφανή μεγάλο άγιο του Θεού, τον άγιο δίκαιο πατέρα μας Ιωάννη της Κρονστάνδης, οι παραπάνω μαρτυρίες του είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, ιδίως επειδή η αλήθεια και η πειστικότητά τους επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή και από την αμερόληπτη ιστορία. Ποια εμπιστοσύνη μπορούμε λοιπόν να έχουμε σε έναν ρωμαιοκαθολικό Παπισμό θεμελιωμένο στο ψεύδος και διαποτισμένο εξ ολοκλήρου από το ψεύδος, όσο δεν αποκηρύσσει αποφασιστικά και δημόσια το ολέθριο ψέμα του και τις καταστροφικές για τις ανθρώπινες ψυχές πλάνες που αυτό γέννησε; Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει μαζί του και καμία κοινωνία, διότι «ποια κοινωνία έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; ή ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι;» (2 Κορ. 6,14). Ο μόνος σωστός δρόμος στη δόλια εποχή μας, γεμάτη από κάθε είδους ψεύδος και απάτη, είναι ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο ίδιος ο μεγάλος μας δίκαιος:

«Να αγωνίζεσαι εναντίον κάθε κακού, να το σβήνεις αμέσως, να πολεμάς με τα όπλα που σου έδωσε ο Θεός: την Αγία Πίστη, τη θεία σοφία και δικαιοσύνη, την προσευχή, την ευσέβεια, τον σταυρό, το θάρρος, την αφοσίωση και την πιστότητα!» (Από ομιλία του αγίου δικαίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, 30 Αυγούστου 1906)

📌 Τίτλος πρωτότυπου κειμένου:
Архиеп. Аверкий (Таушев). Св. прав. о. Иоанн Кронштадтский и Римско-католический папизм.

Πηγή:
 https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/01/1979.html