† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Σήμερα, Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ἄνοιξε γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας τὸ κατανυκτικὸ Τριώδιο. Τὸ Τριώδιο εἶναι στὴν κυριολεξία ἕνα βιβλίο ποὺ περιέχει τὰ ἱερὰ γράμματα ἀπὸ τὴν σημερινὴ Κυριακὴ ἕως καὶ τὸ Μέγα Σάββατο. Λέγεται Τριώδιο, διότι στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες, στοὺς κανόνες, ἀντὶ γιὰ ὀκτὼ ὠδές, διαβάζουμε τρεῖς. Ὅλο τὸ διάστημα τοῦ Τριωδίου χωρίζεται σὲ τρεῖς περιόδου. Ἡ πρώτη εἶναι ἀπὸ χθὲς τὸ ἀπόγευμα ἕως καὶ τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, ἡ δεύτερη ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ἕως τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἡ λεγόμενη «Μεγάλη Σαρακοστή», καὶ ἡ τρίτη ἀπὸ τὸ ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, μέχρι καὶ τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ λεγόμενη «Μεγάλη Ἑβδομάδα». 

             σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ μία παραβολή. Μᾶς ἀναφέρει ὁ Κύριος ὅτι δύο ἄνδρες, ἕνας Φαρισαῖος, αὐστηρὸς τηρητὴς τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, καὶ ἕνας τελώνης εἰσῆλθαν γιὰ νὰ προσευχηθοῦν στὸν ἱερὸ ναό. Μέσα ἀπὸ τὴν προσευχή τους διακρίνεται μία μεγάλη ἀντίθεση καὶ ἀποκαλύπτεται τὸ ποιὸν τῶν δύο ἀνθρώπων. 

             Φαρισαῖος ξεκινᾶ τὴν προσευχή του λέγοντας: «Θεέ μου, σὲ εὐχαριστῶ». Τί ὡραία ἀρχή! Τί πιὸ καλὸ ἀπὸ τὸ νὰ ξεκινᾶ κανεὶς τὴν προσευχή του μὲ τὴν εὐχαριστία; Ἀφοῦ, λοιπόν, μᾶς ἐξέπληξε εὐχάριστα, συνεχίζει: «Εὐχαριστῶ ποὺ δὲν εἶμαι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ σὰν αὐτὸν ἐκεῖ τὸν τελώνη. Νηστεύω δύο φορὲς τὴν Ἑβδομάδα καὶ ἀπὸ τὴν περιουσία μου δίνω ἐλεημοσύνη τὸ ἕνα δέκατο, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο». 

            Ὁ σχολιασμὸς κρίνεται περιττός. Μὲ τὴν προσευχή του, ὁ Φαρισαῖος ἀφαιρεῖ τὴν μάσκα του, τὴν μάσκα ποὺ τὸν ἐμφάνιζε στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων εὐσεβῆ, ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, νηστευτή, ἐλεήμονα. Ἀποδεικνύεται ἄνθρωπος βαθύτατα ἀλαζονικός. Πιστεύει πραγματικὰ ὅτι ἔχει φτάσει σὲ τέτοιο ἐπίπεδο ἀρετῆς, ὥστε πλέον δὲν ζητᾶ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ μάλλον ἀπαιτεῖ. Εἶναι ἄνθρωπος ἄσπλαχνος, ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θάβουν ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους γιὰ νὰ πατήσουν πάνω τους. Δὲν σέβεται τὴν ἱερότητα τοῦ χώρου στὸν ὁποῖο βρίσκεται, καθὼς σὺν τοῖς ἄλλοις, δαχτυλοδείχνει καὶ θεωρεῖ ὡς ἀκάθαρτο τὸν ἀδερφό του τὸν τελώνη ποὺ βρίσκεται πιὸ δίπλα καὶ προσεύχεται. 

             δὲ τελώνης, αὐτὸς ὁ ἐξαιρετικὰ ἁμαρτωλός, πῶς προσευχήθηκε; Πρὸς ἔκπληξιν ὅλων μας, πολὺ πιὸ πνευματικὰ ἀπὸ τὸν λεγόμενο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ. Ἡ στάση του, στάση μετανοίας. Οὔτε κὰν πλησίασε τὰ ἐνδότερα μέρη τοῦ ναοῦ. Στάθηκε ὅσο πιὸ μακριὰ γινόταν γιατὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἀνάξιο. Μάλιστα, οὔτε τὰ μάτια δὲν σήκωνε στὸν οὐρανό, ἀλλὰ τὴ γῆ κοιτοῦσε, γιατὶ θεωροῦσε τὸν ἑαυτό του χῶμα ποὺ ἀξίζει μέχρι καὶ νὰ τὸ ποδοπατοῦν ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἔλεγε αὐτὸς ὁ ἁμαρτωλός: «Θεέ μου, ἐλέησέ με» καὶ καθὼς προσευχόταν χτυποῦσε τὸ στῆθος του, ἐξωτερικεύοντας τὸν πόνο ποὺ αἰσθανόταν στὴν ψυχή του. 

            πως εὔκολα διαπιστώνει ὁ καθένας, ἡ προσευχὴ ποὺ ἄρεσε στὸν Κύριο, εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ σεβόταν κάθε εὐσυνείδητος, αὐτὴ τοῦ ἀληθινὰ μετανιωμένου γιὰ τὶς πράξεις του, τελώνη. Ἔτσι, κατέβηκε στὸ σπίτι του ἀναπαυμένος. Τὸν ἀνέπαυσε ὁ Θεὸς ποὺ ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερηφάνους καὶ δίνει χάρη στοὺς ταπεινούς.

            Μεγάλο τὸ κακὸ τῆς ὑπερηφάνειας. Θὰ μπορούσαμε νὰ μιλοῦμε ὥρες γιὰ αὐτήν. Ὡστόσο, καὶ μόνο μία πρόταση καταφέρνει νὰ συνοψίσει τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς ποὺ ἐπιφέρει: μὲ τὴν ὑπερηφάνειά του ἔπεσε ὁ ἀρχικὰ περίλαμπρος Ἑωσφόρος. Ἔπεσε καὶ ἔγινε σκοτεινὸς καὶ συνώνυμος τοῦ κακοῦ. Ἑπομένως, ὅσες ἀρετὲς καὶ ἂν ἔχει κανείς, ἂν δὲν τὶς διασφαλίσει μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, χάνονται ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ. 

             δὲ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν καλῶν. Ὁ Χριστὸς ὅταν ἦρθε στὴ γῆ, ἔζησε ὡς «Ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ», τὴν ὁποία μᾶς καλεῖ νὰ διδαχθοῦμε ἀπὸ Αὐτόν. Γεννήθηκε σὲ πτωχικὴ φάτνη, ἔγινε Φυγὰς στὴν Αἴγυπτο, μεγάλωσε στὴ Ναζαρέτ, εἶχε ὡς μαθητὲς τοὺς ψαράδες, ὑπέμεινε μὲ σιωπὴ τὶς κατηγορίες ἐναντίον Του, φραγγελώθηκε, ἐμπτύσθηκε, χλευάσθηκε καί, τελικά, σταυρώθηκε γιὰ νὰ ἀκολουθήσει ἡ ἔνδοξη Ἀνάστασή Του. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινό, ἀλλὰ ἀνατρεπτικὸ πέρασμά Του, κατάφερε νὰ κάνει τὰ πάντα καινούργια, ἀλλάζοντας τὴν ροὴ τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ὁ Κύριός μας εἶναι ὁ μεγαλύτερος Δάσκαλος τῆς ταπεινοφροσύνης. 

            Γιὰ σκεφτεῖτε, ποιός εἶναι χρησιμότερος σὲ μία κοινωνία, ὁ ὑπερήφανος, ἢ ὁ ταπεινός; Τὸν ταπεινὸ μὴν τὸν φοβᾶσαι διότι δὲν θὰ στραφεῖ ποτὲ ἐναντίον σου. Ὁ ὑπερήφανος, ἂν δεῖ ὅτι δὲν γίνεται τὸ δικό του, αὐτομάτως ἀλλάζει ὄψη καὶ μπορεῖ ἀπὸ τὸ πουθενὰ νὰ δημιουργήσει πολλὰ προβλήματα, ἐπηρεάζοντας ἀρνητικὰ τὸ σύνολο τῆς κοινωνίας. Ὁ ταπεινός, εἶπε κάποιος γέροντας, εἶναι σὰν τὸ καλάμι ποὺ πηγαίνει μὲ τὴ φορὰ τοῦ ἀνέμου καὶ γιὰ αὐτὸ μένει πάντα στὴ θέση του, ὁ δὲ ὑπερήφανος, εἶναι σὰν τὸ κυπαρίσσι ποὺ φέρνει ἀντίσταση στοὺς ἀνέμους, μέχρι ποὺ τελικὰ ξεριζώνεται καὶ χάνεται. Εἶναι, ἑπομένως, λογικὸ τὸ ὅτι ὁ Θεός, ἡ πηγὴ τῶν ἀγαθῶν, ἀντιτάσσεται στοὺς ὑπερηφάνους καὶ δίνει χάρη στοὺς ταπεινούς, καθὼς στοὺς ταπεινοὺς ἀναπαύεται. 

            Κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς μας εἶναι εὐκαιρία γιὰ μία νέα ἀρχή. Ἂν μέχρι τώρα συλλάβαμε τὸν ἑαυτό μας νὰ ὑπερηφανεύεται καὶ νὰ κομπάζει ὅτι εἶναι καλύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, καιρὸς νὰ σκεφτοῦμε διαφορετικά. Πρὸς τί ἡ ματαιδοξία; Ὅλοι χοϊκοὶ εἴμαστε καὶ ὅταν φύγουμε, ἐλάχιστοι καὶ ἐλάχιστα θὰ μᾶς θυμοῦνται. 

            Εὔχομαι τὸ Τριώδιο, στὸ ὁποῖο σήμερα εἰσοδεύσαμε, μέσα ἀπὸ τὴν ἱερὴ ὑμνολογία του καὶ τὰ ὑπέροχα μηνύματά του, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ γίνουμε κὶ ἐμεῖς σὰν τὸν τελώνη, προκειμένου νὰ ἑλκύσουμε τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιὰ αὐτὸ μᾶς δίνεται τὸ Τριώδιο. Σὲ καμία περίπτωση τὸ Τριώδιο δὲν εἶναι συνώνυμο μὲ τὰ μασκαρέματα καὶ τὶς ἄσεμνες συνήθειες ποὺ πηγάζουν ἀπὸ μιὰ ἄλλη ἐποχή. Ἅγιοι Πατέρες, φωτισμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, ἔγραψαν στὸ βιβλίο αὐτὸ γράμματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν καθένα μας, γράμματα ποὺ μᾶς προτρέπουν νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό μας, τὴ ζήλεια, τὴν ἀγένεια, τὴν φιληδονία καὶ ὅλα τὰ κακά, καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ γεμίσουμε τὴν ψυχή μας μὲ ὅ,τι καλό, ὅ,τι εὐγενές, ὅ,τι χριστιανικό.

Καλὸ Τριώδιο σὲ ὅλους! Καλὴ ἀρχή!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

             Οἱ τρεῖς Μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ξακουστοὶ γιὰ τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν θέσεων καὶ τῶν κινήσεων τῶν ἀστεριῶν, εἶδαν κάποτε ἕνα νέο ἀστέρι, λαμπρότερο τῶν ὑπολοίπων, καὶ μὲ βεβαιότητα τὸ θεώρησαν ὡς ἔνδειξη τῆς γέννησης τοῦ Βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων. Θυσίασαν, τότε, χρόνο καὶ πολὺ κόπο, προκειμένου νὰ βρεθοῦν στὸ σημεῖο ποὺ ὑπεδείκνυε ὁ ἁστέρας. «Φθάσαντες εἰς Ἱερουσαλήμ, μὲ πόθον ἐρωτῶσι, ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, νὰ πὰν νὰ Τὸν εὑρῶσι», ὅπως ψάλλουμε στὰ κάλαντα. Τὴν περίοδο ἐκείνη βασίλευε στὸν Ἰσραὴλ ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τὴν εἴδηση τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ταράχθηκε. Φθόνησε τὸν Νεογέννητο. Φοβήθηκε μὴν τοῦ πάρει τὴν ἐξουσία. Κάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, γιὰ νὰ μάθει τὸν τόπο τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ ἀπάντησαν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς γραφές, ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ στὴν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀμέσως μετά, κρυφὰ κάλεσε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὸν χρόνο ἐμφάνισης τοῦ ἀστέρα. Ἦταν περίπου δύο χρόνια ποὺ εἶχε ἐμφανισθεῖ.

            Φεύγοντας ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, οἱ σοφοὶ ἄνδρες εἶδαν τὸν ἀστέρα νὰ τοὺς καθοδηγεῖ μέχρι ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν ὁ Λυτρωτής. Μπῆκαν, τότε, στὸ σπίτι, ὅπου ζοῦσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Παναγία μας, καὶ Τὸν προσκύνησαν προσφέροντάς Του ὡς δῶρα χρυσό, λίβανο καὶ σμύρνα. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψη, εἶδαν σὲ ὄνειρο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν, ὅπως εἶχαν συνεννοηθεῖ, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους παίρνοντας διαφορετικὴ διαδρομή.

           Ὁ Ἡρώδης, βλέποντας ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ξεγέλασαν, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν ὁ μελλοντικὸς Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, διέταξε νὰ σκοτώσουν ὅλα τὰ ἀρσενικὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων ἕως δύο ἐτῶν. Ἤλπιζε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ξεφορτωνόταν τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε.

            ταν πολὺ κακὸς ἄνθρωπος ὁ Ἡρώδης. Κὶ ὅμως, αὐτὸς ὁ κακὸς ἄνθρωπος σκότωσε πολὺ λιγότερα νήπια ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θανατώνονται κάθε χρόνο στὴν πατρίδα μας καὶ ἀλλοῦ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν δῆθεν προοδευτικῶν. Ἀναφέρομαι στὶς ἐκτρώσεις, ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ τὴν κοινωνία μας τὸν σύγχρονο -καὶ μανιωδέστερο τοῦ πρώτου- Ἡρώδη. Θέλει νὰ γλιτώσει τὸ ζευγάρι ἀπὸ τὸ δῆθεν μεγάλο ἀνακύψαν «πρόβλημα τῆς σύλληψης», καὶ ἀποφασίζει πὼς ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι νὰ θανατώσουν τὸ παιδὶ τους τὼρα ποὺ ἀκόμη δὲν φαίνεται στὰ μάτια μας ἄνθρωπος. Ὁ Ἡρώδης ἦταν πιὸ ἐπιεικής. Θανάτωσε νήπια ποὺ μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις τους μποροῦσαν κάπως νὰ ἀντιδράσουν. Ὁ σύγχρονος Ἡρώδης θανατώνει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν καμία δυνατότητα ἀντίδρασης. Καὶ αὐτὸ θεωρεῖται «πρόοδος».

            Δίχως, νὰ ἀναφερθῶ περισσότερο στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ζήτημα, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἡρώδης προσπαθῶντας νὰ θανατώσει τὸν Κύριό μας, εἶναι ἡ ὅποια ἁμαρτία διαπράττουμε εἰδικὰ ἐμεῖς, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἡρώδης δὲν κατάφερε ὄχι νὰ θανατώσει, οὔτε νὰ ἀγγίξει σωματικὰ τὸν Χριστό, ἡ ἁμαρτία, ὅμως, Τὸν πληγώνει καὶ Τὸν θλίβει, διότι μᾶς ἀγαπάει καὶ θέλει νὰ εἴμαστε Φῶς καὶ ἑνωμένοι μαζί Του, καθαροὶ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

            Γιὰ αὐτή Του τὴν ἀγάπη, ὁ Κύριος, ἤδη ἀπὸ τὴν βρεφική Του ἡλικία βρέθηκε σὲ μεγάλο κίνδυνο καὶ ἔγινε ἐξόριστος, ἔφυγε στὴν Αἴγυπτο. Ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο προοικονομεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἔξοδο τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία. Δείχνει, ἐπίσης, τὴν ἀντίθεση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπει ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ψηλὰ τοὺς σπουδαγμένους, τοὺς πλουσίους, τοὺς διάσημους, ὁ Θεός, ὅμως, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο λαμβάνοντας ἀνθρώπινη σάρκα, ἐξέλεξε τὰ μὴ ὄντα, δηλαδὴ τοὺς ἄσημους στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ταπεινούς, γιὰ νὰ καταργήσει τὰ ὄντα, τοὺς σπουδαίους τῆς κοινωνίας. Ἀντὶ νὰ γεννηθεῖ σὲ παλάτι, ἐπέλεξε τὴν ταπεινὴ φάτνη. Ἀντὶ νὰ καλέσει σπουδαίους μουσικοὺς γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴν Γέννησή Του, ἐπέλεξε τοὺς ταπεινοὺς ποιμένες. Καὶ τώρα, ἀντὶ νὰ ἀποκρύψει τὴν Γέννησή του στὸν Ἡρώδη, ζῶντας μὲ ἀσφάλεια στὴ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἐπιλέγει νὰ κινδυνεύσει καὶ νὰ βρεθεῖ ἐξόριστος στὴν Αἴγυπτο, τὴν γῆ ὅπου δέσποζε ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων.

            Μεγάλη, λοιπόν, πραγματικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονοῦμε. Ἂν σκεφτόμαστε διαρκῶς ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπάει ὡς παιδιά Του, θὰ πάψουμε νὰ Τὸν θλίβουμε. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁποιοδήποτε τάλαντο ἔχουμε εἶναι προϊὸν τῆς ἀγάπης Ἐκείνου πρὸς ἐμᾶς γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργοῦμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό, τότε θὰ ἀναλώσουμε τὶς δυνάμεις μας μὲ πολλὴ χαρά, ἐπιστρέφοντας τοὺς καρποὺς τῶν ταλάντων μας στὸν Θεό. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς ἀγαπάει ἀμερόληπτα, θὰ βλέπουμε τοὺς συνανθρώπους μας ὡς πραγματικὰ ἀδέρφια.

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Σήμερα, Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη πάντων τῶν Προγόνων τοῦ Χριστοῦ μας, τῶν Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τοῦ Προπάτορος Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καί, ὅσοι ἤσασταν ἀπὸ πιὸ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀκούσατε ὅτι τὸ συναξάριο ποὺ ἀνέγνωσε ὁ ἀναγνώστης ἦταν ἀρκετὰ ἐκτενές, μάλιστα δὲ τὸ μεγαλύτερο τοῦ ἔτους, τὸ δὲ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφερόταν στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Ἰωσήφ. 

               Βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἕνα μεγάλο ζήτημα στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε προσοχὴ εἶναι τὸ πῶς ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἑορτή, τὴν -κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο- «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν». Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτό, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε τὶ σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τὰ Χριστούγεννα, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων. 

            Εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας; Νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε μὲ φίλους καὶ γνωστούς, εὐφραινόμενοι στὰ ρεβεγιόν; Κοινῶς, νὰ διασκεδάσουμε; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Χριστό.  Γιὰ αὐτὸ καὶ ἔχουν φθάσει νὰ «ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα» καὶ ἄνθρωποι ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι. Πρόκειται γιὰ μεγάλη εἰρωνεία, διότι τὸ νὰ λέει κάποιος ὅτι γιορτάζει Χριστούγεννα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καθόλου στὸ Πρόσωπο ποὺ ἔχει τὰ γενέθλιά Του, τὸν Χριστό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποιος ἕναν γνωστό του ἑορτάζοντα τὰ γενέθλιά του, νὰ ἀρχίσει νὰ μιλᾶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους, νὰ ἀνταλλάσσει δῶρα μὲ αὐτούς, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη νὰ μὴν δώσει τὴν παραμικρὴ σημασία. Μὲ τὴν ἑορτὴ νὰ ἔχει λάβει, δυστυχῶς, τέτοια διάσταση γιὰ τὸν κόσμο, βλέπουμε πλέον στοὺς δρόμους καὶ στὰ καταστήματα νὰ μὴν ἐκφράζονται εὐχὲς γιὰ «καλὰ Χριστούγεννα», ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ «καλὲς γιορτές», προκειμένου νὰ μὴν προσβληθοῦν δῆθεν οἱ ἀλλόθρησκες μειονότητες. Ποῦ πάμε; Γιατί νὰ κάνουμε ἐκπτώσεις στὶς παραδόσεις μας γιὰ χάρη τῶν μειονοτήτων; Ἀλήθεια, πιστεύει κανεὶς ὅτι οἱ χῶρες προέλευσης τῶν μειονοτήτων θὰ ἔκαναν ἀνάλογες ἐκπτώσεις γιὰ νὰ εὐαρεστήσουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς; Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὅποιος θρέφει τέτοιες προσδοκίες. 

                  Γιά νὰ δοῦμε, ὅμως. Ποιά εἶναι ἡ κατάληξη ἑνὸς τέτοιου, κοσμικοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων; Περνοῦν λίγες ἡμέρες καὶ ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ μελαγχολία, ἔρχεται καὶ ἡ θλίψη ἐπειδὴ πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ ἔφτασε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ρουτίνα. Ποιός παραμένει χαρούμενος; Ποιός ἀλλάζει ριζικὰ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταμορφώνει τὴν ζωή του; Οὐδείς. Ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις ἑορτασμοῦ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι, τελικά, τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία πρόσκαιρη ἀναλαμπὴ δῆθεν χαρᾶς. 

                   ποιος εἶναι ἔξυπνος, σίγουρα, ἀπὸ τὴν δῆθεν χαρὰ προτιμᾶ τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη χαρά. Αὐτὴν τὴν χαρὰ προσφέρει ὁ γνήσιος ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ γεμίσουμε λύπη καὶ μελαγχολία. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἀληθινὴ Χαρά, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν αἰώνια Ζωή. Πῶς, ὅμως, θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν; Ὅταν, διὰ τῆς νηστείας, διὰ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς μελέτης τῶν θεῖων γραφῶν, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εἰλικρινοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς συγχωρητικότητας, ἐτοιμάσουμε στὴν ψυχή μας ἱερὴ φάτνη γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα της ὁ Χριστός. 

             Σὲ αὐτὸ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σήμερα τιμώμενοι Ἅγιοι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὶς προσευχές τους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους. Θέλουμε νὰ γεννηθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός; 

             ς μιμηθοῦμε τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραάμ. Δὲν περνοῦσε διαβάτης μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίχως νὰ χορτάσει καὶ νὰ ξεδιψάσει, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμιώδης φράση: «ἀβραμιαία φιλοξενία». Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό του, ἐκεῖνος -δίχως δεύτερη σκέψη- ἀνταποκρίθηκε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δὲν ἐπέτρεψε τελικὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία. 

             ς μιμηθοῦμε τοῦ παγκάλου Ἰωσὴφ τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀμνησικακία. Ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του τὸν ἐπεθύμησε, ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἄνδρας εὐθὺς «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν», «τῆς Αἰγυπτίας ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας». Ὅταν δὲ ἀργότερα ἔγινε ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ διαχειριστὴς τῶν τροφίμων τὴν περίοδο ποὺ ἄλλες χώρες πεινοῦσαν, τότε τὰ μεγαλύτερα ἀδέρφια του κατέφυγαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν σιτάρι, χωρὶς νὰ τον ἀναγνωρίσουν. Παρ΄ ὅτι ἐκεῖνοι κάποτε τὸν εἶχαν προδώσει καὶ τὸν εἶχαν πετάξει σὲ ἕναν λάκκο γιὰ νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν ζήλεια τους, ὁ Ἰωσὴφ μὲ ἀπέραντη χαρὰ τοὺς δέχθηκε καὶ τοὺς συγχώρεσε. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Μωϋσέως τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀπὸ πίσω τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν, προσευχήθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ἄνοιξε ἡ θάλασσα στὰ δύο, ὥστε διάβηκε ὁ λαὸς μὲ ἀσφάλεια.

             ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἰὼβ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα. Εἶχε τὰ πάντα, ἔχασε τὰ πάντα καὶ ἔλεγε ὁ στύλος τῆς ὑπομονῆς: «ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε πίσω. Νὰ εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες».

              ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἠλία τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἦταν τέτοια ὥστε νὰ μὴν βρέξει γιὰ τρισήμισυ χρόνους. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Δαυὶδ τὴν μετάνοια. Παρ᾽ ὅτι ἔπραξε ἔγκλημα φρικτό, δέχθηκε τὸν ἔλεγχο τοῦ Προφήτη Νάθαν καὶ μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἔπεσε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ συνέχισε πιὸ δυνατὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ὑμνεῖ.

            ς προσπαθήσουμε μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ τράβηξαν ἐκεῖνοι καὶ τότε ὁ Χριστὸς θὰ βρεῖ τόπο καθαρὸ μέσα μας γιὰ νὰ σκηνώσει. Ὅταν αὐτὸ συμβεῖ, οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν θὰ περάσουν, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα μας γιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ καλύτερο, θὰ παραμείνει ζωντανή. 

Καλὰ Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου! Ὁ Θεὸς μαζί μας!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

                  Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι παραβολὴ καὶ ὁμοιάζει μὲ αὐτὴν ποὺ ἀναγνώσθηκε τὴν ΙΔ΄ Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή. 

               Κάποιος ἄνθρωπος ἐτοίμασε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλούς. Ὅταν ὅλα ἦταν ἔτοιμα, εἶπε στὸν δοῦλο του νὰ ἐνημερώσει τοὺς καλεσμένους γιὰ νὰ προσέλθουν νὰ εὐφρανθοῦν. Αὐτοί, τότε, ἐπικαλέσθηκαν διάφορες δικαιολογίες γιὰ νὰ ἀπουσιάσουν. Ἄλλος ἔπρεπε νὰ πάει στὸ νέο του χωράφι, ἄλλος νὰ δοκιμάσει τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν ποὺ μόλις ἀγόρασε καὶ ὁ τρίτος νυμφεύθηκε, γιὰ αὐτὸ καὶ ἀδυνατοῦσε νὰ προσέλθει. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ δοῦλος ἀνέφερε αὐτὰ στὸν κύριό του, ἐκεῖνος ὀργίσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ βγεῖ γρήγορα στὰ κεντρικὰ σημεῖα τῆς πόλης καὶ νὰ μαζέψει στὸ δεῖπνο τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους ποὺ θὰ συναντοῦσε. Ἔγινε πράγματι αὐτό, ἀλλὰ ὑπῆρχε ἀκόμη χῶρος στὸ  τραπέζι. Τότε, ὁ οἰκοδεσπότης προστάζει τὸν ὑπηρέτη νὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ νὰ ἀναγκάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσέλθουν, γιὰ νὰ γεμίσει τὸ σπίτι.  Κλείνει δὲ ἡ περικοπὴ μὲ τὸν οἰκοδεσπότη νὰ διαβεβαιώνει ὅτι πολλοὶ εἶναι καλεσμένοι, λίγοι, ὅμως, οἱ ἐκλεκτοί. 

                ἄνθρωπος ποὺ πραγματοποιεῖ τὸ μεγάλο δεῖπνο εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας. Τὸ δὲ δεῖπνο συμβολίζει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί, κατ’ ἐπέκταση, τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία. Ὁ δοῦλος ποὺ ἐκτελεῖ τὶς διαταγὲς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Μονογενῆ Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό μας. Τόση ἀγάπη θρέφει γιὰ ἐμᾶς ὁ Θεός, ὥστε νὰ καταδεχθεῖ νὰ γίνει «ὁ δοῦλος» γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μακάρι νὰ ἔχουμε τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα γιὰ νὰ κατανοοῦμε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια. Τότε καὶ ἐμεῖς θὰ γίνουμε δοῦλοι γιὰ τὸ καλὸ τῶν συνανθρώπων μας μιμούμενοι τὸ παράδειγμα Ἐκείνου, χωρίς, ὅμως, νὰ εἴμαστε δοῦλοι. Μὰ οὔτε ὁ ἴδιος μᾶς θεωρεῖ δούλους. Σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος μᾶς χορήγησε, μᾶς θεωρεῖ παιδιά Του καὶ φίλους Του καὶ θέλει νὰ μοιραστεῖ μαζί μας τὴν χαρά Του. Ὄχι, ὅμως, μόνο αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή Του θέλει νὰ μοιρασθεῖ μὲ ἐμᾶς. Ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμὴ ἀπὸ αὐτὴν; 

               ν θεωροῦμε τόσο μεγάλη τιμὴ τὸ δεῖπνο στὸ ὁποῖο μᾶς προσκαλεῖ κάποιος ἐπίσημος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κανονίζουμε ἔτσι τὸ πρόγραμμά μας ὥστε ὁπωσδήποτε νὰ παραστοῦμε, πολὺ μεγαλύτερη τιμὴ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεὸς πρὸς ἐμᾶς καὶ πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ θυσιάζουμε κάποια πράγματα γιὰ νὰ παραστοῦμε σὲ αὐτό. Τὸ πρῶτο δεῖπνο εἶναι ἐπίγειο καὶ φθαρτό. Χορταίνει τὸ σῶμα μας μόνο γιὰ λίγη ὥρα. Τὸ δεύτερο δεῖπνο εἶναι ἐπουράνιο καὶ ἄφθαρτο. Χορταίνει τὴν ψυχή μας αἰώνια. Τὸ γήινο δεῖπνο τὸ ἐτοιμάζουν οἱ ὑπηρέτες. Τὸ μεγάλο θεϊκὸ δεῖπνο τὸ ἐτοιμάζει ὁ ἴδιος ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ Θεός. Ὑπηρέτης δεύτερος δὲν ὑπάρχει. Εἶναι μόνο Αὐτός. Τὸ συγκλονιστικότερο: ὁ Ἴδιος εἶναι καὶ ἡ τροφὴ καὶ ἡ πόση. Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνονται, μὲ τὶς λειτουργικὲς εὐχὲς καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,ψ Σῶμα καὶ Αἵμα Χριστοῦ.  Δὲν εἶναι λίγες οἱ μαρτυρίες ἀνθρώπων εὐλαβῶν οἱ ὁποῖοι εἶδαν ὡς Βρέφος τὸν Δεσπότη Χριστὸ στὸ Ἅγιο Δισκάριο. Γιατί, ὅμως, ὁ Κύριος παραθέτει σὲ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ ἱερὸ τραπέζι; Μήπως ἔχει νὰ ἐξασφαλίσει κάποιο προσωπικὸ ὄφελος; Μὴ γένοιτο! Δὲν μᾶς ἔχει ὁ Χριστὸς ἀνάγκη. Ἐμεῖς  Τὸν ἔχουμε. Μᾶς καλεῖ σὲ αὐτὸν τὸν μυστικὸ δεῖπνο γιὰ νὰ μᾶς κάνει σύσσωμους καὶ σύναιμους μὲ Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ μεταξύ μας. Θέλει ὁ Κύριος τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του, διότι αὐτὴ ἡ ἑνότητα ἐξαλείφει κάθε κίνδυνο, στερεώνει τὴν εἰρήνη καὶ προμηνύει τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία. 

            Δὲν εἶναι ἀξιοζήλευτος ἐκεῖνος ποὺ μετέχει στὸ θεϊκὸ δεῖπνο; Ἀσφαλῶς. Πῶς μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε κὶ ἐμεῖς; Μήπως πρέπει νὰ ἐτοιμάσουμε κάτι ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ συνεισφέρουμε στὸ τραπέζι; Μήπως πρέπει νὰ πληρώσουμε τὴν εἴσοδο; Ὄχι. Ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλεύθερη καὶ τὸ τραπέζι εἶναι ἔτοιμο κατὰ πάντα. Δὲν ἀπαιτεῖται κανένας κόπος ἀπὸ μέρους μας. Τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόσκληση. Κὶ ὅμως, κάτι τόσο ἁπλὸ δὲν γίνεται ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν τόσο τιμητικὴ πρόσκληση, ὅπως βλέπουμε στὴν παραβολή.

                πρῶτος προσκεκλημένος φέρει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ λείψει τὸ ὅτι ἀγόρασε ἕνα χωράφι καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐπισκεφθεῖ. Ἡ περίπτωση αὐτὴ ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐργασία πάνω ἀπὸ ὅλα. Ἐνῷ ἡ ἐργασία εἶναι ἕνα μέσο τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ στὴν αὐτοσυντήρησή μας, ἐκεῖνος τὴν θεωρεῖ ὡς αὐτοσκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι νὰ ἐργάζεται γιὰ νὰ ζεῖ, ἀλλὰ νὰ ζεῖ γιὰ νὰ ἐργάζεται, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίζει ὅλο καὶ περισσότερα ὑλικὰ ἀγαθά. Αὐτὰ τὰ ὑλικὰ εἶναι ἡ λατρεία του καὶ τὸ μόνο ποὺ τοῦ δίνει μία ψεύτικη παρηγοριά. Ἐνῷ δῆθεν ἐργάζεται γιὰ νὰ θρέψει τὰ παιδιά του, τελικὰ οὔτε κὰν σχετίζεται μὲ αὐτά. Στὰ γεράματά του μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ἀπέτυχε καὶ ὅτι στερήθηκε τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, ὡς δοῦλος τῆς ἐργασίας. Τότε, ὅμως, εἶναι ἀργά. 

              δεύτερος προσκεκλημένος, ἐπικαλεῖται τὴν πρόσφατη ἀγορὰ πέντε ζευγαριῶν βοδιῶν. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύουν τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν ὡς τὶς πέντε αἰσθήσεις. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς προσπαθεῖ νὰ γεμίσει τὰ κενὰ τῆς ψυχῆς του μὲ τὶς ἠδονικὲς καὶ ἀκάθαρτες εἰκόνες, μυρωδιές, γεύσεις, ἀκούσματα καὶ ψιλαφήσεις. Ὡστόσο, ἡ ψυχὴ δὲν γεμίζει, ἀλλὰ ἀποκτᾶ μεγαλύτερα κενά, καθίσταται ἕνας «κάλαθος τῶν ἀχρήστων». Ὁ δοῦλος τῆς σάρκας καθιστᾶ κέντρο τῆς ζωῆς του τὶς σωματικὲς ἠδονές. Εἶναι, ὅμως, κέντρο αὐτὲς οἱ ἠδονές; Ἂν ἦταν ὄντως κέντρο, θὰ διαρκοῦσαν γιὰ πάντα. Αὐτές, ὅμως, μαραζώνουν μὲ τὴν φθορὰ τοῦ χρόνου. Ὁ ἄνθρωπος κάποια στιγμὴ χάνει τὴν δυνατότητα νὰ μετέχει τῶν ἠδονῶν αὐτῶν. Ἑπομένως, μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν βυθισμένη στὴν πλάνη. Τότε, ὅμως, εἶναι ἀργά. 

                τρίτος ἀναφέρει στὸν δοῦλο: γυναίκα νυμφεύθηκα, γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω. Ἀναφέρει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ ἀπουσιάσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κάτι τὸ ὁποῖο ὁ Ἴδιος ὁ Οἰκοδεσπότης Θεὸς ἔχει εὐλογήσει· τὸν γάμο. Ὁ Θεὸς δὲν ἐτοίμασε τὸ δεῖπνο μόνο γιὰ τοὺς ἀγάμους, ἀλλὰ γιὰ ὅλους. Εἶναι, λοιπόν, εὐπρόσδεκτη ὅλη ἡ οἰκογένεια. Δυστυχῶς, κάποιοι γονεῖς ἐνδιαφέρονται μόνο νὰ στέλνουν τὰ παιδιά τους στὸ μπαλέτο, στὸ πιάνο, στὰ γυμναστήρια γιὰ νὰ γυμνάσουν τὸ σῶμα τους, ἀλλὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἐκγύμναση τῆς ψυχῆς ποὺ προσφέρει τὸ πνευματικὸ γυμναστήριο, ἡ Ἐκκλησία. Μεριμνοῦν γιὰ ὅλα, ἀλλὰ στὸ τέλος τὰ παιδιὰ στεροῦνται τὸ βασικότερο ἀγαθό, τὴν τροφή. Ὄχι τὴν ὑλική, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ χρειάζεται ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ μένει ζωντανή, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἵμα τοῦ Λυτρωτοῦ. Οἱ γονεῖς αὐτοί, δυστυχῶς, δὲν ξέρουν γιατὶ παντρεύονται, δὲν ξέρουν γιατὶ φέρνουν παιδιὰ στὸν κόσμο. Καὶ τὸ χειρότερο, δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν. Κὶ ἐκεῖ ποὺ νομίζουν ὅτι τὰ πάνε καλά, συνειδητοποιοῦν, ἂν τὸ συνειδητοποιήσουν, ὅτι ἀπέτυχαν. Τότε ὅμως, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, εἶναι ἀργά. 

                 Λυπηρό… Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, θυσιάσθηκε γιὰ ἐμᾶς, σταυρώθηκε γιὰ ἐμᾶς, καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς ὄχι νὰ θυσιασθοῦμε, οὔτε νὰ ἔλθουμε στὸ λαμπρὸ δεῖπνο δὲν δεχόμαστε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγνωμοσύνη. Ὁ Θεός, ὅμως, ὅπως προεῖπα, δὲν ἔχει ἀνάγκη. Στέλνει τὸν Υἱό Του γιὰ νὰ φέρει στὸ δεῖπνο ὅσους θὰ βρεῖ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς φτωχούς, τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅλους. Ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καὶ κοινωνικῆς προέλευσης. Μάλιστα, Τὸν προτρέπει νὰ τοὺς ἀναγκάσει νὰ ἔλθουν. Πρὸς τί αὐτὸς ὁ ἀναγκασμός; Ὄχι, δὲν καταπατᾶ ὁ Θεὸς τὴν ἐλευθερία μας, ἀλλὰ ἐπιμένει. Ἐπιμένει γιὰ τὸ καλό μας, ἀκόμη καὶ ἂν γίνεται κουραστικός. Ἐπιμένει, γιὰ νὰ εὐφρανθοῦμε ἀπολαμβάνοντας τὸ δεῖπνο Του. Δὲν θέλει κανένα πρόβατο νὰ μείνει ἔξω ἀπὸ τὴ μάντρα, ἀλλὰ θυσιάζεται γιὰ τὸ καθένα ξεχωριστά. 

               Εἴδαμε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μας. Εἴδαμε πόσο μᾶς ἀγαπάει καὶ τὶ τιμὴ μᾶς ἐπιφυλάσσει. Μένει μόνο νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόσκλησή Του. Ἂς φανοῦμε ἔξυπνοι. Ὁ ἀγρὸς καὶ τὰ βόδια μποροῦν νὰ περιμένουν. Τὸ δεῖπνο τοῦ Θεοῦ εἶναι μοναδικό. Ἂς προσέξουμε, ὅμως, πρὶν εἰσέλθουμε στὸ σπίτι νὰ βγάλουμε τὰ ἀκάθαρτα ροῦχα καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν καθαρὸ χιτώνα. Μὴν προφασισθοῦμε ἀδυναμία νὰ ἀγοράσουμε τὸν χιτώνα. Μᾶς τὸν προσφέρει ὁ Θεὸς δωρεὰν μέσῳ τῆς ἐξομολόγησης. Ἂς μὴν χάσουμε τὴν εὐκαιρία!

 Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

 ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

             σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς δίνει ἕνα πολὺ σημαντικὸ παράδειγμα πρὸς μίμησιν καὶ ἕνα πολὺ σημαντικὸ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν. 

               Κάποιο Σάββατο, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας σὲ μία συναγωγή, εἶδε μέσα στὸ πλῆθος καὶ μία γυναίκα συγκύπτουσα. Δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια ἡ ἡρωϊκὴ αὐτὴ γυναίκα ὑπέφερε ἀπὸ τὴν σωματικὴ κύρτωση καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ ὀρθώσει τὴν μέση της γιὰ νὰ δεῖ τὸν οὐρανό. Βλέποντάς την ὁ Κύριός μας, τὴν σπλαχνίσθηκε καὶ τῆς εἶπε: «Γυναίκα, ἔχεις ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου». Μόλις τὴν ἄγγιξε, ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεό. 

               Ἡ συγκύπτουσα εἶναι τὸ παράδειγμα πρὸς μίμησιν. Δεκαοκτὼ χρόνια πάσχει καὶ ἡ μετακίνηση γιὰ αὐτὴν δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Ἐντούτοις, δὲν λείπει ἀπὸ τὴν σύναξη τοῦ Σαββάτου (τὸ Σάββατο γιὰ τοὺς Ἑβραίους εἶναι ὅ,τι γιὰ ἐμᾶς ἡ Κυριακή· ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Κύριο). Δὲν λείπει ἀπὸ τὴν συναγωγὴ  καθὼς εἶναι γυναίκα εὐσεβὴς καὶ ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Γνωρίζει ὅτι ἡ δοκιμασία της εἶναι δῶρο Θεοῦ. Γνωρίζει ὅτι γιὰ νὰ τῆς χάρισε ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν δοκιμασία, κάποιο σχέδιο ἔχει, γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν ἀγανακτεῖ ἐναντίον Του, ἀλλὰ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ κάνει ὑπομονὴ καὶ ὅσο περισσότερη ὑπομονὴ κάνει, καὶ ὅσο μεγαλώνει τὸ εὐλογημένο πεῖσμα της νὰ συμμετέχει ἀδιαλείπτως στὴν σύναξη τοῦ Σαββάτου, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ Τὸν ἐμπιστεύεται. Ἡ εὐσεβὴς γυναίκα γνωρίζει ὄχι μόνο τὰ δικαιώματά της, ἀλλὰ καὶ τὰ καθήκοντά της. Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐποχὴ τοῦ «δικαιωματισμοῦ». Ὁ καθένας ἔχει δικαιώματα καὶ οἱ περισσότεροι λησμονοῦν ἢ ἀδιαφοροῦν ἐντελῶς γιὰ τὶς ὑποχρεώσεις. Ὁ δικαιωματισμὸς ἐμφανίζεται καὶ σὲ αὐτὸν τὸν ἐκκλησιασμὸ τῆς Κυριακῆς, ὅταν κάποιος λέει: «μία Κυριακὴ ἔχω νὰ ξεκουραστῶ. Δὲν θὰ πάω Ἐκκλησία». 

                Θεὸς μᾶς χάρισε τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία μας, μᾶς χάρισε ὅλη τὴν εὐλογία. Δὲν εἶναι ἐγωιστικὸ νὰ θέλουμε νὰ ἀπολαμβάνουμε μόνο εὐλογίες ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ στὶς ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντί Του νὰ εἴμαστε ἀδιάφοροι; Ἄλλο, βέβαια, εἶναι τὸ νὰ ἀναγκάζεται κάποιος νὰ λείπει τὴν Κυριακὴ ἀπὸ τὸν Ναὸ γιὰ διάφορους σοβαροὺς λόγους. Τὸ νὰ ἔχει, ὅμως, τὴν δυνατότητα, καὶ νὰ ἐπιλέγει νὰ ἀπουσιάσει, δὲν εἶναι ἔντιμο ἐνώπιον Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ γιατί; Διότι ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡμέρα Κυρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἰδιαιτέρως δοξάζουμε τὸν Κύριο καὶ τιμοῦμε τὴν Ἀνάστασή Του. Ἡ κάθε Κυριακὴ εἶναι σὰν Πάσχα. Ὅπως δὲν λείπουμε τὸ Πάσχα, ἔτσι εἶναι ἀδιανόητο νὰ λείπουμε καὶ τὴν κάθε Κυριακὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. 

               Καί -γιὰ νὰ μὴν ἐξαπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας- μὴν νομίζουμε ὅτι τὸ νὰ πάμε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία γιὰ πέντε ὥρες ἢ γιὰ μισὴ ὥρα ἀρκεῖ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες καὶ ὥρες τοῦ ἔτους. Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτήν. 

               Συνεχίζοντας ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκὰς τὴν διήγηση, ἀναφέρεται στὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συναγωγῆς. Αὐτός, βλέποντας τὴν θεραπεία τῆς γυναίκας καὶ τὶς θερμὲς ἐκφράσεις τοῦ λαοῦ γιὰ τὸν Κύριό μας, δῆθεν ἀγανάκτησε ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς θεράπευσε ἡμέρα Σαββάτου καὶ «χάλασε» τὴν ἱερὴ ἀργία. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν τολμοῦσε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν Ἴδιο, ἄρχισε νὰ φωνάζει στὸν ὄχλο: «ἕξι ἡμέρες ὑπάρχουν στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε· σὲ αὐτὲς νὰ ἔρχεστε νὰ θεραπεύεστε καὶ ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Ἔλαβε τότε τὴν ἀπάντηση ποὺ τοῦ ἄξιζε: «Ὑποκριτή – τοῦ εἶπε ὁ Χριστός- καθένας σας δὲν λύνει τὸ βόδι ἢ τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ τὴν φάτνη τὸ Σάββατο καὶ τὰ πηγαίνει νὰ τὰ ποτίσει; Αὐτή, ὅμως, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, τὴν ὁποία ὁ σατανὰς εἶχε δεμένη δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεσμὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;».

                ἀρχισυνάγωγος, λοιπόν, εἶναι τὸ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν, καθὼς φέρει πάνω του ἕνα χαρακτηριστικὸ γνώρισμα, τὸ ὁποῖο δυσαρεστεῖ ἔντονα τὸν Κύριό μας· τὴν ὑποκρισία. Ὑποκρισία εἶναι τὸ νὰ παριστάνω κάτι τὸ ὁποῖο δὲν εἶμαι. Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὡς ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, ἐξωτερικὰ ἔδειχνε στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἦταν ἄνθρωπος βαθιὰ πνευματικός, εὐσεβής, ἐνάρετος, ὅσιος. Ἐσωτερικά, ὅμως, ἡ ψυχή του εἶχε πολλὰ κενά. Εἶχε ματαιοδοξία. Δὲν αἰσθανόταν τὸ λειτούργημά του. Τελοῦσε τὴν πνευματική του ἐργασία ἐπαγγελματικά, χωρὶς ἀγάπη καὶ πίστη Θεοῦ, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀποκομίζει μάταιη δόξα ἀπὸ αὐτούς. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν πῆγε ὁ Χριστὸς στὴ συναγωγὴ καὶ θεράπευσε τὴν συγκύπτουσα, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος εἶδε ὅτι ὁ κόσμος στράφηκε πρὸς τὸν Χριστό, φθόνησε καὶ ἐκδήλωσε τὸ πάθος του. Ἀποκάλυψε μὲ τὸν τρόπο του ὅτι ἐνῷ βρισκόταν στὴν ἐξέχουσα θέση τοῦ διδασκάλου ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ἐντούτοις ἡ ἁπλὴ συγκύπτουσα γυναίκα βρισκόταν σὲ πολὺ ἀνώτερη πνευματικὴ κατάσταση ἀπὸ αὐτόν. Ἐκείνη ἡ κοσμικὴ γυναίκα εἵλκυε πάνω της τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀσφαλῶς, καὶ ὁ ἀρχισυνάγωγος θὰ μποροῦσε νὰ ἑλκύσει τὴν Χάρη, ὅπως εἶχε πράξει καὶ ἕνας ἄλλος ἀρχισυνάγωγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ταπεινόφρων Ἰάειρος. Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ σημερινὸς ἀρχισυνάγωγος, τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ζήλεια, δὲν ἔβλεπε ποιὸν εἶχε ἀπέναντί του καὶ ἔτσι δὲν ἐκμεταλλεύθηκε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή του. 

               Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε τὸ γεγονὸς ὅτι ζήλευε, ἀντὶ νὰ κοιτάξει νὰ ἀποσυρθεῖ στὴν ἡσυχία του, ἔσπευσε νὰ βρεθεῖ σὲ ἀκόμη χειρότερη θέση. Ὑποκρίθηκε ὅτι δῆθεν νοιαζόταν γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ἀδιαφορῶντας ἐντελῶς γιὰ τὶς δύο μεγαλύτερες ἐντολὲς τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Κοίταξε περισσότερο τὸν τύπο καὶ ἄφησε στὴν ἄκρη τὴν οὐσία, ὅπως διαχρονικὰ πολλοὶ ἔπραξαν καὶ πράττουν στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ σήμερα κάποιοι ἐνδιαφέρονται μόνο νὰ πάνε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, νὰ νηστέψουν τόσες μέρες, νὰ κάνουν τόσα κομποσκοίνια, ποὺ βέβαια ὅλα αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ἅγια, ἀρκεῖ νὰ μὴν τὰ ἐφαρμόζουμε σὰν νεκροὺς τύπους, ἀλλὰ ὡς τὰ μέσα ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν σκοπὸ τῆς τέλειας ἀγάπης καὶ τῆς ἕνωσης μὲ τὸν Θεό. Εἴδαμε σήμερα ὅτι ὁ Χριστὸς γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ πλάσμα Του, ἄφησε στὴν ἄκρη μία τυπικὴ διάταξη τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, δείχοντας ὅτι ἀπὸ ὅλα ὑπερέχει ἡ ἀγάπη. 

               Σὲ λίγο καιρὸ θὰ ἑορτάσουμε Χριστούγεννα. Δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τὸ πῶς ἑορτάζει ὁ κόσμος τὰ Χριστούγεννα. Θὰ μιλήσω γιὰ ἐμᾶς. Διανύουμε τὸ ἱερὸ τεσσαρακονθήμερο τῆς νηστείας. Μὴν μείνουμε στὸν τύπο. Οἱ περισσότεροι νομίζουν νηστεία μόνο τὸ φαγητό. Δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Εἶναι τὸ σύνολο τῶν παθῶν μας, εἶναι τὸ τὶ βλέπουμε, τὶ ἀκοῦμε, τὶ λέμε. Ἂς κοιτάξουμε νὰ καθαρίσουμε τὶς καρδιές μας. Ἔρχεται ὁ Χριστὸς νὰ κατοικήσει μέσα μας. Ἂς Τοῦ ἐτοιμάσουμε τὴν φάτνη τῆς ψυχῆς μας. 

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025

«ΠOY ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΙΒΩΤΟΣ;» (Tοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

              Στὸν ἀπόηχο τῆς ἐπίσκεψης τοῦ ἐκπροσώπου τῶν λατίνων στὴν καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολή, θὰ ἤθελα μὲ εἰλικρινῆ ἀγάπη νὰ ἐκφράσω ὁρισμένους προβληματισμούς. 

            Ἀσφαλῶς, αὐτὸ ποὺ κάθε συνειδητὸς Χριστιανὸς ἐπιθυμεῖ, εἶναι ἡ ἑνότητα πάντων· νὰ εἴμαστε ὅλοι μία ὀρθόδοξη οἰκογένεια ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας. Γιὰ αὐτὸ προσευχόμασθε σὲ κάθε ἱερὴ Ἀκολουθία, ἀλλὰ καὶ ὁ Ἴδιος ὁ Δεσπότης Χριστὸς γιὰ αὐτὸ προσευχήθηκε μετὰ δακρύων πρὶν τὸ ἐκούσιον Πάθος. Ὡστόσο, ἡ ἑνότητα ὅλων στὸ Ὄνομα τῆς Παναγίας Τριάδος δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπροϋπόθετη. Ἀπαιτεῖται ἡ κοινὴ πίστη στὰ δόγματα, ὅπως αὐτὰ ἀποκρυσταλλώθηκαν ἀπὸ τὶς Ἅγιες Οἰκουμενικὲς καὶ Τοπικὲς Συνόδους. Ἀπαιτεῖται ἐκ μέρους τῶν αἱρετικῶν ἡ ἀναγνώριση τῶν σφαλμάτων τῆς διδασκαλίας τους καὶ ἡ ἀπομάκρυνσή τους ἀπὸ αὐτά. Ἀκόμη δέ, ἀπαιτεῖται ἡ Βάπτισή τους γιὰ τὴν ἔνταξή τους στὸ Σῶμα τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. 

            Ἀναμφίβολα, τὶς τελευταῖες δεκαετίες κάποιοι ἔχουν κοπιάσει ἀρκετὰ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας μέσα ἀπὸ τοὺς διαλόγους καὶ τὰ λοιπὰ δρώμενα τῆς λεγόμενης «Οἰκουμενικῆς Κίνησης». Χωρὶς νὰ εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω οὐδένα, καλοπροαίρετα ἐρωτῶ: μήπως ὑπάρχει σκοπιμότητα στὸ ὅλο αὐτὸ ἐγχείρημα; Μήπως, τελικά, ἐπιτυγχάνεται τὸ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα; Ἀντὶ νὰ ὠφεληθοῦν οἱ ἑτερόδοξοι, μήπως ἀφήνονται ἀπρόσκοπτα νὰ θεωροῦν τὴν αἵρεση σὰν «διαφορετικὴ παράδοση», ἡ ὁποία εἶναι τόσο σεβαστὴ ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ τὴν ἀπαρνηθοῦν; Μήπως, τελικά, αὐτὴ ποὺ βγαίνει ζημιωμένη ἀπὸ ὅλη αὐτὴ τὴν διαδικασία εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία, ἀφοῦ ἐξισώνεται μὲ κάθε ψευδὲς δόγμα;

            Κατανοοῦμε ἀπόλυτα ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἑτεροδόξων γεννήθηκαν καὶ ζυμώθηκαν μέσα στὴν αἵρεση, τὴν ὁποία ἄλλοι κήρυξαν πρὸ αὐτῶν. Ὡστόσο, δὲν πρέπει κάποιος νὰ τοὺς ἐνημερώσει μὲ παρρησία καὶ ἀνυπόκριτο ἐνδιαφέρον ὅτι δὲν βαδίζουν καλῶς; Ὁλόκληρες δεκαετίες διαλόγων δὲν ὑπῆρξαν ἀρκετὲς χρονικὰ γιὰ νὰ ἐπισημανθοῦν στοὺς ἑτεροδόξους τὰ κανονικὰ καὶ δογματικὰ παραπτώματά τους μὲ βάση τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων; Ἐὰν ὄχι, τότε οἱ διάλογοι μὲ τὸν τρόπο ποὺ συμβαίνουν ἀποτελοῦν ξεκάθαρα μέσο ἀκατάλληλο γιὰ τὴν μετάδοση τῆς ἀλήθειας τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τὴν θεραπεία τῶν αἱρετικῶν. Ἐὰν πάλι ὁ χρόνος ὑπῆρξε ἀρκετὸς ἀλλὰ οἱ ἑτερόδοξοι δὲν θέλησαν νὰ καταλάβουν, τότε πρέπει, ἐπὶ τέλους, νὰ τηρηθεῖ ἡ ἀποστολικὴ προτροπή: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (Τιτ: 3,10).

            Δυστυχῶς, ὅμως, κάτι τέτοιο δὲν φαίνεται νὰ εἶναι στὶς προθέσεις τῶν ὀρθοδόξων ποὺ ὑποστηρίζουν τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνηση. Αὐτὸ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν περιορίζονται μόνο στοὺς ἀμφίβολης ποιότητας διαλόγους, ἀλλὰ προβαίνουν καὶ σὲ συμπροσευχὲς καὶ λοιπὲς κοινὲς τελετουργίες, πράξεις καταδικασμένες ἀπὸ τοὺς Θεοφόρους Πατέρες. Δύο μόνο ἐνδεικτικὰ ἐξ αὐτῶν, ἀποτελοῦν ἀφ᾽ ἑνὸς ἡ μνημόνευση τοῦ προκαθημένου τοῦ Βατικανοῦ ἐν ὥρᾳ Δοξολογίας, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀπαγγελία τῆς Κυριακῆς Προσευχῆς ἀπὸ τιμητικοῦ θρόνου ἐν ὥρᾳ Θείας Λειτουργίας.

            Ὁ ἐθιμοτυπικὰ προσφωνούμενος «ἁγιώτατος» εἶναι βαπτισμένος; Τὸ ρήμα «βαπτίζω» σημαίνει «βυθίζω». Ἡ ὁλικὴ καὶ μάλιστα ἡ τριπλὴ κατάδυση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἁγιασμένο νερὸ ἀποτελεῖ τὸ Βάπτισμα ποὺ παρέδωσε ὡς ἐντολὴ ὁ Κύριός μας. Οἱ δὲ λατίνοι καταπατῶντας ἀπροκάλυπτα τὴν θεϊκὴ προσταγή, δὲν βαπτίζουν τὰ νέα μέλη τους, ἀλλὰ τὰ ραντίζουν μὲ λίγο νερὸ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς. Ἀγνοοῦν, ἄραγε, ὅτι ὁ Ἄρχων τῆς Πίστεώς μας διαχρονικὰ προειδοποιεῖ: «Ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Μτ: 5,19); Ὅταν οἱ κατηχούμενοι ἀποχωροῦν ἀπὸ τὸν Ναὸ πρὶν ἀπὸ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, πῶς γίνεται ἕνας ἀβάπτιστος κατὰ τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ μάλιστα ἀρχηγὸς ἑτέρου δόγματος, νὰ καλεῖται ἔστω καὶ φιλοφρόνως «ἁγιώτατος» καὶ νὰ ἀπαγγέλει μὲ κάθε ἐπισημότητα τὸ «Πάτερ ἡμῶν»; 

            Τὸ φτωχὸ καὶ ἀποδυναμωμένο μετὰ ἀπὸ ὅλες τὶς παραχωρήσεις τῶν Tόμων Aὐτοκεφαλίας Φανάρι ἔχει ὑποστεῖ μεγάλα δεινὰ ἀπὸ τὴν Δύση. Τὸ πιὸ χαρακτηριστικό; Ἡ πάλαι ποτὲ κραταιὰ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία, μετὰ  τὴν εἰσβολὴ τῶν λατίνων ἄρχισε νὰ «πνέει τὰ λοίσθια». Τώρα, λοιπόν; Μοιράζει, τρόπον τινά, τὰ δικά του συγχωροχάρτια στὸ Βατικανό; Εἶναι κρίμα. Ἄραγε, περιμένει κάτι στὰ ἀλήθεια ἀπὸ ἐκεῖνο;

            Ἴσως κάποιοι ἐπικαλεσθοῦν τὴν ἀγάπη γιὰ νὰ δικαιολογήσουν τέτοιες πρακτικές. Ὅποιος ἐπικαλεσθεῖ κάτι τέτοιο, ἔμμεσα κατηγορεῖ τοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς Πατέρες ὅτι μάλλον «δὲν ἀγαποῦσαν», ἀφοῦ σὲ τέτοιες περιπτώσεις εἶναι ξεκάθαροι οἱ Κανόνες ποὺ θέσπισαν μὲ αἰώνια καὶ οἰκουμενικὴ ἰσχύ: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ κᾄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὖτος ἀφοριζέσθω» (Κανών Ι’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων) καὶ «Ἐπίσκοπος, ἤ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δέ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς, ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω» (Κανών ΜΕ’ τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων).

            Σέβομαι ὅτι τὰ κίνητρα τῶν ἰθυνόντων μπορεῖ νὰ εἶναι καλοπροαίρετα. Ὡστόσο, δὲν συμφέρει ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ νὰ παραβιάζονται Ἱεροὶ Κανόνες γιὰ νὰ ἐκφρασθεῖ ἡ ὅποια καλὴ θέληση γιὰ προσέγγιση. Καὶ αὐτὸ γιατὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες, ὅπως σοφὰ ἔχει λεχθεῖ, «ἐκδικοῦνται». Ὅταν, δηλαδή, παραβιάζονται, ἐπέρχεται -ἀργὰ ἢ γρήγορα- ἡ τιμωρία καὶ τότε τὰ πράγματα εἶναι πολὺ σοβαρά.

            Ἴσως μία τέτοιου εἴδους «τιμωρία» νὰ ἀποτελεῖ ἡ διάσπαση τῆς ἑνότητας μέσα στὴν ἴδια τὴν Ὀρθοδοξία. Μήπως θὰ ἦταν φρονιμότερο, ἀντὶ νὰ γίνονται ἑνωτικὲς προσπάθειες μὲ τὰ ἀλλότρια δόγματα, οἱ ἰθύνοντες νὰ ἐνδιαφερθοῦν πρωτίστως γιὰ τὴν θεραπεία τῶν πληγῶν ποὺ ταλανίζουν τὸ Σῶμα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας; Ἡ κοινὴ λογικὴ ἀπαιτεῖ πρῶτα νὰ ἐργάζεται κάποιος γιὰ τὰ τοῦ οἴκου του, καὶ ἔπειτα νὰ στρέφεται πρὸς τοὺς ἄλλους οἴκους. Δὲν εἶναι ὥρα νὰ ἀφυπνισθοῦμε; Ὑπάρχει τὸ οὐκρανικό, ὑπάρχει τὸ ἡμερολογιακό. Δὲν θὰ μαγνητίσουμε τοὺς ἑτεροδόξους μὲ λόγια καὶ φιλοφρονήσεις, ἀλλὰ μὲ τὸ φωτεινό μας παράδειγμα. Εἴμαστε Φῶς; Ὅταν οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας βλέπουν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἕνα σύνολο ἀποδυναμωμένο καὶ διασπασμένο, πῶς θὰ μᾶς λάβουν σοβαρὰ ὑπ᾽ ὄψιν; Ἄν, πράγματι, ὑπάρχει θέληση γιὰ προσέγγιση, αὐτὴ δὲν θὰ ἐπιτευχθεῖ μὲ τὶς δημόσιες σχέσεις, οὔτε μὲ τὸ νὰ βάζουμε νερὸ στὸ κρασί μας, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν δική μας μετάνοια καὶ μεταμόρφωση. Καριέρα ὑπάρχει καὶ στοὺς ἑτεροδόξους. Οἱ Ὀρθόδοξοι, ἂν πράγματι, θέλουμε νὰ πείσουμε, ἔχουμε τὸ δικό μας «ὅπλο»· τὴν δυνατότητα τῆς ἁγιότητας, τὴν δυνατότητα τῆς μετοχῆς στὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς ἔχουμε τὴν Ὀρθοδοξία μας, αὐτὸ τὸ τέλειο τζιβαέρι ποὺ μᾶς δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν χρειάζεται νὰ τὸ ἀλλοιώνουμε γιὰ νὰ ταιριάξει σὲ ἄλλες προτιμήσεις. Κάτι τέτοιο συνιστᾶ ὕβρη πρὸς Ἐκεῖνον ποὺ μᾶς τὴν ἐμπιστεύθηκε. 

            Ἐν κατακλεῖδι, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ συνειδητὰ θρησκευόμενος ὀρθόδοξος λαὸς διχάζεται μέσα ἀπὸ τέτοιου εἴδους δημόσιες ἐκδηλώσεις, ἀπὸ ποιμαντικῆς καὶ πατρικῆς πλευρᾶς, ἀπαιτοῦνται ἐξηγήσεις. Ἔχουν ἄδικο οἱ Ἱεροὶ Κανόνες; Ἔχουν Βάπτισμα οἱ τοῦ Βατικανοῦ; Εἶναι προτιμότερη ἡ προσέγγιση μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, ἀπὸ ὅ,τι αὐτὴ ἡ ἑνότητα τῶν Ὀρθοδόξων; Θὰ ὑπάρξει κάποιος ἢ κάποιοι νὰ ἐργασθοῦν μὲ συνέπεια γιὰ αὐτήν;

            Ταῦτα γράφω μὲ πικρία, ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ ἀγωνία γιὰ τὸ μέλλον τῆς Ὀρθοδοξίας μας. 

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

               «Τί θὰ ὠφελήσει τὸν ἄνθρωπο ἂν κερδίσει τὸν κόσμο ὅλο καὶ χάσει τὴν ψυχή του; Ἢ τί θὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς του»; Αὐτὴν τὴν ἐρώτηση διαχρονικὰ ἀπευθύνει ὁ Δεσπότης Χριστὸς πρὸς τὸν καθένα μας. Ὅλοι τὴν ξέρουμε τὴν ἀπάντηση· ἀκόμη καὶ τὰ πάντα νὰ κατέχει κανείς, ἀκόμη καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ ἔχει ὑποτάξει, ἂν χάσει τὴν ψυχή του, χάθηκε γιὰ πάντα.

               Αὐτὴ ἡ μεγίστης σημασίας ἀλήθεια, ἀποτελεῖ τὴν οὐσία τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, τῆς παραβολῆς τοῦ ἄφρονος πλουσίου.

               Ἡ παραβολὴ ἔχει ὡς ἑξῆς: ὁ Θεὸς εὐλόγησε, καὶ τὰ χωράφια κάποιου ζάμπλουτου ἀνθρώπου ἀπέδωσαν τὴν μεγαλύτερη δυνατὴ ποσότητα καρπῶν. Πραγματικά, ἀνεπανάληπτη εὐλογία! Καὶ ποιός δὲν θὰ χαιρόταν νὰ ξέρει ὅτι ἔχει τόσο μεγάλο πλεόνασμα ἀγαθῶν; Κὶ ὅμως, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν χάρηκε, ἀλλὰ ἀνησυχία ἄρχισε νὰ βασανίζει τὸ μυαλό του. Παράξενο κὶ ὅμως ἀληθινό. Μεγάλη ἀνησυχία: «τί θὰ κάνω τώρα ποὺ δὲν ὑπάρχει ἄλλος χῶρος στὶς ἀποθῆκες μου»; Ἡ λύση βρέθηκε γρήγορα. Ἐννοεῖται πὼς ἡ ἐλεημοσύνη στοὺς πτωχούς, ἡ θρέψη τῶν πεινασμένων καὶ οἱ λοιπὲς ἀγαθοεργίες ἀπουσίαζαν ἀπὸ τὴν λύση ποὺ ἔδωσε τελικά: «Θὰ γκρεμίσω τὶς ἀποθῆκες μου καὶ θὰ χτίσω νέες, μεγαλύτερες. Καὶ τότε, (τί «χαρά»!) θὰ μπορῶ νὰ πῶ στὸν ἑαυτό μου: «ψυχή μου, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ ποὺ φτάνουν γιὰ πολλὰ χρόνια. Νὰ ἀναπαύεσαι, νὰ τρῶς, νὰ πίνεις,  νὰ εὐφραίνεσαι». Κὶ ἀφοῦ ὁ ταλαίπωρος αὐτὸς ἄνθρωπος ἀναλογίστηκε αὐτά,  ἄκουσε τὴν συνταρακτικὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: ἄφρονα, ἄφρονα, αὐτὴ τὴν νύχτα θὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ σένα τὴν ψυχή σου οἱ δαίμονες. Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχεις ἐτοιμάσει, ποιανοῦ θὰ εἶναι τώρα;

            τσι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μιὰ ζωὴ θησαύριζε ἀχόρταγα γιὰ τὸν ἑαυτό του, χωρὶς ποτὲ νὰ δώσει σημασία στοὺς συνανθρώπους του ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, σὲ μιὰ στιγμὴ βρέθηκε πάμφτωχος, ἄδειος καὶ ἐντελῶς ἀξιολύπητος. Εἶχε, δυστυχῶς, πιστέψει ὅτι θὰ ζοῦσε αἰώνια σὲ αὐτὴ τὴ γῆ. Ἡ τύφλωσή του ἀπὸ τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ δεῖ ὅτι ὁ σωματικὸς θάνατος πάντοτε παραμονεύει καὶ ποτὲ δὲν κάνει διακρίσεις. Ἔπεσε στὸν λάκκο ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε σκάψει. Βυθίστηκε στὴν δυστυχία τὴν ὁποία ἡ ἴδια του ἡ εὐτυχία τοῦ προσέφερε. Καὶ κάπως ἔτσι, ἡ ἠδονὴ ἔγινε… ὁδύνη.

            Ξέρετε, ἀδελφοί μου, ὁ Θεὸς ὅ,τι μᾶς δίνει, τὸ ὁτιδήποτε, μᾶς τὸ δίνει γιὰ νὰ πετύχουμε τὴν σωτηρία μας. Βέβαια, παράλληλα μᾶς δίνει τὴν ἐλεύθερη βούληση νὰ ἐπιλέξουμε ἂν μὲ αὐτὰ ποὺ μᾶς ἔχει δώσει θὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν σωτηρία μας, ἤ τὸν θάνατό μας. Μάλιστα, τὴν ἐπιλογή μας τὴν σέβεται ἀπόλυτα καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾶ.

            Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φαίνεται ξεκάθαρα μέσα στὴν περικοπή. Παρ᾽ ὅλο ποὺ ὁ πλούσιος διαχειριζόταν λανθασμένα τὸν πλοῦτο τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ κατέχει, ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος εὐλόγησε ὥστε τὰ χωράφια του νὰ καρποφορήσουν θαυμαστά. Ἐπιβεβαιώνεται γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ὅτι ὁ Θεὸς βρέχει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ ἀνατέλλει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους προσδοκῶντας τὴν σωτηρία ὅλων.

             εὐλογία τοῦ νὰ ἔχει κάποιος πολλὰ χρήματα εἶναι ταυτόχρονα μεγάλη εὐθύνη γιὰ σωστὴ διαχείριση. Ὁ Θεὸς ἐμπιστεύεται πλούτη σὲ ἀνθρώπους γιὰ νὰ ἀσκήσουν μὲ εὐλάβεια τὴν ἐλεημοσύνη, νὰ ἀναπαύσουν τοὺς συνανθρώπους τους, νὰ ἐργαστοῦν γιὰ τὸ καλὸ τῆς κοινωνίας, γνωρίζοντας ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ προσωρινοὶ διαχειριστές. Ἡ χρηστὴ αὐτὴ διαχείριση ὁδηγεῖ τοὺς πλουσίους στὸν Οὐρανό. Ἄν, ἀντιθέτως, οἱ πλούσιοι ἔχουν τὸ σκεπτικὸ τοῦ ἄφρονος τῆς περικοπῆς καὶ ζοῦν μόνο γιὰ τὴν ἀτομική τους διασκέδαση καὶ ἄνεση, ξεκινοῦν νὰ βιώνουν τὴν κόλαση ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ συνειδητοποιήσουν ὅτι ἄργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὰ ἐπίγεια ἀφήνοντας τὰ πάντα πίσω τους. 

            Ὅ,τι ἰσχύει γιὰ τὴν διαχείριση τοῦ πλούτου, τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὰ κάθε εἴδους ἀξιώματα. Ὁ Θεὸς παραχωρεῖ τὰ ἀξιώματα ὥστε διὰ τῆς ὀρθῆς διαχείρισης νὰ προαχθεῖ τὸ ὑλικὸ καὶ πνευματικὸ συμφέρον τῶν ἀνθρώπων. Ἡ λανθασμένη διαχείριση τῶν ἀξιωμάτων, ἡ ἐγωιστικὴ ἐκμετάλλευσή τους μὲ στόχο τὴν ἱκανοποίηση ἀτομικῶν φιλοδοξιῶν φέρει, δυστυχῶς, τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα, τὴν ζημίωση τόσο τῶν ἀνθρώπων, ὅσο καὶ τοῦ ἴδιου τοῦ διαχειριστῆ.

            Τὸ σημαντικότερο ἴσως μήνυμα ποὺ λαμβάνουμε ἀπὸ τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἅπαντες, καὶ φτωχοὶ καὶ πλούσιοι, καὶ μικροὶ καὶ μεγάλοι, εἶναι ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη γιὰ συνεχῆ πνευματικὴ ἐγρήγορση. Ὀφείλουμε νὰ γρηγοροῦμε διότι δὲν ξέρουμε τὴν ἡμέρα, οὔτε τὴν ὥρα ποὺ θὰ κληθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Δικαίου Κριτῆ. Τὸ ὅτι ἡ σημερινὴ περικοπὴ εἶχε ὡς θέμα τὸν πλούσιο καὶ τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας, δὲν μᾶς ἀφήνει ὅλους τοὺς ὑπολοίπους ἀδιάφορους, διότι ὁ καθένας ἔχει τὰ ὅποια πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Ὅπως ὁ πλούσιος καθῆκον εἶχε νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν πλεονεξία, ἔτσι καὶ ὁ καθένας μας πρέπει νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ ὅ,τι μᾶς βαραίνει. Μὴν ἀφήνουμε τὴν ἀπελευθέρωσή μας γιὰ ἀργότερα, διότι μπορεῖ νὰ μὴν προλάβουμε.          

Ἡ Χάρις τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς σκεπάζει ὅλους!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ H΄ ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Κάποιοι προβάλλουν τὸν Θεὸ σὰν τιμωρό. Ἄλλοι σὰν ἐντελῶς ἀδιάφορο καὶ ἀπόντα ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις καὶ τὰ καθημερινὰ προβλήματα τῆς ἀνθρωπότητας. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διὰ τοῦ Ἀποστόλου καὶ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, βαδίζοντας τὴν μεσαία καὶ βασιλικὴ ὁδό, κηρύττει μεγαλοφώνως ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν».

               Αὐτὸ τὸ βλέπουμε ξεκάθαρα μέσα ἀπὸ τὴν σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ὅπου ὁ Χριστός, ἀνοίγοντας τὸ πάνσοφό Του στόμα, ἐκφώνησε τὴν πολὺ γνωστὴ καὶ ἰδιαιτέρως ἀγαπητὴ σὲ ὅλους μας παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη.

               Κάποιος ἄνθρωπος, κατεβαίνοντας ἀπὸ τὴν ὑψηλὴ Ἱερουσαλὴμ στὴν χαμηλὴ Ἱεριχώ, δέχθηκε ἄγρια ἐπίθεση ἀπὸ ληστές, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τὸν τραυμάτισαν σοβαρά, τὸν καταλήστεψαν, ἀφήνοντάς τον κυριολεκτικὰ μισοπεθαμένο. Κατὰ ἀγαθὴ συγκυρία, κάποιος Ἱερέας πέρασε ἀπὸ τὸν δρόμο αὐτό, ἀλλὰ μόλις τὸν εἶδε, ἀμέσως ἔστριψε τὸ κεφάλι καὶ ἔφυγε μακριά του. Ὕστερα, πέρασε ἕνας Λευίτης. Οἱ Λευίτες ἦταν ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ καί, ἑπομένως, θὰ περιμέναμε ὅτι σὰν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ θὰ βοηθοῦσε τὸν τραυματία.Ἔφυγε, ὅμως, κὶ αὐτὸς δίχως νὰ δώσει σημασία. Τελικά, λίγο ἀργότερα περνάει ἀπὸ τὴν ὁδὸ ἕνας Σαμαρείτης. Οἱ Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Ἰσραηλίτες ἔτρεφαν μεταξύ τους μεγάλη ἀντιπάθεια. Αὐτός, λοιπόν, ὁ Σαμαρείτης, βλέποντας τὸν ἐτοιμοθάνατο ἄνθρωπο, τὸν λυπήθηκε. Ἔτρεξε κοντά του, τοῦ καθάρισε τὶς πληγὲς μὲ λάδι καὶ κρασί, τὶς ἔδεσε γιὰ νὰ παύσει ἡ αἱμορραγία καὶ ἀφοῦ τὸν ἀνέβασε στὸ γαϊδουράκι του, τὸν ὁδήγησε στὸ πανδοχεῖο. Ἐκεῖ, τὸν περιποιήθηκε ἰδιαιτέρως. Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα, φεύγοντας, ἔδωσε στὸν ξενοδόχο δύο νομίσματα καὶ τοῦ εἶπε: «φρόντισε τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο καὶ ἂν τυχὸν ξοδέψεις περισσότερα, ὅταν ξανὰ ἔρθω θὰ σ᾽ τὰ ξεπληρώσω. 

               κούγοντας μὲ προσοχὴ τὴν παραβολὴ αὐτή, κάνουμε εὔκολα μία συσχέτιση. Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης εἶναι ὁ Γλυκύτατος Νυμφίος Χριστός, «ὁ εὐδοκήσας οὐκ ἐκ Σαμαρείας, ἀλλ᾽ ἐκ Μαρίας σαρκωθῆναι», ὅπως ἀναφέρεται στὴν ὑμνολογία. Ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος, τὸ θύμα τῶν ληστῶν, ὁ ἐτοιμοθάνατος τραυματίας, εἶναι ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς. Ὅταν ἀπὸ τὸ ψηλότερο σημεῖο, τὴν πνευματικὴ ζωή, πορευόμαστε πρὸς τὸ χαμηλότερο σημεῖο, τὴν κοσμικὴ ζωὴ καὶ τὶς ἀνθρώπινες ἐπιθυμίες, πέφτουμε θύματα τῶν πονηρῶν πνευμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς κατατραυματίζουν τὴν ψυχή –πολλὲς φορὲς καὶ τὸ σῶμα- καὶ ληστεύουν ὅ,τι καλὸ εἴχαμε ἀποκτήσει. Τὰ πονηρὰ πνεύματα, οἱ ἄτιμοι αὐτοὶ ληστές, μᾶς ἀφήνουν μισοπεθαμένους, πονεμένους, ἔρημους νὰ περιμένουμε μία χεῖρα βοηθείας. Ἔρχονται κάποια στιγμὴ δύο ἄνθρωποι στοὺς ὁποίους κάποτε εἴχαμε ἀκουμπήσει τὶς ἐλπίδες μας, ἀλλὰ τώρα οὔτε ποὺ μᾶς δίνουν σημασία. Βλέπουν, μὰ ἀποστρέφονται τὴν ταλαιπωρημένη ὕπαρξή μας. Ἔρχεται τότε ἕνας Ξένος, ἕνας Ἄγνωστος σὲ ἐμᾶς, τὸν Ὁποῖο ἐνῷ νομίζαμε ὅτι ξέρουμε, στὴν πραγματικότητα δὲν εἴχαμε δώσει στὸν ἑαυτό μας τὴν δυνατότητα νὰ Τὸν γνωρίσει οὐσιαστικά. Ἔρχεται ὁ Χριστός· καὶ ἔτσι ταλαιπωρημένους ὅπως μᾶς βλέπει, μᾶς σπλαχνίζεται καὶ μᾶς προσφέρει ἁπλόχερα πολύτιμη φροντίδα. Μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Ἐκκλησία, ἡ ὁποία δέχεται τοὺς πάντες, σὰν ἄλλο «πανδοχεῖο», μᾶς περιποιεῖται καὶ στὴ συνέχεια μᾶς ἀναθέτει στὸν Λειτουργό, τὸν Ἀρχιερέα ἢ τὸν Ἱερέα. Τοῦ δίνει ἀφενὸς τὸν Λόγο Του, τὴν Ἁγία Γραφή, ἀφετέρου τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Μὲ αὐτά, τοῦ παραγγέλει νὰ μᾶς φροντίσει καὶ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ὑγεία καὶ τὴν ὡραιότητα τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ σώματός μας σὲ κάποιες περιπτώσεις. Καὶ τὸν βεβαιώνει: «Λειτουργέ, ἂν κάποτε γιὰ νὰ βοηθήσεις αὐτὸν τὸν ταλαίπωρο ἄνθρωπο, ξοδέψεις καὶ θυσιάσεις πράγματα ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ἂν θυσιάσεις τὸν ἐλεύθερο χρόνο σου, τὸν χρόνο μὲ τὴν οἰκογένειά σου, τὴν ξεκούρασή σου ἢ ἀκόμη καὶ χρήματα, κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία θὰ σ᾽ τὰ ἀποδώσω ὅλα». 

               Βλέπουμε, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅτι ὁ Θεός, ὄχι ἁπλῶς μᾶς ἀγαπᾶ ὑπερβολικά, ἀλλὰ μᾶς διδάσκει τὴν ἀγάπη.  Ἐφαρμόζει τὴν ἀγάπη μὲ τὴν θυσία Του. Ἀγάπη δίχως θυσία δὲν νοεῖται. Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης θυσιάζει τὸ πρόγραμμά του, θυσιάζει τὴν σωματική του δύναμη, θυσιάζει τὰ χρήματά του, θυσιάζει τὶς προκαταλήψεις Ἰουδαίων – Σαμαρειτῶν καὶ προσφέρεται ὅλος στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἀνθρώπου δίχως νὰ περιμένει ἀντάλλαγμα. 

               Τὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη μποροῦμε νὰ τὴν δοῦμε ἀπὸ δύο ὄψεις· ἀπὸ κάτω πρὸς τὰ πάνω, δηλαδὴ ἀπὸ τὴ θέση τοῦ τραυματία, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκη τῆς βοήθειας κάποιου πνευματικὰ ἀνωτέρου του καὶ ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ καθῆκον μας νὰ μιμηθοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ νὰ θυσιαζόμαστε μὲ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας.

               Εἶπα μόλις τώρα μία λέξη κλειδί: «νὰ μιμηθοῦμε». Ὁ Χριστὸς μᾶς τονίζει: «ἂν θέλετε νὰ εἶστε φίλοι μου, Ἐμένα νὰ μιμεῖσθε». «Ὅπως ἐγὼ ἔγινα πλησίον σας καὶ θυσιάσθηκα γιὰ ἐσᾶς, ἔτσι καὶ ἐσεῖς νὰ γίνετε οἱ πλησίον τῶν συνανθρώπων σας, δηλαδὴ νὰ τοὺς πλησιάσετε, καὶ νὰ θυσιάζεσθε γιὰ αὐτούς». Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι θὰ βλέπουν αὐτοὶ τὴν θυσία καὶ θὰ δοξάζουν τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμην!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος