† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Γ.Ο.Χ.ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ Γ.Ο.Χ.ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1827-1831(Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

Kapodostrias Shmaia copy

DSC 2693


Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου στὴν μνήμη τοῦ μακαρίου Ἰωάννου Καποδίστρια Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος (1827-1831) Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου 1831 - Κυριακὴ 27 Σεπτεμβρίου 2021


Ἀ
γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

   Οἱ βασικὲς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς ποὺ καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο δοχεῖο τὴς Χάριτος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ φρόνηση, ἡ σωφροσύνη, ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ δικαιοσύνη. Τὶς ἀρετὲς αὐτὲς ἔφερε πάνω του ἐκεῖνος ποὺ πρὶν ἀπὸ 190 ἀκριβῶς χρόνια ἔπεσε θῦμα τῆς ἀνθρώπινης ἐμπάθειας. Πρόκειται γιὰ ἑναν ἀπὸ τοὺς Μεγαλύτερους Ἕλληνες, τὸν Κυβερνήτη μας, τὸν Άγιο τῆς πολιτικῆς, Ἰωάννη Καποδίστρια. 

   Μὲ βαθειὰ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης καὶ καθήκοντος, ἀποφασίσαμε νὰ τελεσθεῖ Τρισάγιο ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του καῖ νὰ ἐκφωνηθεῖ ἡ παρούσα ὁμιλία σὲ ὅλες τῆς ἐνορίες τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως μας. Ἰδίως στὴν ἐπέτειο τῶν 200 ἐτῶν ἀπὸ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία, αὐτὴ ἡ πράξη εἶναι τὸ λιγότερο ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ κάνουμε γιὰ ἐκεῖνον. Μπορεῖ νὰ μὴν συμμετεῖχε στο πεδίο τῆς μάχης τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἀγώνα, ἀλλὰ ἡ Ἐπανάσταση, ποὺ φέτος τιμοῦμε ἰδιαιτέρως, κατέστη δυνατὴ χάρη στὶς διπλωματικὲς μάχες ποὺ ἔδωσε στὴν Εὐρώπη, ὅπου ἀγωνίσθηκε μὲ ἀξιοθαύμαστη αὐτοθυσία. Ἀν δὲν ἦταν ἐκεῖνος, ἴσως ἀκόμη νὰ κινδυνεύαμε νὰ κάνουμε τὸν Σταυρό μας.

  Ἐπειδὴ εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον κάποιος νὰ σκιαγραφήσει ἐπαρκῶς τὸν πλοῦτο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ ἔργου του, θὰ ἀρκεσθῶ μόνο σὲ ὁρισμένα σημεῖα.

   Ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας τῶν ἀριστοκρατῶν Ἀντωνίου καὶ Ἀδαμαντίας γεννήθηκε στὴν Κέρκυρα τὸ 1776 καὶ ἦταν τὸ ἕκτο ἀπὸ τὰ δέκα παιδιὰ τῆς οἰκογένειας. Οἱ γονεῖς του, εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεοι, φρόντισαν νὰ διδάξουν στὸν Ἰωάννη καὶ στὰ ὑπόλοιπα τέκνα τους τὴν εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἔμπρακτη ἀγάπη πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Ἡ ὀρθόδοξη αὐτὴ ἀνατροφή του, σὲ συνδυασμὸ μὲ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔζησε στὰ 16 του, ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο γιὰ ὅλη τὴν μετέπειτα πορεία του. 

   Στὴν Ἰταλία σπούδασε Ἰατρικὴ καὶ Νομικὴ, ἐνῶ ἀμέσως μετὰ ἐπέστρεψε στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του καὶ ἔκανε βίωμα τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ του στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀσθενῶν. Ὄχι μόνο ἄσκησε δωρεὰν τὸ ἐπάγγελμα του, ἀλλά ἐπίσης ἔβαζε χρήματα κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι τῶν ἀσθενῶν γιὰ νὰ ἀγοράσουν τὰ φάρμακα τους, ἀνταποκρινόμενος στὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου: «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου». Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει φανερὰ ἐλεημοσύνη, διότι ὅπως ὁ ἵδιος εἶπε κάποτε στὸν πατέρα του: «ὁ Θεὸς δὲν ἀναπαύεται στὴν ματαιοδοξία».

   Ἡ πολιτικὴ σταδιοδρομία του ἄρχισε τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1801, ὄταν ὡς ἐπίτροπος τοῦ κράτους τῶν Ἑπτανήσων κλήθηκε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν τάξη στὴν Κεφαλλονιά. Ἡ πρώτη του ἀποστολὴ στέφθηκε μὲ ἐπιτυχία καὶ ἔδειξε σὲ ὅλους ὅτι ὁ Ἰωάννης εἶναι ἕνας πολλὰ ὑποσχόμενος νέος. Λίγα χρόνια ἀργότερα, τέλη του 1806, ὅταν ὁ Ἀλὴ Πασάς θὰ εἰσέβαλλε στὴν Λευκάδα, ὁ Ἰωάννης στάλθηκε γιὰ νὰ ὀργανώσει τὴν ἄμυνα τοῦ νησιοῦ. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὺτὸ κάλεσε πολλοὺς ὀπλαρχηγοὺς ἀπὸ τὴν τουρκοκρατούμενη Ἑλλάδα, ὀργάνωσε τὸν στρατό, καὶ παράλληλα ἐφάρμοσε τὴν κατασκευὴ ὀχυρωματικῶν ἔργων. Στὰ ἔργα αὐτὰ δούλεψε σκληρὰ καὶ ὁ ἴδιος, σκάβοντας στὰ χαρακώματα. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δράσης τοῦ τριαντάχρονου πολιτικοῦ ἦταν διπλό∙ ἀφενός ὁ Ἀλὴ Πασὰς δὲν τόλμησε νὰ εἰσβάλει στὸ νησί, ἀφετέρου, οἱ ὀπλαρχηγοὶ ἀντάμωσαν καὶ ἑνώθηκαν ὑπὸ τὸ σύνθημα «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος». Μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ Ἀλὴ Πασὰ, ὁ Ἰωάννης εἶπε μὲ ταπείνωση στοὺς συνέλληνες του: «ἡ πατρίς θὰ μᾶς χρειαστεῖ ὅλους γιὰ ἕναν πολὺ σοβαρώτερο σκοπό». Οὐσιαστικὰ, ὁ Καποδίστριας εἶχε θέσει τὶς βάσεις γιὰ τὴν ἐπιτυχημένη ἐπανάσταση ποὺ θὰ ἀκολουθοῦσε 14 χρόνια ἀργότερα, το 1821.

   Ἡ πολιτικὴ δράση τοῦ Ἰωάννη δὲν διέφυγε τῆς προσοχῆς τοῦ Τσάρου Ἀλεξάνδρου τοῦ Α΄, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε νὰ ἐργαστεῖ ὡς διπλωμάτης στὸ τμήμα τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Ρωσίας. Ἡ διορατικότητα καὶ ἡ συνέπεια του ὤθησαν τὸν Τσάρο νὰ ἀναθέσει στὸν Καποδίστρια τὴν ὀργάνωση τοῦ διαμελισμένου κράτους τῆς Ἐλβετίας, τὸ ὁποῖο ἔπραξε μὲ ἀπόλυτη ἐπιτυχία. Ὡς ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἐλβετία μέχρι σήμερα εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πλουσιώτερα καὶ πιὸ καλὰ ὀργανωμένα  κράτη στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο ἐξακολουθεῖ νὰ τιμᾶ τὸν ἄνδρα ποὺ συνέβαλε καθοριστικὰ στὴν ἀνεξαρτησία της καὶ στὴ διαμόρφωση τοῦ συντάγματος τοῦ νέου τότε κράτους. 

   Μετὰ τὴν ἤττα τοῦ Ναπολέοντα, πραγματοποιήθηκε τὸ συνέδριο τῆς Βιέννης τὰ ἔτη 1814-1815. Ἐκεὶ ὁ Καποδίστριας, ὡς σύμβουλος τοῦ ὑπουργοῦ ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας ἐπέδειξε τόση σύνεση, εὐφυία καὶ τόλμη, ὥστε νὰ διορισθεῖ ἀπὸ τὸν Τσάρο ἀντιπρόσωπος τῆς Ρωσίας στὴν ἐπιτροπὴ τῶν πέντε, ἡ ὁποία οὐσιαστικὰ ἀποφάσιζε τὶς τύχες τῆς Εὐρώπης. Ὁ Ἕλληνας Καποδίστριας κράτησε στὰ χέρια του τὸ μέλλον τῆς Εὐρώπης! 

   Ὡστόσο, παρὰ τὸ μεγάλο ἀξίωμα, παρέμεινε ταπεινός καὶ δίκαιος. Ἀπό τὴν νέα θέση του ἔσωσε τὰ γερμανικὰ κρατίδια ἀπὸ τὸν διαμοιρασμό τους στὶς Μεγάλες Δυνάμεις, συμβάλλοντας στὴν δημιουργία τῆς Γερμανικῆς Συμπολιτείας. Ἐπίσης, ἴδρυσε τὴν Φιλόμουσο Ἐταιρεία, ἕνα φιλελληνικό κίνημα μὲ σκοπὸ νὰ φωτίσει τὴν κοινὴ γνώμη γιὰ τὰ δεινὰ ποὺ ὑπέφεραν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸν Ὁθωμανὸ Τύραννο καὶ νὰ προσφέρει τὰ μέγιστα στὴν παιδεία τῶν Ἑλληνοπαίδων μέσα ἀπό ὑποτροφίες γιὰ σπουδές στὰ πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης. Νὰ σημειωθεῖ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιὰ ποὺ σπούδασε μὲ χρήματα του Καποδίστρια στὸ Παρίσι, ἴδρυσε λίγα χρόνια ἀργότερα ἐφημερίδα μὲ σκοπὸ τὴν ἀνατροπὴ του.

   Στὸ Συνέδριο τοῦ Παρισιοῦ ὁ Ἕλληνας διπλωμάτης ἔσωσε τὸ κράτος τῆς Γαλλίας ἀπὸ τὸν διαμοιρασμό στὶς Μεγάλες Δυνάμεις, ἐνῶ στὴν ἐπιθυμία τοῦ Γάλλου Βασιλιᾶ νὰ δίνει πάγιο μισθὸ στὸν Ἰωάννη μέχρι τὸν θάνατο του, ὁ ἀφιλάργυρος Ἰωάννης ἀρνήθηκε καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ στέλνει κάθε χρόνο δύο ἀντίτυπα ἀπό τὰ ἐκδιδόμενα βιβλία τῆς Γαλλίας στὴν βιβλιοθήκη τῆς Κέρκυρας γιὰ νὰ μορφώνονται οἱ νέοι. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Συνεδρίου ὁ Τσάρος διόρισε τὸν Ἰωάννη ὑπουργό ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας. Ἡ πρώτη ἐπιτυχία ποὺ σημείωσε ἀπὸ τὴν νέα του θέση ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων ὑπό τὴν προστασία τῆς Ἀγγλίας.

   Τὸ 1821 ἐξαιτίας τεσσάρων ἐξεγέρσεων ποὺ εἴχαν ἐκδηλωθεῖ σὲ διάφορες χῶρες τῆς Εὐρώπης, οἱ Μεγάλες Δυνάμεις συνεδρίασαν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ φλέγον ζήτημα ποὺ ἀπειλοῦσε τὴν ἀκεραιότητα τους. Παράλληλα, ὅμως, ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης κήρυξε τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση στὴν Μολδοβλαχία. Τὸ γεγονός συντάραξε τὶς Μεγάλες Δυνάμεις μὲ τὸν Καγκελάριο τῆς Αὐστρίας καὶ ὁρκισμένο μισέλληνα Μέττερνιχ νὰ ὑποστηρίζει ὅτι πρέπει νὰ καταπνιγεῖ ἐπειγόντως ἡ ἐπανάσταση τῶν Ἑλλήνων, ἔλκοντας με τὸ μέρος του τὸν Τσάρο Ἀλέξανδρο. Μετὰ τὴ σφαγὴ Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινούπολης, ὁ Καποδίστριας κατορθώνει, τελικὰ, νὰ σώσει τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση.

   Ἕνα χρόνο ἀργότερα, παραιτεῖται ἀπὸ τὴν θέση τοῦ ὑπουργοῦ καὶ καταφεύγει στὴ Λωζάννη, ὅπου διαμένει σὲ μία εὐτελέστατη κατοικία δύο δωματίων ζώντας ὡς κοσμοκαλόγερος. Ἀπὸ τὴ Λωζάννη ξεκίνησε δυναμικὸ ἀγώνα νὰ συγκινήσει τοὺς Εὐρωπαίους διανοούμενους γιὰ τὸ Ἑλληνικό ζήτημα. Ἔγινε ζητιάνος σὲ αὐτούς γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὸν ἀγώνα. Εἶχε ὅμως κάθε δικαίωμα νὰ τὸ κάνει, διότι πρῶτος αὐτὸς διέθεσε ὅλη του τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδος.

   Ἡ Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας τὸν Μάρτιο τοῦ 1827 κλήθηκε νὰ ἐκλέξει Κυβερνήτη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ ἔλαβε τὸν λόγο καὶ εἴπε: «θὰ καλέσουμε τὸν σπουδαιότερο Ἕλληνα ποὺ ὑπάρχει, τὸν Ἰωάννη Καποδίστρια». Ὅλοι ἀνεξαιρέτως, ἀκόμη καὶ ὅσοι ζήλευαν τὸν Ἰωάννη, παραδέχθηκαν ὅτι αὐτὴ ἦταν ἡ καλύτερη ἐπιλογή.

   Ὁ Ἰωάννης ἔρχεται στὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ ἀναλάβει τὴν δυσκολώτερη ἀποστολὴ τῆς ζωῆς του, τὴν ὀργάνωση τοῦ ἀνύπαρκτου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Στὴν ἐπίσημη δοξολογία γιὰ τὴν ἀνάληψη τῆς νέας θέσης του, ἀρνεῖται νὰ καθίσει στὸν στολισμένο θρόνο, προτιμώντας νὰ παρακολουθήσει σεμνὰ καὶ προσευχητικὰ τὴν τελετή.

 Σχετικὰ μὲ τὸν μισθὸ του, τὰ λόγια του εἶναι ἀπόλυτα: 

«ἐφ´ ὅσον τὰ ἰδιαίτερα εἰσοδήματά μου ἀρκοῦν διὰ νὰ ζήσω, ὰρνοῦμαι νὰ ἐγγίσω μέχρι καὶ τοῦ ὀβολού τὰ δημόσια χρήματα, ἐνῶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ μέσον ἐρειπίων καὶ ἀνθρώπων βυθισμένων εἰς ἐσχάτην πενίαν». 

   Δὲν λάμβανε μισθό ὁ Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος. Ἔδωσε τὰ πάντα γιὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἤθελε τὸ ἴδιο νὰ κάνουν καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοί, γεγονός ὅμως ποὺ τοῦ ἐπιφύλασσε τὴν μεγαλύτερη ἀπογοήτευση. Οἱ ἐκλεκτοὶ συνεργάτες του ἤταν ὅλοι ἄμισθοι. Ὄταν ἀντιλαμβανόταν ὅτι κάποιος εἶχε ἰδιοτέλεια, τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ θέσεις εὐθύνης, διότι θεωροῦσε ἀνήθικο νὰ παίζει κανεὶς μὲ τὸν πόνο τοῦ λαοῦ. Εἶχε γράψει ἄλλωστε ὅτι «ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ μου ἔσκιζε τὴν καρδιά μου».

   Εἶναι ἀσύλληπτο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθοεργιῶν ποὺ μέσα σὲ τρισήμισυ χρόνια ἐπέδειξε ὁ Κυβερνήτης στὴν Μητέρα Ἑλλάδα. Σὰν νὰ γνώριζε ὅτι θὰ φύγει καὶ ἔπρεπε νὰ δράσει βιαστικά γιὰ νὰ θεμελιώσει τὸ νέο κράτος...

   Ὁ Καποδίστριας ἔχτισε δημοτικὰ σχολεῖα καὶ σχολεῖα γιὰ δασκάλους, ἴδρυσε τὴν στρατιωτικὴ σχολὴ Εὐελπίδων γιὰ νὰ διασφαλίσει τὴν ἀσφάλεια τῆς πατρίδας, ἴδρυσε γεωργικὴ σχολὴ στὴν Τίρυνθα, ἴδρυσε ὀρφανοτροφεῖο, ἐργάσθηκε γιὰ τὴν  αὔξηση τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδας, ἔκοψε δικό του νόμισμα καὶ ἔκανε πολλὰ ἀκόμη ποὺ ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἀναλυθοῦν. 

   Ἡ ἀνιδιοτέλεια του καὶ ἡ συγκέντρωση τῶν ἐξουσιῶν στὰ χέρια του γιὰ λίγα χρόνια, μὰ πάνω ἀπ' ὅλα ἡ ἐπιθυμία του νὰ ἀναστήσει ἕνα κράτος δικαίου κίνησαν θύελλα ἀντιδράσεων ἀπὸ ἄνδρες ἐμπαθεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατούσαν νὰ κοιτάξουν πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὴν ἰδιοτέλεια τους. Ἐκείνοι ἤθελαν τὴν ἐξουσία γιὰ νὰ ἰκανοποιήσουν τὴν ματαιοδοξία τους. Ὁ Καποδίστριας ὅμως, δὲν ἦταν τέτοιος. Βρισκόμενος στὸ ἀπόγειο τῆς ἀνθρώπινης δόξας ὡς ὑπουργός τοῦ Τσάρου, τοῦ προσφέρθηκαν πλούτη, χλιδή καὶ ὁτιδήποτε ἄλλο θὰ ἐπιθυμοῦσε ἡ πλειοψηφία τῶν ἀριστοκρατῶν τῆς ἐποχῆς του, γιὰ νὰ τὸν ἐλκύσουν στὸ σαθρό τρόπο ζωῆς τους. Ἐκεῖνος, ὅμως, προτίμησε νᾶ παραμείνει ἔντιμος καὶ νὰ ἐργάζεται ἀπὸ τὴν περίοπτη θέση του γιὰ τὰ δίκαια τοῦ ὑπόδουλου Γένους μας. Ἕνας Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς δροῦσε στὶς αὐλὲς τῆς Εὐρώπης δίχως νᾶ ντρέπεται γιὰ τὴν ταυτότητα του, γιὰ τὸν τόπο του, γιὰ τὴν πίστη του. Ἀντίθετα, ἀπὸ αὺτὰ ἀντλοῦσε τὴν δύναμη νὰ παραμένει ἀγνός καὶ ἀκέραιος. Ὁποιαδήποτε ὁμιλία γιὰ τὸν Μεγάλο Ἕλληνα δὲν μπορεῖ νὰ μὴν περιλαμβάνει τὴν ὁμολογία τοῦ θανάσιμου ἐχθροῦ του, τοῦ Μέττερνιχ ὅτι: «Ὁ μόνος ἀντίπαλος ποὺ δύσκολα ἠττᾶται εἶναι ὁ ἀπόλυτα ἔντιμος ἄνθρωπος, καὶ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος είναι ο Καποδίστριας»! 

   Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ ὅλες τὶς ἰδεολογίες ποὺ δέσποζαν στὴν Εὐρώπη. Ἐκεῖνος, ὅμως, προτίμησε νὰ ζεῖ ὡς κοσμοκαλόγερος, σύμφωνα με τὸν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς, διότι μόνο αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν αἰωνιότητα. Στὸ ἀπόγειο τῆς ἀνθρώπινης δόξας ἐκεῖνος σκεφτόταν τὸν θάνατο. Ἦταν συμφιλιωμένος μὲ αὐτόν.

   Κυριακὴ 20 Σεπτεμβρίου 1831. Ὁ Αὐγουστίνος Καποδίστριας ἐμποδίζει τὸν ἀδερφό του νὰ πάει στὴν Ἐκκλησία, διότι οἱ πάντες γνώριζαν ὅτι τὸν Κυβερνήτη θὰ τὸν σκοτώσουν. Ἐκεῖνος πείθεται. Τὴν ἐπόμενη Κυριακὴ, ὡστόσο, 27 Σεπτεμβρίου 1831, δὲν μπορεῖ νὰ ἀπουσιάσει ξανά. Φεύγει γιὰ τὴν Ἐκκλησία πρὶν χαράξει, «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγήν». Δὲν ἔκανε προεκλογικὸ ἀγώνα. Πῆγε στὴν Ἐκκλησία μὲ σκοπὸ να διαβάσει -ὅπως συνήθιζε- τὸν Ἐξάψαλμο καὶ νὰ κοινωνήσει. Δὲν πρόλαβε ὅμως. Στὸν δρόμο συναντᾶ τοὺς μέλλοντες φονεῖς του. Τοὺς χαιρετᾶ. Ἐκείνοι γρήγορα κατευθύνονται πρὸς τὴν Ἐκκλησία. Ἔξω ἀπὸ τὴ θύρα διαπράττουν τὸ μοιραῖο. Ὁ Κυβερνήτης ποὺ ἀγαπήθηκε ἀπὸ τὸν λαὸ ὅσο κανείς ἄλλος, «τὸ εὐγενέστερο πλάσμα τῆς Γῆς, δὲν ὑπάρχει πιά» (Ρωξάνδρα). «Ὁ κακοῦργος ὅστις ἐδολοφόνησε τὸν Καποδίστρια, ἐδολοφόνησε τὴν πατρίδα του» (Ἐϋνάρδος).
   «Φθόνος γὰρ οὐ προτιμᾶ τὸ συμφέρον»... πόσο διαφορετικὴ θὰ ἦταν ἡ πατρίδα μας καὶ ὅλη ἡ Εὐρώπη ἄν ὁ φθόνος δὲν ὀδηγοῦσε στὸν φόνο.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

   Κάθε κοινωνία, καὶ ἰδιαίτερα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ κοινωνία χρειάζεται στὸ τιμόνι της ἕναν ἀληθινό Κυβερνήτη μὲ πίστη στὸν Θεό. Δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας. Μὲ φιλοπατρία. Μὲ παρρησία. Μὲ ἐντιμότητα ἡ ὁποῖα τὸν καθιστὰ ἰσχυρό. Μὲ δικαιοσύνη. Μὲ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μὲ ἀνιδιοτέλεια. Μὲ σωφροσύνη. Μὲ διορατικότητα. Μὲ μνήμη θανάτου. Μὲ θυσιαστικὸ πνεῦμα. Μὲ ἐπιμονή στὸ στόχο. Μὲ εὐθύνη ἀπέναντι στὸ καθήκον. Μὲ ταπείνωση. Κάθε κοινωνία χρειάζεται ἕναν Καποδίστρια. Κὶ ἄν τὸν ἀποκτήσει, πρέπει νὰ τὸν φυλάξει καλά, καὶ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ ἐργαστεῖ ὅπως ἐκεῖνος ξέρει γιὰ τὸ κοινὸ καλό. Ἡ Ἐλβετία, τουλάχιστον, αὐτὸ ἔκανε.

   Μέσα στὴν ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη γιὰ ἕναν ἄξιο Κυβερνήτη, δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦμε ὅτι «κατὰ τὸν λαὸ καὶ οἱ ἄρχοντες». Δὲν πρέπει νὰ τὰ περιμένουμε ὅλα ἀπὸ ἕναν Καποδίστρια. Πρώτοι ἑμεῖς ὀφείλουμε νὰ μιμηθοῦμε τὴν ἁγία βιοτή του καὶ ἄν τὸ καταφέρουμε, ὁ Θεὸς θὰ ἀναστήσει γιὰ τὴν πατρίδα μας πολλοὺς Καποδίστριες.

   Εἴθε ἡ μνήμη του νὰ εἶναι αἰωνία καὶ ἀπὸ ἐκεὶ ποὺ ἀναπαύεται, πλάι στοὺς Ἁγίους, νὰ πρεσβεύει γιὰ τὸ ἔθνος ποὺ ἀγάπησε καὶ γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχυσε τὸ αἶμα του.

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Ὁ Ἱερὸς Παῦλος μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἀκόμη καὶ ἂν μιλᾶμε τὶς γλῶσσες τῶν Ἀγγέλων, καὶ ἂν ἔχουμε τόση πίστη ὥστε νὰ μετακινοῦμε βουνά, καὶ ἂν ἀκόμη παραδώσουμε τὰ σώματά μας στὴ φωτιὰ γιὰ τὴν πίστη, ἀλλὰ δὲν ἔχουμε ἀγάπη, καθόλου δὲν ὠφελούμαστε. 

            Γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης, ὁ Θεὸς Πατέρας ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο. Γιὰ χάρη τῆς ἴδιας, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καταδέχθηκε νὰ ὑψωθεῖ στὸν Σταυρὸ γιὰ νὰ λυτρώσει ἐμᾶς, ποὺ μὲ τὴν θέλησή μας παρακούσαμε τὴν ἐντολή Του, ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο.

            Ἐφόσον, λοιπόν, τόσο ἀγάπησε ὁ Θεὸς ὅλους ἐμᾶς, ἔτσι κὶ ἐμεῖς ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀγαποῦμε τὸν Θεὸ καὶ τοὺς συνανθρώπους μας. Αὐτὸ τονίζει σήμερα ὁ Δεσπότης Χριστὸς στὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς ΙΕ΄ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου. 

            Βλέπουμε κάποιον διδάσκαλο τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου νὰ πλησιάζει τὸν Κύριο καὶ νὰ Τὸν ρωτᾶ: «ποιά ἐντολὴ εἶναι μεγάλη στὸν νόμο;». Ὡς διδάσκαλος, ἀσφαλῶς καὶ γνώριζε τὴν ἀπάντηση. Ὡστόσο, ἤθελε νὰ πειράξει τὸν Κύριο. Ἤθελε νὰ ἀκούσει μία λανθασμένη ἀπάντηση, γιὰ νὰ ἔχει νὰ Τὸν κατηγορεῖ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς οἱ ὁποῖοι καλοπροαίρετα ἄκουγαν τὸν Κύριό μας νὰ κηρύττει, ὑπῆρχαν πολλοὶ τέτοιοι ὑποκριτές, δῆθεν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὶς ἡμέρες μας ὑπάρχει τὸ γένος αὐτό, ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὸ στόμα τους μόνο γιὰ νὰ ἐπιτεθοῦν λεκτικὰ σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος ἔκανε ἕνα λάθος, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος ἔχει κάνει χίλια καλά. Τόσο «ἐνδιαφέρονται» γιὰ τὸ σωστό, ποὺ ἀντὶ νὰ ἐπιστήσουν διακριτικὰ τὸ σφάλμα, σπεύδουν νὰ τὸ διακηρύξουν «ἐν ἐκκλησίᾳ μεγάλῃ». Ἔτσι καὶ ὁ νομικός. Δυστυχῶς γιὰ ἐκεῖνον, ὅμως, συνομιλοῦσε μὲ τὸν Θεάνθρωπο, ὁ Ὁποῖος δὲν πέφτει σὲ παγίδες. 

            Ὁ Κύριος ἀπάντησε: «ἡ πρώτη καὶ μεγαλύτερη ἐντολὴ εἶναι νὰ ἀγαπήσεις τὸν Θεό σου μὲ ὅλη τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ τὴν διάνοιά σου. Δεύτερη δέ, ὅμοια μὲ τὴν πρώτη, νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου. Πάνω σὲ αὐτὲς τὶς δύο ἐντολὲς κρέμεται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ Προφῆτες». 

            Τὸ πρῶτο καὶ κύριο καθῆκον μας εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ συγκροτοῦν τὸν καθημερινὸ βίο τῶν Χριστιανῶν, ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ἐλεημοσύνη, ἀποτελοῦν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ὁδηγούμαστε πρὸς τὴν ἀγάπη καὶ ἐκφράζουμε τὴν ἀγάπη μας.       

            Καὶ τί σημαίνει ἀγάπη; 

            Τὴν ἀπάντηση μᾶς δίνει ὁ τῶν Ἐθνῶν Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, εἶναι ἀγαθή· ἡ ἀγάπη δὲν φθονεῖ· ἡ ἀγάπη δὲν καυχιέται, δὲν ὑπερηφανεύεται, δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν παροξύνεται, δὲν λογίζεται τὸ κακό, δὲν χαίρεται μὲ τὴν ἀδικία, ἀλλὰ χαίρεται μὲ τοὺς ἄλλους γιὰ τὴν ἀλήθεια· πάντα βαστάζει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει».

            Πρῶτα, λοιπόν, ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Ἀγαπῶ τὸν Θεὸ ὅταν τηρῶ τῖς ἐντολές Του, καὶ οἱ ἐντολές Του δὲν εἶναι δύσκολες. Ἐμεῖς κάνουμε τὰ πράγματα δύσκολα. Καὶ ἂν ἀγαπῶ τὸν Θεό, τότε ὁ Θεὸς θὰ μοῦ φανερωθεῖ, διότι ὁ Ἴδιος μᾶς τὸ βεβαίωσε. 

            Ἔπειτα, ὁ Χριστὸς μᾶς τόνισε νὰ ἀγαποῦμε τοὺς ἄλλους ὅπως τὸν ἑαυτό μας. Ἐνδιαφέρομαι καὶ ἀγωνίζομαι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς μου; Ἂν ναί, τότε ἀγαπῶ πραγματικὰ τὸν ἑαυτό μου. Ἔ, λοιπόν, ἔτσι, πρέπει νὰ φροντίζω καὶ γιὰ τοὺς συνανθρώπους μου, διαθέτοντας τὸν ἑαυτό μου γιὰ ἐκείνους. 

            Αὐτά, ὅσο μένουν στὰ λόγια, καθόλου δὲν ὠφελοῦν. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶναι ἔμπρακτη καὶ δοκιμάζεται κυρίως στὰ δύσκολα. Καὶ γιὰ να μπορέσει νὰ κυριαρχήσει ἡ ἀγάπη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποχωρήσει τὸ «ἐγώ».

Μὲ τὴν εὐχὴ ὅλοι νὰ βιώσουμε τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης, 

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Πολλὲς φορές, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ προβλήματα νὰ μᾶς ταλαιπωροῦν, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φροντίζουμε νὰ τὰ δημιουργοῦμε. Στὶς παρακλήσεις πρὸς τὴν Κυρὰ-Παναγιὰ ψάλλουμε μεταξὺ ἄλλων: «οἱ μισοῦντές με μάτην […] λάκκον ηὐτρέπισαν».  Δυστυχέστερο, ὅμως, εἶναι τὸ φαινόμενο μόνοι μας νὰ σκάβουμε τὸν λάκκο μας καὶ νὰ πέφτουμε μέσα. Αὐτὸ γίνεται ὅταν στὴ ζωή μας ἐπιλέγουμε νὰ ἀκολουθήσουμε ὄχι τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ θέλημά μας, ὅπως συνέβη μὲ τὸ τραγικὸ κεντρικὸ πρόσωπο τῆς σημερινῆς παραβολῆς.

               Κάποιος Βασιλιᾶς θέλησε νὰ ζητήσει λογαριασμὸ ἀπὸ τοὺς ὀφειλέτες του. Τοῦ παρουσίασαν τότε ἕναν δοῦλο, ὁ ὁποῖος χρωστοῦσε τὸ ὑπέρογκο ποσὸ τῶν δέκα χιλιάδων ταλάντων. Ἐπειδὴ ὁ δοῦλος δὲν εἶχε νὰ ξεπληρώσει τὸ βαρύτατο χρέος, ὁ Βασιλιὰς διέταξε νὰ τοῦ πάρουν τὴν γυναῖκα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ ὅλο του τὸ βιός, ὥστε νὰ τὰ λάβει ὁ ἴδιος ἀντὶ τοῦ χρέους. Καταλυπημένος μὲ τὴν διαταγὴ αὐτή, ὁ ὀφειλέτης ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Βασιλιᾶ παρακαλῶντάς τον νὰ δείξει ἔλεος, καὶ ὑποσχέθηκε νὰ ξεχρεώσει. Πράγματι, ὁ Βασιλιᾶς σπλαχνίσθηκε καί, τελικά, τοῦ χάρισε τὸ χρέος. 

               Ἀναπαυμένος ὁ δοῦλος, βγῆκε ἀπ΄ τὸ παλάτι καὶ λίγα μέτρα πιὸ πέρα εἶδε κάποιον σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ὄφειλε μόλις ἑκατὸ δηνάρια. Σὲ σύγκριση μὲ τὰ δέκα χιλιάδες τάλαντα, τὰ ἑκατὸ δηνάρια ἀποτελοῦσαν ἕνα τελείως μηδαμινὸ καὶ ἀσήμαντο ποσό. Κι ὅμως, γιὰ νὰ δοῦμε ὅλοι μας πόσο εὔκολα μποροῦν τὰ πάθη νὰ τυφλώσουν τὸν ἄνθρωπο, ὁ δοῦλος ποὺ παρὰ λίγο γλίτωσε τὴν ὁλικὴ καταστροφὴ τῆς οἰκογένειάς του χάρη στὸ ἔλεος τοῦ Βασιλιᾶ, ἄρχισε ὡς δῆθεν ἀνώτερος νὰ ζητᾶ διὰ τῆς βίας τὰ ὀφειλόμενα ἑκατὸ δηνάρια ἀπὸ τὸν σύνδουλό του. Τί κι ἂν ἐκεῖνος ἔπεφτε καὶ τὸν παρακαλοῦσε; Ἀδίστακτος αὐτός. Εἶχε ξεχάσει τὴν θέση στὴν ὁποία μόλις πρὶν λίγο βρισκόταν, γιὰ αὐτὸ καὶ τόση ἦταν ἡ ἀσπλαχνία του, ποὺ ἅρπαξε τὸν σύνδουλό του καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακή. Λογάριασε ὁ δυστυχὴς χωρὶς τὸν ξενοδόχο.

               Τὸ νέο γνωστοποιήθηκε ἀστραπιαῖα στὸν Βασιλιᾶ. Ἐκεῖνος, ὀργισμένος γιὰ τὴν ἀδικία ποὺ ἔλαβε χώρα, εἶπε στὸν δοῦλο: «δοῦλε πονηρέ, ὅλο σου τὸ χρέος σοῦ τὸ χάρισα ἐπειδὴ μὲ παρεκάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ ἐσὺ νὰ σπλαχνισθεῖς τὸν σύνδουλό σου ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ σπλαχνίσθηκα;». Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, διέταξε δικαίως νὰ τὸν παραδώσουν στοὺς βασανιστές, μέχρι νὰ ἐπιστρέψει ὅσα χρωστοῦσε. 

               Εὔκολα κατανοοῦμε τὸ νόημα τῆς παραβολῆς στὴν καθημερινή μας ζωή. Ὁ Βασιλιᾶς, ἀσφαλῶς, εἶναι ὁ Δικαιοκρίτης Θεός. Ἐμεῖς εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουμε συγκεντρωμένο στὸ ἱστορικό μας ἕνα βαρύτατο φορτίο ἁμαρτιῶν. Ἂν καὶ φέρουμε αὐτὸ τὸ φορτίο, ὁ Θεὸς «οὐ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν». Δὲν μᾶς ἀνταπέδωσε τὴν ἀξία τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἀλλὰ μᾶς σπλαχνίσθηκε καὶ μᾶς λύτρωσε ἀπὸ τὸ χρέος καὶ μᾶς λυτρώνει κάθε φορὰ ποὺ προστρέχουμε μὲ μετάνοια καὶ εἰλικρίνεια στὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως. Ὅταν, ὅμως, φεύγουμε ἀπὸ τὴν Ἐξομολόγηση, πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς γρήγορα ξεχνᾶμε τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ μὲ τὸ ποὺ βλέπουμε κάποιον -ἀκόμη καὶ ἂν αὐτὸς ὁ κάποιος λέγεται σύζυγος, πεθερὰ ἢ πεθερός, ἀδερφὴ ἢ ἀδερφός- ὁ ὁποῖος λίγο μᾶς κορόιδεψε, μᾶς σκούντηξε, μᾶς μίλησε ἀπότομα, μᾶς εἰρωνεύτηκε, μᾶς ἔκλεψε, μᾶς ἔκρινε, μᾶς χτύπησε, εἴμαστε ἔτοιμοι (καὶ τὸ κάνουμε ἀρκετὲς φορές) νὰ τὸν παραδώσουμε στὸ πὺρ τὸ ἐξώτερον, σὰν νὰ εἴμαστε βασιλικώτεροι τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ. Τότε, ὅμως, λαμβάνουμε τὴν «ἔνδικον μισθαποδοσίαν». Ἡ ἀγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀσπλαχνία πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας, τοὺς συνδούλους μας, προκαλεῖ τὴν Θεία Δικαιοσύνη, ἡ ὁποία στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶναι ἀπόλυτη. 

               Δὲν εἶναι λογικὸ καὶ δίκαιο; Πῶς γίνεται νὰ θέλω ἀπὸ τὸν Ὕψιστο Θεὸ νὰ εἶναι Ἐλεήμων ἀπέναντι σὲ ἐμένα, ἕναν ταπεινὸ δοῦλο, ὅταν ἐγὼ μὲ τὴν πρώτη εὐκαιρία σπεύδω νὰ καταστρέψω τοὺς ὅμοιους μὲ ἐμένα ταπεινοὺς συνανθρώπους μου; Καὶ ὅλο αὐτὸ γιατί; Γιὰ νὰ ἐπικρατήσει γιὰ λίγο τὸ «ἐγώ» μου. Γιὰ αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» ζημιωνόμαστε ἀφάνταστα. Αὐτὸ τὸ «ἐγὼ» εἶναι ποὺ μᾶς ἀνοίγει τὸν λάκκο. Ἂν ἀντ᾽ αὐτοῦ ἐπιλέξουμε τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτομάτως ἔχουμε ἐξασφαλίσει διὰ παντὸς τὸν πλοῦτο τῆς φιλανθρωπίας Του. Τί ἐξυπνώτερο ἀπὸ αὐτό;

               Τὸ Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα, εἶναι νὰ συγχωροῦμε, πράγμα ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸν ἐγωισμό. «Συγχωρῶ» στὴν κυριολεξία σημαίνει «κάνω χώρο γιὰ νὰ χωρέσει ὁ ἄλλος, ὁ πλησίον». Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ στὴν καρδιὰ αὐτὸς ὁ χῶρος γιὰ τὸν συνάνθρωπο, εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθεῖ τὸ «ἐγώ». 

               Ἡ συγχώρεση εἶναι τὸ ἕνα φτερὸ τοῦ Χριστιανοῦ. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν συγχώρεση δὲν θὰ δοῦμε Πρόσωπο Θεοῦ, διότι ἂν ἐμεῖς δὲν συγχωρέσουμε, οὔτε ὁ Θεὸς θὰ μᾶς συγχωρέσει. Τί λέμε, ἄλλωστε, στὸ «Πάτερ ἡμῶν»; «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἂν τόσο ἀνυποχώρητοι εἴμαστε στὸ νὰ μὴν συγχωροῦμε ἀπ᾽ τὴν καρδιά μας ἐκεῖνον ποὺ μᾶς πίκρανε, τότε μάλλον πρέπει νὰ ἀλλάξουμε αὐτὴ τὴν προσευχή. Μὴ γένοιτο!

               Καὶ γιατί, τελικά, νὰ εἴμαστε ἀνυποχώρητοι; Τί μᾶς ἔκαναν; Μᾶς λιθοβόλησαν σὰν τὸν Πρωτομάρτυρα Στέφανο; Μήπως καὶ ἐμᾶς σὰν τὸν Τίμιο Πρόδρομο μᾶς ἔκοψαν τὸ κεφάλι; Μήπως μᾶς ἀνέβασαν στὸν Σταυρό, σὰν τὸν Δεσπότη Χριστό; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὅπου ἦταν καθηλωμένος, μάθημα μᾶς ἔδωσε νὰ συγχωροῦμε, λέγοντας: «Πατέρα μου, συγχώρεσέ τους. Δὲν ξέρουν τί κάνουν».

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,

               Ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν εἶναι πιὸ ἁπλὴ ἀπὸ ὅσο τὴν θεωροῦμε. Μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς πάντες; Θὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς ὁ Φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ θὰ πεῖ στοὺς Ἀγγέλους Του: «διαγράψτε του τὸ χρέος καὶ βάλτε τον στὴν χαρὰ τῆς Ζωῆς». Εὔχομαι αὐτὸ νὰ ἀξιωθοῦμε ὅλοι νὰ τὸ ἀκούσουμε!

               Καλὴ συνέχεια νὰ ἔχουμε τῆς νηστείας τοῦ Δεκαπενταυγούστου! Εἶναι γιὰ ἐμᾶς ἡ περίοδος αὐτὴ ἡ καλύτερη εὐκαιρία νὰ τιμήσουμε τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ νὰ ἀκουμπήσουμε στὰ εἰκονίσματά της τὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας. Μὴν τὴν ἀφήσουμε νὰ πάει χαμένη!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Μετὰ τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωσή Του, ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ Τὸν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος παρακαλῶντας Τον νὰ θεραπεύσει τὸν σεληνιαζόμενο υἱό του. Εἶπε δὲ ὅτι τὸν παρουσίασε καὶ στοὺς Ἀποστόλους, ἀλλὰ δὲν κατάφεραν νὰ τὸν θεραπεύσουν, σὰν νὰ εὐθύνονταν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ὄχι ἡ δική του ἀδύναμη πίστη. Ὁ Χριστὸς μὲ πικρία ἀπάντησε: «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! Ἕως πότε θὰ εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θὰ σᾶς ὑπομένω;». Τότε, ζήτησε τὸν νέο καὶ ἀφοῦ τὸν ὁδήγησαν μπροστά Του, διέταξε τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ φύγει ἀφήνοντας τὸν νέο ἐλεύθερο. Λίγο ἀργότερα, οἱ Ἀπόστολοι κατ’ ἰδίαν ρώτησαν τὸν Κύριο: «γιατί ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ βγάλουμε τὸ δαιμόνιο;». «Γιὰ τὴν ἀπιστία σας», τοὺς ἀπάντησε, «ἂν ἔχετε πίστη σὰν τὸν κόκκο τοῦ σιναπιοῦ, θὰ πεῖτε σὲ αὐτὸ τὸ βουνὸ «μετακινήσου ἀπὸ ἐδὼ ἐκεῖ» καὶ θὰ μετακινηθεῖ, καὶ τίποτα δὲν θὰ σᾶς εἶναι ἀδύνατο. Τὸ δὲ γένος αὐτὸ (τῶν πονηρῶν πνευμάτων) δὲν φεύγει παρὰ μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».

            Ἐντύπωση προκαλεῖ ἡ φράση τοῦ Κυρίου: «Ἕως πότε θὰ σᾶς ὑπομένω;». Τὸ κατανοεῖτε; Ὁ Παντελεήμων καὶ Φιλάνθρωπος Θεός, Ἐκεῖνος ποὺ ἀπὸ «ὑπερβάλλουσα ἀγαθότητα» ἔγινε ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε γιὰ νὰ νικήσει μὲ τὴν Ἀνάστασή Του τὸν θάνατο, μᾶς λέει οὐσιαστικὰ ὄτι δὲν θὰ μᾶς ὑπομένει γιὰ πάντα. Ὅταν μᾶς ἔχει χαρίσει πλούσια τὴν εὐλογία Του κι ἐμεῖς συνεχῶς καὶ μὲ ἐπιμονὴ Τοῦ ἀνταποδίδουμε τὶς ἁμαρτίες μας, εἶναι φυσικὸ καὶ ἑπόμενο κάποια στιγμὴ νὰ ἀποστρέψει τὸ πρόσωπό Του. Καὶ ξέρετε τὶ λέει ο Δαυίδ∙ «ἀποστρέψαντος δὲ Σοῦ τὸ πρόσωπον ταραχθήσονται». Βεβαίως, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποστρέψει τὸ πρόσωπό Του καὶ ἀπομακρύνει τὴν εὐλογία Του, ἀπὸ φιλανθρωπία θὰ τὸ κάνει, μήπως καὶ καταλάβουμε τὶ χάσαμε καὶ νικήσουμε τὴν πόρωση τῆς ψυχῆς μας. Αὐτό, ὅμως, ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ νὰ κινήσουμε τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἡ διάθεση μετανοίας καὶ ἡ τίμια προσπάθεια. Ὁ Χριστὸς ὅταν βλέπει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀγωνίζεται ἀληθινά, ποτὲ δὲν τὸν ἐγκαταλείπει. 

            Σημαντικὴ ἀναφορὰ στὴ σημερινὴ περικοπὴ γίνεται στὴν πίστη. Ἡ πίστη εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐννέα καρποὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι ἀνθρώπινη κατάκτηση. Ὁ ἄνθρωπος χρειάζεται νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ νὰ τὴν καλλιεργήσει, μέσῳ τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καὶ τῆς ἐν γένει ὑπακοῆς στὸ Θεῖο Θέλημα, ἀλλὰ μόνος του δὲν τὴν ἀποκτᾶ. Ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τὴν προσφέρει στὸν ἄνθρωπο.  Πολλοὶ θέλουν νὰ δοῦν θαύματα γιὰ νὰ πιστέψουν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἀρκετοὶ πίστεψαν ἀπὸ κάποιο θαῦμα, χάρη στὴν Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει, ὅμως, νὰ γνωρίζουμε ὅτι τὸ θαῦμα προϋποθέτει τὴν πίστη καὶ ὄχι ἡ πίστη τὸ θαῦμα. Ἡ πίστη προηγεῖται καὶ ἀκολουθεῖ τὸ θαῦμα, ὅσο καὶ ἂν αὐτὴ ἠ πραγματικότητα ἐνοχλεῖ κάποιους ἄγευστους πίστεως και Ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν κατέβαλαν κόπο γιὰ νὰ προσεγγίσουν τὸν Χριστό μας. 

            Σὲ αὐτὸ τὸν κόπο ἀναφέρεται ὁ Κύριος ὡς ὅπλο κατὰ τῶν πονηρῶν πνευμάτων, ὅταν λέει ὅτι αὐτὰ φέυγουν μόνο μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ νηστεία εἶναι ὁ πνευματικὸς καὶ ὁ σωματικὸς κόπος ποὺ ἑλκύουν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ διώχνουν τοὺς δαίμονες, ἐὰν βέβαια συνοδεύονται ἀπὸ τὴν ἀνάλογη ταπείνωση, διότι καὶ ὁ Ἄρειος νήστευε καὶ προσευχόταν, ἀλλὰ μὲ ὑπερηφάνεια∙ ὥσπου ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους αἱρετικούς. 

            Ἡ προσευχὴ εἶναι γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ὅ,τι ἀκριβῶς καὶ τὸ ὀξυγόνο γιὰ τοὺς πνεύμονες. Δίχως αὐτήν, ἡ ψυχή μας ἀργοπεθαίνει, διότι ἡ προσευχὴ εἶναι ταυτισμένη μὲ τὴν Ζωή, εἶναι ἐπικοινωνία μὲ τὸν Δεσπότη Χριστό. Ἡ προσευχὴ ἀλλοιώνει καὶ χαριτώνει τὸν ἐσώψυχο κόσμο μας, μᾶς δίνει κουράγιο, ἐλπίδα καὶ εἰρήνη, μᾶς κάνει δυναμικότερους, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίζουμε κάθε πρόβλημα ποὺ ἀναφύεται. Κάνουμε προσευχή; Ἢ ἀρκούμαστε στὶς δύο ὥρες τοῦ κυριακάτικου ἐκκλησιασμοῦ; Οἱ παλαιοὶ Χριστιανοὶ πήγαιναν στὴν Ἐκκλησία κάθε μέρα· τὸ πρωὶ γιὰ τὸν Ἑξάψαλμο, τὸ ἀπόγευμα γιὰ τὸν Ἑσπερινὸ καὶ τὸ βράδυ γιὰ τὸ Ἀπόδειπνο. Ἐμεῖς ποὺ δὲν πηγαίνουμε καθημερινὰ στὴν Ἐκκλησία, φροντίζουμε νὰ διαβάζουμε τὶς προσευχὲς αὐτὲς στὸ σπίτι; Ἂν ὄχι τὸν Ἑσπερινό, μποροῦμε τουλάχιστον νὰ διαβάζουμε τὸν Ἑξάψαλμο τὸ πρωὶ καὶ τὸ Ἀπόδειπνο μὲ τοὺς Χαιρετισμοὺς τὸ βράδυ, συνολικὰ μισὴ ὥρα τὴν ἡμέρα. Βέβαια, ἡ προσευχὴ δὲν περιορίζεται μόνο στὶς Ἀκολουθίες. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε». Ἂν καταφέρουμε νὰ προσευχόμαστε συνεχῶς, θὰ δοῦμε πόσο θὰ ἀλλάξει πρὸς τὸ καλύτερο ἡ καθημερινότητά μας, διότι ἡ προσευχὴ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἁμαρτήσουμε. Ἂν συνεχῶς λέμε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἢ τὸ «Πάτερ ἡμῶν», ἢ ὁποιαδήποτε ἄλλη προσευχή, θὰ προσέξουμε πολὺ νὰ μὴν μιλήσουμε μὲ εἰρωνεία, νὰ μὴν φερθοῦμε ἀπότομα, νὰ μὴν νευριάσουμε, νὰ μὴν στεναχωρέσουμε κανέναν. Ἡ προσευχὴ γεμίζει τὴ ζωή μας μὲ Φῶς.

            Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ νηστεία εἶναι ἕνας εὐλογημένος περιορισμός. Μὲ τὴν νηστεία θέτουμε ὅρια στὸ τὶ καὶ πόσο θὰ φᾶμε, τὶ θὰ δοῦμε, τὶ θὰ ποῦμε, τὶ θὰ ἀγγίξουμε, τὶ θὰ ἀκούσουμε. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέτει ὅρια καὶ κινεῖται μόνο μέσα σὲ αὐτά, εἶναι πραγματικὰ ἐλεύθερος. Ὁ κόσμος θεωρεῖ ὅτι ἐλευθερία εἶναι νὰ κάνω ὅ,τι θέλω. Δὲν εἶναι ἔτσι, ὅμως. Αὐτὸς ποὺ πιστεύει κάτι τέτοιο, ἂν κάποια στιγμὴ δὲν μπορέσει νὰ κάνει ὅ,τι θέλει, θὰ δείξει ὅτι δὲν εἶναι παρὰ ἕνας ἀξιολύπητος δοῦλος στὸν ἑαυτό του. Ἡ νηστεία, λοιπόν, εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ κρατᾶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀνάλαφρα. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ μὴν δεῖς κάτι, παρὰ νὰ τὸ δεῖς καὶ μετὰ νὰ ὑποφέρεις ποὺ τὸ εἶδες καὶ χάλασες τὴν πνευματική σου κατάσταση. Πιὸ εὔκολο εἶναι νὰ μὴν φᾶς περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι χρειάζεσαι, παρὰ νὰ φᾶς καὶ ὕστερα νὰ ὑποφέρεις ἀπὸ στομαχόπονο. Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Ἡ νηστεία διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπο δυναμικὸ καὶ τὸν ὠθεῖ σὲ δημιουργικὴ ἐγρήγορση.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, 

            Ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ θέλει ἀπὸ ἐμᾶς γιὰ νὰ μᾶς στεφανώσει μὲ τὸ ἔλεός Του, εἶναι ἡ προθυμία καὶ ἡ ἐπιμονή. Μπορεῖ ὡς ἄνθρωποι νὰ ἔχουμε τὰ κενὰ καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, τὴν ζήλεια, τὴν καχυποψία, τὴν ὑπερηφάνεια, καὶ νὰ σκεφτόμαστε πολλὲς φορὲς: «θὰ καταφέρω ἄραγε νὰ ἀπαλλαγῶ ἀπὸ αὐτά;». Ἂν καταφύγουμε μὲ πίστη στὴν προσευχὴ καὶ τὴν νηστεία, θὰ τὰ καταφέρουμε. Ἐμεῖς θὰ καταβάλουμε λίγο κόπο καὶ ὁ Θεὸς θᾶ μᾶς προσφέρει τὴν ποθητὴ λύτρωση. Ὅπως, ἄλλωστε, εἶχε πεῖ κάποιος Ὅσιος, «ἀδύνατο εἶναι ἐκεῖνον ποὺ πασχίζει ἐν ἀληθείᾳ νὰ σωθεῖ, νὰ μὴν τὸν ἐλεήσει ὁ Κύριος». Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν. 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)




Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

«Φωστῆρες ὑπέρλαμπροι τῆς ἀληθείας Χριστοῦ 

τῷ κόσμῳ ἐδείχθητε ἐπὶ τῆς γῆς ἀληθῶς, Πατέρες μακάριοι»

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Φαντασθεῖτε πόσο μεγάλη καταστροφὴ θὰ γνώριζε τὸ σύμπαν ἐὰν ἔσβηνε ὁ ἥλιος, μαύριζε ἡ σελήνη καὶ τὰ ἀστέρια ἔπαυαν νὰ μοιράζονται μὲ ἐμᾶς τὸ φῶς τους. Ἀνυπολόγιστο τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ. Ὡστόσο, μία μεγαλύτερη συμφορὰ θὰ συνέβαινε ἐὰν ἔσβηναν οἱ νοητοὶ ἀστέρες, δηλαδή, οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι ἡ πρώτη καταστροφὴ θὰ θανάτωνε τὸ σῶμα καὶ τὸν αἰσθητὸ κόσμο μὲ τὸν παγετό, παραδείγματος χάριν, ἡ δεύτερη, ὅμως, τὴν ἀθάνατη ψυχὴ μὲ τὴν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν αἱρέσεων. 

            Σήμερα τιμοῦμε εὐγνωμόνως τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Τοὺς τιμοῦμε διότι ἔζησαν ἑνωμένοι μὲ τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο διέδωσαν στοὺς συνανθρώπους τους τόσο μὲ τὴν διδασκαλία, ὅσο καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους. Ἀγάπησαν καὶ σεβάσθηκαν τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ὀρθοπραξία. Ἔζησαν ὡς γνήσιοι, ἡρωϊκοὶ ποιμένες καθοδηγῶντας τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο στὸν ὑψηλὸ προορισμὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς, μέσα ἀπὸ τὴν βασιλικὴ ὁδὸ τῆς διάκρισης. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἀποστρέφεται ἀφ᾽ ἑνὸς τὴν αἵρεση καὶ τὴν καινοτομία, ἀφ᾽ ἑτέρου τὸν «οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν ζῆλο» τῶν δῆθεν ὁμολογητῶν.  

            Οἱ ὑπέρλαμπροι φωστῆρες τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου διασφάλισαν ἀνόθευτη τὴν Πίστη μας ἀντιμετωπίζοντας τὸν Εὐτυχῆ, τὸν Διόσκορο καὶ τὸν Σεβῆρο, τοὺς κληρικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία τους κήρυτταν τὴν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Ὅπως ὅλες οἱ αἱρέσεις, ἔτσι καὶ αὐτὴ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἀνθρώπινο γένος τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ πάψουν τὴν διάδοση τῆς πλάνης καὶ νὰ ὁδηγήσουν σὲ μετάνοια τοὺς αἱρετικούς, κινούμενοι στὸ πνεῦμα τῆς ἀγάπης οἱ Ἅγιοι Πατέρες τοὺς ἀπέκοψαν ἀπὸ τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν βεβαίωση τῆς ὀρθῆς πίστης συνέβαλε τὰ μέγιστα τὸ θαῦμα τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Εὐφημίας ποὺ ἑορτάσαμε τὴν ἑβδομάδα αὐτή. Ὀρθόδοξοι καὶ μονοφυσίτες τοποθέτησαν στὴν λάρνακα τῆς Ἁγίας τοὺς ἀντίστοιχους τόμους καὶ ὅταν ἀργότερα ἄνοιξαν ξανὰ τὴν λάρνακα, εἶδαν τὸν τόμο τῶν αἱρετικῶν στὰ πόδια τῆς Ἁγίας, τὸν δὲ τόμο τῶν Ὀρθοδόξων στὸν θώρακα. 

            Ἡ Ἐκκλησία μας, τιμῶντας τοὺς Ἁγίους Πατέρες ἀνταποκρίνεται στὸν λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ λέει ὅτι τὸν ἀναμμένο, φωτεινὸ λύχνο τὸν τοποθετοῦμε στὸν λυχνοστάτη γιὰ  νὰ φωτίζεται ὅλος ὁ οἶκος. Δὲν τὸν κρύβουμε, διότι ἂν τὸν κρύψουμε, χάνουμε τὴν ὠφέλεια ἀπὸ τὴν παρουσία του. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, δὲν ἐπιτρέπεται τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς προικισμένους μὲ πολλὰ χαρίσματα ἀπὸ τὸν Θεό, τοὺς φωτεινοὺς ὁδοδεῖκτες, νὰ τοὺς ἀπαξιώνουμε, διότι ἔτσι μόνο ζημιωμένοι βγαίνουμε καὶ ἐπιβεβαιώνουμε τὴν πνευματικὴ τύφλωσή μας. Τὰ φῶτα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῶν Ἁγίων, τῶν χαριτωμένων ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ φροντίζουμε νὰ διαχέονται σὲ ὅλο τὸν οἶκο, ὥστε καὶ ἐμεῖς καὶ ὅσοι θὰ εἰσέρχονται, νὰ βλέπουμε τὸ φῶς, νὰ φωτιζόμαστε καὶ νὰ ὁδηγούμαστε στὴ Θέωση τῆς ψυχῆς. Τὸ ποιὸς εἶναι τὸ Φῶς καὶ ποιὸς τὸ σκότος, αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ καθενός.

            Πάντως, κάθε Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς ἔχει καθῆκον νὰ εἶναι τὸ Φῶς γιὰ τὸν κόσμο, διότι πάλι λέει ὁ Κύριος: «με τέτοιο τρόπο νὰ λάμψει τὸ φῶς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους ὥστε νὰ δοῦν τὰ καλά σας ἔργα καὶ νὰ δοξάσουν τὸν Οὐράνιο Πατέρα». Ἂν πρῶτα δὲν φωτισθοῦμε οἱ ἴδιοι καὶ ἔπειτα δὲν φωτίσουμε τοὺς συνανθρώπους μας, δὲν εἴμαστε αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Χριστὸς καὶ σίγουρα ὁ Χριστὸς δὲν θὰ ζητοῦσε ἀπὸ ἐμᾶς κάτι στὸ ὁποῖο νὰ μὴν μποροῦμε νὰ ἀνταποκριθοῦμε. Ἂν τόσο καιρὸ ἔχουμε μάθει νὰ ζοῦμε στὸ σκοτάδι, ὥρα νὰ τὸ ἀφήσουμε καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ Φῶς, διότι πιστεύουμε σὲ Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι τὸ «Φῶς τοῦ κόσμου».

            Αὐτὸς ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἐρχόμενος στὴ γῆ μετέδωσε τὸ Φῶς Του καὶ μείωσε τὸ σκοτάδι. Σὲ καμία περίπτωση δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἀνάμειξή τους. Ὡς πρὸς τὸν νόμο, μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν ἦρθε νὰ τὸν καταλύσει, ἀλλὰ νὰ τὸν ὁλοκληρώσει καὶ τόνισε ὅτι ὅποιος προσθέσει ἢ ἀφαιρέσει ἕνα ἰῶτα ἀπὸ τὸν ὁλοκληρωμένο θεϊκὸ νόμο, αὐτὸς θὰ εἶναι ἐλάχιστος γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Εὔκολα ἀπὸ τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε τὴν πλάνη ὁρισμένων ἀποκαλουμένων χριστιανῶν, τῶν Λατίνων. Αὐτοί, ὄχι ἁπλῶς ἀφαίρεσαν ἕνα ἰῶτα, ἀλλὰ ἀκύρωσαν ὁλόκληρη τὴν ἐντολὴ τοῦ Βαπτίσματος. «Βαπτίζω» σημαίνει «βυθίζω κάτι μέσα στο νερό». Καὶ μάλιστα ὁ ὀρθὸς τύπος τοῦ Βαπτίσματος ἀπαιτεῖ τριπλὴ κατάδυση στὸ ἁγιασμένο νερό, ποὺ συμβολίζει τὴν τριήμερη ταφὴ καὶ τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μαζὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τῶν τριῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνοι ἔχουν θεσπίσει τὴν ἐπίχυση λίγου νεροῦ στὴν κεφαλή, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἀβάπτιστοι σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί, λοιπόν, κάποιοι ἐπιμένουν νὰ διατηροῦν σχέσεις μετ’ αὐτῶν, ἀναμειγνύοντας τὴν ἀλήθεια μὲ τὴν πλάνη; Ἂς σκεφθοῦν οἱ ἴδιοι τὴν ἀπάντηση. Πάντως, ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι παιχνίδι ποὺ μεταχειριζόμαστε κατὰ τὸ δοκοῦν. 

             Ἡ γραμμὴ τῶν Ἁγίων Πατέρων χαράχθηκε μὲ σαφήνεια. Ὅστις θέλει τὴν ἀκολουθεῖ. Ὅστις δὲν θέλει ἐπειδὴ ἔχει κενὰ στὴν ψυχή του, καλὸ θὰ εἶναι νὰ μὴν μεταφέρει τὰ κενὰ καὶ τὰ πάθη του μέσα στὴν Ἐκκλησία. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες δὲν ἔζησαν γιὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Πίστευαν αὐτὸ ποὺ ἔκαναν. Δὲν σκόρπισαν στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων οὔτε πλάνες καὶ καινοτομίες, οὔτε τρόμο καὶ ἀπελπισία. Μόνο τὴν Ὀρθοδοξία μετέφεραν, μόνο Φῶς, Ἐλπίδα καὶ Παρηγοριά, φυλάσσοντας πάντοτε τὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Θέωση. Σὲ αὐτὴ τὴν ὁδὸ ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀκολουθοῦμε τὸ ὑπόδειγμα τῶν Ἁγίων, ὄχι τῶν δυτικῶν ἀκαδημιῶν, οὔτε τῆς ἀδιακρισίας ποὺ ὁδηγεῖ στὸν φανατισμό.

Βοήθειά μας οἱ Ἅγιοι Πατέρες!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Δ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στὴν Καθολικὴ Ἐπιστολή του ἀναφέρει: «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

            Ἡ ὑπερηφάνεια ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ ὅλων τῶν κακῶν ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν ἀνθρωπότητα. Ἀρκεῖ νὰ σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια τοῦ Ἑωσφόρου εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταποντισθεῖ καὶ ἀπὸ ὑπέρλαμπρος νὰ γίνει σκοτεινὸς καὶ νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια κόλαση. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ ἐπιμονὴ βρίσκεται στὸ πάθος τῆς ὑπερηφανείας, ὅταν δηλαδὴ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του καλύτερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ὑπολοίπους καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζει μὲ ἀλαζονεία, ὁ Θεὸς φεύγει ἀπὸ κοντά του. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς φύγει, ἀμέσως ἔρχονται οἱ συμφορές. 

            Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἡ ταπεινοφροσύνη ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ ὅλων τῶν καλῶν ποὺ μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει ἡ ἀνθρωπότητα. Ἀπὸ ταπεινοφροσύνη ἡ Παναγία μας δέχθηκε τὸ Θεῖο Θέλημα. Ἀπὸ ταπεινοφροσύνη πάλι, ὁ Χριστός μας, ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἔλαβε σάρκα, ἐμπαίχθηκε, σταυρώθηκε.  Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος εἶναι σὲ ὅλους -ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἐμπαθεῖς- προσιτὸς καὶ ἀγαπητός, διότι μέσα του ἀναπαύεται ἡ Θεία Χάρις. 

            Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ὑπῆρξε ὁ ἑκατόνταρχος τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὁ ὁποῖος, σημειωτέον, δὲν ἀνῆκε στὸν ἐκλεκτὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ. Ὅταν ὁ Κύριος τελείωσε τὴν διδασκαλία, ὁ ἑκατόνταρχος Τὸν πλησίασε καὶ Τοῦ εἶπε μὲ εὐγένεια: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι στὸ σπίτι κατάκοιτος καὶ ὑποφέρει». «Ἐγὼ θὰ ἔλθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω», ἀπάντησε ἀμέσως ὁ Φιλάνθρωπος Θεός. Ὁ ἑκατόνταρχος δὲν πῆγε ἀλαζονικὰ νὰ πεῖ στὸν Χριστό: «θεράπευσέ μου τὸν δοῦλο. Δεῖξε μου κάποιο θαῦμα». Ὅταν οἱ δῆθεν πνευματικοὶ τῆς ἐποχῆς, οἱ Φαρισαῖοι, εἶχαν συμπεριφερθεῖ κατὰ τέτοιον τρόπο ἀπαιτῶντας ἀπὸ τὸν Χριστὸ νὰ κάνει κάποιο θαῦμα γιὰ νὰ πιστέψουν, Ἐκεῖνος τοὺς ἔκοψε τὸ θέλημα. Αὐτόν, ὅμως, ποὺ μὲ εὐγένεια καὶ ταπείνωση Τὸν πλησίασε, ὁ Χριστὸς τὸν βεβαίωσε ὅτι θὰ πάει ὁ Ἴδιος στὸ σπίτι του γιὰ νὰ θεραπεύσει τὸν δοῦλο. 

            Χρειαζόταν ὁ Χριστὸς νὰ πάει ἕως τὸ σπίτι γιὰ νὰ γίνει τὸ θαῦμα; Ὄχι. Τότε γιατί ὁ Χριστὸς εἶπε «θὰ ἔρθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω»; Διότι ὁ ἑκατόνταρχος ἦταν πολὺ ἐνάρετος καὶ ταπεινὸς ἄνθρωπος καὶ ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ κάνει γνωστὴ σὲ ὅλους μας τὴν ἀρετή του, ἡ ὁποία φάνηκε ἀπὸ τὴν ἀπάντησή του: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ εἰσέλθεις στὸ σπίτι μου. Μόνο πὲς ἕναν λόγο καὶ ὁ δοῦλος μου θὰ θεραπευθεῖ». Ἀκούοντας τὴν φράση αὐτή, ὁ Χριστός, ὄχι μόνο ἐθαύμασε, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπαίνεσε δημοσίως, προβάλλοντάς τον ὡς παράδειγμα πρὸς μίμησιν. Σήμερα, ἂν κάποιος ἔχει ἀρετὲς ἢ ἂν κάνει καλὲς πράξεις, κανένας δὲν τὸν ἐπαινεῖ γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ ὑπερηφάνεια. Αὐτὸ εἶναι σωστὸ σὲ κάποιες περιπτώσεις. Σὲ κάποιες ἄλλες, ὅμως, ὅπως αὐτὴ τοῦ ἑκατοντάρχου, ὁ ἔπαινος ἐπιβάλλεται, διότι προσφέρει ἠθικὴ στήριξη καὶ διδάσκει ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ παράδειγμα ποὺ πρέπει νὰ μιμηθοῦμε.

            Ὁ ἑκατόνταρχος μὲ τὰ λίγα ποὺ εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τὸν Κύριο, εἶχε καταλάβει ποιὸν εἶχε ἀπέναντί του. Εἶχε πιστέψει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Θεάνθρωπος, γιὰ τὸν Ὁποῖο τὰ πάντα εἶναι δυνατά. Ἀντιθέτως, οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, ἐκεῖνοι ποὺ ὑπερηφανεύονταν ὅτι ἦταν ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, δὲν εἶχαν καταλάβει. Ἐμεῖς, ἄραγε, σὲ ποιά μερίδα ἀνήκουμε; Εἴμαστε ἀρεστοὶ στὸν Θεὸ ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος, ἢ σὰν τοὺς Ἰουδαίους κομπάζουμε κι ἐμεῖς ὅτι εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοί, ἀλλὰ τελικὰ δὲν μποροῦμε νὰ διακρίνουμε τὸ Φῶς ἀπὸ τὸ σκοτάδι;

            Σήμερα ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ τὴν δύση, ἄνθρωποι ποὺ δὲν περιμένουμε, θὰ εἰσέλθουν στὸν Παράδεισο, ἐνῷ ἐκεῖνοι ποὺ θεωροῦνται κληρονόμοι τῶν Οὐρανῶν, θὰ καταλήξουν στὸ σκοτάδι. Ἔχει πεῖ ἄλλωστε καὶ ἀλλοῦ ὅτι «πολλοὶ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ οἱ ἔσχατοι πρῶτοι». Ὁ ἑκατόνταρχος προσέγγισε τὸν Χριστὸ θεωρῶντας τὸν ἑαυτό του ἔσχατο, τελευταῖο, ἀνάξιο, καὶ ὁ Χριστὸς τὸν τίμησε, τὸν ἀντέμειψε θεραπεύοντας ἀμέσως τὸν δοῦλο του καὶ τὸν ὁμολόγησε ἄξιο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι, ἢ θεωροῦμε ὅτι ἔχουμε καὶ δικαιώματα ἐπειδὴ εἴμαστε καλοὶ χριστιανοί; Ἴσως πρέπει νὰ ἀναθεωρήσουμε μέσα μας κάποια πράγματα. 

            Σὲ λίγο καιρὸ ἡ Ἐκκλησία μας θὰ τιμήσει τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, γιὰ τὴν ὁποία προετοιμάζεται μὲ τὴν παροῦσα νηστεία. Θὰ ἀναφερθῶ μόνο στὸν πρῶτο, διότι σχετίζεται μὲ τὸν ἑκατόνταρχο τῆς περικοπῆς. Εἴδαμε καὶ θαυμάσαμε μαζὶ μὲ τὸν Κύριο τὴν ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου ποὺ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Κυρίου στὸν οἶκο του. Ἂς δοῦμε τώρα τὴν ταπείνωση τοῦ Πρωτοκορυφαίου Πέτρου, ὁ ὁποῖος ὅταν κατάλαβε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ ἁπλὸ ἄνθρωπο, Τοῦ εἶπε: «Κύριε, φύγε ἀπὸ κοντά μου, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος». Θεωροῦσε ὅτι ἦταν ἀνάξιος μέχρι καὶ νὰ στέκεται δίπλα στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀξιώθηκε νὰ λάβει τὴν ἀποστολικὴ Χάρη καὶ νὰ γίνει Διδάσκαλος τῆς Οἰκουμένης. Ἐὰν ἐκεῖνοι, λοιπόν, θεωροῦσαν τοὺς ἑαυτούς τους ἀναξίους, πόσο ἀναξίους πρέπει νὰ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας ἐμεῖς; Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, μόνο ἂν πιστέψουμε εἰλικρινὰ ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, θὰ εἶμαστε πραγματικὰ ἄξιοι, διότι ἐδὼ δεσπόζει ἡ ταπεινοφροσύνη.

            Ἂς προσέξουμε, λοιπόν, ἀφενὸς νὰ μὴν ἀπελπιζόμαστε, διότι ὅσα καὶ ἂν εἶναι τὰ σφάλματά μας καὶ οἱ πτώσεις μας, μιμούμενοι τὴν ταπείνωση τοῦ ἑκατοντάρχου μποροῦμε νὰ ἀξιωθοῦμε τὰ ἀγαθὰ τοῦ Παραδείσου. Ἀφετέρου, νὰ μὴν νομίζουμε ὅτι εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, οὔτε νὰ κρίνουμε κανέναν, διότι καὶ οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Ἰσραὴλ τὸ ἴδιο ἔκαναν, μά, τελικά, ἔμειναν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ. 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 31 Μαΐου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΙΣΤΗΣ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

   Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

«Πάντα χορηγεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον∙ βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, ἀλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξε».

   Τὸ διαχρονικὸ αὐτὸ γεγονὸς καὶ Μυστήριο ἀποδεικνύεται σήμερα, Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀπὸ πολλοὺς ὡς «γενέθλιος ἡμέρα» τῆς Ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Σήμερα τὸ Πανάγιον Πνεῦμα μὲ τὴν μορφὴ πυρίνων γλωσσῶν κάθισε ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἀγραμμάτων καὶ τοὺς ἀνέδειξε πανσόφους, κάθισε ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ψαράδων καὶ τοὺς ἀνέδειξε Ἀποστόλους. 

   Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ μας, οἱ Ἀπόστολοι ἔμειναν μόνοι, ὀρφανοὶ ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους. Τοὺς εἶχε προειδοποιήσει, ὅμως, ὁ Κύριος ὅτι θὰ παρακαλέσει τὸν Πατέρα Του νὰ τοὺς δώσει ἄλλον Παράκλητο, ὥστε νὰ μένει μαζί τους εἰς τοὺς αἰώνας. Πράγματι, ἡ ὑπόσχεση τοῦ Ἀναληφθέντος Χριστοῦ δὲν ἄργησε νὰ ἐκπληρωθεῖ∙ δέκα μόλις ἡμέρες ἀργότερα κατῆλθε ὁ Παράκλητος, δηλαδὴ ὁ Παρηγορητής, Ἐκεῖνος ποὺ προσφέρει ἐνίσχυση.  Κατέβηκε γιὰ νὰ μὴν μείνουν ποτὲ ξανὰ μόνοι οἱ διαχρονικοὶ Μαθητὲς τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Κατέβηκε γιὰ νὰ τοὺς στηρίξει στὸ δύσκολο ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων. 

   Ὁ Κύριός μας ἐμπιστεύθηκε ὡς συνεχιστὲς Αὐτοῦ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχαν ἰδιαίτερη μόρφωση. Οἱ Μαθητὲς δὲν εἶχαν πτυχία, περγαμηνὲς ἢ διπλώματα. Ἁπλοὶ καὶ ἀγράμματοι ἦταν. Αὐτούς, λοιπόν, ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεὸς νὰ συνεχίσουν τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο ὁδηγῶντας ψυχὲς ἀνθρώπων στὴ Θέωση. Γιατί; Γιατὶ αὐτούς; Διότι αὐτοὶ εἶχαν κάτι ποὺ πολλοὶ φιλόσοφοι καὶ ἐπιστήμονες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς κάθε ἐποχῆς δὲν εἶχαν οὔτε ἔχουν∙ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγνὴ καρδιά. Βέβαια, κὶ ἐκεῖνοι ὡς ἄνθρωποι εἶχαν τὶς ἀδυναμίες καὶ ἔκαναν τὰ λάθη τους, ἀλλὰ φρόντιζαν νὰ τὰ προσπερνοῦν καὶ νὰ προχωροῦν μπροστὰ μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια ἀπέναντι στὸν Θεό. Ὅλοι ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, τὸν Ἰούδα. Ἐκεῖνος, ἂν καὶ εἶχε πολυάριθμες εὐκαιρίες νὰ προσεγγίσει καρδιακὰ τὸν Χριστό, ὁ Ὁποῖος τὸν τίμησε μὲ τὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, ἐντούτοις ἐπέλεξε μόνος του νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἀπώλεια. 

   Ὁ ἀγώνας τῶν Ἀποστόλων ὑπῆρξε θαυμαστὸς καὶ συγκινητικός. Οἱ ἁπλοϊκοὶ καὶ ἀμόρφωτοι ἄνθρωποι, ἐκεῖνοι ποὺ γιὰ τοὺς μορφωμένους ἦταν εὐκαταφρόνητοι, κατάφεραν νὰ ἀνατρέψουν τὰ δεδομένα τῆς κοσμικῆς λογικῆς. Στοχευμένα ὁ Χριστὸς ἐπέλεξε «τὰ μὴ ὄντα, ἴνα τὰ ὄντα καταργήσῃ». Αὐτὰ τὰ «μὴ ὄντα» σαγήνεψαν καὶ μεταμόρφωσαν τὴν οἰκουμένη, διότι ἔφεραν πάνω τους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅπου ἐπενέβαινε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὰ πάντα ἄλλαζαν καὶ οἱ νόμοι τῆς φύσεως ὑποχωροῦσαν. Ἀσθενεῖς θεραπεύονταν, νεκροὶ ἐγείρονταν, διῶκτες γίνονταν διαπρύσιοι κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἁμαρτωλοὶ μετανοοῦσαν καὶ ὅσοι παρέμεναν ἀμετανόητοι καὶ ἐμπόδιζαν τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων, λάμβαναν τὴν ἔνδικον μισθαποδοσίαν ἀπὸ τὸν Δίκαιο Κριτή. Αὐτὰ ὅλα ἰσχύουν καὶ στὶς μέρες μας. Θὰ ἰσχύουν καὶ ἕως τῆς συντελείας. 

   Τὸ ἀποκορύφωμα τῆς δράσης ὅλων τῶν Ἀποστόλων, ἐκτὸς τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, καὶ συνάμα ἡ τρανότερη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τους καὶ τῆς ἀφιέρωσής τους στὸν Θεό, ὑπῆρξε τὸ μαρτυρικὸ τέλος τους. Ἅπαντες μαρτύρησαν μὲ προθυμία, διότι εἶδαν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ πίστεψαν στὴν Ἀνάστασή μας , πίστεψαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνώρισε, ἀγάπησε καὶ βίωσε Ἰησοῦν Χριστὸν Ἀναστημένον δὲν θὰ συναντήσει θάνατο. Γιὰ αὐτὴ τὴν πίστη ἀγωνίσθηκαν καὶ γιὰ αὐτὴ τὴν πίστη ἄλλοι ἀνέβηκαν στὸν Σταυρό, ἄλλοι τρυπήθηκαν μὲ λόγχες, ἄλλοι ἀποκεφαλίσθηκαν. Αὐτὴ τὴν πίστη κήρυξαν στὸ κήρυγμά τους. Κήρυξαν τὴν Ἀνάσταση, τὴν Χαρά, τὴν Ζωή, τὴν Ἀλήθεια, τὴν Ἐλπίδα, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν Ἀγάπη. Ἐκεῖνοι δὲν εἶχαν σχέση μὲ τὸ κήρυγμα ποὺ προκαλεῖ λύπη, φόβο, ἀπελπισία, μίσος καὶ διχόνοια καὶ στηρίζεται στὸ ψεῦδος. Αὐτὸ τὸ κήρυγμα δὲν ἀνήκει στὴν Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ διαχρονικὸ ἐργαστήριο τῆς Ἁγιότητος.

   Βλέποντας ὅτι μόλις Δώδεκα Ἀπόστολοι μεταμόρφωσαν τὴν οἰκουμένη, ὁ καθένας διαπιστώνει πόσο σημαντικὸ καὶ ἐπιθυμητὸ εἶναι ὁ Ἱερὸς Κλῆρος, ποὺ ἔχει ἀναλάβει τὴν διαποίμανση τῶν ψυχῶν, νὰ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους πλημμυρισμένους ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Δυστυχῶς, ὅταν χάρη στὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὴν ἐγωπάθεια ὁ ἕνας συμπεριφέρεται ὡς Ἄρειος, ὁ ἕτερος ὡς Ἐφιάλτης καὶ ὁ τρίτος ὡς Ἰούδας, τὸ Πανάγιον Πνεῦμα δὲν ἀναπαύεται καὶ φυγαδεύεται, καὶ ἂν φυγαδευθεῖ ὁ Παράκλητος, μετὰ πού θὰ στηριχθοῦμε; 

   Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη νὰ κατανοήσουμε εἶναι ὅτι ὁ καθένας στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νὰ σέβεται τὸν ἄλλο καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἄλλου, διότι πάντες εἴμαστε «σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους». Καὶ ὁ Χριστὸς τοποθέτησε στὴν Ἐκκλησία πρῶτον Ἀποστόλους καὶ τοὺς διαδόχους αὐτῶν, Ἐπισκόπους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Δὲν μποροῦμε ὅλοι νὰ κάνουμε τοὺς Ἐπισκόπους, οὔτε τοὺς προφῆτες, οὔτε τοὺς διδασκάλους. Κοινός μας στόχος εἶναι ἡ Θέωση, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτευχθεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ἁρμονικὴ συνεργασία τῶν μελῶν. Ἡ δὲ ἁρμονικὴ συνεργασία θὰ ἐπιτευχθεῖ μέσα ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ὄχι μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀπὸ τὴν ὁποία, μόλις θιχθοῦν τὰ συμφέροντα, τὸ ἄτομό μας καὶ τὸ ἐγώ μας, ξεχνοῦμε καὶ αὐτὴν τὴν χριστιανική μας ταυτότητα.

Τὸ Πανάγιο Πνεῦμα νὰ στηρίζει, νὰ ἐνδυναμώνει, νὰ ξεκουράζει καὶ νὰ φωτίζει ὅλους μας!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀκούσαμε ὅτι σὲ κάποιο σπίτι ὅπου κήρυττε ὁ Κύριός μας εἶχε συγκεντρωθεῖ τόσο μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, ὥστε νὰ μὴν χωροῦν οὔτε στὸν χῶρο κοντὰ στὴν ἐξώπορτα. Ξαφνικά, ἔγινε μικρὴ ἀναταραχὴ καὶ τὸ κήρυγμα διακόπηκε. Τέσσερεις ἄνδρες, ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ στὴν περιοχή τους, βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ μεταφέρουν σὲ Ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπό τους, ὁ ὁποῖος ὑπέφερε ἀπὸ σωματικὴ παραλυσία καὶ ἦταν κατάκοιτος. Φτάνοντας στὸ σπίτι, εἶδαν ὅτι ἦταν ἀδύνατο νὰ μποῦν μέσα ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους. Τίποτα, ὅμως, δὲν εἶναι ἀδύνατο ὅταν ὑπάρχει πίστη στὸν Θεό, θέληση καὶ ἀγάπη. Αὐτὰ τὰ τρία μαζὶ ξεπερνοῦν κάθε ἐμπόδιο. Ἔτσι ἔγινε καὶ στὴν περίπτωση τῶν τεσσάρων ἀνδρῶν. Ἀγαποῦσαν καρδιακὰ τὸν παραλυτικό, ἤθελαν τὴν ἄμεση θεραπεία του καὶ εἶχαν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν δύναμη τοῦ Θεανθρώπου. Μὲ αὐτὰ τὰ ἐφόδια ἀνέβηκαν πάνω στὴ στέγη, τὴν ἄνοιξαν καὶ κατέβασαν ἀπὸ τὴν στέγη τὸν ἀσθενῆ. Εἶδε ὁ Κύριός μας τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τους καὶ εἶπε στὸν ἄρρωστο: «παιδί μου, σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες». Ἤθελε νὰ τονίσει μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια τὴν ψυχοσωματικὴ λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅτι αἰτία τῆς σωματικῆς ἀσθένειάς του ἦταν οἱ ἁμαρτίες, ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς του. Ὡστόσο, ἦταν ἐκεῖ μία μερίδα Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν τὴν συνήθεια νὰ ἐξετάζουν λεπτομερέστατα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, προκειμένου νὰ βροῦν κάτι γιὰ νὰ Τοῦ ἐπιτεθοῦν. Αὐτὴ ἡ συνήθεια κρατάει ὡς τὶς μέρες μας ἀπὸ σύγχρονους Φαρισαίους. Ξεσηκώθηκαν, λοιπόν, οἱ ὑποκριτὲς καὶ εἶπαν στὸν Ἰησοῦ ὅτι βλασφημεῖ, διότι μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Νόμισαν ὅτι παγίδεψαν τὸν Κύριό μας καὶ χάρηκαν ποὺ βρῆκαν τέτοια κατηγορία ἐναντίον Του. Ἡ χαρά τους ἀνατράπηκε καὶ ἔγινε μάλλον θλίψη, ὅταν ὁ Χριστὸς εἶπε: «Γιὰ νὰ δεῖτε ὅτι ἐξουσία ἔχει ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου νὰ συγχωρεῖ στὴ γῆ ἁμαρτίες –λέγει στὸν παράλυτο- σήκω καὶ πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Τὰ χρόνια δεσμὰ τῆς παραλυσίας λύθηκαν ἀμέσως μὲ τὴ θεϊκὴ προσταγή. Δὲν χρειάσθηκε οὔτε λίγος χρόνος γιὰ ἀνάρρωση. Καὶ ὄχι μόνο σηκώθηκε νὰ περπατήσει, ἀλλὰ σήκωσε καὶ τὸ κρεβάτι του πλήρως θεραπευμένος. 

            Ἡ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους σὰν ἐκείνους τοὺς τέσσερεις ἄνδρες. Ἀναρωτιέστε ποῦ θὰ τοὺς βρεῖ; Εἶναι ὅσοι ἀκοῦνε αὐτὸ τὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα. Εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς. Εἶστε ὅλοι ἐσεῖς. Ἔχετε μέσα σας -δοσμένη ἀπὸ τὸν Κύριό μας- τεράστια ψυχικὴ δύναμη, τόση ὥστε νὰ μπορεῖτε νὰ ἀναστήσετε τὴν ταλαίπωρη κοινωνία μας, ἐπιστρέφοντάς την στὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, ὅμως, πρέπει αὐτὴ τὴν ἐσωτερικὴ δύναμη νὰ τὴν βγάλετε πρὸς τὰ ἔξω. Πάρτε ὡς παράδειγμα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μετέφεραν τὸν παράλυτο. Βγῆκαν ἀπὸ τὸ «ἐγώ» τους καὶ στράφηκαν στὴ βοήθεια τοῦ ἀδελφοῦ τους ποὺ εἶχε ἀνάγκη. Τὸν ἀγάπησαν καὶ ἔγιναν θυσία γιὰ αὐτόν, διότι εἶχαν πίστη στὸν Θεό. Ἡ θυσία τους εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα ὁ παράλυτος νὰ ἀρχίσει νὰ περπατᾶ πρὸς δόξαν Θεοῦ. 

            Ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω: ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ νὰ θυσιασθοῦν ὑπὲρ αὐτῆς. Ἔτσι μόνο θὰ προχωρήσει μπροστά, ἁγιάζοντας ψυχές. Βλέποντας Ἐνορίες νὰ μένουν ἀλειτούργητες, Μοναστήρια νὰ κλείνουν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο ἀπὸ λειψανδρεία, βλέποντας τὰ ἀναλόγια -ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ ἡ ἔκφραση- νὰ ἀραχνιάζουν καὶ τὰ παιδιά μας νὰ μὴν πατᾶνε οὔτε ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, πρέπει ἐπιτέλους νὰ ἀναλάβει ὁ καθένας τὶς εὐθύνες του. Δὲν εἴμαστε θεατὲς στὰ τῆς Ἐκκλησίας. Εἴμαστε μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ εἰδικὰ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ποὺ τὸ σῶμα ταλαιπωρεῖται ἀπὸ τὴ λειψανδρεία, δὲν γίνεται τὰ μέλη νὰ μένουν ἀμέτοχα. 

            Σήμερα, Β’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τὸ παράδειγμα τοῦ μεγάλου ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Στὸν καιρό του, ἡ Ἐκκλησία μαστιζόταν ἀπὸ μία αἵρεση: ἕνας οὐνίτης ὀνόματι Βαρλαὰμ καὶ μερικοὶ λόγιοι σύντροφοί του, κορόιδευαν ἐκείνους ποὺ προσπαθοῦσαν μέσῳ τῆς ἄσκησης νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἴδιοι θεωροῦσαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, ἀλλὰ Τὸν προσεγγίζει μέσῳ τῆς φιλοσοφίας. Αὐτὴ ἡ αἱρετικὴ ὀμάδα ἔκανε κάτι φρικτό: θέλησε νὰ ὑποβιβάσει τὸν χριστιανισμὸ στὸ ἐπίπεδο τῆς ἰδεολογίας. Πράγματι, ἂν δὲν ὑπάρχει ἕνωση Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τότε ὁ χριστιανισμὸς καταντᾶ μία καλὴ ἰδεολογία ποὺ κάνει τοὺς ἀνθρώπους καλοὺς καὶ ἠθικούς. Καλὸς καὶ ἠθικός, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος καὶ μέσα ἀπὸ ἄλλες ἰδεολογίες. 

            Τί ἔκανε, ὅμως, ὁ Μέγας Γρηγόριος; Ἔγινε θυσία γιὰ νὰ στερεωθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία. Μέσα ἀπὸ τὰ συγγράμματά του καὶ τὶς Συνόδους ποὺ συνεκάλεσε, διακήρυξε περίτρανα ὅτι ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶναι φιλοσοφίες, ἀλλὰ τρόπος ζωῆς, εἶναι βίωμα ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο ὄχι ἁπλῶς καλὸ ἢ ἠθικό, ἀλλὰ ἅγιο. Τόνισε ὅτι τὸν Θεὸ δὲν μποροῦμε νὰ Τὸν προσεγγίσουμε μέσῳ τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης, ἀλλὰ ἀποκαλύπτεται στὸν χριστιανὸ ποὺ ἔχει καθαρὴ καρδιά. Αὐτὴ ἡ Κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση, δηλαδή, τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν προσευχή. Ἡ Κάθαρση ὁδηγεῖ στὸν Φωτισμὸ τοῦ νοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο νὰ βρίσκεται σὲ συνεχῆ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Τέλος, τὸν Φωτισμὸ ἀκολουθεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς Θέωσης, ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κορυφὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ τὸν σκοπὸ τοῦ κάθε ὀρθοδόξου χριστιανοῦ. 

            Εἴμαστε εὐγνώμονες στὸ ἱερὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, διότι ἀνέλαβε τὴν εὐθύνη καὶ ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία ὅταν τὴν ἔβλεπε νὰ κινδυνεύει. Ἂν ἔμενε ἐπαναπαυμένος στὸ κελί του, οἱ συνέπειες θὰ ἦταν τραγικές. Νὰ ἔχουμε τὴν εὐχὴ καὶ τὴν πρεσβεία του, ὥστε καὶ ἐμεῖς νὰ ἀναλάβουμε τὶς εὐθύνες, νὰ ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὰ προσωπικά μας θελήματα καὶ νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Κάθαρσης, τοῦ Φωτισμοῦ καὶ τῆς Θέωσης. Ἀμήν! 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος