† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

ΝΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙΣ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ ΣΑΝ ΝΑ ΤΗΝ ΕΧΕΙΣ ΕΡΩΤΕΥΘΕΙ (Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)


Πῶς, λοιπόν, ἀφοῦ ἁπαλλαγοῦμεν ἀπὸ τὸν καταστρεπτικὸν ὄγκον τῆς ὑπερηφανείας, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σωτήριον ταπεινοφροσύνη;

Ἐὰν ἀσκούμεθα εἰς αὐτὴν μὲ ὅλα τὰ μέσα καὶ δὲν παραμελοῦμεν τίποτε μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι παρὰ ταῦτα δὲν θὰ βλαβοῦμεν.

Διότι ἡ ψυχὴ ὁμοιώνεται πρὸς αὐτὰ ποὺ σπουδάζει καὶ λαμβάνει τὸν τύπον αὐτῶν ποὺ πράττει καὶ συμμορφώνεται πρὸς αὐτά.

Ἂς εἶναι εἰς σὲ καὶ ἡ ἐμφάνισις καὶ τὸ ἔνδυμα καὶ τὸ περπάτημα καὶ τὸ κάθισμα καὶ ἡ δίαιτα καὶ ἡ ἑτοιμασία τοῦ κρεβατιοῦ καὶ τὸ σπίτι καὶ τὰ οἰκιακὰ σκεύη ὅλα ἐξησκημένα πρὸς τὴν ταπείνωσιν.

Ἀκόμη καὶ ὁ λόγος καὶ τὸ ἄσμα καὶ ἡ συναστροφὴ μὲ τὸν πλησίον καὶ αὐτὰ νὰ ἀποβλέπουν πρὸς τὴν ταπεινοφροσύνην μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὴν ὑπερηφάνειαν.

Νὰ μή, παρακαλῶ, κάμνης λόγους σοφιστικούς, μήτε νὰ ψάλλης μὲ ὑπερβολικὰ γλυκείαν φωνήν, μήτε νὰ διαλέγεσαι ὑπερήφανα καὶ ἀλαζονικά, ἀλλὰ εἰς ὅλα νὰ περικόπτης ἀπὸ τὸ μέγεθος.

Νὰ εἶσαι καλὸς πρὸς τὸν φίλον, μαλακὸς εἰς τὸν ὑπηρέτην, ἀνεξίκακος πρὸς τοὺς θρασεῖς, φιλάνθρωπος πρὸς τοὺς πτωχούς.

Νὰ παρηγορῆς τοὺς πάσχοντας, νὰ ἐπισκέπτεσαι αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται εἰς θλίψιν· νὰ μὴ περιφρονῆς κανένα ποτέ.

Νὰ εἶσαι γλυκὺς εἰς τᾶς συνομιλίας, φαιδρὸς εἰς τᾶς ἀπαντήσεις, πρόθυμος, εὐκοπλησίαστος εἰς ὅλους.

Νὰ μὴν κάμνης ἐγκώμια τοῦ ἑαυτοῦ σου, οὔτε νὰ παρακινῆς ἄλλους νὰ λέγουν· νὰ μὴ δέχεσαι ἀπρεπὴ λόγια καὶ νὰ σκεπάζης ὅσα εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὰ προτερήματά σου.

Νὰ κατηγορῆς τὸν ἑαυτόν σου διὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ νὰ μὴ περιμένεις τοὺς ἐλέγχους τῶν ἄλλων, διὰ νὰ γίνης ὅμοιος πρὸς τὸν δίκαιον ὁ ὁποῖος πρῶτος αὐτὸς κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του, διὰ νὰ ὁμοιάσης τὸν Ἰώβ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπέφυγε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων τῆς πόλεως, προκειμένου νὰ ἐξομολογηθῆ εἰς αὐτοὺς τὸ ἁμάρτημά του.

Νὰ μὴν εἶσαι αὐστηρὸς εἰς τᾶς ἐπιτιμήσεις καὶ νὰ ἐλέγχης γρήγορα καὶ μὲ ἐμπάθειαν (διότι αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια)· μήτε νὰ καταδικάζης τὸν ἄλλο διὰ μικρὰ σφάλματα, ὡσὰν ὁ ἴδιος νὰ εἶσαι ἀκριβοδίκαιος.

Νὰ περιμαζεύης αὐτοὺς ποὺ πέφτουν εἰς παραπτώματα καὶ νὰ τοὺς διορθώνης πνευματικά, ὅπως συμβουλεύη καὶ ὁ ἀπόστολος, λέγων· «νὰ προσέχης τὸν ἑαυτόν σου μήπως καὶ σὺ πέσης εἰς πειρασμόν».

Καὶ ὅταν φροντίζης τόσον διὰ νὰ μὴν δοξάζεσαι ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ὅσον ἄλλοι φροντίζουν διὰ νὰ δοξάζωνται, νὰ ἐνθυμῆσαι βέβαια τὸν Χριστόν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἀκούσιος δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ διάπραξις τοῦ καλοῦ διὰ νὰ φανῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους ζημιώνουν τὸν μισθὸν ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι αὐτοί, λέγει, «ἔχουν πάρει τὸν μισθό τους».

Νὰ μὴ ζημιώνης λοιπὸν τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ θέλης νὰ φαίνεσαι εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι μέγας θεατής, νὰ φιλοδοξήσης νὰ φαίνεσαι εἰς τὸν Θεόν. Διότι αὐτὸς ἀποδίδει λαμπρὸν μισθόν.

Ἔχεις καταξιωθῆ μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς προεδρίας καὶ σὲ περιβάλλουν πολλοὶ ἄνθρωποι καὶ σὲ δοξάζουν; Νὰ ἐξισωθῆς μὲ τοὺς ὑπηκόους· «νὰ μὴ κυριαρχῆτε, λέγει, ἐπάνω εἰς αὐτοὺς πού σᾶς ἔλαχε νὰ ποιμαίνετε» οὔτε νὰ ἐξουσιάζετε, ὅπως οἱ κοσμικοὶ ἄρχοντες.

Διότι ὁ Κύριος διέταξε· «αὐτὸς ποὺ θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ εἶναι δοῦλος ὅλων».

Καὶ διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν γενικά, ἔτσι νὰ ἐπιδιώκης τὴν ταπεινοφροσύνην, ὡσὰν νὰ τὴν ἔχης ἐρωτευθῆ. «Νὰ τὴν ἀγαπήσης καὶ αὐτὴ θὰ σὲ δοξάση».

Ἔτσι θὰ βαδίσης σωστὰ πρὸς τὴν ἀληθινὴν δόξαν, τὴν ἀγγελικήν, τὴν θείαν.

Ὁ Θεὸς θὰ σὲ ὁμολογήση ὡς πραγματικὸν μαθητὴν του ἐμπρὸς εἰς τοὺς ἀγγέλους καὶ θὰ σὲ δοξάση, ἐὰν μιμηθῆς εἰς τὴν ταπεινοφροσύνη αὐτόν, ποὺ λέγει· «μάθετε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι εἶμαι πράος καὶ ταπεινὸς κατὰ τὴν καρδίαν καὶ θὰ εὔρητε ἀνάπαυσιν εἰς τᾶς ψυχᾶς σας».

Εἰς αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα καὶ δύναμις εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

  


Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΟΤΑΝ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

  

ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΟΤΑΝ Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ

   Ο Μέγας Βασίλειος, ένας από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας, υπήρξε μια μορφή που ταλαιπωρήθηκε σφοδρά από τον σωματικό πόνο σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Τα κείμενά του δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για τη σωματική του κατάσταση: «Επειδή μοι κατά φύσιν ην το νοσείν» (επειδή μου ήταν φυσικό να είμαι άρρωστος), ομολογούσε. Οι ασθένειες διαδέχονταν η μία την άλλη, και ο ίδιος περιέγραφε την αδυναμία του με συγκινητική ειλικρίνεια: «Ασθένειαι εξ ασθενειών διαδέχονται ημάς».

Πυρετοί που τον λιώνουν, πόνοι που του στερούν τον ύπνο, διαρκής αδυναμία που τον κάνει πιο «λεπτότερον από ένα ιστόν αράχνης». Αναγκάζεται να μένει κλεισμένος στο δωμάτιό του, ενώ επιθυμεί να ταξιδέψει και να εργαστεί για την Εκκλησία. Η ψυχή του θέλει να πετάξει, αλλά το σώμα του «έχει καταφαγωθή από χρονίαν νόσον, μέχρι σημείου ώστε να μη μπορώ να σηκωθώ από την κλίνην».

Η κατάστασή του φτάνει στο σημείο που οι γιατροί δεν μπορούν να τον βοηθήσουν, και ο ίδιος νιώθει ότι βρίσκεται «εις τα μεθόρια ζωής και θανάτου». Σε ένα συγκλονιστικό απόσπασμα προς τον φίλο του Ευσέβιο, αναφέρει ότι, αφού ανάρρωσε από μια σοβαρή κρίση, ένιωσε «πολύ στενοχωρημένος δια την επάνοδον, σκεπτόμενος εις ποία κακά ξαναέρχομαι».

Παρ’ όλες αυτές τις αφόρητες δυσκολίες, ο Μέγας Βασίλειος δεν εκφράζει ποτέ παράπονο. Δεν θέτει το ερώτημα «Γιατί;» στον Θεό. Η στάση του είναι βαθιά αποδοχή και υπομονή όπου αντί να θεωρεί την αρρώστια σαν τιμωρία, την βλέπει ως ευλογία και μέσο παιδαγωγίας. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι πληγές στο σώμα του επιφέρονται «από τον ευεργετούντα ημάς Κύριον». Η ασθένεια γίνεται για εκείνον ένα μονοπάτι προς την πνευματική κάθαρση.

Το ερώτημα «Γιατί;» προς τον Θεό, όταν αναβλύζει από τον πόνο μας, είναι η σπαρακτική κραυγή μιας ψυχής που νιώθει απελπισμένη. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη λογική καταρρέει μπροστά στο ανεξήγητο. Σε αυτή τη φράση δεν κρύβεται μόνο η πνευματική αδυναμία μας, αλλά και ένας σπόρος αμφισβήτησης, μια υπόγεια απιστία και η αμφιβολία ότι ο Θεός, αυτός ο πανάγαθος και παντοδύναμος Πατέρας, επιτρέπει τον πόνο για το δικό μας καλό. Κάποιοι ίσως νιώθουν το ίδιο συναίσθημα που έκανε τον Άγιο Σωφρόνιο, μετά από μήνες ασταμάτητου θρήνου, να φωνάξει «Θεέ, Είσαι αδυσώπητος…». Είναι η στιγμή που αναρωτιόμαστε, «Πού είναι λοιπόν η πρόνοια που απλώνεται μέχρι και τα πιο ταπεινά πράγματα;» και η ψυχή μας, με δίψα, ζητά να συναντήσει τον Θεό για να του πει: «Γιατί κρύβεσαι από μένα;».

Το Γιατί; είναι ένα τείχος που υψώνουμε μεταξύ μας και του Θεού, μια άρνηση να Τον εμπιστευτούμε ακόμα και σε αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια της ζωής μας. Αντί να πούμε «Θεέ μου, εμπιστεύομαι το σχέδιό Σου, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνω», ρωτάμε με πικρία «Γιατί εγώ; Γιατί τώρα;». Ο Άγιος Βασίλειος, με την πλήρη αποδοχή του, μας δείχνει ότι η αληθινή πίστη δεν έχει ανάγκη από ερωτήσεις και απαντήσεις. Απλώς εμπιστεύεται. Και αυτή η εμπιστοσύνη είναι που μεταμορφώνει τον πόνο σε πνευματική νίκη, σε σωτηρία.

Ο Μέγας Βασίλειος αποδέχεται την ασθένεια ως φυσική κατάσταση του αμαρτωλού σώματος, ως μια «μάστιγα του Κυρίου» που επιτείνει τον πόνο «κατά την αξίαν μας». Η βιοτή του Αγίου αποδεικνύει ότι, ακόμα και όταν το σώμα φτάνει στα όριά του, η ψυχή μπορεί να παραμείνει ισχυρή. Μέσα στον πόνο και την αδυναμία, ο Μέγας Βασίλειος δεν έπαψε να γράφει, να διδάσκει και να ποιμαίνει την Εκκλησία. Η υγεία του ήταν «η μοναδική δικαιολογία» για την απουσία του, αλλά ακόμα και τότε, με τα τελευταία υπολείμματα της δύναμής του, έστελνε επιστολές, καθοδηγώντας και στηρίζοντας τους πιστούς. Το παράδειγμά του μας διδάσκει ότι η πίστη μας πρέπει να είναι «αλώβητη» και να μην κλονίζεται από τις δυσκολίες. Η ασθένεια μπορεί να μας στερήσει τη σωματική ευεξία, αλλά δεν μπορεί να μας πάρει την ελπίδα.

Η απάντηση στο ερώτημα του πόνου δεν βρίσκεται στο «Γιατί;», αλλά στο «Γιατί όχι;», γιατί η δοκιμασία είναι μια ευκαιρία για πνευματική πρόοδο. Ο Μέγας Βασίλειος, αν και με «συνηθισμένην εις την αρρώστειαν» κατάσταση, δεν έχασε ποτέ την ελπίδα του, παραμένοντας ένα λαμπερό παράδειγμα πίστης και εγκαρτέρησης μέχρι το τέλος της ζωής του.

Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2024

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΤΟΜΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 2024 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Ὀκτὼ ἡμέρες μετὰ τὴν Θεία Ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Περιτομῆς Αὐτοῦ, ὁπόταν καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖο Ἄγγελος Κυρίου διεμήνυσε στὸν Δίκαιο Ἰωσήφ· «Ἰησοῦς». Ποιό ἄλλο ὄνομα θὰ ταίριαζε καλύτερα σὲ Ἐκεῖνον ποὺ ἔγινε Ἄνθρωπος γιὰ νὰ «σώσει τὸν λαὸν Αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀνομιῶν αὐτοῦ», γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὰ δόλια τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ, γιὰ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὸν ἕως τότε παμφάγο Ἅδη; Κανένα ἄλλο. Καὶ αὐτό, διότι «Ἰησοῦς» σημαίνει «Σωτήρας». 

               Ἡ περιτομὴ τῆς ἀκροβυστίας ἀποτελοῦσε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ δοσμένη στὸν Πατριάρχη Ἀβραάμ. Μέσῳ αὐτῆς, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραὰμ θὰ μετεῖχαν στὴν Θεία Διαθήκη καὶ δι’ αὐτῆς θὰ ξεχώριζε ὁ ἰουδαϊκὸς λαὸς ἀπὸ ἀλλοφύλους. Ἔτσι, ὁ Κύριός μας, ὡς ἀπόγονος -ἀνθρωπίνως- τοῦ Πατριάρχη Ἀβραάμ, καταδέχθηκε «σαρκὸς τὴν περιτομήν», ἀφενὸς γιὰ εἶναι ἀποδεκτὸς ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους ὅταν μετὰ τὴν Βάπτισή Του θὰ κήρυττε στὶς συναγωγές τους, ἀφετέρου γιὰ  ἀποδείξει ὅτι δὲν ἦλθε νὰ καταλύσει τὸν Νόμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσει. Καὶ ἀφοῦ τὸν ὁλοκλήρωσε, τὸν μεταμόρφωσε.Ἔχοντας τὴν ἐξουσία ὡς Θεός, ἔδωσε ἕνα τέλος σὲ ὅσα στοιχεῖα τοῦ Νόμου δὲν ἦταν παρὰ σκιὲς καὶ τύποι ποὺ συμβόλιζαν κάτι ἀνώτερο, δίνοντας βαρύτητα ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο σὲ αὐτὸ τὸ ἀνώτερο. Στὴν περίπτωση τῆς περιτομῆς ποιό εἶναι αὐτό; Λέμε στὸ ἀπολυτίκιο: «καὶ νόμον ἐκπληρών, περιτομὴν θελήσει καταδέχῃ σαρκικήν, ὅπως παύσῃς τὰ σκιώδη καὶ περιέλῃς τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν ἡμῶν». Δηλαδή: «ἐκπληρώνοντας τὸν νόμο, καταδέχεσαι μὲ τὴν θέλησή Σου τὴν περιτομὴ τῆς σάρκας, γιὰ νὰ δώσεις τέλος στὶς σκιὲς καὶ νὰ ἀφαιρέσεις τὸ κάλυμμα τῶν παθῶν μας». Γιὰ νὰ σωθοῦμε, αὐτὸ μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ κάνουμε: ὄχι νὰ ἀφαιρέσουμε κάποιο σημεῖο τοῦ σώματός μας, ἀλλὰ νὰ βγάλουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ πάθη, τὶς ἁμαρτίες, τὶς κακὲς ἐπιθυμίες, τὰ ἐλαττώματα καὶ ὅσα μᾶς κρατοῦν σὲ ἀπόσταση ἀπὸ Ἐκεῖνον. 

               Πρῶτος τρόπος γιὰ νὰ καθαρισθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὶς ὅποιες ἁμαρτίες του καὶ νὰ ἀναλάβει τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἀσφαλῶς αὐτὸ ποὺ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔλαβε τὴν θέση τῆς περιτομῆς καὶ ἐπικράτησε ἐπ΄ αὐτῆς: τὸ Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.

               Πολὺ σύντομα ἐντὸς τῆς ἑβδομάδας θὰ δοῦμε τὸν Πρόδρομο Ἰωάννη νὰ διδάσκει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ ποὺ στὸ πρόσωπό του ἔβλεπαν τὸν Μεσσία, λέγοντας: «Δὲν εἶμαι ἐγώ ὁ Μεσσίας, ἀλλὰ ἔρχεται ὁ Ἰσχυρότερός μου. Ἐγὼ σᾶς βαπτίζω μὲ νερό μόνο. Ἐκεῖνος, ὅμως, θὰ σᾶς βαπτίσει με Ἅγιο Πνεῦμα καὶ φωτιά».

               Τὸ νερὸ μέσα στὸ ὁποῖο βαπτίζεται ὁ κάθε νεοφώτιστος Χριστιανὸς εἶναι πλημμυρισμένο ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ αὐτὸ καὶ τὸ Βάπτισμα ἀξίως καὶ δικαίως ἐπικράτησε ἔναντι τῆς περιτομῆς. Μὲ τὴν τριπλὴ κατάδυση ἐντὸς τοῦ ἁγιασμένου ὕδατος, πεθαίνει ὁ παλαιός μας ἑαυτός, «συνθαπτόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ εἰς τὸν θάνατον, ὥστε ὅπως ἀναστήθηκε ὁ Χριστός, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ἀναστηθοῦμε μαζί Του». Τὸ Ἅγιο Βάπτισμα δὲν ἀποτελεῖ ἕναν σκιώδη τύπο, ὅπως ἡ περιτομή, ἀλλὰ τὸ λουτρὸ τῆς πνευματικῆς μας παλιγγενεσίας, δίχως τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει σωτηρία κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεὶς σωθήσεται· ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται». 

               Ὅταν βγαίνουμε ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς Κολυμβήθρας, εἴμαστε πιὰ Ἅγιοι, καθὼς «ἐνδυθήκαμε τὸν Χριστό». Ἔχουμε ἀποβάλει τὶς ἁμαρτίες μας καὶ πορευόμαστε πρὸς τὴν αἰώνια ζωή, σύμφωνα μὲ τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἄν, ὅμως, στὴν πορεία, ἁμαρτίες καὶ πάθη συγκεντρωθοῦν ξανὰ μέσα μας, τότε ὁ Θεὸς ὡς Πολυεύσπλαχνος μᾶς δίνει τὴν εὐκαιρία ξανὰ καὶ ξανὰ νὰ καθαριζόμαστε καὶ νὰ ἀφαιροῦμε τὰ ὅποια σφάλματά μας μὲ τὴν μετάνοια, μέσα ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Μέσα ἀπὸ τὸ στάδιο τῆς μετανοίας, ἐπιτυγχάνουμε τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνη ἀρεστὴ στὸν Θεὸ περιτομή, τὴν περιτομὴ τῆς σκληροκαρδίας μας. Δὲν προσδοκοῦμε ἀπὸ μία τυπικὴ πράξη νὰ φέρει τὴν ἀλλαγή, ἀλλὰ προκαλοῦμε τὴν ἀλλαγὴ μὲ τὴν προσπάθειά μας καὶ μὲ τὴν συνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. 

               Ὅλος ὁ κόσμος τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἀνταλλάσσει εὐχὲς γιὰ καλὴ χρονιά. Αὐτὸ βέβαια εἶναι εὔλογο καὶ ἐπιθυμητὸ καὶ ὁπωσδήποτε μᾶς βρίσκει σύμφωνους, ὥστε καὶ ἐμεῖς μὲ χαρὰ νὰ εὐχόμαστε «καλὴ χρόνια». Μὴν πιστέψουμε ὅμως ὅτι τὸ νὰ προβοῦμε σὲ αὐτὴ τὴν τυπικὴ πράξη τοῦ νὰ εὐχηθοῦμε, ἀρκεῖ γιὰ νὰ ἀλλάξει τὰ πράγματα στὸ καλύτερο. Ὅλα τὰ πράγματα καὶ ἰδιαίτερα ἡ νέα χρονιά, θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο ἂν καταβάλουμε προσωπικὸ κόπο νὰ ἀλλάξουμε τοὺς ἑαυτούς μας πρὸς τὸ καλύτερο. 

               Δὲν μπορῶ νὰ κλείσω αὐτὸ τὸ μήνυμα δίχως νὰ ἀναφερθῶ καὶ στὸν σήμερα τιμώμενο Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας, τὸν Μέγα Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπό Καισαρείας. Ὁ σπουδαῖος αὐτὸς Ἱεράρχης τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος πολὺ σωστὰ ἔχει χαρακτηρισθεῖ ὡς «τὸ λιοντάρι τοῦ Χριστοῦ», εἶναι ὁ ἐκ τῶν πλέον λαοφιλέστερων Ἁγίων, δεδομένου ὅτι εἶναι συνυφασμένος μὲ τὰ παραδοσιακὰ κάλαντα τῆς Πρωτοχρονιὰς ποὺ μάθαμε ἀπὸ παιδιά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀγαπητὴ σὲ ὅλους μας παράδοση τῆς «Βασιλόπιτας». Κὶ ὅμως, ὁ Ἅγιος Βασίλειος τὶς τελευταῖες δεκαετίες ἔχει «παρεξηγηθεῖ» ἀπὸ πολλούς, διότι χάριν της ἐμπορικότητος καὶ τῆς κατανάλωσης, παρουσιάζεται ἀπὸ τὰ μέσα ὡς ἕνας εὐτραφὴς καὶ ἀσπρογένης παπποὺς μὲ κόκκινα ροῦχα, ὁ ὁποῖος δίνει δῶρα τὰ Χριστούγεννα, ταξιδεύοντας μὲ ἕνα ἕλκυθρο. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔχει δημιουργήσει στὰ παιδιά μας μία διαστρεβλωμένη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος ὅπως γνωρίζουμε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία καὶ τὸν Συναξαριστή, ἦταν λεπτότατος ἐξαιτίας τῆς σκληρῆς ἀσκήσεως, μαυρογένης καθόσον κοιμήθηκε στὴν ἡλικία τῶν 49 ἐτῶν ἀπὸ βαριὰ ἀρρώστια, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀγωνία του γιὰ τὴν διάσωση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐπιγραμματικά, θὰ ἀναφέρω ὅτι ἦταν ἀπὸ τοὺς πιὸ μορφωμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε κάθε ἐπαγγελματικὴ προοπτικὴ γιὰ νὰ ἀσπαστεῖ τὴν Μοναχικὴ Πολιτεία. Διέπρεψε ὡς Μοναχὸς καὶ ἀξιώθηκε τῆς Ἀρχιερωσύνης, τὴν ὁποία διακόνησε μὲ καθαρὴ συνείδηση. Ὑπερμάχησε στὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ ἀρειανισμοῦ καὶ ὑπέστη θλίψεις πολλές. Τὰ πολλὰ προβλήματα ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ ἀσκήσει τὴν φιλανθρωπία, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διαθέσει ὅλη του τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἵδρυση τῆς Βασιλειάδας, ἑνὸς κέντρου μὲ σημαντικὰ εὐαγῆ ἱδρύματα. Ὑπῆρξε πολυγραφότατος καὶ ἕνα ἐκ τῶν ἔργων του εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία, τὴν ὁποία τελέσαμε σήμερα ἀλλὰ καὶ ἄλλες ἐννέα ἡμέρες τὸν χρόνο. 

               Ἕνας ἐπαρκὴς λόγος γιὰ τὸν Ἅγιο Βασίλειο θὰ χρειαζόταν πολλὲς ὥρες. Κάτι, ὅμως, ποὺ πιστεύω ὅτι ἀξίζει νὰ προστεθεῖ εἶναι μία ἀναφορὰ στὴν οἰκογένειά του, μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἐπιτυχημένες οἰκογένειας στὴν παγκόσμια ἱστορία. Γονεῖς τοῦ ὑπῆρξαν οἱ Ἅγιοι Βασίλειος καὶ Ἐμμέλεια. Ἀδέρφια του, μεταξὺ ἄλλων, ὑπῆρξαν οἱ Ἅγιοι: Μακρίνα, Γρηγόριος, Πέτρος, Ναυκράτιος καὶ  Θεοσέβεια. Οἱ γονεῖς τοῦ Ἁγίου μας εἶχαν πιάσει τὸ νόημα τῆς ζωῆς καὶ ἀγωνίσθηκαν νὰ ἀναθρέψουν Ἅγίους, πολίτες τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, καὶ ὄχι ἀνθρώπους προσκολλημένους στὴν ματαιότητα τῆς ἐπίγειας ζωῆς. 

               Εἴθε ὁ σαρκὶ περιτμηθεὶς Χριστός, μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, νὰ ἐνισχύει τὸν καθένα μας στὸν ἀγώνα του, νὰ φωτίζει τὰ νέα ζευγάρια ποὺ δημιουργοῦν οἰκογένεια καὶ νὰ προστατέψει τὸν εὐλογημένο θεσμὸ τῆς οἰκογένειας ποὺ τόσο ἔντονα βάλλεται στὶς ἡμέρες μας. Νὰ προσεύχεστε! 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Πέμπτη 11 Ιανουαρίου 2024

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ (Ἃγιος Βασίλειος ὁ Μέγας)



Ο Μακάριος και ο Ιωάννης υπέφεραν πολύ· τους καταδίωκε ο Ιουλιανός ο Παραβάτης* (361-363 μ.Χ.) για την Πίστη τους· και από ό,τι αναφέρει ο Μ. Βασίλειος για να τους στηρίξει, και το αυτοκρατορικό περιβάλλον – «οι κρατούντες» ανώτεροι υπάλληλοι – και οι δικοί τους – «οι γνώριμοι», ίσως οικογενειακοί – πρόσθεταν τις απειλές τους και τις κολακείες τους.

Ο Μέγας Βασίλειος θέλοντας να τονώσει το ηθικό τους, αντιπαραβάλλει τους κόπους που έχουν οι γήινες επιδιώξεις με τις θλίψεις, που ο πιστός Χριστιανός σηκώνει χάριν του Χριστού. Και το πιο ισχυρό αντίβαρο, η συμμαχία στον αγώνα του Κυρίου Ιησού· και η βασιλεία των ουρανών, που είναι το τέρμα των κόπων και των πόνων μας.

Αυτή η μεταφυσική διάσταση της επιστολής είναι για τους δύσκολους καιρούς, όπου αποθρασύνονται οι εχθροί της Πίστεως, η πνοή της αισιοδοξίας για την τελική νίκη της Αληθείας και για τη βράβευση των αγωνιστών της.

Σαν το Μακάριο και τον Ιωάννη της 18ης επιστολής του Μ. Βασιλείου πολλοί σήμερα αγωνίζονται, διώκονται και βασανίζονται· είναι αυτοί που έχουν τη χάρη να βαστάζουν μέσα στην ψυχή τους την υπόθεση του Χριστού και στη δική μας εποχή.

Μ. Βασιλείου
Επιστολή 18η
Μακαρίῳ και Ιωάννῃ

Δεν ξαφνιάζουν οι γεωργικοί κόποι τους γεωργούς, ούτε είναι απροσδόκητη η θαλασσινή φουρτούνα για τους ναύτες, όπως και ο ιδρώτας δεν παραξενεύει τους εργάτες κατά το καλοκαίρι· έτσι δεν είναι εκτός προγράμματος και η θλίψη της παρούσας ζωής, για εκείνους που διάλεξαν τη ζωή της ευσεβείας. Αλλά στο καθένα επάγγελμα από αυτά που αναφέρθηκαν έχει συνταιριαχθεί ανάλογος κόπος που μας είναι γνωστός· αυτοί δε που μετέχουν στο επάγγελμα, τον αναδέχονται τον πόνο αυτό, όχι βέβαια γιατί τους αρέσει να κοπιάζουν, αλλά διότι περιμένουν να απολαύσουν τα αγαθά που εκείνα – τα επαγγέλματα – αποδίδουν. Διότι οι ελπίδες που συγκρατούν και συναρμόζουν ολόκληρο τον βίο των ανθρώπων γλυκαίνουν και παρηγορούν τη δυσκολία που έχει το καθένα επάγγελμα.

Και άλλοι μεν από αυτούς που κοπιάζουν για τους καρπούς της γης ή για άλλα γήινα αγαθά, έχασαν παντελώς τις ελπίδες τους και απόλαυσαν τα αγαθά που περίμεναν μονάχα με τη φαντασία τους· αλλά και άλλοι εις τους οποίους συνέβη να αποβούν τα αποτελέσματα κατά την επιθυμία τους, αναγκάσθηκαν και αυτοί να ελπίσουν και μια δεύτερη φορά, αφού η πρώτη τους ελπίδα γρήγορα έφυγε και μαράθηκε.

Μονάχα σ’ αυτούς που καταπονούνται χάριν της ευσεβείας δεν εξαφάνισε τις ελπίδες το ψεύδος, ούτε το αποτέλεσμα κατάστρεψε τους αγώνες και τα βραβεία τους, εφόσον αυτούς τους παραλαμβάνει μόνιμη και ασφαλής η βασιλεία των ουρανών.

Να μη σας ταράζει λοιπόν καμιά συκοφαντία, μήτε φοβέρα των κρατούντων να σας τρομάζει· ούτε και να σας λυπεί ειρωνεία και ύβρις των γνωστών σας ανθρώπων· ούτε κρίση δυσμενής από εκείνους, που προσποιούνται ότι σας νοιάζονται κρύβοντας τις δόλιες προθέσεις τους κάτω από συμβουλές· τίποτε να μη σας τρομάζει εφόσον μαζί σας συναγωνίζεται ο λόγος (το δόγμα) της αληθείας. Αντιμέτωπος όλων αυτών ας μάχεται ο ορθός λογισμός και ας παρακαλεί να του γίνει σύμμαχος ο Διδάσκαλος της ευσεβείας, ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, χάριν του οποίου είναι γλυκύ πράγμα να πάσχει κανείς και το να πεθάνει είναι κέρδος.

* Κατά μιαν άλλη άποψη, τους καταδίωκαν οι Αρειανοί επί του αιρετικού Αυτοκράτορα Ουάλεντος (364-378 μ.Χ.)