† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

O ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΣ ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ


Ένας άνθρωπος είχε δύο παιδιά. Άνθρωπός είχε δύο υιούς. Μια πολύ συνηθισμένη ιστορία. Μια οικογένεια με δύο παιδιά που δείχνει πόσο διαφορετικοί είναι αυτοί οι τύποι των παιδιών και συμπεριφορά τους. Βεβαίως, η κάθε οικογένεια προϋποθέτει μια κοινή αγωγή που ασκεί επάνω εις τα παιδιά η οποία όμως, διαφοροποιείται διότι αυτή εξαρτάται από τη φυσική σειρά γεννήσεως αν είναι ο πρώτος ή είναι ο τελευταίος ή όχι. Όπως ακόμη και από τα φυσικά προσόντα που το κάθε παιδί έχει ερχόμενο εις τον κόσμο. Εδώ βέβαια προβάλλονται πολλές φορές και αδύνατα σημεία. Βεβαίως, δεν παίρνω την παραβολή τώρα. Την παίρνω μόνο σαν μια ιστορία στις φυσικές της διαστάσεις όπως ήδη σας είπα. Πολλές φορές εδώ έχουμε ένα αδύνατο σημείο διότι η αγωγή διαφοροποιείται παρότι είναι οι ίδιοι γονείς και το ίδιο το σπίτι ανάλογα με τα προσόντα του παιδιού ή ακόμη αν είναι το πρώτο ή το τελευταίο, πάντως το θέμα είναι ότι γίνεται το ξεχώρισμα των παιδιών. Και το ξεχώρισμα αυτό εξαρτάται από αυτούς τους ιδίους, τους γονείς. Έτσι, ανεπαίσθητα αλλά σταθερά δημιουργείται ανάμεσα στα παιδιά το αίσθημα της ζήλιας, της εχθρότητος και της μνησικακίας που μπορεί κάποτε αυτή η μνησικακία να εκδηλωθεί σε ανύποπτο χρόνο. Μπορεί ακόμη να εκδηλωθεί ύστερα από 50 χρόνια. Όταν θα μοιράζουν την περιουσία τα παιδιά αυτά να εκδηλώσουν εκεί αυτοί τους τη μνησικακία. Ακόμη βλέπουμε ότι αποδεικνύεται αληθινή η κληρονομικότητα του κάθε παιδιού. Συνεπώς, όλα αυτά τα στοιχεία είναι πολύτιμα, είναι υπολογίσιμα. Πρέπει να τα λάβουμε υπόψη όταν μεγαλώνουμε παιδιά μέσα στο σπιτικό μας. Παρότι το σπίτι είναι ένα, τα κεραμίδια είναι τα ίδια και οι γονείς είναι τα ίδια, οι ίδιοι οι γονείς. Όμως, έχουμε πάντοτε διαφορετικούς χαρακτήρες των παιδιών.

Στη παραβολή του Ασώτου Υιού έχουμε τα χαρακτηριστικά τους τύπους δυο  παιδιών.  Ο πρώτος, ο πρεσβύτερος, είναι υπάκουος στις αρχές του σπιτιού του. Αποδέχεται εκείνο που το σπίτι αποδέχεται. Είναι συντηρητικό. Είναι εργατικό. Πηγαίνει κάθε μέρα στη δουλειά του. Μάλιστα, επιστρέφει από τη δουλειά του όταν ο νεότερος υιός επιστρέφει κι αυτός από τις ασωτίες του. Αυτός γυρίζει από τη δουλειά του. Δεν επιθυμεί να απομακρυνθεί από το σπίτι καθόλου. Βρίσκει ανάπαυση, βρίσκει άνεση στο σπίτι το πατρικό. Δεν αγαπά τις διασκεδάσεις, τουλάχιστον τις απρεπείς διασκεδάσεις, αλλά εκείνες τις ευπρεπείς, θα λέγαμε τις νόμιμες. Δεν ζητάει δικαιώματα από τον πατέρα του. Βλέπετε ότι δεν ζήτησε αυτός να μοιραστεί η περιουσία και όπως διακρίνουμε, παρότι ο πατέρας μοίρασε την περιουσία γιατί απαίτησε ο νεότερος, ο μεγάλος την καταθέτει πάλι στο σπίτι και το βλέπουμε αυτό από το εξής σημείο, όταν αργότερα θα παραπονεθεί ότι δεν του έδωσε ο πατέρας ένα κατσικάκι να το φάει με τους φίλους του. Πράγμα που δείχνει ότι την περιουσία του δεν την πήρε, αλλά την άφησε στο σπίτι. Εδώ βλέπουμε να ταυτίζει τα ατομικά του συμφέροντα με τα συμφέροντα του σπιτιού. Έχει κοινό ταμείο με το σπίτι του. Είναι δηλαδή ένα καλό παιδί. Ο πρεσβύτερος υιός είναι ένα καλό παιδί μέχρι που οι περιστάσεις θα αποδείξουν το αντίθετο και εδώ θα αποκαλύψουν την πνευματική του ανωριμότητα. Έτσι όταν ο νεότερος υιός αγαπητοί επιστρέφει από την αμαρτωλή ζωή του ο πρεσβύτερος δείχνει τον αληθινό του εαυτόν. Είναι πολύ χαρακτηριστικός ο έσω άνθρωπος του πρεσβυτέρου υιού. Αποκαλύπτεται πνευματικά ανώριμος διότι δεν χαίρει με την επιστροφή του αδελφού του. Είναι φθονερός. Εκεί αποδεικνύεται. Εκεί αποκαλύπτεται. Διότι τώρα το κέντρο του ενδιαφέροντος δεν είναι αυτός αλλά είναι ο νεότερος υιός και πιθανώς να ήταν και πριν φύγει ο νεότερος ιός το κέντρο του ενδιαφέροντος του σπιτιού.

Όπως σας είπα κάποτε τα μικρότερα παιδιά τα προσέχουμε περισσότερο. Ρίχνουμε το βάρος μας πιο πολύ εκεί. Ποιο βάρος? Το συναισθηματικό μας βάρος. Και έτσι αυτό είναι εις βάρος της όλης αγωγής όλων των παιδιών. Και του μικρού παιδιού γιατί μαθαίνει χαϊδεμένος αλλά και των μεγαλυτέρων παιδιών ιδίως του πρώτου ο οποίος ζηλοτυπεί. Αρχίζει να φωλιάζει μέσα του ο φθόνος και θα έρθει κάποια στιγμή που τον φθόνον αυτόν θα τον εκτοξεύσει προς τα έξω. Δεν θα τον κρατήσει πια μέσα στην ψυχή του. Βλέπετε ότι τον κρατά πολλές φορές απωθώντας στο υποσυνείδητό του αυτόν τον φθόνο και έτσι κρατάει την αποδοχή μέσα του απωθημένη.

Ακόμη ο πρεσβύτερος υιός ίσως είναι και συμφεροντολόγος. Ίσως. Διότι σκέπτεται ότι αυτός ξαναγύρισε πίσω. Είπα αυτός. Το λέει η παραβολή. Ούτως ο υιός σου. Δεν βάζει το όνομα του, βάζει την αντωνυμία. Αυτός ο υιός σου διότι απαξιεί να πει το όνομα του αδελφού του μπροστά στον πατέρα του. Σκέπτεται λοιπόν. Αυτός ξαναγύρισε πάλι πίσω. Την περιουσία του την έφαγε. Το μερίδιο του εξαφανίσθη. Τώρα που γύρισε πίσω, ποιος ξέρει, μπορεί πάλι να απαιτήσει, και κατά την νομοθεσία την εβραϊκή ο μεγαλύτερος έπαιρνε τα δύο τρίτα της περιουσία διότι ήτο επιφορτισμένος με την συντήρηση των γονιών του. Έτσι έπαιρνε ο δεύτερος το ένα τρίτο. Δηλαδή έπαιρνε το διπλάσιο από ό,τι θα έπαιρναν όλοι οι υπόλοιποι αδελφοί. Με αυτήν όμως την προοπτική είναι ότι θα έπρεπε να τρέφει τους γονείς του. Σκέπτεται λοιπόν αυτός ότι ο αδελφός μου γύρισε πίσω. Εγώ έχω τη διπλασία περιουσία. Ποιος ξέρει, μήπως αρχίζει να ζητάει πάλι να ξερογλύφει κανένα κόκαλο περιουσιακό από τα δικά μου περιουσιακά στοιχεία. Βλέπετε πόσα μπορούν να ξεπεταχτούν μέσα από την ψυχή. Φαίνεται ότι ήταν θρησκευτικά άφοβος αυτός ο υιός. Και μάλιστα όπως θα δούμε παρακάτω στην ευρύτερη ερμηνεία της παραβολής, θα το δείτε εκεί δεν σας το λέγω ακόμη, πράγματι ήταν θρησκευτικά άφοβος. Ήταν δηλαδή τυπικότατος αλλά τυπολάτρης. Είναι αυτό το μειονέκτημα μερικών άψογων θρησκευτικών ανθρώπων οι οποίοι βέβαια προσέχουν πάρα πολλοί στη ζωή τους έχουν μίαν εγωιστικήν αξιοπρέπειαν. Μη πει ο κόσμος για μας τίποτε. Να σταθούμε αξιοπρεπέστατοι με το κολάρο μας ατσαλάκωτο. Αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουν πνευματική ωριμότητα και προπαντός δεν έχουν ταπείνωση. Εξάλλου η ταπείνωση καθορίζει την πνευματική ωριμότητα. Αυτή καθορίζει τον βαθμό της.

Έτσι ο πρεσβύτερος υιός ήτο ένας άψογος μεν θρησκευτικά τυπολάτρης όμως και ποτέ δεν ενδύθηκε την πνευματική ζωή. Δεν την έδειξε ποτέ. Ύστερα το πώς αποκαλύπτεται τι υπάρχει μέσα του και τι βγάζει από μέσα του δείχνει σαφώς ότι ο άνθρωπος αυτός δεν είχε πνευματική ζωή. Έτσι βλέπουμε ότι η όλη του στάση είναι αρνητική. Όταν ο υιός επιστρέφει ο νεότερος, είναι αρνητική απέναντι στο σπίτι του. Δεν θέλει να μπει μέσα. Όχι λέει δεν έρχομαι μέσα. Παιδάκι μου έλα μέσα. Όχι δεν έρχομαι μέσα. Είναι αρνητική στο σπίτι του. Είναι αρνητική απέναντι στο νεότερο αδελφό του. Είναι και αρνητική και αν θέλετε και επιθετική εναντίον του πατέρα. Γιατί τι του λέει. Σαν να επιρρίπτει την ευθύνη στον πατέρα. Εσύ του έδωσες την περιουσία σου την έφαγε και τώρα γυρίζει πίσω και εσύ τώρα τον περιβάλλεις με αγάπη και με στοργή. Ε όχι λοιπόν δεν μπαίνω μέσα. Βλέπετε ότι έχει μία τόσο αρνητική στάση απέναντι σε όλα αυτά. Έτσι ο τύπος του πρεσβυτέρου υιού, του αψόγου θρησκευτικά, του αξιοπρεπούς, μας γίνεται ασυμπαθής. Οπότε ακούμε την παραβολή του ασώτου Υιού αγαπητοί μου αισθανόμεθα μία απέχθεια προς τη συμπεριφορά του πρεσβυτέρου Υιού. Κι όμως δεν έκανε τίποτε κακό. Αλλά ήταν κακός. Αυτό είναι το σημαντικό. Είχε μία, ένα αίσθημα μη κοινωνικότητος. Έλειπε η αγάπη μέσα από την ψυχή του. Δηλαδή δεν ζούσε εκείνο που λέγει ο λόγος του Θεού το χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων. Να χαίρεις με αυτούς που χαίρουν και να κλαίς με αυτούς που κλαίνε, που δείχνει εδώ με σαφήνεια ότι ο άνθρωπος αυτός  ήταν πράγματι ακοινώνητος. Διότι αυτή είναι η αληθινή κοινωνία να μετέχω στα καρδιοχτύπια του κοινωνικού μου περιβάλλοντος.


Απομαγνητοφώνηση ''ιστολόγιο ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Ὁ καλούμενος ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες «πέμπτος Εὐαγγελιστής», ὁ μεγάλος Προφήτης Ἡσαΐας, ἑφτὰ αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶπε: «φωνὴ ἐκείνου ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο· ἐτοιμάστε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε στὸ πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλᾶ σήμερα, Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Ὁ λόγος γιὰ τὸν Προφήτη καὶ Βαπτιστὴ τοῦ Κυρίου μας, Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸν γόνο τῶν δικαίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.

            Ἅγιος Ἰωάννης, ἀποδεχόμενος τὴν μεγάλη ἀποστολὴ γιὰ τὴν ὁποία τὸν προόρισε ὁ Θεός, ἀπὸ μικρὸς ἔζησε στὴν ἔρημο ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ἀγγελομίμητη. Ἄσκησε τὸν ἑαυτό του στὴν ἐγκράτεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ὑψοποιὸ ταπεινοφροσύνη. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν τρίχινο καὶ φοροῦσε δερμάτινη ζώνη, ἐνῶ τρεφόταν μὲ ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Μέσα ἀπὸ ὅλον αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ὁ Ἰωάννης κατέστησε τὸν ἑαυτό του ἔτοιμο νὰ ἀναλάβει τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του, τὴν πνευματικὴ προετοιμασία τῆς ὁδοῦ γιὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἔργου τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. 

            Βγῆκε, λοιπόν, στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη καὶ κήρυσσε λέγοντας «Μετανοεῖτε· ἔφθασε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Τὸ κήρυγμα τοῦ ἐπιβλητικοῦ καὶ φωτεινοῦ ἀσκητῆ προσέλκυε πολλοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους βάπτιζε στὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἀφοῦ πρῶτα ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους. Παράλληλα μὲ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας, προέτρεπε τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, ἐνῷ ὁ λόγος του ἦταν μαστίγιο γιὰ τοὺς ψευτο-εὐσεβεῖς. Σπουδαγμένος δὲν ἦταν, οὔτε ἔλεγε πολλὰ καὶ περισπούδαστα λόγια. Ὡστόσο, ὅσα ἔλεγε, βγαλμένα ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἐμπειρία του, ἄγγιζαν τὶς διψασμένες καρδιές. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν λόγων του εἶναι τὸ πολὺ γνωστό: «αὐτὸς ποὺ ἔχει δύο χιτῶνες νὰ δώσει τὸν ἕνα σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν στερεῖται».

        Μέσῳ τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης του, ὁ Πρόδρομος κατάφερε νὰ προετοιμάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεχθοῦν τὸ δημόσιο κήρυγμα τοῦ Μεσσία, τὸν Ὁποῖο ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσει, γενόμενος ὁ σεβασμιώτερος τῶν προφητῶν. 

            νδεχομένως νὰ ἔχετε δεῖ τὸν ἱερὸ Πρόδρομο ἁγιογραφημένο μὲ ἀγγελικὰ φτερά. Αὐτὸ συμβαίνει διότι, ἀφενός, ἔζησε ὡς ἄγγελος ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, καί, ἀφετέρου, διότι εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ νέου δέκατου ἀγγελικοῦ τάγματος, τὸ ὁποῖο συμπληρώνουν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ καὶ Μοναχὲς ποὺ ἁγίασαν, ἀντικαθιστῶντας τὸ ἐκπεσὸν  τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου. 

            Επὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω στὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ λέγεται «μοναχικὴ πολιτεία».

            μοναχισμός, ὁ παρεξηγημένος μοναχισμὸς ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν θεωροῦν ὡς δουλεία, ὡς ἀνώφελη σπατάλη μίας ζωῆς ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι στὴν πραγματικότητα ὅ,τι πολυτιμότερο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζήσουν χωρὶς φῶς; Ἄλλο τόσο δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὴν μοναχικὴ πολιτεία, διότι μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας ὅτι φῶς τῶν Ἀγγέλων εἶναι ὁ Θεός, φῶς τὼν Μοναχῶν οἱ Ἄγγελοι καὶ φῶς τῶν ἀνθρώπων οἱ Μοναχοί.

            Στὰ μοναστήρια, ἂν ὄχι τελείως, σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπουσιάζουν οἱ κίνδυνοι καὶ οἱ μέριμνες τοῦ ἔξω κόσμου. Ὁ Μοναχὸς ζεῖ σὲ ἕνα περιβάλλον ἅγιο, ὅπου δεσπόζουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια. Ζεῖ μέσα στὴν ἡσυχία τῆς φύσης καὶ στὴν εὐωδία τοῦ θυμιάματος. Δὲν συναναστρέφεται μὲ ἐργοδότες ἀσεβεῖς καὶ καταπιεστικούς, οὔτε τρέχει μὲ τοὺς θανατηφόρα γρήγορους ρυθμοὺς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στεροῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ χαρεῖ τὴν ζωή. Ἀπόλυτο καθῆκον του καὶ ἔνδειξη τῆς ἐπιτυχίας του εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ τήρηση τοῦ προγράμματος, ἡ προσευχή, ἡ ἐργασία, ἡ νηστεία, ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα ἢ μητέρα, τὸν Γέροντα ἢ τὴν Γερόντισσα. Ὅλα αὐτὰ καθιστοῦν τὸν μοναχισμὸ εὐκολώτερη ὁδὸ γιὰ τὴν Κάθαρση, τὸν Φωτισμὸ καὶ τὴν Θέωση τῆς ψυχῆς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν στόχο ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν χριστιανῶν. Ἀναμφίβολα, καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο μποροῦν νὰ πετύχουν αὐτοὺς τοὺς στόχους. Ὡστόσο, μὲ μεγαλύτερο ἀγώνα καὶ κόπο. Γιὰ αὐτὸ ἔχει προκύψει τὸ ρητό: «βαριὰ ἡ καλογερική, ἀλλὰ ἀσήκωτος ὁ γάμος». 

            Αὐτὰ κάποιοι τὰ ἀκοῦνε καὶ μάλλον φοβοῦνται, διότι ὑπάρχει ἡ τάση ὁρισμένοι χριστιανοὶ νὰ μὴν θέλουν τὰ παιδιά τους νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ τὰ ἐμποδίζουν. Ἐμποδίζουν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἔρθει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν οἰκογένειά τους. Ἐμποδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ τὸν πόθο τοῦ παιδιοῦ τους. Ἐμποδίζουν, τελικά, τὴν ἀνάδειξη ἑνὸς νέου Προδρόμου. Φανταστεῖτε οἱ δίκαιοι Ζαχαρίας καὶ Ἐλισάβετ νὰ στέκονταν ἐμπόδιο στὸ παιδί τους. Ἐγώ, πάντως, δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ τὸν ἥλιο νὰ λείπει ἀπὸ τὸν οὐρανό. 

             κοινωνία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ὅμοιους στὸν ἀγώνα μὲ τὸν Πρόδρομο. Μέσα στὴ σκοτεινιά, μέσα στὴν κατάπτωση τῶν ἠθῶν, τὴν ἀποστασία, τὶς ἄσχημες ἐξελίξεις, ὁ μοναχισμὸς στέκεται ὡς φάρος τῆς ἐλπίδας ποὺ δείχνει τὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας. Χάρη σὲ αὐτόν, ἡ γῆ γίνεται οὐρανός. Οἱ πιστοὶ ἀναπνέουν ὅταν περνοῦν τὴν πύλη ἑνὸς μοναστηριοῦ, ἀφήνοντας γιὰ λίγη ὥρα πίσω τους τὸ χάος. Ἀνακουφίζονται βλέποντας τὴν ἀγάπη τῶν Μοναχῶν, ἀκούοντας τὶς συμβουλές τους, προσκυνῶντας τὰ ἱερὰ κειμήλια. Παίρνουν ἐμπειρίες. Παίρνουν καὶ δύναμη, τὴν δύναμη νὰ μεταφέρουν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες στὴν καθημερινότητά τους, βελτιώνοντάς την. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα μικρὸ κομμάτι τῆς προσφορᾶς τοῦ μοναχισμοῦ, γιὰ νὰ μὴν μιλήσουμε γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ παρέχει. 

            Πιστεύω ὅτι κάποιοι θὰ ἀναρωτηθοῦν «γιατὶ ὁ Ἐπίσκοπος μᾶς λέει γιὰ τὸν μοναχισμό;». Πρῶτον, διότι ὁ κόσμος κάποτε ἔτρεχε στὰ μοναστήρια γιὰ ἕνα προσκύνημα, μία ἐπίσκεψη, ἕνα διακόνημα. Τρέχανε νὰ βοηθήσουν νὰ πάρουν εὐλογία. Καὶ ἦταν τὰ μοναστήρια πολὺ ψηλὰ στὰ μάτια ὅλων καὶ στήριξαν γενιὲς καὶ γενιὲς Ἑλλήνων. Αὐτὴ τὴν εὐλογημένη συνήθεια τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων ἔχουμε ἱερὸ καθῆκον  νὰ τὴν ἐπαναφέρουμε! Δεύτερον, μιλάω γιατὶ ἂν δὲν μιλήσουμε σήμερα γιὰ τὸν μοναχισμὸ νὰ συγκινηθοῦν ψυχὲς οἱ ὁποῖες κρύβουν μέσα τους τὸν πόθο τῆς ἀφιέρωσης, αὔριο δὲν θὰ μιλάει κανένας. Ἂν σήμερα δὲν ἐπανδρωθοῦν τὰ μοναστήρια, αὔριο ὄχι μόνο δὲν θὰ μιλάει κανένας γιὰ τὸν μοναχισμό, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχει παπὰς νὰ μᾶς κηδέψει, καθὼς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς προέρχονται οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ χειροτονοῦν τοὺς Ἱερεῖς καὶ λειτουργεῖ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            Οἱ ἐργάτες τοῦ κακοῦ πληθαίνουν, ὅπως βλέπουμε. Οἱ ἐργάτες τοῦ καλοῦ; «Νίκα τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ». Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ νέους Προδρόμους γιὰ νὰ κηρύξουν μετάνοια στὸν προδομένο μας λαό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξω καὶ περιμένει τὸ φῶς. Ἂν ὑπάρξουν νέοι Πρόδρομοι, ὁ Ἐπιφανὴς Θεὸς θὰ κάνει πάλι τὰ πάντα καινούργια. 

Μὲ τὸ καλὸ τὰ ἅγια Θεοφάνια!

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Σήμερα, Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη πάντων τῶν Προγόνων τοῦ Χριστοῦ μας, τῶν Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τοῦ Προπάτορος Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καί, ὅσοι ἤσασταν ἀπὸ πιὸ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀκούσατε ὅτι τὸ συναξάριο ποὺ ἀνέγνωσε ὁ ἀναγνώστης ἦταν ἀρκετὰ ἐκτενές, μάλιστα δὲ τὸ μεγαλύτερο τοῦ ἔτους, τὸ δὲ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφερόταν στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Ἰωσήφ. 

               Βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἕνα μεγάλο ζήτημα στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε προσοχὴ εἶναι τὸ πῶς ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἑορτή, τὴν -κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο- «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν». Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτό, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε τὶ σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τὰ Χριστούγεννα, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων. 

            Εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας; Νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε μὲ φίλους καὶ γνωστούς, εὐφραινόμενοι στὰ ρεβεγιόν; Κοινῶς, νὰ διασκεδάσουμε; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Χριστό.  Γιὰ αὐτὸ καὶ ἔχουν φθάσει νὰ «ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα» καὶ ἄνθρωποι ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι. Πρόκειται γιὰ μεγάλη εἰρωνεία, διότι τὸ νὰ λέει κάποιος ὅτι γιορτάζει Χριστούγεννα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καθόλου στὸ Πρόσωπο ποὺ ἔχει τὰ γενέθλιά Του, τὸν Χριστό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποιος ἕναν γνωστό του ἑορτάζοντα τὰ γενέθλιά του, νὰ ἀρχίσει νὰ μιλᾶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους, νὰ ἀνταλλάσσει δῶρα μὲ αὐτούς, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη νὰ μὴν δώσει τὴν παραμικρὴ σημασία. Μὲ τὴν ἑορτὴ νὰ ἔχει λάβει, δυστυχῶς, τέτοια διάσταση γιὰ τὸν κόσμο, βλέπουμε πλέον στοὺς δρόμους καὶ στὰ καταστήματα νὰ μὴν ἐκφράζονται εὐχὲς γιὰ «καλὰ Χριστούγεννα», ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ «καλὲς γιορτές», προκειμένου νὰ μὴν προσβληθοῦν δῆθεν οἱ ἀλλόθρησκες μειονότητες. Ποῦ πάμε; Γιατί νὰ κάνουμε ἐκπτώσεις στὶς παραδόσεις μας γιὰ χάρη τῶν μειονοτήτων; Ἀλήθεια, πιστεύει κανεὶς ὅτι οἱ χῶρες προέλευσης τῶν μειονοτήτων θὰ ἔκαναν ἀνάλογες ἐκπτώσεις γιὰ νὰ εὐαρεστήσουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς; Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὅποιος θρέφει τέτοιες προσδοκίες. 

                  Γιά νὰ δοῦμε, ὅμως. Ποιά εἶναι ἡ κατάληξη ἑνὸς τέτοιου, κοσμικοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων; Περνοῦν λίγες ἡμέρες καὶ ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ μελαγχολία, ἔρχεται καὶ ἡ θλίψη ἐπειδὴ πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ ἔφτασε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ρουτίνα. Ποιός παραμένει χαρούμενος; Ποιός ἀλλάζει ριζικὰ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταμορφώνει τὴν ζωή του; Οὐδείς. Ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις ἑορτασμοῦ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι, τελικά, τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία πρόσκαιρη ἀναλαμπὴ δῆθεν χαρᾶς. 

                   ποιος εἶναι ἔξυπνος, σίγουρα, ἀπὸ τὴν δῆθεν χαρὰ προτιμᾶ τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη χαρά. Αὐτὴν τὴν χαρὰ προσφέρει ὁ γνήσιος ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ γεμίσουμε λύπη καὶ μελαγχολία. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἀληθινὴ Χαρά, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν αἰώνια Ζωή. Πῶς, ὅμως, θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν; Ὅταν, διὰ τῆς νηστείας, διὰ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς μελέτης τῶν θεῖων γραφῶν, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εἰλικρινοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς συγχωρητικότητας, ἐτοιμάσουμε στὴν ψυχή μας ἱερὴ φάτνη γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα της ὁ Χριστός. 

             Σὲ αὐτὸ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σήμερα τιμώμενοι Ἅγιοι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὶς προσευχές τους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους. Θέλουμε νὰ γεννηθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός; 

             ς μιμηθοῦμε τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραάμ. Δὲν περνοῦσε διαβάτης μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίχως νὰ χορτάσει καὶ νὰ ξεδιψάσει, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμιώδης φράση: «ἀβραμιαία φιλοξενία». Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό του, ἐκεῖνος -δίχως δεύτερη σκέψη- ἀνταποκρίθηκε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δὲν ἐπέτρεψε τελικὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία. 

             ς μιμηθοῦμε τοῦ παγκάλου Ἰωσὴφ τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀμνησικακία. Ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του τὸν ἐπεθύμησε, ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἄνδρας εὐθὺς «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν», «τῆς Αἰγυπτίας ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας». Ὅταν δὲ ἀργότερα ἔγινε ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ διαχειριστὴς τῶν τροφίμων τὴν περίοδο ποὺ ἄλλες χώρες πεινοῦσαν, τότε τὰ μεγαλύτερα ἀδέρφια του κατέφυγαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν σιτάρι, χωρὶς νὰ τον ἀναγνωρίσουν. Παρ΄ ὅτι ἐκεῖνοι κάποτε τὸν εἶχαν προδώσει καὶ τὸν εἶχαν πετάξει σὲ ἕναν λάκκο γιὰ νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν ζήλεια τους, ὁ Ἰωσὴφ μὲ ἀπέραντη χαρὰ τοὺς δέχθηκε καὶ τοὺς συγχώρεσε. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Μωϋσέως τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀπὸ πίσω τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν, προσευχήθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ἄνοιξε ἡ θάλασσα στὰ δύο, ὥστε διάβηκε ὁ λαὸς μὲ ἀσφάλεια.

             ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἰὼβ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα. Εἶχε τὰ πάντα, ἔχασε τὰ πάντα καὶ ἔλεγε ὁ στύλος τῆς ὑπομονῆς: «ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε πίσω. Νὰ εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες».

              ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἠλία τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἦταν τέτοια ὥστε νὰ μὴν βρέξει γιὰ τρισήμισυ χρόνους. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Δαυὶδ τὴν μετάνοια. Παρ᾽ ὅτι ἔπραξε ἔγκλημα φρικτό, δέχθηκε τὸν ἔλεγχο τοῦ Προφήτη Νάθαν καὶ μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἔπεσε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ συνέχισε πιὸ δυνατὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ὑμνεῖ.

            ς προσπαθήσουμε μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ τράβηξαν ἐκεῖνοι καὶ τότε ὁ Χριστὸς θὰ βρεῖ τόπο καθαρὸ μέσα μας γιὰ νὰ σκηνώσει. Ὅταν αὐτὸ συμβεῖ, οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν θὰ περάσουν, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα μας γιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ καλύτερο, θὰ παραμείνει ζωντανή. 

Καλὰ Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου! Ὁ Θεὸς μαζί μας!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

ΒΑΣΕΙΛΙΟΥ Β' ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ «Χιλιετία λησμονημένου τεράστιου Αὐτοκράτορά μας» (Ὁμιλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα)

 

Ὁμιλία Κυριακῆς ΙΑ΄ Λουκᾶ (Παραβολῆς τοῦ Δείπνου)

Ἀπὸ τὸν Σεβ/το Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Μεζοῦρλο (Λατίνια) Λαρίσης, τὴν Κυριακή, 15/28-12-2025, τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἐλευθερίου, ἡμέρα Ἐπετείου χιλίων ἀκριβῶς ἐτῶν ἀπὸ τῆς κοιμήσεως τοῦ ἀοιδίμου Αὐτοκράτορος ἡμῶν Βασιλείου Β΄ τοῦ Μακεδόνος, μὲ τίτλο: «Χιλιετία λησμονημένου τεράστιου Αὐτοκράτορά μας».



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ´ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

                  Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ εἶναι παραβολὴ καὶ ὁμοιάζει μὲ αὐτὴν ποὺ ἀναγνώσθηκε τὴν ΙΔ΄ Κυριακὴ μετὰ τὴν Πεντηκοστή. 

               Κάποιος ἄνθρωπος ἐτοίμασε μεγάλο δεῖπνο καὶ κάλεσε πολλούς. Ὅταν ὅλα ἦταν ἔτοιμα, εἶπε στὸν δοῦλο του νὰ ἐνημερώσει τοὺς καλεσμένους γιὰ νὰ προσέλθουν νὰ εὐφρανθοῦν. Αὐτοί, τότε, ἐπικαλέσθηκαν διάφορες δικαιολογίες γιὰ νὰ ἀπουσιάσουν. Ἄλλος ἔπρεπε νὰ πάει στὸ νέο του χωράφι, ἄλλος νὰ δοκιμάσει τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν ποὺ μόλις ἀγόρασε καὶ ὁ τρίτος νυμφεύθηκε, γιὰ αὐτὸ καὶ ἀδυνατοῦσε νὰ προσέλθει. Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ δοῦλος ἀνέφερε αὐτὰ στὸν κύριό του, ἐκεῖνος ὀργίσθηκε καὶ τοῦ εἶπε νὰ βγεῖ γρήγορα στὰ κεντρικὰ σημεῖα τῆς πόλης καὶ νὰ μαζέψει στὸ δεῖπνο τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ἀρρώστους ποὺ θὰ συναντοῦσε. Ἔγινε πράγματι αὐτό, ἀλλὰ ὑπῆρχε ἀκόμη χῶρος στὸ  τραπέζι. Τότε, ὁ οἰκοδεσπότης προστάζει τὸν ὑπηρέτη νὰ βγεῖ στοὺς δρόμους καὶ νὰ ἀναγκάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ προσέλθουν, γιὰ νὰ γεμίσει τὸ σπίτι.  Κλείνει δὲ ἡ περικοπὴ μὲ τὸν οἰκοδεσπότη νὰ διαβεβαιώνει ὅτι πολλοὶ εἶναι καλεσμένοι, λίγοι, ὅμως, οἱ ἐκλεκτοί. 

                ἄνθρωπος ποὺ πραγματοποιεῖ τὸ μεγάλο δεῖπνο εἶναι ὁ Θεὸς Πατέρας. Τὸ δὲ δεῖπνο συμβολίζει τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν καί, κατ’ ἐπέκταση, τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία. Ὁ δοῦλος ποὺ ἐκτελεῖ τὶς διαταγὲς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Μονογενῆ Υἱὸ καὶ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν Χριστό μας. Τόση ἀγάπη θρέφει γιὰ ἐμᾶς ὁ Θεός, ὥστε νὰ καταδεχθεῖ νὰ γίνει «ὁ δοῦλος» γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μακάρι νὰ ἔχουμε τὴν πνευματικὴ ὡριμότητα γιὰ νὰ κατανοοῦμε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια. Τότε καὶ ἐμεῖς θὰ γίνουμε δοῦλοι γιὰ τὸ καλὸ τῶν συνανθρώπων μας μιμούμενοι τὸ παράδειγμα Ἐκείνου, χωρίς, ὅμως, νὰ εἴμαστε δοῦλοι. Μὰ οὔτε ὁ ἴδιος μᾶς θεωρεῖ δούλους. Σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος μᾶς χορήγησε, μᾶς θεωρεῖ παιδιά Του καὶ φίλους Του καὶ θέλει νὰ μοιραστεῖ μαζί μας τὴν χαρά Του. Ὄχι, ὅμως, μόνο αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή Του θέλει νὰ μοιρασθεῖ μὲ ἐμᾶς. Ὑπάρχει μεγαλύτερη τιμὴ ἀπὸ αὐτὴν; 

               ν θεωροῦμε τόσο μεγάλη τιμὴ τὸ δεῖπνο στὸ ὁποῖο μᾶς προσκαλεῖ κάποιος ἐπίσημος, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κανονίζουμε ἔτσι τὸ πρόγραμμά μας ὥστε ὁπωσδήποτε νὰ παραστοῦμε, πολὺ μεγαλύτερη τιμὴ πρέπει νὰ θεωροῦμε τὸ δεῖπνο ποὺ παραθέτει ὁ Θεὸς πρὸς ἐμᾶς καὶ πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ θυσιάζουμε κάποια πράγματα γιὰ νὰ παραστοῦμε σὲ αὐτό. Τὸ πρῶτο δεῖπνο εἶναι ἐπίγειο καὶ φθαρτό. Χορταίνει τὸ σῶμα μας μόνο γιὰ λίγη ὥρα. Τὸ δεύτερο δεῖπνο εἶναι ἐπουράνιο καὶ ἄφθαρτο. Χορταίνει τὴν ψυχή μας αἰώνια. Τὸ γήινο δεῖπνο τὸ ἐτοιμάζουν οἱ ὑπηρέτες. Τὸ μεγάλο θεϊκὸ δεῖπνο τὸ ἐτοιμάζει ὁ ἴδιος ὁ οἰκοδεσπότης, ὁ Θεός. Ὑπηρέτης δεύτερος δὲν ὑπάρχει. Εἶναι μόνο Αὐτός. Τὸ συγκλονιστικότερο: ὁ Ἴδιος εἶναι καὶ ἡ τροφὴ καὶ ἡ πόση. Τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ γίνονται, μὲ τὶς λειτουργικὲς εὐχὲς καὶ τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,ψ Σῶμα καὶ Αἵμα Χριστοῦ.  Δὲν εἶναι λίγες οἱ μαρτυρίες ἀνθρώπων εὐλαβῶν οἱ ὁποῖοι εἶδαν ὡς Βρέφος τὸν Δεσπότη Χριστὸ στὸ Ἅγιο Δισκάριο. Γιατί, ὅμως, ὁ Κύριος παραθέτει σὲ ἐμᾶς αὐτὸ τὸ ἱερὸ τραπέζι; Μήπως ἔχει νὰ ἐξασφαλίσει κάποιο προσωπικὸ ὄφελος; Μὴ γένοιτο! Δὲν μᾶς ἔχει ὁ Χριστὸς ἀνάγκη. Ἐμεῖς  Τὸν ἔχουμε. Μᾶς καλεῖ σὲ αὐτὸν τὸν μυστικὸ δεῖπνο γιὰ νὰ μᾶς κάνει σύσσωμους καὶ σύναιμους μὲ Αὐτόν, ἀλλὰ καὶ μεταξύ μας. Θέλει ὁ Κύριος τὴν ἑνότητα τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν συνάνθρωπό του, διότι αὐτὴ ἡ ἑνότητα ἐξαλείφει κάθε κίνδυνο, στερεώνει τὴν εἰρήνη καὶ προμηνύει τὴν πρόοδο καὶ τὴν εὐημερία. 

            Δὲν εἶναι ἀξιοζήλευτος ἐκεῖνος ποὺ μετέχει στὸ θεϊκὸ δεῖπνο; Ἀσφαλῶς. Πῶς μποροῦμε νὰ συμμετάσχουμε κὶ ἐμεῖς; Μήπως πρέπει νὰ ἐτοιμάσουμε κάτι ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ νὰ συνεισφέρουμε στὸ τραπέζι; Μήπως πρέπει νὰ πληρώσουμε τὴν εἴσοδο; Ὄχι. Ἡ εἴσοδος εἶναι ἐλεύθερη καὶ τὸ τραπέζι εἶναι ἔτοιμο κατὰ πάντα. Δὲν ἀπαιτεῖται κανένας κόπος ἀπὸ μέρους μας. Τὸ μόνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόσκληση. Κὶ ὅμως, κάτι τόσο ἁπλὸ δὲν γίνεται ἀπὸ τοὺς περισσοτέρους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται τὴν τόσο τιμητικὴ πρόσκληση, ὅπως βλέπουμε στὴν παραβολή.

                πρῶτος προσκεκλημένος φέρει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ λείψει τὸ ὅτι ἀγόρασε ἕνα χωράφι καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐπισκεφθεῖ. Ἡ περίπτωση αὐτὴ ἀφορᾶ τὸν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐργασία πάνω ἀπὸ ὅλα. Ἐνῷ ἡ ἐργασία εἶναι ἕνα μέσο τὸ ὁποῖο ἀποσκοπεῖ στὴν αὐτοσυντήρησή μας, ἐκεῖνος τὴν θεωρεῖ ὡς αὐτοσκοπό, μὲ ἀποτέλεσμα ὄχι νὰ ἐργάζεται γιὰ νὰ ζεῖ, ἀλλὰ νὰ ζεῖ γιὰ νὰ ἐργάζεται, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίζει ὅλο καὶ περισσότερα ὑλικὰ ἀγαθά. Αὐτὰ τὰ ὑλικὰ εἶναι ἡ λατρεία του καὶ τὸ μόνο ποὺ τοῦ δίνει μία ψεύτικη παρηγοριά. Ἐνῷ δῆθεν ἐργάζεται γιὰ νὰ θρέψει τὰ παιδιά του, τελικὰ οὔτε κὰν σχετίζεται μὲ αὐτά. Στὰ γεράματά του μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ἀπέτυχε καὶ ὅτι στερήθηκε τὴν χαρὰ τῆς ζωῆς, ὡς δοῦλος τῆς ἐργασίας. Τότε, ὅμως, εἶναι ἀργά. 

              δεύτερος προσκεκλημένος, ἐπικαλεῖται τὴν πρόσφατη ἀγορὰ πέντε ζευγαριῶν βοδιῶν. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἑρμηνεύουν τὰ πέντε ζεύγη βοδιῶν ὡς τὶς πέντε αἰσθήσεις. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς προσπαθεῖ νὰ γεμίσει τὰ κενὰ τῆς ψυχῆς του μὲ τὶς ἠδονικὲς καὶ ἀκάθαρτες εἰκόνες, μυρωδιές, γεύσεις, ἀκούσματα καὶ ψιλαφήσεις. Ὡστόσο, ἡ ψυχὴ δὲν γεμίζει, ἀλλὰ ἀποκτᾶ μεγαλύτερα κενά, καθίσταται ἕνας «κάλαθος τῶν ἀχρήστων». Ὁ δοῦλος τῆς σάρκας καθιστᾶ κέντρο τῆς ζωῆς του τὶς σωματικὲς ἠδονές. Εἶναι, ὅμως, κέντρο αὐτὲς οἱ ἠδονές; Ἂν ἦταν ὄντως κέντρο, θὰ διαρκοῦσαν γιὰ πάντα. Αὐτές, ὅμως, μαραζώνουν μὲ τὴν φθορὰ τοῦ χρόνου. Ὁ ἄνθρωπος κάποια στιγμὴ χάνει τὴν δυνατότητα νὰ μετέχει τῶν ἠδονῶν αὐτῶν. Ἑπομένως, μπορεῖ νὰ καταλάβει ὅτι ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν βυθισμένη στὴν πλάνη. Τότε, ὅμως, εἶναι ἀργά. 

                τρίτος ἀναφέρει στὸν δοῦλο: γυναίκα νυμφεύθηκα, γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἔλθω. Ἀναφέρει ὡς δικαιολογία γιὰ νὰ ἀπουσιάσει ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία κάτι τὸ ὁποῖο ὁ Ἴδιος ὁ Οἰκοδεσπότης Θεὸς ἔχει εὐλογήσει· τὸν γάμο. Ὁ Θεὸς δὲν ἐτοίμασε τὸ δεῖπνο μόνο γιὰ τοὺς ἀγάμους, ἀλλὰ γιὰ ὅλους. Εἶναι, λοιπόν, εὐπρόσδεκτη ὅλη ἡ οἰκογένεια. Δυστυχῶς, κάποιοι γονεῖς ἐνδιαφέρονται μόνο νὰ στέλνουν τὰ παιδιά τους στὸ μπαλέτο, στὸ πιάνο, στὰ γυμναστήρια γιὰ νὰ γυμνάσουν τὸ σῶμα τους, ἀλλὰ ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν ἐκγύμναση τῆς ψυχῆς ποὺ προσφέρει τὸ πνευματικὸ γυμναστήριο, ἡ Ἐκκλησία. Μεριμνοῦν γιὰ ὅλα, ἀλλὰ στὸ τέλος τὰ παιδιὰ στεροῦνται τὸ βασικότερο ἀγαθό, τὴν τροφή. Ὄχι τὴν ὑλική, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ χρειάζεται ἡ ψυχὴ γιὰ νὰ μένει ζωντανή, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἵμα τοῦ Λυτρωτοῦ. Οἱ γονεῖς αὐτοί, δυστυχῶς, δὲν ξέρουν γιατὶ παντρεύονται, δὲν ξέρουν γιατὶ φέρνουν παιδιὰ στὸν κόσμο. Καὶ τὸ χειρότερο, δὲν ἐνδιαφέρονται νὰ μάθουν. Κὶ ἐκεῖ ποὺ νομίζουν ὅτι τὰ πάνε καλά, συνειδητοποιοῦν, ἂν τὸ συνειδητοποιήσουν, ὅτι ἀπέτυχαν. Τότε ὅμως, γιὰ ἄλλη μιὰ φορά, εἶναι ἀργά. 

                 Λυπηρό… Ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, θυσιάσθηκε γιὰ ἐμᾶς, σταυρώθηκε γιὰ ἐμᾶς, καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς ὄχι νὰ θυσιασθοῦμε, οὔτε νὰ ἔλθουμε στὸ λαμπρὸ δεῖπνο δὲν δεχόμαστε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγνωμοσύνη. Ὁ Θεός, ὅμως, ὅπως προεῖπα, δὲν ἔχει ἀνάγκη. Στέλνει τὸν Υἱό Του γιὰ νὰ φέρει στὸ δεῖπνο ὅσους θὰ βρεῖ στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες, τοὺς ἀρρώστους, τοὺς φτωχούς, τοὺς ἁμαρτωλούς, ὅλους. Ἀνεξαρτήτως καταγωγῆς καὶ κοινωνικῆς προέλευσης. Μάλιστα, Τὸν προτρέπει νὰ τοὺς ἀναγκάσει νὰ ἔλθουν. Πρὸς τί αὐτὸς ὁ ἀναγκασμός; Ὄχι, δὲν καταπατᾶ ὁ Θεὸς τὴν ἐλευθερία μας, ἀλλὰ ἐπιμένει. Ἐπιμένει γιὰ τὸ καλό μας, ἀκόμη καὶ ἂν γίνεται κουραστικός. Ἐπιμένει, γιὰ νὰ εὐφρανθοῦμε ἀπολαμβάνοντας τὸ δεῖπνο Του. Δὲν θέλει κανένα πρόβατο νὰ μείνει ἔξω ἀπὸ τὴ μάντρα, ἀλλὰ θυσιάζεται γιὰ τὸ καθένα ξεχωριστά. 

               Εἴδαμε τὴν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ μας. Εἴδαμε πόσο μᾶς ἀγαπάει καὶ τὶ τιμὴ μᾶς ἐπιφυλάσσει. Μένει μόνο νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν πρόσκλησή Του. Ἂς φανοῦμε ἔξυπνοι. Ὁ ἀγρὸς καὶ τὰ βόδια μποροῦν νὰ περιμένουν. Τὸ δεῖπνο τοῦ Θεοῦ εἶναι μοναδικό. Ἂς προσέξουμε, ὅμως, πρὶν εἰσέλθουμε στὸ σπίτι νὰ βγάλουμε τὰ ἀκάθαρτα ροῦχα καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν καθαρὸ χιτώνα. Μὴν προφασισθοῦμε ἀδυναμία νὰ ἀγοράσουμε τὸν χιτώνα. Μᾶς τὸν προσφέρει ὁ Θεὸς δωρεὰν μέσῳ τῆς ἐξομολόγησης. Ἂς μὴν χάσουμε τὴν εὐκαιρία!

 Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

 ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

             σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς δίνει ἕνα πολὺ σημαντικὸ παράδειγμα πρὸς μίμησιν καὶ ἕνα πολὺ σημαντικὸ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν. 

               Κάποιο Σάββατο, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χριστὸς κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς σωτηρίας σὲ μία συναγωγή, εἶδε μέσα στὸ πλῆθος καὶ μία γυναίκα συγκύπτουσα. Δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια ἡ ἡρωϊκὴ αὐτὴ γυναίκα ὑπέφερε ἀπὸ τὴν σωματικὴ κύρτωση καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ ὀρθώσει τὴν μέση της γιὰ νὰ δεῖ τὸν οὐρανό. Βλέποντάς την ὁ Κύριός μας, τὴν σπλαχνίσθηκε καὶ τῆς εἶπε: «Γυναίκα, ἔχεις ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀσθένειά σου». Μόλις τὴν ἄγγιξε, ἀμέσως θεραπεύθηκε καὶ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεό. 

               Ἡ συγκύπτουσα εἶναι τὸ παράδειγμα πρὸς μίμησιν. Δεκαοκτὼ χρόνια πάσχει καὶ ἡ μετακίνηση γιὰ αὐτὴν δὲν εἶναι καθόλου εὔκολη. Ἐντούτοις, δὲν λείπει ἀπὸ τὴν σύναξη τοῦ Σαββάτου (τὸ Σάββατο γιὰ τοὺς Ἑβραίους εἶναι ὅ,τι γιὰ ἐμᾶς ἡ Κυριακή· ἡμέρα ἀφιερωμένη στὸν Κύριο). Δὲν λείπει ἀπὸ τὴν συναγωγὴ  καθὼς εἶναι γυναίκα εὐσεβὴς καὶ ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Γνωρίζει ὅτι ἡ δοκιμασία της εἶναι δῶρο Θεοῦ. Γνωρίζει ὅτι γιὰ νὰ τῆς χάρισε ὁ Θεὸς αὐτὴ τὴν δοκιμασία, κάποιο σχέδιο ἔχει, γιὰ αὐτὸ καὶ δὲν ἀγανακτεῖ ἐναντίον Του, ἀλλὰ Τὸν ἀγαπᾶ καὶ κάνει ὑπομονὴ καὶ ὅσο περισσότερη ὑπομονὴ κάνει, καὶ ὅσο μεγαλώνει τὸ εὐλογημένο πεῖσμα της νὰ συμμετέχει ἀδιαλείπτως στὴν σύναξη τοῦ Σαββάτου, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ Τὸν ἐμπιστεύεται. Ἡ εὐσεβὴς γυναίκα γνωρίζει ὄχι μόνο τὰ δικαιώματά της, ἀλλὰ καὶ τὰ καθήκοντά της. Ἡ ἐποχή μας εἶναι ἐποχὴ τοῦ «δικαιωματισμοῦ». Ὁ καθένας ἔχει δικαιώματα καὶ οἱ περισσότεροι λησμονοῦν ἢ ἀδιαφοροῦν ἐντελῶς γιὰ τὶς ὑποχρεώσεις. Ὁ δικαιωματισμὸς ἐμφανίζεται καὶ σὲ αὐτὸν τὸν ἐκκλησιασμὸ τῆς Κυριακῆς, ὅταν κάποιος λέει: «μία Κυριακὴ ἔχω νὰ ξεκουραστῶ. Δὲν θὰ πάω Ἐκκλησία». 

                Θεὸς μᾶς χάρισε τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἐλευθερία μας, μᾶς χάρισε ὅλη τὴν εὐλογία. Δὲν εἶναι ἐγωιστικὸ νὰ θέλουμε νὰ ἀπολαμβάνουμε μόνο εὐλογίες ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ στὶς ὑποχρεώσεις μας ἀπέναντί Του νὰ εἴμαστε ἀδιάφοροι; Ἄλλο, βέβαια, εἶναι τὸ νὰ ἀναγκάζεται κάποιος νὰ λείπει τὴν Κυριακὴ ἀπὸ τὸν Ναὸ γιὰ διάφορους σοβαροὺς λόγους. Τὸ νὰ ἔχει, ὅμως, τὴν δυνατότητα, καὶ νὰ ἐπιλέγει νὰ ἀπουσιάσει, δὲν εἶναι ἔντιμο ἐνώπιον Θεοῦ. Καὶ αὐτὸ γιατί; Διότι ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡμέρα Κυρίου, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἰδιαιτέρως δοξάζουμε τὸν Κύριο καὶ τιμοῦμε τὴν Ἀνάστασή Του. Ἡ κάθε Κυριακὴ εἶναι σὰν Πάσχα. Ὅπως δὲν λείπουμε τὸ Πάσχα, ἔτσι εἶναι ἀδιανόητο νὰ λείπουμε καὶ τὴν κάθε Κυριακὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. 

               Καί -γιὰ νὰ μὴν ἐξαπατοῦμε τοὺς ἑαυτούς μας- μὴν νομίζουμε ὅτι τὸ νὰ πάμε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία γιὰ πέντε ὥρες ἢ γιὰ μισὴ ὥρα ἀρκεῖ γιὰ τὴν σωτηρία μας. Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες καὶ ὥρες τοῦ ἔτους. Χριστιανοὶ εἴμαστε καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτήν. 

               Συνεχίζοντας ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκὰς τὴν διήγηση, ἀναφέρεται στὴν συμπεριφορὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς συναγωγῆς. Αὐτός, βλέποντας τὴν θεραπεία τῆς γυναίκας καὶ τὶς θερμὲς ἐκφράσεις τοῦ λαοῦ γιὰ τὸν Κύριό μας, δῆθεν ἀγανάκτησε ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς θεράπευσε ἡμέρα Σαββάτου καὶ «χάλασε» τὴν ἱερὴ ἀργία. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν τολμοῦσε νὰ ἀπευθυνθεῖ στὸν Ἴδιο, ἄρχισε νὰ φωνάζει στὸν ὄχλο: «ἕξι ἡμέρες ὑπάρχουν στὶς ὁποῖες πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε· σὲ αὐτὲς νὰ ἔρχεστε νὰ θεραπεύεστε καὶ ὄχι τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Ἔλαβε τότε τὴν ἀπάντηση ποὺ τοῦ ἄξιζε: «Ὑποκριτή – τοῦ εἶπε ὁ Χριστός- καθένας σας δὲν λύνει τὸ βόδι ἢ τὸ γαϊδούρι του ἀπὸ τὴν φάτνη τὸ Σάββατο καὶ τὰ πηγαίνει νὰ τὰ ποτίσει; Αὐτή, ὅμως, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, τὴν ὁποία ὁ σατανὰς εἶχε δεμένη δεκαοκτὼ ὁλόκληρα χρόνια, δὲν ἔπρεπε νὰ λυθεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὰ δεσμὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;».

                ἀρχισυνάγωγος, λοιπόν, εἶναι τὸ παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν, καθὼς φέρει πάνω του ἕνα χαρακτηριστικὸ γνώρισμα, τὸ ὁποῖο δυσαρεστεῖ ἔντονα τὸν Κύριό μας· τὴν ὑποκρισία. Ὑποκρισία εἶναι τὸ νὰ παριστάνω κάτι τὸ ὁποῖο δὲν εἶμαι. Ὁ ἀρχισυνάγωγος, ὡς ἄρχοντας τῆς συναγωγῆς, ἐξωτερικὰ ἔδειχνε στοὺς ἀνθρώπους ὅτι ἦταν ἄνθρωπος βαθιὰ πνευματικός, εὐσεβής, ἐνάρετος, ὅσιος. Ἐσωτερικά, ὅμως, ἡ ψυχή του εἶχε πολλὰ κενά. Εἶχε ματαιοδοξία. Δὲν αἰσθανόταν τὸ λειτούργημά του. Τελοῦσε τὴν πνευματική του ἐργασία ἐπαγγελματικά, χωρὶς ἀγάπη καὶ πίστη Θεοῦ, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ ἀρέσει στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀποκομίζει μάταιη δόξα ἀπὸ αὐτούς. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὅταν πῆγε ὁ Χριστὸς στὴ συναγωγὴ καὶ θεράπευσε τὴν συγκύπτουσα, ἐπειδὴ ὁ Φαρισαῖος εἶδε ὅτι ὁ κόσμος στράφηκε πρὸς τὸν Χριστό, φθόνησε καὶ ἐκδήλωσε τὸ πάθος του. Ἀποκάλυψε μὲ τὸν τρόπο του ὅτι ἐνῷ βρισκόταν στὴν ἐξέχουσα θέση τοῦ διδασκάλου ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ, ἐντούτοις ἡ ἁπλὴ συγκύπτουσα γυναίκα βρισκόταν σὲ πολὺ ἀνώτερη πνευματικὴ κατάσταση ἀπὸ αὐτόν. Ἐκείνη ἡ κοσμικὴ γυναίκα εἵλκυε πάνω της τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀσφαλῶς, καὶ ὁ ἀρχισυνάγωγος θὰ μποροῦσε νὰ ἑλκύσει τὴν Χάρη, ὅπως εἶχε πράξει καὶ ἕνας ἄλλος ἀρχισυνάγωγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ταπεινόφρων Ἰάειρος. Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ σημερινὸς ἀρχισυνάγωγος, τυφλωμένος ἀπὸ τὴν ζήλεια, δὲν ἔβλεπε ποιὸν εἶχε ἀπέναντί του καὶ ἔτσι δὲν ἐκμεταλλεύθηκε τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή του. 

               Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφτανε τὸ γεγονὸς ὅτι ζήλευε, ἀντὶ νὰ κοιτάξει νὰ ἀποσυρθεῖ στὴν ἡσυχία του, ἔσπευσε νὰ βρεθεῖ σὲ ἀκόμη χειρότερη θέση. Ὑποκρίθηκε ὅτι δῆθεν νοιαζόταν γιὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ἀδιαφορῶντας ἐντελῶς γιὰ τὶς δύο μεγαλύτερες ἐντολὲς τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Κοίταξε περισσότερο τὸν τύπο καὶ ἄφησε στὴν ἄκρη τὴν οὐσία, ὅπως διαχρονικὰ πολλοὶ ἔπραξαν καὶ πράττουν στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ σήμερα κάποιοι ἐνδιαφέρονται μόνο νὰ πάνε τὴν Κυριακὴ στὴν Ἐκκλησία, νὰ νηστέψουν τόσες μέρες, νὰ κάνουν τόσα κομποσκοίνια, ποὺ βέβαια ὅλα αὐτὰ εἶναι καλὰ καὶ ἅγια, ἀρκεῖ νὰ μὴν τὰ ἐφαρμόζουμε σὰν νεκροὺς τύπους, ἀλλὰ ὡς τὰ μέσα ποὺ μᾶς ὁδηγοῦν στὸν σκοπὸ τῆς τέλειας ἀγάπης καὶ τῆς ἕνωσης μὲ τὸν Θεό. Εἴδαμε σήμερα ὅτι ὁ Χριστὸς γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ πλάσμα Του, ἄφησε στὴν ἄκρη μία τυπικὴ διάταξη τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου, δείχοντας ὅτι ἀπὸ ὅλα ὑπερέχει ἡ ἀγάπη. 

               Σὲ λίγο καιρὸ θὰ ἑορτάσουμε Χριστούγεννα. Δὲν θὰ μιλήσω γιὰ τὸ πῶς ἑορτάζει ὁ κόσμος τὰ Χριστούγεννα. Θὰ μιλήσω γιὰ ἐμᾶς. Διανύουμε τὸ ἱερὸ τεσσαρακονθήμερο τῆς νηστείας. Μὴν μείνουμε στὸν τύπο. Οἱ περισσότεροι νομίζουν νηστεία μόνο τὸ φαγητό. Δὲν εἶναι μόνο αὐτό. Εἶναι τὸ σύνολο τῶν παθῶν μας, εἶναι τὸ τὶ βλέπουμε, τὶ ἀκοῦμε, τὶ λέμε. Ἂς κοιτάξουμε νὰ καθαρίσουμε τὶς καρδιές μας. Ἔρχεται ὁ Χριστὸς νὰ κατοικήσει μέσα μας. Ἂς Τοῦ ἐτοιμάσουμε τὴν φάτνη τῆς ψυχῆς μας. 

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΛΟΥΚΑ: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑΣ

 


Η θεραπεία της συγκύπτουσας

Κάθε Κυριακή

Κάποιο Σάββατο ο Κύριος, όπως συνήθιζε, δίδασκε σε μία απ’ τις Συναγωγές. Ανάμεσα στο πλήθος μόλις που ξεχώριζε μία γυναίκα σκυμμένη διαρκώς με κυρτωμένο το σώμα της τόσο πολύ, που δεν μπορούσε καθόλου να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Βασανιζόταν η δύστυχη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια από σατανική ενέργεια. Όταν λοιπόν την είδε ο Κύριος, της φώναξε: Γυναίκα, είσαι ελεύθερη από την αρρώστια σου. Άπλωσε πάνω της τα χαριτόβρυτα χέρια του και την ίδια στιγμή έγινε καλά, σηκώθηκε ολόρθη και δόξαζε τον Θεό για τη θεραπεία της.

Γιατί όμως ο Κύριος σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τη γυναίκα αυτή χωρίς η ίδια να ζητήσει τη θεραπεία της; Διότι η γυναίκα αυτή ήταν ευσεβής, αν και είχε μία τόσο βασανιστική και παραμορφωτική ασθένεια, που καθιστούσε δύσκολη και επίπονη κι αυτήν ακόμη τη μετακίνησή της, δεν απουσίαζε όμως από τη Συναγωγή την ημέρα του Σαββάτου. Επιπλέον η γυναίκα αυτή, ενώ ήταν άρρωστη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν σκληρύνθηκε η καρδιά της, δεν έγινε άπιστη. Αντίθετα μέσα στη δοκιμασία της έμεινε σταθερή στην πίστη της. Και προσήλθε στη Συναγωγή με τόσο κόπο, διότι είχε πόθο να ακούει το λόγο του Θεού. Φαίνεται μάλιστα ότι άκουγε το κήρυγμα του Κυρίου με ενδιαφέρον πολύ κι εκδήλωνε βαθιά εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν της ζήτησε πίστη για να κάνει το θαύμα, διότι διέκρινε την εσωτερική της διάθεση. Ούτε της είπε «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Κατόπιν μάλιστα την ονόμασε και «κόρη του Αβραάμ», για να αποκαλύψει την ευσέβειά της.

Φαίνεται λοιπόν ότι η γυναίκα αυτή είχε εξαγνισθεί με την ασθένειά της, είχε αποκτήσει βαθύτερη ευσέβεια και πίστη. Ήλθε στη Συναγωγή για να διδαχθεί και να ωφεληθεί πνευματικώς. Και ο Κύριος μαζί με την ωφέλεια της ψυχής της της χάρισε και τη θεραπεία του σώματος.

Η γυναίκα αυτή έγινε σ’ όλους παράδειγμα που μας διδάσκει πολύ. Μας διδάσκει να συμμετέχουμε κάθε Κυριακή στη λατρεία του Θεού. Και μάλιστα εμείς που δεν πηγαίνουμε απλώς σε Συναγωγή για την ακρόαση του λόγου του Θεού, αλλά πηγαίνουμε στους ιερούς Ναούς μας, όπου τελείται η φοβερή και αναίμακτη θυσία του Κυρίου μας, άγγελοι και άγιοι και ο ίδιος ο Θεός είναι ανάμεσά μας. Πόσο αδικαιολόγητοι λοιπόν είμαστε να απουσιάζουμε, όταν μία συγκύπτουσα με τόσο κόπο δεν παρέλειπε το ιερό της καθήκον. Και τι απολογία θα δώσουμε στο Θεό την ώρα της Κρίσεως, όταν ο Κύριος θα κρίνει μπροστά μας κι εκείνη κι εμάς; Κάθε Κυριακή λοιπόν στο Ναό του Θεού, για να παίρνουμε χάρη και δύναμη, φως και ζωή. Κάποτε και το θαύμα, εάν ο Θεός το κρίνει.

Ο φθόνος οδηγεί σε παραλογισμό

Μόλις η γυναίκα θεραπεύτηκε, τα έκπληκτα μάτια όλων στράφηκαν προς τον Κύριο. Ένας όμως δεν άντεχε την κατάσταση αυτή. Ο Αρχισυνάγωγος! Αυτός δεν μπόρεσε να κρύψει τη ζήλεια του, και γεμάτος αγανάκτηση άρχισε να διαμαρτύρεται: Έξι μέρες μπορούμε να εργαζόμαστε, φώναξε. Αυτές τις εργάσιμες ημέρες να έρχεστε να θεραπεύεστε, κι όχι το Σάββατο.

Ο Κύριος όμως βλέποντας τη φοβερή υποκρισία και το φθόνο του Αρχισυναγώγου, τον ξεσκέπασε μπροστά σε όλους: Υποκριτή, του λέει. Ο καθένας σας την ημέρα του Σαββάτου δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδουράκι του από τη φάτνη και δεν το πηγαίνει να το ποτίσει; Και το κάνει αυτό χωρίς να θεωρείται παραβάτης της αργίας του Σαββάτου. Αυτή όμως η γυναίκα, που είναι κόρη του Αβραάμ και την έδεσε ο σατανάς με τέτοια αρρώστια, ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί όρθια δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν έπρεπε να θεραπευτεί την ημέρα του Σαββάτου; Κι ενώ τα έλεγε αυτά ο Κύριος, ντροπιάζονταν όλοι οι αντίθετοί του και ιδιαιτέρως ο Αρχισυνάγωγος.

Διότι αυτός ήταν τόσο πολύ κυριευμένος από το φθόνο, ώστε παραλογίστηκε. Επειδή δεν τολμούσε να ελέγξει κατευθείαν τον Κύριο, τα έβαλε πονηρά και υποκριτικά με το λαό. Τους κατηγόρησε ότι παρέβαιναν το Σάββατο, ενώ καμία σχέση δεν είχε ο λαός με τη θεραπεία που έγινε. Αλλά ούτε η γυναίκα που θεραπεύτηκε παρακάλεσε τον Κύριο να τη θεραπεύσει. Έπρεπε λοιπόν να διαμαρτυρηθεί και να αρνηθεί τη θεραπεία της; Τέλος, αντί να αναγνωρίσει ο Αρχισυνάγωγος το θαύμα που έγινε, το παρουσιάζει ως μια απλή ανθρώπινη ενέργεια! Εάν ήταν όμως μία φυσική θεραπεία, τότε γιατί δεν την έκανε ο ίδιος στη συγκύπτουσα κάποια άλλη μέρα; Τόσα χρόνια την είχε κοντά του.

Ο φθόνος λοιπόν παραλογίζει και εξευτελίζει τον άνθρωπο. Είναι μία ασθένεια που όταν μας κυριεύσει, μας κάνει ανεξέλεγκτους. Κάποτε οδηγεί και σε πράξεις αποτρόπαιες και εγκληματικές. Πάντοτε όμως αναστατώνει και συχνά διαλύει τις ανθρώπινες σχέσεις. Γίνεται τείχος ακόμη κι ανάμεσα σε συγγενείς. Διαλύει οικογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυχές. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή. Εάν βλέπουμε μέσα στην ψυχή μας το παραμικρό ίχνος ζήλειας, μην το αφήνουμε να εξελιχθεί. Αλλά να προστρέχουμε στο έλεος του Θεού, στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως και να ζητούμε τη Χάρη του Θεού για να το καταπολεμήσουμε αμέσως, πριν να είναι πολύ αργά.

Από το περιοδικό “Ο Σωτήρ“, τ. 1990

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Καθὼς ὁ Χριστὸς πορευόταν πρὸς τὴν Ἰεριχώ, μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, κάποιος τυφλὸς ἄνδρας καθόταν στὸ πλάι τοῦ δρόμου καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. Ξαφνικά, ἄκουσε θόρυβο ἀπὸ πλῆθος κόσμου καὶ ρώτησε νὰ μάθει τὶ συνέβαινε. Τὸν πληροφόρησαν ὅτι θὰ περνοῦσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὁδὸ ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς εἴδησης. Εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Χριστό μας ὅτι πλῆθος ἀνθρώπων ἀσθενῶν εἶχε θεραπεύσει μὲ μόνο τὸν λόγο Του καὶ ἤλπιζε ὅτι θὰ λάμβανε καὶ ἐκεῖνος τὴν θαυματουργικὴ θεραπεία. Ἔτσι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἅπλωνε τὸ χέρι στὸν διαβάτη γιὰ νὰ λάβει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἄρχισε νὰ κράζει πρὸς τὸν Χριστό: «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Πολλοὶ ποὺ τὸν ἄκουγαν, τὸν μάλωναν λέγοντάς του νὰ σιωπήσει. Ἀκάθεκτος ἐκεῖνος, συνέχιζε μὲ μεγαλύτερη ἔνταση «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Εἶχε δεῖ ὁ τυφλός. Εἶχε δεῖ αὐτὸ ποὺ οἱ περισσότεροι βλέποντες δὲν ἔβλεπαν. Εἶχε δεῖ ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ περνοῦσε ἀπὸ μπροστά του δὲν ἦταν ἕνας τυχαῖος, ἀλλὰ τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Φωτοδότης τῆς ζωῆς μας. 

               κούγοντας ὁ Ἰησοῦς τὴν ἱκεσία τοῦ τυφλοῦ, δὲν τὸν ἀπέφυγε, ἀλλὰ τὸν πλησίασε μὲ συμπάθεια. 

- Τί θέλεις; 

- Κύριε, θέλω νὰ δῶ. 

- Νὰ δεῖς! Ἡ πίστη σου σὲ ἔχει σώσει!

τσι, εὐθὺς ἄνοιξε τὰ μάτια του ὁ πρώην τυφλὸς καὶ εἶδε. Τέτοια χαρὰ τὸν πλημμύρισε ποὺ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεό· καὶ μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅλος ὁ λαός. Καὶ ἔτσι, χαρούμενοι ὅλοι μαζὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό πρὸς τὴν Ἰεριχώ. 

               Τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω γιὰ τὴν σημερινὴ περικοπὴ εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ τυφλοῦ. Λένε κάποιοι «ὁ ἐπιμένων νικᾶ» καὶ ἔχουν δίκαιο. Ἡ ἐπιμονὴ στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐξασφάλιση κάποιου καλοῦ ἔχει πάντοτε θετικὰ ἀποτελέσματα καὶ αὐτὸ διότι ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ εὐλογεῖ. Τὸν τυφλὸ τῆς περικοπῆς, ὅταν ἔβγαζε φωνὴ ἱκεσίας πρὸς τὸν Χριστό, τὸν μάλωναν κάποιοι καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σταματήσει. Δὲν ἄκουσε κανέναν. Ἐκεῖνος εἶχε ἕναν σκοπὸ καὶ ἐπέμεινε σὲ αὐτὸν τὸν σκοπὸ μέχρι ποὺ νίκησε. Ἡ ἐπίμονη προσευχή του κίνησε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει καλά. Θέλουμε κὶ ἐμεῖς νὰ γίνουμε καλά; Θέλουμε νὰ νικήσουμε τὰ πάθη μας, νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν κακό μας ἑαυτό, νὰ δοῦμε τὸ «Φῶς τὸ ἀληθινό»; Ἂν ἐπιμείνουμε, θὰ τὰ καταφέρουμε, διότι ὅπως εἶχε πεῖ κάποιος Ἅγιος: «εἶναι ἀδύνατον αὐτὸν ποὺ πασχίζει ἐν ἀληθείᾳ νὰ σωθεῖ, νὰ μὴν τὸν ἐλεήσει ὁ Κύριος»

                ὅλη στάση τοῦ τυφλοῦ ἄνδρα ὁ ὁποῖος ἔστεκε καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη, μᾶς διδάσκει ὅτι καλὸ εἶναι νὰ μὴν κατακρίνουμε καὶ περιφρονοῦμε κανέναν συνάνθρωπό μας. Ἐκεῖνος, ὁ ζητιάνος, εἶδε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς; Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ καὶ ἔτσι πρέπει νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε. Ἀκόμη καὶ ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ γίνει ὁ πιὸ Ἅγιος καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε. 

               λλωστε, ὁ μακάριος τυφλὸς τοῦ Εὐαγγελίου, στὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι δὲν θὰ ἔδιναν κὰν προσοχή, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἄφησε μεγάλη καὶ πολύτιμη κληρονομιά. Τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἡ σύντομη αὐτὴ καὶ πολὺ δυνατὴ προσευχή, τὴν ὁποία οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς προτρέπουν νὰ λέμε συνεχῶς γιὰ νὰ ἁγιαζόμαστε καὶ ἐμεῖς καὶ τὰ ἔργα μας, ἕλκει τὴν καταγωγή της ἀπὸ τὴν ἱκεσία τοῦ τυφλοῦ πρὸς τὸν Χριστό: «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». 

               Εὔχομαι, ὅπως ὁ τυφλὸς ἀξιώθηκε τῆς θεραπείας, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς θεραπείας καὶ νὰ δοῦμε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπὸ τὸν ἀγώνα μας μὲ σύμμαχο τὴν ἐπιμονή, τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὸ τὶ λένε οἱ Σειρῆνες τοῦ κόσμου καὶ μὲ τὴν φωνὴ ἡ ὁποία θὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας καὶ θὰ λέει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με. 

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ: Εὐαγγέλιο - Λόγος εις την θεραπείαν του τυφλού της Ιεριχούς (Αγίου Γερμανού Β. Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως)

 


Εαγγέλιο Κυριακής (Λουκ. Ιη΄35 – 43)

  Τ καιρ εκείνω, εγνετο δ ν τ γγζειν ησον ες εριχ τυφλς τις κθητο παρ τν δν προσαιτν· κοσας δ χλου διαπορευομνου πυνθνετο τ εη τατα.

πγγειλαν δ ατ τι ησος  Ναζωραος παρρχεται. Κα βησε λγων· ησο υἱὲ Δαυίδ, λησν με· κα ο προγοντες πετμων ατ να σιωπσ· ατς δ πολλ μλλον κραζεν· υἱὲ Δαυίδ, λησν με.

Σταθες δ  ησος κλευσεν ατν χθναι πρς ατν. Εγγσαντος δ ατο πηρτησεν ατν λγων· τ σοι θλεις ποισω;  δ επε· Κριε, να ναβλψω.

Κα  ησος επεν ατ· νβλεψον·  πστις σου σσωκ σε. Κα παραχρμα νβλεψε, κα κολοθει ατ δοξζων τν Θεν· κα πς  λας δν δωκεν ανον τ Θε.


Απόδοση:

Τις ημέρες εκείνες, καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. Όταν άκουσε το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος, κι εκείνος φώναξε δυνατά: «Ιησού Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε κι έδωσε εντολή να τον φέρουν κοντά του. Όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε: Τι θέλεις να σου κάνω;» Εκείνος αποκρίθηκε: «Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου». Και ο Ιησούς του είπε: «Απόκτησε το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε». Αμέσως βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Όλος ο κόσμος, όταν τον είδε, δοξολογούσε το Θεό.

Ομιλία Γερμανού του Β, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εις την Δεκάτην Τετάρτην Κυριακήν κατά Λουκάν.

Ο Θεός είναι ο ήλιος της Δικαιοσύνης, όπως έχει γραφή, ο οποίος
φωτίζει τα πάντα με τις ακτίνες της Αυτού αγαθότητος. Η δε ψυχή κάθε ανθρώπου, αναλόγως με την διάθεσί του, γίνεται ή κηρός, ως φιλόθεος, ή πηλός, ως φιλόϋλος. Όπως λοιπόν ο πηλός εκ φύσεως με τον ήλιο ξηραίνεται, έτσι και κάθε ψυχή φιλόϋλος και φιλόκοσμος, ενώ νουθετείται από τον Θεόν, σκληρύνεται, όπως ο πηλός, διότι αντιστρέφει τους λόγους του, και οδηγείται μόνη της προς την απώλειαν. Η φιλόθεος όμως ψυχή απαλύνεται ως κηρός και δεχόμενη μέσα της τους τύπους και τους χαρακτήρες των θείων εννοιών, γίνεται κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι. Ο αισθητός ήλιος θεωρείται, δεν θεωρεί. Ο νοητός ήλιος θεωρείται από τους αξίους, αλλά και βλέπει τους πάντας και περισσότερον αυτούς που τον βλέπουν. Ο αισθητός ήλιος δεν ομιλεί ούτε χαρίζει ομιλία σε κανέναν, ο νοητός όμως και ομιλεί στους φίλους του και χαρίζει σε όλους την όρασι και την ομιλία. Ο αισθητός ήλιος λάμποντας σε τόπους αισθητούς, με την θερμότητα των ακτίνων του αποξηραίνει την υγρότητα της γης, χωρίς όμως και να τρέφει τα φυτά και τα σπέρματα. Ενώ ο νοητός ήλιος, όταν ανατείλη στην ψυχή, τα κάνει και τα δύο. Ξηραίνει την υγρότητα των παθών, αποπλύνοντας την ακαθαρσία που έχει προκληθεί από αυτά και συγχρόνως λιπαίνει την νοητήν γη της ψυχής, και έτσι τα φυτά των αρετών τρέφονται και αυξάνουν. Ο Κύριος είναι φως, λαμπρότης για τις ψυχές εκείνες που αγωνίζονται για την κάθαρσι του βίου και των λόγων τους. Πράγματι, εάν σκότος είναι η άγνοια και η αμαρτία, φως θα είναι η γνώσις και ο ένθεος βίος. Ο Χριστός λέγεται φως επειδή φωτίζει τον νου προς κατανόησιν των απορρήτων και δεικνύει τα μυστήρια, τα οποία είναι θεατά μόνον στους καθαρούς. Ο Χριστός είναι φως διότι φωτίζει νοητώς τις καρδιές των πιστών και χαρίζει στους ανθρώπους το αισθητόν φως των οφθαλμών. Γι’ αυτό και έλεγε: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» και «εγώ εις τον κόσμον ελήλυθα». Ότι δε έτσι είναι η πραγματικότης, μας το φανερώνει και η περικοπή των ευαγγελικών θείων λόγων που θα αναγνωσθή σήμερα, και έχει ως εξής:

«Τω καιρώ εκείνω εγένετο εν τω εγγίζειν τον Ιησούν εις Ιεριχώ, τυφλός τις εκάθητο παρά την οδόν προσαιτών. Ακούσας δε όχλου διαπορευομένου, επυνθάνετο τι είη ταύτα». Ο Κύριος επεσκέπτετο κάθε πόλι και περιοχήν της Ιουδαίας, όπου εθεράπευε κάθε νόσο και κάθε σωματικό ελάττωμα, και εκήρυσσε μετάνοιαν, επιστρέφοντας τους πλανωμένους στην γνώσι της αληθείας και επιβεβαιώνοντας τις διδασκαλίες με τα παράδοξα θαύματά του. Διότι οι άνθρωποι συνηθίζουν να πείθωνται και να υπακούουν όχι τόσον στα λόγια όσον στα έργα. Διερχόμενος λοιπόν ο Σωτήρ από τις ιουδαϊκές πόλεις επλησίασε και στην Ιεριχώ. Η Ιεριχώ ήταν πρωτεύουσα των Χαναναίων, από τις μεγαλύτερες πόλεις των εθνικών. Αυτήν την Ιεριχώ την κατέλαβε κάποτε ο Ιησούς του Ναυή με πολιορκίαν, όταν πολεμούσε κατά των εθνικών. Τώρα όμως ο αληθινός Ιησούς την κατέλαβε προς θεραπείαν και σωτηρίαν. Ηθέλησε να την απελευθερώση, την αιχμάλωτο και να οικοδομήσει πνευματικώς, αυτήν που παλαιά είχε κατακρημνισθεί, και να ελκύση κοντά του αυτήν που είχε αποξενωθεί. Από την ιδία πόλη προήρχετο και εκείνη η Ραάβ, η πόρνη, η οποία εδέχθη τους κατασκόπους του Ιησού του Ναυή και τους διέσωσε. Καθώς λοιπόν ο Κύριος επορεύετο την οδό που οδηγούσε στην Ιεριχώ, τον ακολουθούσε λαός πολύς. Συνέρρεαν από παντού για τα θαύματα και τις διδασκαλίες Του. Κάποιος δε τυφλός που είχε καθίσει στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε, ήκουσε την οχλαγωγία και τον θόρυβον εκείνων που ακολουθούσαν πίσω από τον Χριστόν και εδιδάσκοντο και εθεραπεύοντο από Αυτόν, και ερωτούσε να μάθη τι συμβαίνει. Και όταν του είπαν ότι περνά ο Ιησούς ο Ναζωραίος εχάρη, επειδή είχε ακούσει για τα θαύματα που επιτελεί και το εθεώρησε ως μοναδικήν ευκαιρία να κάμη ο Κύριος το θαύμα του και σ’ αυτόν, που είναι τυφλός και έχει ανάγκη θεραπείας. Και προσπαθούσε να τον πλησιάσει φωνάζοντας προς Αυτόν δυνατά: «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Ο δε Κύριος τού είπε: «Τι σοι θέλεις ποιήσω;» και γιατί φωνάζεις έτσι; Τι ζητείς, άνθρωπε, απ’ Αυτόν που επτώχευσε για σε την εσχάτη πτωχεία; Τι απαιτείς απ’ Αυτόν που δεν έχει ούτε πού την κεφαλήν κλίνη; Και ο τυφλός επέμενε να τον παρακαλή και να τον ικετεύει λέγοντας: «θέλω ίνα αναβλέψω».

Δεν εζήτησε κάτι μικρόν και ευτελές από τον Θεόν και Δεσπότην ο τυφλός. Ούτε χρυσόν ούτε χρήμα ούτε τροφές ούτε σκεπάσματα ούτε κάτι άλλο παρόμοιον, όπως εζητούσε από τους ανθρώπους, μολονότι και αυτά ημπορούσε να του τα δώσει Αυτός που δίνει σε όλους τα πάντα, αλλά μόνον του έλεγε: «Κύριε, θέλω ίνα αναβλέψω». Κανένας άλλος δεν ημπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνον ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεή και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχομαι και προσκυνώ και γονατιστός σε ικετεύω, ως τον ποιητήν και Κύριον των όλων, και βοώ το ελέησον και σε ονομάζω υιόν Δαβίδ. Επειδή πιστεύω ότι συ είσαι ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαβίδ, ο οποίος ήλθε από αμέτρητον ευσπλαχνία να σώση το γένος μας. Αλλά και με άλλην έννοιαν ονομάζει τον Χριστόν υιόν Δαβίδ, επειδή το όνομα αυτό το τιμούσαν πάρα πολύ οι εβραίοι. Και οι Προφήτες, όσους βασιλείς ήθελαν να τιμήσουν, έτσι τους ονόμαζαν και με το όνομα αυτό τους εδόξαζαν. Επειδή λοιπόν και ο τυφλός αυτός είχε ανατραφεί στον ιουδαϊσμό, δεν αγνοούσε όσα λέγει ο νόμος και οι Προφήτες για τον Χριστόν, και ότι σωματικώς ο Χριστός θα προέλθη από το γένος του Δαβίδ. Και ως προς τον Θεόν μεν εβόησε ελέησόν με, διότι μόνον ο Θεός είναι σε θέσι να ελεή. Ως προερχόμενον δε από τη γενεά του Δαβίδ, τον ονομάζει υιόν Δαβίδ. Ας σημειωθεί ότι η ερμηνεία του ονόματος Δαβίδ είναι: αγαπητός και ισχυρός. Από Αυτόν λοιπόν ζητεί με τόσον πόθο το έλεος. Και δεν του είπε ο τυφλός: ζήτησε από τον Θεόν ή προσευχήσου για μένα ή παρακάλεσε ή ικέτευσε, αλλά ελέησόν με, επειδή ακριβώς εγνώριζε ότι είναι υιός του Θεού, ο οποίος εγεννήθη από την αγίαν και αειπάρθενον Μαρία. Γι’ αυτό και κατά την πίστι του έλαβε την ίασι.

«Και οι προάγοντες επετίμων αυτώ ίνα σιωπήση. Αυτός δε πολλώ μάλλον έκραζεν. Ιησού, υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Αυτή είναι η καρτερική και φλεγομένη ψυχή. Αν δεν ήταν ένθερμος η πίστις του τυφλού, δεν θα εκραύγαζε περισσότερον, όταν προσετάχθη να σιωπήση. Γι’ αυτό και ηξιώθη να ερωτηθή από τον Σωτήρα και να τον πλησιάση, και δεν απέτυχε του σκοπού του, αλλά έλαβε την ίασι. «Σταθείς δε», λέγει, «ο Ιησούς εκέλευσευν αυτόν αχθήναι προς αυτόν. Εγγίσαντος δε αυτού επηρώτησεν αυτόν λέγων. Τι σοι θέλεις ποιήσω; Ο δε είπε: Κύριε, ίνα αναβλέψω». Δεν ηρώτησεν ο Δεσπότης επειδή αγνοούσε, αλλά για να μη νομίση κάποιος άλλος ότι άλλο ήθελε να λάβη ο τυφλός και άλλο του έδωσε. Ήθελε όμως να μάθουν οι συμπορευόμενοι και όσοι ευρέθησαν εκεί και την πίστι του προσερχομένου. Γι’ αυτό έκανε ο Κύριος αυτήν την ερώτησι. Τούτο γίνεται φανερό και από την ίδια την απόκρισι του Κυρίου: θέλεις να αναβλέψης, λέγει; «Ανάβλεψον». Και την ίδια στιγμή που το ήκουσε, «παραχρήμα ανέβλεψε» και έδρεψε τον καρπόν της πίστεως, την σωτηρία: «η πίστις σου σέσωκέ σε». Αυτή είναι η μαρτυρία του Χριστού, ο οποίος με τα λόγια αυτά έδειξεν ότι αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έγινε με την πίστι του συνεργός του θαυμαστού αυτού κατορθώματος. Πράγματι, την στιγμή που του είπε «ανάβλεψον», αμέσως η φωνή του Κυρίου έγινε φως για τον τυφλό και «παραχρήμα ανέβλεψε», επειδή η φωνή ήταν του φωτός, ο λόγος ήταν του φωτοδότου. «Και ηκολούθει αυτώ δοξάζων τον Θεόν». Όταν δηλαδή ο τυφλός εδέχθη από τον Χριστόν παραδόξως την ευεργεσία, δεν ημέλησε να συμπορευθή μ’ Αυτόν, και τον ακολουθούσε δοξάζοντάς τον ως Θεόν», και έγινε αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεόν και οι άλλοι. «Πας γαρ ο λαός», λέγει, «ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ». Και πριν από την δωρεάν εφάνη καρτερικός ο τυφλός, και μετά την δωρεάν φαίνεται ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον ημπόδιζαν να φωνάζη, αυτός επέμενε κραυγάζοντας «Ιησού υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρι, δεν έτρεξε να φύγη, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες.

Αυτόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας γινώμεθα καρτερικοί στις προσευχές και πριν λάβωμε αυτά που ζητούμε, και αφού τα λάβωμε να μη μένωμε αχάριστοι προς τους ευεργέτες. Και να προσευχόμεθα με πόθον, έστω και αν είμεθα οι πλέον ευτελείς και περιφρονημένοι. Να προσφέρωμε και μόνοι μας δεήσεις προς Κύριον ώστε να λαμβάνωμε από Αυτόν τα αιτήματα προς το συμφέρον μας. Διότι ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγόν είχε, ούτε ημπορούσε να ιδή τον Σωτήρα, ούτε ευρήκε συνήγορον κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά μολονότι είχε και πολλούς που του απαγόρευαν να μιλήσει και τον ημπόδιζαν να πλησιάση, ημπόρεσε να υπερβή όλα τα εμπόδια και επλησίασε Αυτόν τον ίδιον τον θεραπευτήν και Σωτήρα Χριστόν. Ούτε η κοινωνική θέσις ούτε ο τρόπος ζωής τού έδωσαν το θάρρος, αλλά αντί όλων αυτών ήρκεσεν η προθυμία την οποία τίποτα δεν εστάθη ικανόν να εμποδίση. Την ιδίαν προθυμίαν ας προσπαθήσωμεν να αποκτήσωμε και εμείς στις δεήσεις μας προς τον Δεσπότην. Και αν ο Κύριος αναβάλλη, και είναι πολλοί αυτοί που μας απομακρύνουν και μας εμποδίζουν, ας προσπαθήσωμε τότε περισσότερο, και ο φιλάνθρωπος Θεός μας θα μας πλησιάση και θα εκπληρώση τα αιτήματά μας.

Πράγματι, όλα τα δύσκολα και επίπονα και ακόμη περισσότερο τα θλιβερά και επώδυνα, που δεν ημπορεί κανείς από τους ανθρώπους και από τους αγίους ακόμη να τα θεραπεύση, ο ίδιος ο Χριστός τα εξαφανίζει και τα θεραπεύει θαυματουργικώς, ως σοφός και επινοητής που είναι. Και δεν ήνοιξε ο Κύριος μόνον τους εξωτερικούς οφθαλμούς του τυφλού, αλλά και τους εσωτερικούς, της ψυχής. Αυτό γίνεται φανερόν από το ότι μετά ταύτα τον ακολουθούσε και εδόξαζε τον Θεόν. Διότι οι Άγιοι και οι Προφήτες, όσα θαύματα ενεργούσαν, τα έκαμαν αφού προηγουμένως παρακαλούσαν τον Θεόν και ζητούσαν από Αυτόν την δύναμι. Έτσι επετέλεσαν όλες τις παράδοξες θαυματουργίες των. Επίσης, και οι Απόστολοι αργότερα, έκαμαν τις θεοσημίες αφού πρώτα εγονάτιζαν στην γη και ικέτευαν τον Θεόν. Ο Χριστός όμως, ως Δεσπότης και Κύριος των πάντων, διέτασσε την κτίσιν, άλλοτε λέγοντας στην θάλασσα «σιώπα, πεφίμωσο», άλλοτε στον λεπρό «θέλω, καθαρίσθητι» και άλλοτε πάλιν επιτιμούσε τον ακάθαρτο δαίμονα λέγοντας: «έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν». Και τώρα λοιπόν με το θείο νεύμα Του εχάρισε στον τυφλό και το αισθητόν φως και το νοητόν φως. Διότι Αυτός είναι που στην αρχή της γενέσεως του κόσμου διεχώρισε το σκότος από το φως, αλλά και εδημιούργησε το φως. Και εμφανίζεται μεν στις ψυχές των αξίων μεταδίδοντας πάντοτε την λαμπρότητά του, στους δε αισθητούς οφθαλμούς των προσερχομένων σ’ Αυτόν χαρίζει, ως Δημιουργός και Πλάστης, την όρασι. Και τότε μεν εφωτίσθη ο τυφλός, ο δε λαός επίστευσε. Και όλων τα στόματα ωμιλούσαν για τον Ιησούν, όλων οι οφθαλμοί έβλεπαν τον τυφλόν θεραπευμένον. Ήταν πράγματι παράδοξον το θαύμα που έγινε. Αλλά εκείνοι μεν, με όσα έβλεπαν, αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις διδασκαλίες του Κυρίου και επίστευαν ότι και οι προρρήσεις του Κυρίου θα πραγματοποιηθούν, διαβεβαιούμενοι και πληροφορούμενοι γι’ αυτό από τα θαύματα. Εμείς δε αφού βλέπουμε ότι όλα όσα προείπεν ο Κύριος εξεπληρώθησαν χωρίς καθυστέρησι, ορθόν είναι να πιστεύωμε και σε όσα θαύματα έγιναν τότε και να θεωρούμε ότι είμεθα παρόντες ως θεαταί μαζί μ’ εκείνους. Και μάλιστα να πιστεύωμε αναντιρρήτως στα παράδοξα εκείνα έργα, όπως ακριβώς εάν είμεθα, εκείνον τον καιρόν, αυτόπτες των ενεργουμένων σημείων.

Ας «δοξάσωμε τον Θεόν εν τω σώματι ημών», πειθόμενοι στον μακάριο Παύλο. Και πώς δοξάζεται ο Θεός από τα μέλη του σώματός μας; Εάν δεν βλέπωμε κακώς, αλλά μάθωμε να βλέπωμε καλώς. Και δοξάζουμε τον Θεόν όταν δια μέσου των ορατών κτισμάτων του βλέπωμε τα αόρατα, και τον ευχαριστούμε για όλα όσα έκανε. Ο Θεός δοξάζεται όταν δεν ακούμε κακά και σατανικά άσματα, αλλά ακούμε τα λόγια του Θεού, και ανοίγωμε τις θύρες της ακοής όχι στα διαβολικά και φαύλα ακούσματα, αλλά πάντοτε σε θείες παραινέσεις και διδασκαλίες. Και γενικώς ο Θεός δοξάζεται με όλα τα μέλη μας, όταν πιστεύωμε ορθά σ’ Αυτόν και εκπληρώνωμε τις άγιες εντολές Του. Ας καταρτίζωμε καθημερινώς τους εαυτούς μας για να είμεθα όπως πρέπει ενώπιον του Θεού. Διότι ο προφήτης Ωσηέ λέγει: «έλεον και κρίμα φυλάσσου (δηλαδή, φύλαξε την ελεημοσύνη και τη δικαιοσύνη) και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός». Και πάλιν ο Προφήτης Μαλαχίας εκ μέρους του Θεού λέγει: «υιός δοξάζει πατέρα και δούλος τον κύριον αυτού. Και ει πατήρ ειμί εγώ, που εστίν η δόξα μου; Και ει Κύριος ειμί εγώ, πού εστίν ο φόβος μου; λέγει Κύριος Παντοκράτωρ». Και ο Απόστολος λέγει: «καθαρίσωμεν εαυτούς από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος». Και η Παροιμία πάλι συμβουλεύει «πάση φυλακή τήρει σην καρδίαν, εκ γαρ τούτων έξοδοι ζωής (δηλαδή, ο τρόπος της ζωής είναι εξωτερίκευσις της καρδίας)». Και ο Χριστός λέγει: «Καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου, ίνα γένηται και το εκτός αυτού καθαρόν». Γι’ αυτό ας φοβηθούμε αδελφοί μου και ας αγωνισθούμε να αναβλέψωμε προς το φως των προσταγμάτων του Θεού, έστω και αν είμεθα τυφλοί, και ας προσέλθωμε στον Κύριον δια μετανοίας και εξομολογήσεως και αποχής των αισχρών και απαγορευμένων έργων, και ας απορρίψωμε τα ιμάτια που έχουμε ενδυθεί, δηλαδή τα έργα του σκότους, ή και τις γήινες και υλικές φροντίδες, και «ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός» και των αρετών, και ας «περιπατήσωμεν ως εν φωτί και ημέρα ευσχημόνως» και δικαίως και οσίως, ώστε να ημπορέσωμε να ακολουθήσωμε Αυτόν, τον Δεσπότην και Ελευθερωτήν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν τον Θεόν «ω η δόξα και το κράτος συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω ομοουσίω και ζωοποιώ Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

(13ος αιών – Πατριαρχικόν Ομιλιάριον Β’. σελ. 230. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 431 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)