† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Ⲏ ⲈⲨⲬⲎ ⲦⲞⲨ ⲀⲄⲒⲞⲨ ⲈⲪⲢⲀⲒⲘ ⲦⲞⲨ ⲤⲨⲢⲞⲨ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ

 

            Πρόκειται γιὰ Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία περιλαμβάνει Ἀκολουθία Ἑσπερινοῦ καὶ Κοινωνία τῶν Τιμίων Δώρων ἀπὸ τοὺς πιστούς. Τελεῖται μόνον κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, τὶς καθημερινές, ἐκτὸς Σαββάτου καὶ Κυριακῆς, καὶ μάλιστα τὴν Τετάρτη καὶ τὴν Παρασκευή, μὲ Ἅγιο Ἄρτο, ἤτοι Σῶμα Χριστοῦ, ἐμβαπτισμένο μὲ Ἅγιο Αἷμα, ποὺ ἔχει καθαγιασθεῖ στὶς προηγηθεῖσες πλήρεις Θεῖες Λειτουργίες τοῦ Σαββάτου ἤ τῆς Κυριακῆς.
            Αὐτὸ συμβαίνει, διότι ἡ τέλεση Θείας Λειτουργίας -γεγονὸς ἑόρτιο καὶ ἀναστάσιμο, ἀπαγορεύεται ἐντὸς τῆς Τεσσαρακοστῆς, διὰ τὸ πένθιμον τῆς περιόδου τῆς νηστείας, σύμφωνα μὲ ἀρχαία παράδοση καὶ τὸν ΜΘ΄ Ἱερὸ Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου.
            Ὅμως, ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὰ ἀγωνιζόμενα καὶ ἐγκρατευόμενα πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν τὴν ἄμεση ἀνάγκη τῆς ἐνισχύσεώς τους μέσῳ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων εἰδικῶς κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τοῦ ἐντατικοῦ ἀγῶνος τους· ποθοῦσαν νὰ κοινωνοῦν ὅσο πιὸ συχνὰ γινόταν, διότι ἡ Θεία Κοινωνία ἦταν καὶ εἶναι ἡ πραγματικὴ τροφὴ καὶ ζωή τους.
            Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, γιὰ νὰ μὴ στεροῦνται οἱ πιστοὶ τῆς Θείας Εὐχαριστίας ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστή, ἀλλὰ νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ κοινωνοῦν διὰ Προηγιασμένου Ἁγίου Ἄρτου, ἡ Ἐκκλησία διὰ τῆς Πενθέκτης Συνόδου καὶ μάλιστα διὰ τοῦ ΝΒ΄ Ἱεροῦ Κανόνος αὐτῆς, ὅρισε νὰ τελεῖται ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία κατὰ τὶς καθημερινὲς τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.
            Στὰ ἑρμηνευτικά του σχόλια ὁ Ὅσιος Νικόδημος Ἁγιορείτης στὸ Ἱερὸν Πηδάλιον (βλ. ὑποσημείωση, σελ. 267), ἐπικαλούμενος τὸν Κανονολόγο Βλάσταρι, μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι οἱ πιστοὶ παρομοιάζονται μὲ μαχητές· ὅπως οἱ πολεμιστὲς παύουν τὴν μάχη τὸ ἀπόγευμα καὶ γεύονται τροφῆς, γιὰ νὰ πάρουν δυνάμεις καὶ νὰ συνεχίσουν τὸν πόλεμο τὴν ἑπομένη, ἔτσι καὶ οἱ πιστοί, μεταλαμβάνουν τοῦ Δεσποτικοῦ Σώματος καὶ Αἵματος κατὰ τὴν περίοδο τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος τῆς μεγάλης Νηστείας, ὥστε νὰ ἐνδυναμώνονται καὶ νὰ ἐνισχύονται ἀπὸ τὸν Κύριο, προκειμένου νὰ συνεχίσουν μὲ νέες δυνάμεις, γενναιότερα, τὴν πάλη κατὰ τοῦ νοητοῦ ἐχθροῦ διαβόλου καὶ τῶν παθῶν.
            Ἡ Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία ἀποδίδεται στὸν Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Διάλογο Πάπα Ρώμης, ἤ στὸν Ἅγιο Γερμανὸ Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, ὅμως στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι ἔργο ἑνός, ἀλλὰ εἶναι ἔργο συλλογικὸ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας.
            Ἡ Προηγιασμένη ἤ «ἀτελὴς» Θεία Λειτουργία, ἐπειδὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸν Ἑσπερινό, τελεῖται κανονικὰ τὸ ἀπόγευμα, διότι οἱ Χριστιανοὶ νήστευαν μέχρι τὸ ἀπόγευμα καὶ ἀφοῦ κοινωνοῦσαν, ἔκαμαν ξηροφαγία. Βέβαια, τελεῖται γιὰ λόγους οἰκονομίας καὶ ἀνάγκης ἀκόμη καὶ τὸ πρωὶ διότι δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ ὁπωσδήποτε ἑσπερινὴ τέλεσις αὐτῆς, καθ’ ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις ἔχει καθιερωθεῖ ἡ τέλεση τῆς Ἀκολουθίας τοῦ ἐπίσης Σαρακοστιανοῦ Μεγάλου Ἀποδείπνου τὰ ἀπογεύματα στοὺς Ἱεροὺς Ναούς. Τὸ δὲ ἀπόγευμα τῆς Παρασκευῆς τελεῖται ἡ Ἀκολουθία τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου.
            Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων ἔχει χαρακτῆρα πένθιμο καὶ κατανυκτικό, περιλαμβάνει Ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Γένεσις, Παροιμίαι) μὲ τὴν ἐπίκληση ἐνδιάμεσα τοῦ θείου Φωτὸς τοῦ Χριστοῦ στοὺς πιστούς, τὴν ψαλμωδία τοῦ «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου», τὴν σιωπηρὴ Εἴσοδο τῶν τιμίων Δώρων ἀπὸ τὴν ἁγία Πρόθεση στὴν ἁγία Τράπεζα, καὶ γενικὰ ἐντάσσεται στὸ λειτουργικὸ πρόγραμμα τῆς Τεσσαρακοστῆς ὡς ἔνδειξη ἀγάπης τῆς Ἐκκλησίας πρὸς στὰ τέκνα της, γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ κατάλληλη προετοιμασία τους στὴν ὑποδοχὴ καὶ βίωση τοῦ Μυστηρίου τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ ἡμῶν.
            Ἀντὶ Χερουβικοῦ, ψάλλεται τὸ περίφημο «Νῦν αἱ Δυνάμεις» καὶ ἀντὶ Κοινωνικοῦ τὸ «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος, Ἀλληλούϊα».
Πιὸ συγκεκριμένα, ὁ Χερουβικὸς ὕμνος περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς:
            «Νῦν αἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σὺν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν. Ἰδοὺ γὰρ εἰσπορεύεται ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης».
            Καὶ μετὰ τὴν σιωπηρὴ εἰσόδευση τῶν Δώρων συνεχίζει:
            «Ἰδοὺ θυσία μυστικὴ τετελειωμένη δορυφορεῖται· πίστει καὶ πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενώμεθα. Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα».
            Ἡ ἀπόδοσή του ἔχει ὡς ἑξῆς:
            Κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ οἱ οὐράνιες Ἀγγελικὲς Δυνάμεις ἀοράτως λατρεύουν μαζί μας τὸν Κύριο. Διότι, ἰδοὺ εἰσέρχεται ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης. Ἰδοὺ ἐμεῖς καὶ οἱ Δυνάμεις ἐκεῖνες συνοδεύουμε ὡς ὑπηρέτες τὴν θυσία ποὺ ἔχει τελεσθεῖ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἄς προσέλθουμε νὰ κοινωνήσουμε τοῦ θείου τούτου Μυστηρίου μὲ πίστη καὶ πόθο, γιὰ νὰ γίνουμε μέτοχοι τῆς αἰωνίου ζωῆς, Ἀλληλούϊα.
            Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἀξιώνει νὰ βιώνουμε τὴν μετάνοια κατὰ τὴν ἁγία αὐτὴ περίοδο τῆς νηστείας καὶ ἐγκρατείας, καὶ μὲ ἑτοιμασία πνευματική, καθὼς καὶ μὲ τὴν ἄδεια καὶ εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ μας πατρός, νὰ προσεγγίζουμε τὸ θεῖο Μυστήριο μὲ πίστη καὶ πόθο, γιὰ νὰ γινόμαστε μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου!

+ ὁ Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμης

Α΄ ἑβδομάδα Νηστειῶν 2026

Πηγή



Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

«Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος· μακάριος ἀνήρ, ὅς ἐλπίζει ἐπ’ αὐτόν»


 ΚΕΙΜΕΝΟ

«Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος· μακάριος ἀνήρ, ὅς ἐλπίζει ἐπ’ αὐτόν.» (Ψαλμός λγ’ 9)

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

"Δοκιμάσατε διά τῆς πείρας σας καί πείσθητε διά τῶν πραγμάτων περί τοῦ ὅτι εἶναι ἀγαθός καί εὐεργετικός καί προστάτης τῶν ἐπικαλουμένων αὐτόν ὁ Κύριος. Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐλπίζει εἰς αὐτόν. (Ἀπό τήν  "Παλαιά Διαθήκη μετά συντόμου ἑρμηνείας"  τ.10ος, ἔκδοση "Ο ΣΩΤΗΡ").

ΣΧΟΛΙΟ

     "Τό λέγει ἀπό τήν πεῖραν του ὁ θεόπνευστος ψαλμωδός. Προσεπάθει νά ζῇ ὁ ἴδιος εἰς συνεχῆ ἐπικοινωνίαν μέ τόν Θεόν ὁ νοῦς του πάντοτε εἰς τόν Θεόν ἐστρέφετο. Μέ τάς προσευχάς του τόν Θεόν ἐδοξολόγει καί τήν παντοδύναμον προστασίαν του ἐζήτει. Εἰς τά «ἀγαπητά σκηνώματα» τοῦ «Κυρίου τῶν δυνάμεων», εἰς τόν κατ’ ἐξοχήν τόπον τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ εὕρισκε τέρψιν καί ἀγαλλίασιν ἀπερίγραπτον. Καί προσκαλεῖ λοιπόν κάθε ἄνθρωπον νά δοκιμάσῃ ὁ ἴδιος καί νά πεισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων πόσον ἀγαθός καί εὐεργετικός εἶναι ὁ Κύριος δι’ ἐκείνους πού τόν ἐπικαλοῦνται. Διότι, πράγματι, μόνον ἐκεῖνος πού τό ἀπήλαυσεν εἶναι εἰς θέσιν νά λέγῃ ὅτι πράγματι εἶναι «χρηστός ὁ Κύριος». Δι’ αὐτό συνδέεται καί ἑνοῦται μέ τόν Κύριον. Ἡ πικρία καί ἡ δυστυχία πού δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, γίνονται συνήθως γνωσταί καί εἰς τούς ἄλλους, διότι ἔχουν πολλάκις συνεπείας καί ἀποτελέσματα. Την γλυκύτητα ὅμως πού ἀπολαμβάνει ὁ μετά τοῦ Θεοῦ ἡνωμενος ἄνθρωπος δέν ἠμπορεῖ κανεἰς ἄλλος νά τήν αἰσθανθεῖ καί νά τήν κατανοήσῃ εἰς ὅλον της τό βάθος καί τό πλάτος. Χρειάζεται νά τήν δοκιμάσει ὁ ἴδιος προσωπικῶς. Καί τότε θά εἶναι εἰς θέσιν νά γνωρίζῃ πόσον εὐτυχής γίνεται ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καί ὁ προφήτης, ὁ ὁποῖος ἐδοκίμασε τήν γλυκύτητα τῆς ἐναρέτου ζωῆς.  Γι’  αὐυό προτρέπει ὅλους νά δοκιμάσουν. Δοκιμάσατε καί θά πεισθῆτε. «Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος».

     «Χρηστός ὁ Κύριος». Ὅλαι αἱ τελειότητες καί αἱ καλωσύναι, ὅλαι αἱ τερπνότητες καί αἱ ὠραιότητες ὑπάρχουν εἰς τόν Κύριον. Αὐτός συγκεντρώνει πᾶσαν ἀρετήν καί πᾶσαν τελειότητα. Τί εἶναι ἡ ἀρετή καί τοῦ ἁγιοτέρου ἀνθρώπου ἐμπρός εἰς τήν ἄπειρον ἁγιότητα τοῦ Θεοῦ; Τί εἶναι ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη πού ἀπολαμβάνει καί ὁ εὐσεβέστερος ἄνθρωπος, ἐμπρός εἰς τόν ἀπύθμενον ὠκεανόν τῆς θείας μακαριότητος; ἐάν ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ζῇ μέ πίστιν καί εὐλάβειαν εἶναι εὐτυχής καί γαλήνιος, ὁ ἄπειρος ὅμως Θεός, ἡ πηγή παντός καλοῦ καί ἀγαθοῦ, εἰς ποίαν ἀνέκφραστον κατάστασιν εὐδαιμονίας εὑρίσκεται; Καί εἰς αὐτήν τήν μακαριότητα του καλεῖ καί ἡμᾶς ὁ Θεός νά γίνωμεν μέτοχοι, νά τήν ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς. Ὅταν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐν μέσω ἀνθρώπων εὐτυχισμένων, συμμετέχει εἰς τήν εὐτυχίαν των καί ἀπολαμβάνει καί αὐτός μέρος ἀπό τήν χαράν των. Ὅσον δέ στενὠτερος εἶναι ό σύνδεσμος πρός τά εὐτυχισμένα αὐτά πρόσωπα, τόσον καί ἡ χαρά του εἶναι μεγαλυτέρα. Ἀλλ’ αὐτό συμβαίνει ἀσυγκρίτως περισσότερον ὅταν ὁ πιστός προσπαθῇ νά ζῇ ὅσον τό δυνατόν πλησιέστερα πρός τόν Θεόν. Τότε εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν εὐτυχίας, τήν ὁποίαν κανένα ἀπό τά ἐπίγεια ὄντα δέν θά εἶναι εἰς θέσιν νά τοῦ προμηθεύσῃ.

      Δέν εἶναι ὅμως μόνον αὐτό. Ὄταν ζῇ ὁ πιστός συμφώνως μέ τάς ἐντολάς τοῦ Κυρίου, δέχεται ἀκόμη πλουσιωτέρας τάς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τούς θησαυρούς τῶν θείων ἀγαθῶν. Πλουσιόδωρος χορηγός ὁ Θεός, ἀνοίγει τούς ἀνεξαντλήτους θησαυρούς τῶν ἀγαθῶν του καί σκορπίζει πλουσίως πᾶν ὅ, τι ἡ πανσοφία καί ἡ ἀγάπη του κρίνει συμφέρον δι’ ἡμᾶς. Καί ἄν ἦτο δυνατόν νά ἐβλέπαμεν καί τάς ἀφανεῖς εὐεργεσίας τοῦ Παναγάθου οὐρανίου Πατρός πρός ἡμᾶς, θά ἐμέναμεν ἔκπληκτοι ἀπό τό ἀμέτρητον πλῆθος των.

     «Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος». Ἀλλ’ ἡ λειτουργική πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας μας ἐφαρμόζει τούς λόγους αὐτούς τοῦ προφήτου κατά τρόπον ἰδιαίτερον εἰς τό ἱερώτατον μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ὡς στοργική μητέρα ἡ Ἐκκλησία πρσκαλεῖ τά παιδιά της νά μετάσχουν εἰς τήν μυστικήν τοῦ Κυρίου τράπεζαν, νά γευθοῦν τόν «οὐράνιον ἄρτον, τήν τροφήν τοῦ παντός κόσμου», νά φάγουν τό σῶμα καί νά πίουν τό αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, διά νά ἀπολαύσουν ἐξαιρετικήν εὐφροσύνην καί νά δοκιμάσουν χαράν ἀνεκλάλητον. Καί πράγματι· ποῖος ἀληθινός Χριστιανός, πού ἔχει συναίσθησιν τοῦ ὕψους τοῦ θείου τούτου μυστηρίου καί κοινωνεῖ ὄχι ἀπό ἁπλῆν συνήθειαν ἀλλά μέ πόθον ζωηρόν διά νά ἑνωθῇ μέ τόν Κύριον, ποῖος θά ἀνταλλάξῃ τήν ἐκ τῆς θείας κοινωνίας πνευματικήν ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην μέ ὅλας ἔστω τάς ἀπολαύσεις καί τάς τέρψεις τοῦ κόσμου; Ὦ ἀδελφοί μου! Ὅσοι ἀμφιβάλλετε δι’ αὐτό, «γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος». Προσπαθήσατε νά γνωρίσετε τήν γλυκύτητα τῆς ἀληθινῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Παρακαλέσατε τόν Θεόν νά σᾶς βοηθήσῃ διά νά γνωρίσετε πόσον εἶναι καλός, πόσον εἶναι ἀγαθός, πόσην ἀγάπην ἔχει πρός ἡμᾶς, μέ πόσην στοργήν μᾶς περιβάλλει. Ἐρωτήσατε καί ἐκείνους πού τόν ἔχουν γνωρίσει περισσότερον ἀπό σᾶς νά σᾶς εἰποῦν πόσον εὐχάριστος, πόσον γλυκεῖα, πόσον εἰρηνική γίνεται «ἡ ζωή τοῦ ἀνθρὠπου κοντά εἰς τόν Θεόν.

Ἀγαθέ καί ἐλεῆμον Κύριε, ἡ ψυχή μας πλημμυρίζει ἀπό εὐγνωμοσύνην πρός τήν Μεγαλωσύνην σου, διότι μᾶς ἠξίωσες νά γευθῶμεν τήν χρηστότητα σου. Μᾶς ἐχάρισες τό μέγα δῶρον νά δοκιμάζωμεν καί νά γνωρίζωμεν ἀπό τήν προσωπικήν μας πεῖραν τήν ἀνακούφισιν, τήν γλυκύτητα, τήν χαράν, τήν εἰρήνην πού χαρίζεις εἰς ὅσους σέ πλησιάζουν καί ζοῦν ἡνωμένοι μαζί σου. Ἀξίωσέ μας νά μήν ἀπομακρυνθῶμεν ποτέ ἀπό σέ. Ὅσον περνᾷ ὁ καιρός καί πλησιάζομεν περισσότερον πρός τό τέρμα τοῦ ἐπιγείου βίου μας, δίδε μας τήν χάριν σου διά νά συνδεώμεθα στενώτερον μαζί σου, διά νά ἀπολαμβάνωμεν τάς θείας δωρεάς σου. Δῶσε, Κύριε, τήν χάριν σου καί εἰς ἐκείνους πού εὑρίσκονται ἀκόμη μακράν ἀπό σέ, ὥστε νά θελήσουν νά σέ πλησιάσουν, νά σέ γνωρίσουν ὡς σωτῆρα των καί νά εὐφρανθοῦν ἀπό τάς δωρεάς σου. Καί ὅλους μαζί, εὐφραινομένους ἀπό τώρα ἀπό τήν θείαν σου εὐλογίαν, συγκέντρωσέ μας, ὅταν σύ εὐδοκήσῃς, εἰς τήν μόνιμον καί αἰώνιαν εὐτυχίαν, τήν βασιλείαν σου τήν ἐπουράνιον. Ἀμήν.

( Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχ.Χριστοφ.Παπουτσοπούλου «Λόγοι τῆς Χάριτος»,
ἔκδοση «
Ο ΣΩΤΗΡ»)


Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ 2025 (τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Ἡ σημερινή μας λατρευτικὴ σύναξη, πέραν τοῦ κυριακάτικου ἑορτασμοῦ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας, ἔχει ἀναφορὰ καὶ σὲ ἕνα ἄλλο σημαντικὸ γεγονός: τὴν ἀρχὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Μέσα ἀπὸ ὕμνους καὶ εὐχές, ποὺ ἔχει ὁρίσει ἡ Ἐκκλησία μας στὴν ἱερὴ ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς, προσευχόμαστε στὸν Πανάγαθο Κύριό μας νὰ εὐλογήσει τὸν νέον ἐνιαυτόν, νὰ μᾶς χαρίσει εἰρηνικὸ, πολύκαρπο καὶ καλλίκαρπο τὸ νέο ἔτος, νὰ χορηγήσει τὴν εἰρήνη στὸν κόσμο καὶ τὸ φυσικὸ περιβάλλον.

            Ἀποτελεῖ ὕψιστη εὐλογία τὸ ὅτι ξεκινᾶμε τὴν νέα χρονιὰ μὲ προσευχὴ καὶ ἐκκλησιασμό, πράγμα βέβαια ποὺ πρέπει νὰ συμβαίνει κάθε ἔτος καὶ ὄχι μόνο ὅταν ἡ ἑορτὴ αὐτὴ πέφτει ἡμέρα Κυριακή. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν τὸ «ἀπὸ Θεοῦ ἄρχεσθαι», νὰ ξεκινᾶμε δηλαδὴ τὸ ὁτιδήποτε, εἴτε αὐτὸ λέγεται νέο ἔτος, εἴτε λέγεται οἰκογένεια, εἴτε λέγεται νέα ἐργασία, ἔχοντας αἰτηθεῖ πρωτίστως τὸ ἔλεος καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θέτουμε ἰσχυρὸ θεμέλιο γιὰ τὴν κάθε μας κίνηση, τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ ἐγγύηση γιὰ τὴν ἐπιτυχία. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐπιτύχουμε, πάντως θὰ εἴμαστε προστατευμένοι ἀπὸ τὴν σκέπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν θὰ πέσουμε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ θὰ ἔχουμε τὸ ψυχικὸ σθένος νὰ ἐπανασυντάξουμε τὶς δυνάμεις μας καὶ νὰ συνεχίσουμε μὲ προοπτικὴ γιὰ τὰ καλύτερα. 

            Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, σᾶς παρακαλῶ, ὅπως ξεκινᾶμε τὸ νέο ἔτος μὲ προσευχή, ἔτσι μὲ προσευχὴ καὶ ἀναφορὰ στὸν Ὕψιστο Θεὸ νὰ ξεκινᾶμε καὶ νὰ τελειώνουμε τὴν κάθε μας μέρα. Ἀνοίγουμε τὰ μάτια μας; Ἡ πρώτη μας κίνηση ἂς εἶναι τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ ἕνα «δόξα σοι Κύριε», εἰς ἔνδειξη εὐχαριστίας. Βγαίνουμε ἀπὸ τὸ σπίτι γιὰ τὴ δουλειὰ ἢ τὸ σχολεῖο; Πάλι, νὰ κάνουμε τὸν Σταυρό μας γιὰ νὰ μᾶς ἐνδυναμώνει ὁ Κύριος. Ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ διαχέεται δωρεάν. Δὲν κοστίζει. Ἂς τὴν αἰτούμασθε, λοιπόν, καθημερινῶς, καὶ ὁ Κύριος θὰ μᾶς τὴν δίνει, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μεταμορφωθεῖ ἡ καθημερινή μας ζωή. Ὅπου ὑπάρχει ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ τὰ πάντα γίνονται φωτεινότερα.

            Ἂς θυμηθοῦμε τὶ ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς στὴν συναγωγὴ καὶ σηκώθηκε γιὰ νὰ διαβάσει κάποιο ἀπὸ τὰ ἱερὰ κείμενα. Τοῦ δόθηκε τὸ βιβλίο τοῦ Προφήτη Ἡσαΐα καὶ ἀφοῦ τὸ ἄνοιξε, διάβασε ἐκεῖνο τὸ χωρίο ποὺ λέει: «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου μένει σὲ ἐμένα, διότι μὲ ἀυτὸ μὲ ἔχρισε, μὲ ἔστειλε νὰ εὐαγγελίσω τοὺς πτωχούς, νὰ θεραπεύσω ὅσους αἰσθάνονται συντριβὴ καρδίας, νᾶ κηρύξω ἐλευθερία στοὺς αἰχμαλώτους, ἀνάβλεψη στοὺς τυφλούς, νὰ στείλω ὑγιεῖς καὶ ἐλεύθερους ἀπὸ κάθε ἐνοχὴ ὅσους ἔχουν καταπληγωθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, νὰ κηρύξω τὴν ἀρχὴ τῆς νέας ἐποχῆς ποὺ θὰ εἶναι εὐχαρίστως δεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ποθητὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους».

            Βεβαίως, ὅλα αὐτὰ τὰ προφητικὰ λόγια ἀναφέρονταν στὸν Ἴδιο τὸν Χριστό, αἰῶνες πρὶν τὴν Γέννησή Του ἀπὸ τὴν Παναγία μας. Γιὰ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μόλις τελείωσε τὴν ἀνάγνωση, τόνισε στοὺς παρευρισκομένους ὅτι σήμερα ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία. Αὐτὸ τὸ «σήμερον», ὅμως, δὲν ἀναφέρεται σὲ ἐκείνη μόνο τὴ δεδομένη στιγμή, δύο χιλιετίες πίσω, ἀλλὰ εἶναι διαχρονικό. Καθημερινῶς ἐκπληρώνεται αὐτὴ ἡ προφητεία διότι ὅλες αὐτὲς οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ δὲν λάμβαναν χώρα μόνο κατὰ τὴν ἐπὶ γῆς μετὰ σαρκὸς παρουσία Του. Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ συμβαίνουν τώρα, κάθημερινῶς καὶ πάντοτε. Ἔτσι, λοιπόν, βλέπουμε ὅτι ὁ Κύριος διαρκῶς ἔρχεται, διαρκῶς μᾶς ἐπισκέπτεται καὶ σκοπὸ ἔχει νὰ μᾶς ὠφελήσει. Σὲ ἐμᾶς, ποὺ εἴμαστε πτωχοὶ σὲ κάθε τὶ καλό, ἔρχεται νὰ μεταφέρει τὴν εὐχάριστη εἴδηση ὅτι μὲ τὴν βοήθειά Του μποροῦμε νὰ γίνουμε πλούσιοι σὲ ἀρετὲς καὶ μὲ μία λέξη: ἅγιοι· ἐμᾶς, ποὺ τὰ προβλήματα τῆς καθημερινότητας πολλὲς φορὲς μᾶς συντρίβουν τὴν καρδιὰ καὶ μᾶς τσακίζουν ὑπὸ τὸ βάρος τους, ἔρχεται νὰ μᾶς ἐνδυναμώσει καὶ ἀνορθώσει· ἐμᾶς, ποὺ εἴμαστε αἰχμάλωτοι στὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτίες, ἔρχεται νὰ μᾶς ἐλευθερώσει μέσα ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς ἁγιότητας· ἐμᾶς, ποὺ εἴμαστε τυφλοὶ καὶ σκοτισμένοι, ἔρχεται νὰ μᾶς χαρίσει τὸ Φῶς τῆς Ἀλήθειας. Ἐφ᾽ ὅσον ὁ Χριστὸς θέλει καὶ μᾶς ἐπισκέπτεται, ἂς φροντίσουμε νὰ Τοῦ ἔχουμε διάπλατα ἀνοιχτὴ τὴν θύρα τῆς ψυχῆς μας. Τότε, ἀκόμη καὶ ὅλες οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ νὰ ξεσηκωθοῦν ἐναντίον μας «ἐν ἅρμασι καὶ ἐν ἴπποις», ἐμεῖς μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου θὰ βγαίνουμε πάντα νικητές. Λέγοντας δὲ τὴν λέξη «νικητές», δὲν τὴν ἐννοῶ μὲ τρόπο κοσμικό, ἀλλὰ πνευματικό. Νικητὴς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀκόμη καὶ στὶς δύσκολες περιστάσεις διατηρεῖ τὴν ψυχικὴ ὡραιότητα, ἐκεῖνος ποὺ καὶ μέσα στὸ χάος τοῦ πολέμου αἰσθάνεται τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖνος, τελικά, ποὺ ἀξιώνεται τῆς αἰώνιας καὶ ἀληθινῆς Ζωῆς.

            Αὐτὴ τὴν ἀληθινὴ Ζωὴ στὸν τόπο τῶν δικαίων, ὅπου δὲν ὑπάρχει πόνος, λύπη καὶ στεναγμός, εὐχόμαστε, ἰδιαίτερα τὴν ἡμέρα αὐτή, νὰ ἀπολαμβάνουν οἱ ψυχὲς τῶν Ἑλλήνων ποὺ βίωσαν τὴν φρίκη τῆς μεγαλύτερης -ἵσως- τραγωδίας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας· τῆς Γενοκτονίας ποὺ ἐξαπέλυσαν στὴν αἱματοβαμμένη γη τῆς Μικρασίας οἱ Νεοτούρκοι τὴν περίοδο τῶν ἐτῶν 1914 - 1923. Σὲ αὐτὸ τὸ κομμάτι τῆς ἱστορίας μας εἶναι ἀφιερωμένη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ πολιτεία ἡ σημερινὴ ἡμέρα, γιὰ αὐτὸ καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐνορίες μας θὰ τελεσθεῖ ἐπιμνημόσυνη δέηση ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν γενοκτονηθέντων Ἑλλήνων, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν δικοί μας πρόγονοι. 

            Οἱ σφαγὲς καὶ ὅλα τὰ μαρτύρια ποὺ ὑπέστη ἡ πονεμένη Ρωμιοσύνη δὲν εἶναι παρὰ ὁ Σταυρὸς ποὺ ἡ ἴδια ἐπέλεξε νὰ σηκώσει, μὴ ἀρνούμενη τὸν ἑαυτό της. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε σφαγιάσθηκαν εἴτε βιαίως ἐκδιώχθηκαν ἀπὸ τὶς πατρογονικές τους ἐστίες ἦταν ὅσοι ἀποφάσισαν μὲ τὸ ὁποιοδήποτε κόστος νὰ μὴν ἀρνηθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Εἴμαστε χριστιανοί. Ἡ ζωή μας εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸν Σταυρό. Δὲν πρόκειται, ὅμως, γιὰ Σταυρὸ κάποιας ἥττας, ἀλλὰ γιὰ τὸν Σταυρὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν Νίκη τῆς Ζωῆς ἐπὶ τοῦ θανάτου. 

            Ὅσοι ἐπιλέγουν νὰ παραδίδουν οἰκειοθελῶς τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τοῦ Γένους μας, μπορεῖ νὰ ἐξασφαλίζουν μία εἰρηνικὴ διαβίωση, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἐξασφαλίζουν καὶ τίτλους αἰσχύνης: «προδότες», «προσκυνημένοι». Ὅσοι κρατοῦν μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια τὴν ταυτότητά μας, ἐξασφαλίζουν τὸν ἄφθαρτο στέφανο τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Τί κὶ ἂν τοὺς χιλιοκομματιάσουν τὶς σάρκες; Ἐκεῖνοι γράφονται μὲ χρυσὰ γράμματα στὸ βιβλίο τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Ἱστορίας ὡς «ἥρωες», «ἅγιοι», «ἐθνομάρτυρες». 

Εἴη ἡ μνήμη αὐτῶν αἰωνία!

Καλὸ καὶ εὐλογημένο τὸ νέο ἔτος!

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τρίτη 19 Αυγούστου 2025

ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ (Ἁγίου Φιλαρέτου Μητροπολίτου Νέας Ὑόρκης († 1985)

 

Στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος

Γιὰ τὸ Φῶς τοῦ Κόσμου

«Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός· δείξας τοῖς μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου καθὼς ἠδύναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον· πρεσβεῖαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι» (Ἀπολυτίκιον τῆς Ἑορτῆς, ἦχος βαρύς)

Έτσι ψάλλει η αγία μας Εκκλησία την ημέρα της εορτής αυτής, ανακαλώντας στη μνήμη της το θαυμαστό εκείνο γεγονός που έλαβε χώρα πριν από τόσο πολύ καιρό στο όρος Θαβώρ…
Το ιερό Ευαγγέλιο, λέγοντάς μας πώς έγινε η Μεταμόρφωση, αναφέρει ότι ο Σωτήρας ανέβηκε στο βουνό “για να προσευχηθεί”. Αναφερόμενος σε αυτό το χωρίο σε ένα κήρυγμα, ένας από τους μεγάλους Επισκόπους μας εξήγησε ότι ο άμεσος σκοπός της ανόδου Του στο βουνό ήταν η πρόθεση του Σωτήρα να προσευχηθεί εκεί. Αλλά όχι μόνο για να προσευχηθεί, διότι το Τροπάριο λέει ότι έδειξε τη δόξα Του στους μαθητές Του “καθώς ηδύναντο”, δηλαδή όσο μπορούσαν να αντιληφθούν αυτή τη δόξα. Και το Κοντάκιο δείχνει ότι ο Κύριος το έκανε αυτό ακριβώς για να θυμούνται τούτο το εκπληκτικό θαύμα-όραμα όταν θα ερχόταν η ώρα να υποφέρει… Και γι’ αυτό προσευχόμαστε: “Λάμψον και ημίν τοις αμαρτωλοίς, πρεσβείαις της Θεοτόκου”.
Τί πνευματικό σκοτάδι έχει εγκατασταθεί στον κόσμο σήμερα! Και γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινό, πιο πυκνό. Ο Κύριος είπε στο Ευαγγέλιο ότι αυτός που κάνει το κακό δεν μπορεί να μείνει στο φως, αλλά επιτελεί τις πράξεις του στο σκοτάδι, φοβούμενος το φως και φεύγοντας από αυτό. Και τώρα ένα πυκνό σκοτάδι έχει τυλίξει την ανθρωπότητα, εξαιτίας δε αυτού κάθε είδους ανομία, κάθε ακαθαρσία που επινοείται σήμερα από τους υιους των ανθρώπων, όλα αυτά επιτελούνται ανοιχτά. Σαφώς για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας το πνευματικό φως έχει ήδη σβήσει, έχει σχεδόν εξαφανισθεί. Για το λόγο αυτό πρέπει να προσευχηθούμε ώστε το αιώνιο Φως που φώτισε τους Αποστόλους στο όρος Θαβώρ να λάμψει και σε μας.
Ο Κύριος ανέβηκε στο όρος [Θαβώρ] για να προσευχηθεί και κατά τη διάρκεια της προσευχής μεταμορφώθηκε. Γνωρίζουμε από τους βίους των Αγίων ότι πολλοί από αυτούς μεταμορφώθηκαν με παρόμοιο θαυμαστό τρόπο – και αυτό συνέβη ακριβώς κατά τη διάρκεια των περιόδων προσευχής…
Όπως ακριβώς οι αρχαίοι ασκητές έλαμπαν με μια λάμψη φωτός σαν τον ήλιο, έτσι και σε πιο πρόσφατους χρόνους στη Ρωσία μεγάλοι ασκητές έλαμπαν με άκτιστο φως. Από το βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, γνωρίζετε πώς το άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον Μοτοβίλοφ… Γνωρίζουμε επίσης ένα περιστατικό στη ζωή του Οσίου Γέροντα Αμβρόσιου (της Όπτινα)- ενώ ήταν μόνος στο κελί του και προσευχόταν, ένας Μοναχός μπήκε βιαστικά και εξίσου ξαφνικά βγήκε έξω έντρομος – είχε δει τη σκιά του προσευχόμενου Γέροντα να λάμπει σαν ήλιος μέσα στο σκοτάδι του κελιού του. Ομοίως γνωρίζουμε ότι πολλοί είδαν τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης να περιβάλλεται από ένα θαυμαστό θείο φως ακριβώς τη στιγμή που ήταν μπροστά στο θυσιαστήριο προσφέροντας την φλογερή προσευχή του στον Κύριο της Δόξης. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν κάποιος προσεύχεται αληθινά, φωτίζεται. Μπορεί κανείς πάντα να διακρίνει μεταξύ εκείνων που προσεύχονται υποκριτικά, προς το θεαθήναι, και εκείνων που προσεύχονται ειλικρινά, μη σκεπτόμενοι κανέναν άλλον εκτός από τον Θεό, ενώπιον του οποίου και μόνον ίστανται.
Είναι αυτό το πνευματικό φως, αυτό το αιώνιο φως, που μπορεί να μας φωτίσει κατά τη διάρκεια της ειλικρινούς προσευχής: Γι’ αυτό το λόγο, είτε προσευχόμαστε για πολύ ώρα είτε για λίγο, πρέπει να θεωρούμε τις στιγμές που περνάμε στην προσευχή ως τον πιο σημαντικό χρόνο της ζωής μας, γιατί κατά τη διάρκεια αυτής της ώρας στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και συνομιλούμε μαζί Του. Οι Άγιοι Πατέρες λέγουν ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του αγίου Ευαγγελίου και των Πατερικών συγγραμμάτων, ο Θεός συνομιλεί μαζί μας. Στην δε προσευχή εμείς συνομιλούμε με τον Θεό. Αυτό είναι μεγάλο όφελος για την ψυχή, διότι συνομιλώντας με τον Δημιουργό και Κύριό μας, η ψυχή φωτίζεται με το φως εκείνο για το οποίο προσευχόμαστε σε αυτή τη φωτεινή εορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος μας.

+ Μητροπολίτης Φιλάρετος
Πρωθιεράρχης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς

(Μετάφρασις από τα αγγλικά Κηρύγματος του Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου)


Κυριακή 18 Αυγούστου 2024

ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

  

«Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει Χριστὲ ὁ Θεός· δείξας τοῖς μαθηταῖς σου τὴν δόξαν σου καθὼς ἠδύναντο. Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀΐδιον· πρεσβεῖαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα δόξα σοι»(Ἀπολυτίκιον τῆς Ἑορτῆς, ἦχος βαρύς)

Έτσι ψάλλει η αγία μας Εκκλησία την ημέρα της εορτής αυτής, ανακαλώντας στη μνήμη της το θαυμαστό εκείνο γεγονός που έλαβε χώρα πριν από τόσο πολύ καιρό στο όρος Θαβώρ…

Το ιερό Ευαγγέλιο, λέγοντάς μας πώς έγινε η Μεταμόρφωση, αναφέρει ότι ο Σωτήρας ανέβηκε στο όρος «για να προσευχηθεί». Αναφερόμενος σε αυτό το χωρίο σε κήρυγμά του, ένας από τους μεγάλους Αρχιερείς μας εξήγησε ότι ο άμεσος σκοπός της ανόδου Του στο βουνό ήταν η πρόθεση του Σωτήρος να προσευχηθεί εκεί. Αλλά όχι μόνο για να προσευχηθεί, διότι το Τροπάριο λέγει ότι έδειξε τη δόξα Του στους μαθητές Του «καθὼς ἠδύναντο», δηλαδή όσο μπορούσαν να αντιληφθούν αυτή τη δόξα. Και το Κοντάκιο δείχνει ότι ο Κύριος το έκανε αυτό ακριβώς για να θυμούνται αυτό το εκπληκτικό θαύμα (όραμα) όταν θα ερχόταν η ώρα του Πάθους… Και γι’ αυτό προσευχόμαστε: «Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου».

Τί πνευματικό σκοτάδι έχει εγκατασταθεί στον κόσμο σήμερα! Και γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινό, πιο πυκνό. Ο Κύριος είπε στο Ευαγγέλιο ότι αυτός που κάνει το κακό δεν μπορεί να μείνει στο φως, αλλά επιτελεί τις πράξεις του στο σκοτάδι, φοβούμενος το φως και φεύγοντας από αυτό. Και τώρα ένα πυκνό σκοτάδι έχει τυλίξει την ανθρωπότητα, εξαιτίας δε αυτού κάθε είδους ανομία, κάθε ακαθαρσία που επινοείται σήμερα από τους υιούς των ανθρώπων, όλα αυτά επιτελούνται ανοιχτά. Σαφώς για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητος το πνευματικό φως έχει ήδη σβήσει, έχει σχεδόν εξαφανισθεί. Για τον λόγο αυτό πρέπει να προσευχηθούμε ώστε το αιώνιο Φως που φώτισε τους Αποστόλους στο όρος Θαβώρ να λάμψει και σε μας.

Ο Κύριος ανέβηκε στο όρος Θαβώρ  για να προσευχηθεί και κατά τη διάρκεια της προσευχής μεταμορφώθηκε. Γνωρίζουμε από τους βίους των Αγίων ότι πολλοί από αυτούς μεταμορφώθηκαν με παρόμοιο θαυμαστό τρόπο -και αυτό συνέβη ακριβώς κατά τη διάρκεια των στιγμών προσευχής…

‘Οπως ακριβώς οι αρχαίοι ασκητές έλαμπαν με μια λάμψη φωτός σαν τον ήλιο, έτσι και σε πιο πρόσφατους χρόνους στη Ρωσία μεγάλοι ασκητές έλαμπαν με άκτιστο φως. Από το βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, γνωρίζετε πώς το άγιο πρόσωπό του έλαμπε σαν τον ήλιο κατά τη διάρκεια της συνομιλίας του με τον Μοτοβίλοφ…

Γνωρίζουμε επίσης ένα περιστατικό στη ζωή του Οσίου Γέροντα Αμβρόσιου (της Όπτινα)- ενώ ήταν μόνος στο κελί του και προσευχόταν, ένας Μοναχός μπήκε βιαστικά και εξίσου ξαφνικά βγήκε έξω έντρομος -είχε δει τη σκιά του προσευχόμενου Γέροντα να λάμπει σαν ήλιος μέσα στο σκοτάδι του κελιού του.

Ομοίως γνωρίζουμε ότι πολλοί είδαν τον Άγιο Ιωάννη της Κροστάνδης να περιβάλλεται από ένα θαυμαστό θείο φως ακριβώς τη στιγμή που ήταν μπροστά στο Θυσιαστήριο προσφέροντας την φλογερή προσευχή του στον Κύριο της Δόξης.

Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν κάποιος προσεύχεται αληθινά, φωτίζεται. Μπορεί κανείς πάντα να διακρίνει μεταξύ εκείνων που προσεύχονται υποκριτικά, προς το θεαθήναι, και εκείνων που προσεύχονται ειλικρινά, μη σκεπτόμενοι κανέναν άλλον εκτός από τον Θεό, ενώπιον του Οποίου και μόνο στέκονται.

Είναι αυτό το πνευματικό φως, αυτό το αιώνιο φως, που μπορεί να μας φωτίσει κατά τη διάρκεια της ειλικρινούς προσευχής: Για τον λόγο αυτό, είτε προσευχόμαστε για πολλή ώρα είτε για λίγο, πρέπει να θεωρούμε τις στιγμές που περνούμε στην προσευχή ως τον πιο σημαντικό χρόνο της ζωής μας, γιατί κατά τη διάρκεια αυτής της ώρας στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και συνομιλούμε μαζί Του.

Οι Άγιοι Πατέρες λέγουν ότι κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του αγίου Ευαγγελίου και των Πατερικών συγγραμμάτων, ο Θεός συνομιλεί μαζί μας. Στην δε προσευχή εμείς συνομιλούμε με τον Θεό. Αυτό είναι μεγάλο όφελος για την ψυχή, διότι συνομιλώντας με τον Δημιουργό και Κύριό μας, η ψυχή φωτίζεται με το φως εκείνο για το οποίο προσευχόμαστε σ’ αυτή την ολόφωτη εορτή της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος μας.

+ Μητροπολίτης Φιλάρετος
Πρωθιεράρχης της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Διασποράς

(Μετάφρασις από τα αγγλικά Κηρύγματος του Αγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου)

Δευτέρα 20 Μαΐου 2024

Β΄ ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ ΣΗΜΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (7 Μαΐου)

 

Aνάμνηση τοῦ ἐν τῷ οὐρανῷ φανέντος σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ
ἐπὶ Κωνσταντίου.

Ἡ ἐμφάνιση αὐτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ εἶναι ἡ δεύτερη καὶ ἔγινε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 346 μ.Χ., ἐπὶ αὐτοκράτορα Κωνσταντίου (337-361 μ.Χ.) καὶ Πατριάρχου Ἱεροσολύμων τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου (τιμᾶται 18 Μαρτίου). Τὴν τρίτη ὥρα τῆς 7ης Μαΐου τοῦ 346 μ.Χ., κατὰ μία τῶν ἡμερῶν τῆς Πεντηκοστῆς, φάνηκε Τίμιος καὶ Ζωοποιὸς Σταυρὸς ἄνωθεν τοῦ Γολγοθά, σχηματισμένος ἀπὸ ὑπερφυσικὸ φῶς καὶ ἐκτεινόμενος πρὸς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Τὸ ὅραμα τοῦτο προκάλεσε μεγάλη συγκίνηση σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἱερουσαλήμ, ὅλοι δὲ οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως πρὸ τοῦ ὑπερφυοὺς τούτου θεάματος κατελήφθησαν ἀπὸ ἔκσταση. Ἐπωφελούμενος τῆς περιστάσεως ὁ Πατριάρχης Κύριλλος, περιστοιχούμενος ἀπὸ τὸν ἱερὸ κλῆρο, συγκάλεσε τὸ πλῆθος τῶν παρισταμένων Χριστιανῶν στὸ ναὸ καὶ δοξολόγησαν τὸν Θεό.
Ἡ πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔγινε στὶς 27 Ὀκτωβρίου τοῦ 312 μ.Χ. πρὸς τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο, μὲ τὸ νικητήριο ἔμβλημα «ἐν τούτῳ νίκα», τὴν παραμονὴ τῆς μάχης ἐναντίον τοῦ Μαξεντίου.

Περὶ τοῦ σημείου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ποὺ φανερώθηκε ὑπεράνω τοῦ Γολγοθὰ μαρτυροῦν, πλὴν τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου καὶ ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος (397 μ.Χ.), τὸ Πασχάλιον Χρονικὸν καὶ ἄλλοι Βυζαντινοὶ χρονογράφοι.




Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.

Τοῦ Σταυροῦ σου ὁ τύπος, νῦν ὑπὲρ ἥλιον ἔλαμψεν, ὅνπερ ἐξ ὄρους ἁγίου, τόπω Κρανίου ἐφήπλωσας, καὶ τὴν ἐν αὐτῷ Σῶτερ ἰσχὺν ἐτράνωσας, διὰ τούτου κρατύνας, καὶ τοὺς πιστοὺς βασιλεῖς ἠμῶν οὖς καὶ περίσῳζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνῃ, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου Χριστὲ ὁ Θεός, καὶ σῶσον ἠμᾶς.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. Δ’.

Ὢ τρισμακάριστε Σταυρὲ καὶ Πανσεβάσμιε, σὲ ἀνυμνῶν καὶ προσκυνῶν νῦν ἁγιάζομαι, ἐν ὦ Χριστὸς ἀνυψούμενος κόσμον ἔσωσεν, ἀλλὰ πρόφθασον καὶ σῶσον τὴ δυνάμει σου, καὶ παντοίων μὲ κινδύνων ἐλευθέρωσον, ἶνα κράζω σοί, Χαῖρε Ξύλον μακάριον.


Τετάρτη 10 Απριλίου 2024

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος - Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεόν

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Δέσποτα, Κύριε οὐρανοῦ καὶ γῆς ποὺ μὲ προώρισες πρὸ καταβολῆς κόσμου νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σ᾿ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, ποὺ πρόσταξες νὰ γεννηθῶ, ἐσὺ ὁ μόνος ἀθάνατος, ὁ μόνος παντοδύναμος, ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, κατέβηκες ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἁγίου κατοικητηρίου σου, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, σαρκώθηκες καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία.

 Ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες, μ᾿ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση καὶ μοῦ προετοίμασες τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανούς. Ἔπειτα σὰν γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα λίγο, μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα, μὲ στόλισες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι ποὺ ἐνηλικώθηκα.

Ἔκρινες ὅμως δίκαιο νὰ σῳζόμαστε ὄχι μὲ τὴν βία ἀλλὰ μὲ τὴν δική μας προαίρεση, γιατὶ θέλησες νὰ τιμηθῶ κι᾿ ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καὶ νὰ σοῦ φανερώνω αὐτοπροαίρετη τὴν ἀγάπη μου μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν σου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητής, ἐπειδὴ λογίστηκα τὴν τιμὴ τῆς αὐτεξουσιότητος σὰν τὸ ἄλογο ποὺ λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, ἀποσκίρτησα ἀπὸ τὴν πατρική σου ἐξουσία καὶ ρίχτηκα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῷ κοιτόμουν καὶ κυλιόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ συντριβόμουν ὅλο καὶ περισσότερο, δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μ᾿ ἄφησες νὰ κείτομαι καὶ νὰ μολύνομαι ἀπὸ τὸ βόρβορο. Μὲ σπλαχνίστηκες, ἔστειλες καὶ μ᾿ ἔβγαλες ἀπὸ κεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες μὲ τὰ ἄρρητα κρίματά σου ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, ποὺ ἤθελαν νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρά, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν μ᾿ ἄφησες νὰ δεχθῶ. Τὶς δόξες καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ποὺ μοῦ πρόσφεραν γιὰ νὰ προδώσω τὸν ἁγιασμό σου, μ᾿ ἀξίωσες νὰ τὶς καταφρονήσω.

Ὅμως ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες --σοῦ ἐξομολογοῦμαι, Κύριε καὶ Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς-- περιφρονώντας τες πάλι, βυθίστηκα ὁ ἄθλιος σε λασπερὸ λάκκο αἰσχρῶν ἐννοιῶν καὶ πράξεων. Κι ὅταν ἐκεῖ κατρακύλισα, αἰχμαλωτίστηκα ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ στὸ σκοτάδι εἶναι κρυμμένοι. Ἀπὸ κεῖ οὔτε ἐγὼ μόνος, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἂν μαζευόταν, μποροῦσε νὰ μὲ βγάλει καὶ νὰ μὲ γλυτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τους.
Ἤμουν λοιπὸν φυλακισμένος ἐλεεινὰ κεῖ κάτω. Μ᾿ ἔσερναν ἄθλια ἐδῶ καὶ κεῖ, μὲ σύμπνιγαν καὶ μὲ περιγελοῦσαν. Ἀλλὰ σύ, ὁ εὔσπλαχνος καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης, δὲν μ᾿ ἐγκατέλειψες, δὲν μνησικάκησες, δὲν ἀποστράφηκες τὴν ἀγνώμονα γνώμη μου καὶ δὲν μ᾿ ἄφησες γιὰ πολὺ νὰ τυραννιέμαι ἐκούσια ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λῃστές. Ἐγὼ αἰχμάλωτος σ᾿ αὐτοὺς χαιρόμουν ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀναισθησία. Ἐσὺ ὅμως Κύριε δὲν ὑπέφερες νὰ μὲ βλέπεις περίγελο τῶν δαιμόνων, ἀλλὰ μὲ σπλαγχνίστηκες καὶ μ᾿ ἐλέησες. Καὶ δὲν ἔστειλες σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἄθλιο οὔτε Ἄγγελο οὔτε ἄνθρωπο. Ἔσκυψες ἐσὺ ὁ ἴδιος, κινούμενος ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς ἀγαθότητός σου, στὸ βαθύτατο λάκκο τοῦ βορβόρου ποὺ ἤμουν βυθισμένος. Ἅπλωσες τὸ ἄχραντό σου χέρι, χωρὶς ἐγὼ νὰ σὲ βλέπω -ἄλλωστε πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ δῶ ἔτσι ποὺ ἤμουν βουτηγμένος καὶ πνιγμένος στὸ βόρβορο; μ᾿ ἅρπαξες ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ μὲ τράβηξες ἀπὸ ἐκεῖ μὲ βία. Ἐγὼ ἔνιωθα τὸν πόνο καὶ τὴν ὁρμητικὴ κίνηση πρὸς τὰ πάνω, ἀγνοοῦσα ὅμως ὁλότελα ποιὸς μὲ τραβάει καὶ μ᾿ ἀνεβάζει.

ΟΤΑΝ μὲ ἀνέσυρες καὶ μ᾿ ἔστησες στὴ γῆ, μ᾿ ἐμπιστεύθηκες στὸν δοῦλο καὶ μαθητή σου. Ἤμουν ὅλος ρυπαρός, μὲ τὰ μάτια, τὰ αὐτιὰ καὶ τὸ στόμα φραγμένα ἀπὸ τὸν βόρβορο, γι᾿ αὐτὸ οὔτε τώρα σ᾿ ἔβλεπα, ποιὸς εἶσαι. Ἔνιωθα μόνο ὅτι εἶσαι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἀφοῦ μὲ λύτρωσες ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν βαθύτατο λάκκο καὶ τὸν βόρβορο. Μοῦ εἶπες: «Κράτησε καλά, προσκολλήσου καὶ ἀκολούθησε τὸν ἄνθρωπο τοῦτον. Αὐτὸς θὰ σὲ πλύνει καὶ θὰ σὲ καθαρίσει». Μοῦ χάρισες ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτὸν καὶ χάθηκες χωρὶς νὰ ξέρω ποὺ πῆγες.

Κατὰ τὴν προσταγή σου λοιπόν, Πανάγιε Δέσποτα, ἀκολούθησα σταθερὰ αὐτὸν ποὺ μοῦ ὑπέδειξες. Μὲ ὁδηγοῦσε στὶς βρύσες καὶ τὶς πηγὲς μὲ πολὺ κόπο, γιατὶ ἤμουν τυφλός. Τὸν κρατοῦσα γερὰ μὲ τὸ χέρι τῆς πίστεως ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀναγκαζόμενος ν᾿ ἀκολουθῶ πίσω του. Ἐκεῖνος, ποὺ ἔβλεπε καλά, ὑπερπηδοῦσε ὅλες τὶς πέτρες, τοὺς λάκκους καὶ τὶς παγίδες, ἐνῷ ἐγὼ σκόνταφτα κι᾿ ἔπεφτα ὑποφέροντας πολλοὺς πόνους, κακώσεις καὶ θλίψεις. Ἐκεῖνος σὲ κάθε πηγὴ καὶ βρύση νιβόταν καὶ λουζόταν, ἐνῷ ἐγὼ ποὺ δὲν ἔβλεπα, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὶς προσπερνοῦσα. Ἂν δὲν μ᾿ ἔπιανε ἀπὸ τὸ χέρι νὰ μὲ στήσει δίπλα στὴν πηγή, δὲν θὰ μποροῦσα ποτὲ νὰ βρῶ τὴν βρύση μὲ τὸ νερό. Μὰ κι ὅταν μὲ καθοδηγοῦσε καὶ πολλὲς φορὲς μ᾿ ἄφηνε γιὰ νὰ νιφτῶ, μαζὶ μὲ τὸ καθαρὸ νερὸ ἔπαιρνα στὶς παλάμες μου λάσπη καὶ βόρβορο, ποὺ ὑπῆρχαν κοντὰ στὴν πηγή, μολύνοντας ἔτσι τὸ πρόσωπό μου. Συχνά, ψηλαφώντας νὰ βρῶ τὴν πηγή, συμπαρέσυρα τὰ χώματα καὶ ἀνατάραζα τὸν βόρβορο, καὶ ὁλότελα τυφλός, μολύνοντας τὸ πρόσωπο μὲ τὸν βόρβορο, νόμιζα πὼς πλένομαι μὲ καθαρὸ νερό.

Πῶς πάλι νὰ περιγράψω τὸν κόπο καὶ τὴν βία ποῦ μου προξενοῦσαν ὅλα αὐτά; Κι ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλὰ καὶ ὅσοι καθημερινὰ ἀντιδροῦσαν καὶ μὲ συμβούλευαν τάχα λέγοντας: «Τί ματαιοπονεῖς σὰν ἀνόητος καὶ ἀκολουθεῖς αὐτὸν τὸν ἐμπαίκτη καὶ πλάνο, προσδοκώντας ματαίως καὶ ἀνώφελα ν᾿ ἀναβλέψεις; Τώρα πιὰ εἶναι ἀδύνατο! Τί τὸν ἀκολουθεῖς σκοντάφτοντας καὶ ματώνοντας τὰ πόδια σου; Γιατί δὲν ἀκολουθεῖς καλύτερα ἀνθρώπους ἐλεήμονες, ποὺ παρακαλοῦν νὰ σὲ ἀναπαύσουν καὶ νὰ σὲ θρέψουν καὶ νὰ σὲ περιποιηθοῦν; Ἀποκλείεται πιὰ νὰ θεραπευθεῖς ἀπὸ τὴν ψυχικὴ λέπρα καὶ νὰ δεῖς τὸ φῶς σου. Ποῦ βρέθηκε τώρα θαυματουργὸς αὐτὸς ὁ ἐμπαίκτης νὰ σοῦ τάζει πράγματα ἀκατόρθωτά σε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῆς παρούσης γενεᾶς; Ἀλλοίμονο! Θὰ χάσεις καὶ αὐτὴ τὴν θεραπεία ποὺ σοῦ προσφέρουν οἱ φιλόχριστοι καὶ φιλάδελφοι καὶ συμπονετικοὶ ἄνθρωποι καὶ τὶς κακουχίες καὶ θλίψεις θὰ ὑπομείνεις γιὰ μάταιες ἐλπίδες καὶ ὅσα σου ὑπόσχεται ὁ ἀπατεῶνας αὐτὸς καὶ πλάνος, ἀναμφίβολα, δὲν πρόκειται νὰ τὰ ἀποκτήσεις. Τί μπορεῖ νὰ κάνει αὐτός; Δὲν τὸ συλλογίζεσαι καὶ μόνος σου, χωρὶς νὰ σοῦ τὸ ποῦμε ἐμεῖς; Τί φαντάζεσαι; Ἐμεῖς ὅλοι δὲν βλέπομε; Ἢ εἴμαστε τυφλοί, ὅπως σου λέει αὐτὸς ὁ πλανεμένος; Ὅλοι μας βλέπομε καλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὅραση ἀνώτερη ἀπὸ τὴ δική μας. μὴν ἀπατᾶσαι».

Ἀλλὰ σὺ ὁ ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος μ᾿ ἔσωσες ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πραγματικὰ ἀπατεῶνες καὶ πλάνους με τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα ποὺ μοῦ χάρισες, ἐνισχύοντάς με νὰ ὑπομείνω κι ὅσα προανέφερα κι ἄλλα πολλά.
ΕΤΣΙ, καρτερικὰ καὶ σταθερὰ ὑπομένοντας ὅλα αὐτὰ κάθε μέρα ψηλαφητὰ μὲ θολὸ νερὸ κατὰ δύναμη πλενόμουν καὶ λουζόμουν, ὅπως μ᾿ ἐδίδασκε ὁ Ἀπόστολος ἐκεῖνος καὶ μαθητής σου. Ὥσπου κάποτε ποὺ κατευθυνόμουν τρέχοντας πρὸς τὴν πηγή, μοῦ φανερώθηκες στὸν δρόμο πάλι ἐσὺ ὁ ἴδιος, ἐσὺ ποὺ πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὸν βόρβορο μὲ εἶχες ἀνασύρει. Καὶ τότε γιὰ πρώτη φορᾷ μὲ τὴν ἄχραντη αἴγλη τοῦ προσώπου σου ἄστραψες στὰ ἀσθενικά μου μάτια, ὥστε τὸ λίγο φῶς ποὺ νόμιζα πῶς ἔχω, τὸ ἔχασα κι αὐτό, κι ἔτσι δὲν μπόρεσα νὰ σὲ ἀναγνωρίσω. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ δῶ ἢ νὰ σὲ γνωρίσω ποιὸς ἤσουν, ἀφοῦ οὔτε τὴν αἴγλη τοῦ προσώπου σου δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀτενίσω, οὔτε νὰ γνωρίσω καὶ νὰ κατανοήσω; Ἀπὸ τότε λοιπὸν δὲν ἀπαξίωνες ὁ ἀνυπερήφανος νὰ κατεβαίνεις συχνότερα πρὸς ἐμένα, καθὼς βρισκόμουν σ᾿ αὐτὴν τὴν πηγήν. Ἀλλὰ ἐρχόσουν καὶ κρατώντας μου τὸ κεφάλι, τὸ βύθιζες στὰ νερὰ καὶ μ᾿ ἔκανες νὰ βλέπω καθαρώτερα τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου. Εὐθὺς ὅμως χανόσουν, χωρὶς νὰ μ᾿ ἀφήνεις νὰ καταλάβω ποιὸς ἤσουν ἐσὺ ποὺ τὰ ἔκανες αὐτὰ ἢ ἀπὸ ποὺ ᾖρθες καὶ ποὺ πηγαίνεις. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τώρα ἀκόμη μου δίνεις νὰ τὸ καταλάβω. Ἔτσι, ἐρχόμενος καὶ φεύγοντας γιὰ ἀρκετὸ χρόνο, λίγο-λίγο μοῦ φανερωνόσουν ὅλο καὶ καλύτερα, μ᾿ ἔλουζες στὰ νερὰ καὶ μοῦ χάριζες νὰ βλέπω περισσότερο καὶ καθαρώτερο φῶς.

Ἀφοῦ τὸ ἔκανες αὐτὸ γιὰ πολὺ χρόνο, μὲ ἀξίωσες κάποτε νὰ δῶ ἕνα φοβερὸ μυστήριο: Καθὼς ἐρχόσουν καὶ μ᾿ ἔπλενες μὲ τὰ νερά, ὅπως μοῦ φαινόταν, καὶ μ᾿ ἔλουζες καὶ μὲ βύθιζες πολλὲς φορὲς μέσα σ᾿ αὐτά, εἶδα τὶς ἀστραπὲς ποὺ μὲ περιέλαμπαν καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ προσώπου σου ποὺ ἀναμίχθηκαν μὲ τὰ νερά, καὶ βλέποντας νὰ λούζομαι μὲ φωτόμορφο νερὸ ἔμεινα ἐκστατικός. Δὲν ἤξερα ὅμως ἀπὸ ποὺ ἐρχόταν οὔτε ποιὸς μοῦ τὸ πρόσφερε. Μόνο χαιρόμουν νὰ λούζομαι αὐξάνοντας στὴν πίστη, πετώντας μὲ τὰ φτερὰ τῆς ἐλπίδος καὶ ἀνεβαίνοντας μέχρι τὸν οὐρανό. Κι ἐκείνους τοὺς πλάνους, ποὺ μοῦ ψιθύριζαν τὰ λόγια της ἀπάτης καὶ τοῦ ψεύδους, τοὺς μισοῦσα πολὺ καὶ τοὺς λυπόμουν γιὰ τὴν πλάνη τους καὶ δὲν συναναστρεφόμουν οὔτε συνομιλοῦσα καθόλου μ᾿ αὐτούς, ἀλλὰ ἀπέφευγα ἀκόμα καὶ νὰ τοὺς βλέπω, γιὰ νὰ μὴ βλαφθῶ. Τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου ὅμως, δηλαδὴ τὸν ἅγιο μαθητὴν καὶ ἀπόστολό σου, τὸν τιμοῦσα καὶ τὸν σεβόμουν, ὅπως ἐσένα, τὸν πλάστη μου. Τὸν ἀγαποῦσα ὁλόψυχα, ἔπεφτα στὰ πόδια του νύχτα καὶ μέρα καὶ τὸν παρακαλοῦσα «ὅ,τι μπορεῖς βοήθησέ με», μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι κοντά σου ὅσα θέλει τὰ μπορεῖ.

Ἔτσι περνοῦσα μὲ τὴν χάρη σου γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ὅταν εἶδα πάλι ἕνα φοβερὸ μυστήριο: Μὲ πῆρες καὶ μὲ ἀνέβασες μαζί σου στοὺς οὐρανοὺς (δὲν ξέρω ἂν ἤμουν μὲ τὸ σῶμα ἢ χωρὶς τὸ σῶμα, ἐσὺ μόνο ξέρεις, ποὺ τὸ ἔκανες). Ἔμεινα ἀρκετὴ ὥρα μαζί σου. Θαύμασα τὸ μεγαλεῖο τῆς δόξης -ἀγνοῶ ὅμως ποιὰ καὶ τίνος ἦταν αὐτὴ ἡ δόξα- θαμπώθηκα ἀπὸ τὸ ὕψος κι ἔμεινα ἐκστατικός. Ἀλλὰ καὶ πάλι μ᾿ ἄφησες μόνον στὴν γῆ, ὅπου στεκόμουν πρωτύτερα καὶ βρέθηκα νὰ θρηνῶ καὶ νὰ ὀδύρομαι γιὰ τὴν ἀναξιότητά μου. Μὰ σὲ λίγο, ἐνῷ ἤμουν στὴ γῆ, ἄνοιξαν πάνω ψηλὰ οἱ οὐρανοὶ καὶ μ᾿ ἀξίωσες νὰ μοῦ ἀποκαλύψεις τὸ πρόσωπό σου σὰν ἥλιο ἀσχημάτιστο. Ἀλλ᾿ οὔτε τότε μ᾿ ἄφησες νὰ καταλάβω ποιὸς ἤσουν (γιατί πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ γνωρίσω, ἀφοῦ δὲν μοῦ μίλησες;) Κρύφτηκες ἀμέσως κι ἐγὼ τριγυρνοῦσα ἀναζητώντας σε, ἂν καὶ δὲν σὲ γνώριζα, καὶ ποθοῦσα νὰ δῶ τὴν μορφή σου καὶ νὰ γνωρίσω καλὰ ποιὸς ἤσουν. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὸν πολὺ πόθο καὶ τῆς ἀγάπης σου τὴν φλόγα ἔκλαιγα ἀσταμάτητα, μὴ γνωρίζοντας ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ μ᾿ ἔφερες ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη, μὲ λύτρωσες ἀπὸ τὸν βόρβορο κι᾿ ἔγινες γιὰ χάρη μου ὅλα ὅσα προεῖπα.

Ἔτσι λοιπόν, πολλὲς φορὲς μοῦ φανερώθηκες καὶ πολλὲς φορὲς πάλι χωρὶς νὰ μιλήσεις, μοῦ κρύφθηκες καὶ δὲν σ᾿ ἔβλεπα καθόλου. Ἔβλεπα τὶς ἀστραπὲς καὶ τὴν αἴγλη τοῦ προσώπου σου νὰ μὲ περικυκλώνουν συνεχῶς, ὅπως κάποτε μέσα στὰ νερά, ἀλλ᾿ ἀδυνατοῦσα ὁλότελα νὰ τὶς συγκρατήσω. Θυμόμουν πόσο ψηλὰ σὲ εἶδα κάποτε. Καὶ νομίζοντας ὁ ἀνόητος ὅτι εἶσαι ἄλλος, ζητοῦσα μὲ δάκρυα πάλι νὰ σὲ δῶ.
Καταπίεζα λοιπὸν τὸν ἑαυτό μου μὲ πολὺ λύπη καὶ θλίψη καὶ στενοχώρια καὶ λησμόνησα ὁλότελα ὅλο τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια, μὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου, μὴ βάζοντας στὸ νοῦ μου ὅτι ὑπάρχει τίποτε ὁρατὸ ἢ σκιὰ ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τότε ἦταν ποὺ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀψηλάφητος καὶ ἄπιαστος μοῦ φανερώθηκες. Ἔνιωσα νὰ μοῦ καθάρεις τὸν νοῦ, νὰ μοῦ πλαταίνεις τὸ ὀπτικὸ τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μ᾿ ἀξιώνεις νὰ βλέπω ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τὴν δόξα σου. Ἔβλεπα πῶς καὶ σὺ ὁ ἴδιος ὅλο καὶ περισσότερο μεγαλώνεις καὶ λάμποντας πλαταίνεις πιὸ πολύ. Αἰσθανόμουν σιγὰ-σιγὰ νὰ ἔρχεσαι καὶ νὰ μὲ πλησιάζεις, καθὼς ὑποχωροῦσε τὸ σκοτάδι, ὅπως μᾶς συμβαίνει πολλὲς φορὲς καὶ μὲ τὰ αἰσθητά: ὅταν π.χ. ἡ σελήνη φέγγει στὸν οὐρανὸ καὶ τὰ σύννεφα μοιάζουν νὰ περπατοῦν, τότε μας φαίνεται πὼς ἡ σελήνη τρέχει πολὺ γρήγορα, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα δὲν αὐξάνει καθόλου τὴν συνηθισμένη της ταχύτητα, οὔτε ἀλλάζει τὴν ἀρχική της πορεία. Ἔτσι καὶ σὺ Δέσποτα, φαινόσουν νὰ ἔρχεσαι ὁ ἀκίνητος καὶ νὰ μεγαλώνεις ὁ ἀναλλοίωτος καὶ νὰ παίρνεις μορφὴ ὁ ἀσχημάτιστος.

Ὅταν ἕνας τυφλὸς ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ βρίσκει τὸ φῶς του καὶ νὰ διακρίνει τὴν μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ περιγράφει λίγο-λίγο πῶς εἶναι, δὲν μεταποιεῖται οὔτε μεταβάλλεται ἡ ἴδια ἡ μορφή. Ἀλλὰ ὅσο καθαρίζεται ἡ ὀπτικὴ δύναμη τῶν ὀφθαλμῶν του, τόσο βλέπει τὴν μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου ὅπως εἶναι, γιατὶ ὁλόκληρη τυπώνεται στὴν ὀπτικὴ αἴσθηση καὶ μέσῳ αὐτῆς εἰσχωρεῖ, ἀποτυπώνεται καὶ χαράζεται σὰν σὲ πίνακα στὴ νοερὴ καὶ μνημονευτικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀκριβῶς καὶ σὺ μοῦ φανερώθηκες, ἀφοῦ τέλεια καθάρισες τὸ νοῦ μου μὲ τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βλέποντας πιὰ ὁ νοῦς μου διαυγέστερα καὶ καθαρώτερα, νόμιζα ὅτι ἀπὸ κάπου βγαίνεις καὶ φαίνεσαι λαμπρότερος. Μοῦ ἀποκάλυψες τότε χαρακτῆρα ἀσχημάτιστης μορφῆς καὶ μ᾿ ἔβγαλες ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο (μπορῶ νὰ πῶ καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα, γιατὶ δὲν μοῦ ἔδωσες νὰ τὸ κατανοήσω ἀκριβῶς). Ἄστραψες λοιπὸν καὶ μοῦ φάνηκε πὼς φανερώθηκες ὅλος σε ὅλον ἐμένα, ποὺ ἔβλεπα πιὰ καλά. Σοῦ εἶπα.

-Ὢ Δέσποτα, ποιὸς νὰ εἶσαι;
Τότε μ᾿ ἀξίωσες γιὰ πρώτη φορᾷ, τὸν ἄσωτο, ν᾿ ἀκούσω τὴν φωνή σου. Μοῦ μίλησες μὲ πολλὴ προσήνεια καὶ μοῦ εἶπες:
-Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος γιὰ σένα. Μὲ ἀναζήτησες μ᾿ ὅλη σου τὴν ψυχή. γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ εἶσαι ἀδελφὸς καὶ φίλος καὶ συγκληρονόμος μου!
Ἔκπληκτος, ἔκθαμβος κι ἔντρομος ἐγώ, λίγο καταλάβαινα καὶ μονολογοῦσα:
-Τί θέλει ἄραγε ἡ δόξα αὐτὴ κι λαμπρότητα ἡ μεγάλη; Καὶ πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ ἐγὼ ἀξιώθηκα τέτοια ἀγαθά;
Κατάπληκτος, μὲ τὴν ψυχὴ φοβισμένη καὶ τὴν δύναμη παραλυμένη ἀναρωτιόμουν:
-Ποιὸς εἶμαι ἐγὼ Δέσποτα ἢ τί καλὸ ἔπραξα ὁ ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος, γιὰ νὰ μὲ καταστήσεις ἄξιον τέτοιων ἀγαθῶν καὶ συμμέτοχο καὶ συγκληρονόμο τέτοιας δόξης;
Κι ἐνῷ σκεφτόμουν ὅτι αὐτὴ ἡ δόξα καὶ χαρὰ ξεπερνάει τὸ νοῦ, ἐσὺ ὁ Δεσπότης συνομιλώντας πάλι μ᾿ ἐμένα σὰν φίλος μὲ φίλο, μοῦ εἶπες μὲ τὸ πνεῦμα ποὺ μιλοῦσε ἐντός μου:
-Αὐτὰ σοῦ τὰ δώρησα μόνο γιὰ τὴν πρόθεση, τὴν προαίρεση καὶ τὴν πίστη σου. Κι ἄλλα ἀκόμη θὰ σοῦ δωρήσω. Γιατί τί ἄλλο ἔχεις ἢ εἶχες ποτὲ δικό σου, ἀφοῦ πλάστηκες ἀπὸ μένα γυμνός, ὥστε νὰ τὸ λάβω καὶ νὰ σοῦ δώσω ἀντὶ γιὰ ἐκεῖνο αὐτά; Ἂν βέβαια δὲν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν σάρκα, δὲν θὰ δεῖς τὸ τέλειο οὔτε θὰ μπορέσεις νὰ τὸ ἀπολαύσεις ὁλόκληρο.

Ἐγὼ ρώτησα τότε:
-Ἀλλὰ τί μεγαλύτερο ἢ λαμπρότερο ἀπ᾿ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει; Ἐμένα μοῦ ἀρκεῖ νὰ εἶμαι ἔτσι καὶ μετὰ τὸν θάνατο.
Πόσο μικρόψυχος εἶσαι, μοῦ εἶπες, ποὺ ἀρκεῖσαι σ᾿ αὐτά! Αὐτά, συγκρινόμενα μὲ τὰ μέλλοντα, εἶναι τὸ ἴδιο σὰν ἕνα οὐρανὸ ποὺ τὸν ζωγράφισες στὸ χαρτὶ καὶ τὸν κρατᾷς στὰ χέρια σου. Ὅσο αὐτὸς ὑστερεῖ ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ οὐρανό, τόσο ἀσύγκριτα περισσότερο θὰ σοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ μέλλουσα δόξα ἀπ᾿ αὐτὴν ποὺ βλέπεις τώρα.
Λέγοντας αὐτὰ σώπασες καὶ λίγο-λίγο ὁ καλὸς καὶ γλυκὸς δεσπότης κρύφτηκες ἀπὸ τὰ μάτια μου, εἴτε ἐπειδὴ ἐγὼ ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ σένα, εἴτε ἐπειδὴ σὺ ἔφυγες ἀπὸ κοντά μου, δὲν ξέρω. Τότε ᾖρθα πάλι στὸν ἑαυτό μου, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ κάπου ἐπέστρεψα, καὶ μπῆκα στὸ πρῶτο μου σκήνωμα. Θυμόμουν λοιπὸν τὸ κάλλος τῆς δόξης καὶ τῶν λόγων σου, καθὼς περπατοῦσα, καθόμουν, ἔτρωγα, ἔπινα, προσευχόμουν κι ἔκλαιγα ζώντας μέσα σὲ ἀνέκφραστη χαρὰ ποὺ σὲ γνώρισα, τὸν Ποιητὴ τῶν ἁπάντων. Καὶ πῶς νὰ μὴ χαιρόμουν; ὅμως πάλι λυπόμουν, γιατί ποθοῦσα ἔτσι νὰ σὲ ξαναδῶ. Κάποτε λοιπὸν ποὺ πῆγα νὰ ἀσπασθῶ τὴν εἰκόνα ἐκείνης ποὺ σὲ γέννησε κι᾿ ἔπεσα νὰ τὴν προσκυνήσω, πρὶν σηκωθῶ, μοῦ φανερώθηκες μέσα στὴν ταλαίπωρη καρδιά μου, ποὺ τὴν μετέβαλες σὲ φῶς. Τότε κατάλαβα ὅτι σ᾿ ἔχω μέσα μου συνειδητά. Ἀπὸ τότε λοιπὸν δὲν σὲ ἀγαποῦσα ἀναπολώντας στὴν μνήμη μου ἐσένα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ σένα, ἀλλὰ πίστεψα ὅτι ἔχω ἀληθινὰ μέσα μου ἐσένα, τὴν ἐνυπόστατη ἀγάπη, γιατὶ ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶσαι σύ, ὁ Θεός.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν πίστη φυτεύθηκε ἡ ἐλπίδα, ποτίστηκε μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα, λαμπρύνθηκε μὲ τὶς ἐλλάμψεις τοῦ φωτός σου κι ἔτσι ριζώθηκε κι αὐξήθηκε πολύ. Ἔπειτα, σὺ ὁ ἴδιος, ὁ καλὸς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ᾖλθες μὲ τὴν μάχαιρα τῶν πειρασμῶν, δηλαδὴ μὲ τὴν ταπείνωση καὶ κόβοντας τὰ κλωνάρια τῶν λογισμῶν ποὺ εἶχαν ἀνέβει πολὺ ψηλά, μπόλιασες στὴν ἐλπίδα μόνη τὴν ἁγία σου ἀγάπη σὰν σὲ μία ρίζα δένδρου. Βλέποντάς την λοιπὸν μέρα μὲ τὴ μέρα ν᾿ αὐξάνει καὶ νὰ μοῦ μιλάει συνεχῶς, -ἢ μᾶλλον σὺ δι᾿ αὐτῆς νὰ μὲ διδάσκεις καὶ νὰ μὲ περιλάμπεις- ζῶ μὲ τόση χαρά, σὰν νὰ εἶμαι ἤδη πάνω ἀπὸ κάθε πίστη καὶ ἐλπίδα, καθὼς φωνάζει ὁ Παῦλος:
«Αὐτὸ ποὺ ἤδη βλέπει κανείς,
Ποιὸς λόγος ὑπάρχει νὰ τὸ ἐλπίζει;»
Ἂν λοιπὸν ἐγὼ σὲ ἔχω, τί περισσότερο νὰ ἐλπίζω;
Μοῦ εἶπες πάλι Δέσποτα:
- Ἄκουσέ με. Καθὼς βλέπεις τὸν ἥλιο μέσα στὰ νερά, τὸν ἴδιον ὅμως τότε καθόλου δὲν τὸν βλέπεις, ἀφοῦ εἶσαι σκυμμένος κάτω, ἔτσι νὰ σκέφτεσαι καὶ γι᾿ αὐτὸ ποὺ σοῦ συμβαίνει. Ἀσφάλιζε τὸν ἑαυτό σου καὶ φρόντιζε συνεχῶς νὰ μὲ βλέπεις ἐντός σου καθαρὰ καὶ ζωηρά, ὅπως τὸν ἥλιο στὰ καθαρὰ νερά. Κι᾿ ἔπειτα θ᾿ ἀξιωθεῖς, καθώς σου εἶπα, νὰ μὲ δεῖς ἔτσι μετὰ τὸν θάνατον. Εἶ δὲ μή, ὅλος ὁ κύκλος αὐτῶν τῶν ἔργων καὶ κόπων καὶ λόγων σου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσουν καθόλου. Μᾶλλον θὰ σὲ καταδικάσουν περισσότερο καὶ θὰ σοῦ προξενήσουν μεγαλύτερη θλίψη, ἐπειδὴ καθὼς ξέρεις,
«οἱ δυνατοὶ θὰ ἐξετασθοῦν δυνατά».

Γιατὶ ἡ φτώχεια δὲν εἶναι αἰτία ντροπῆς τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε φτωχὸς οὔτε ἡ λύπη ποὺ προξενεῖ τὸν λυπεῖ αὐτὸν τόσο, ὅσο ἐκεῖνον πού, ἀφοῦ πλούτισε καὶ δοξάσθηκε καὶ ὑψώθηκε κι ἔγινε φίλος μὲ τὸν ἐπίγειο βασιλέα, ἔπειτα ἐξέπεσε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ κατάντησε σὲ παντελῆ φτώχεια. Ἂν καὶ οἱ ἀναλογίες δὲν εἶναι ἴδιες ἀνάμεσα στὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ καὶ στὰ πνευματικὰ καὶ ἀόρατα. Σ᾿ αὐτοὺς δηλ. ποὺ γιὰ κάποια αἰτία ξέπεσαν ἀπὸ τὴ φιλία καὶ τὴν δουλεία τοῦ ἐπιγείου βασιλέως, ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι κύριοι τῶν ὑπαρχόντων τους καὶ νὰ τ᾿ ἀπολαμβάνουν καὶ νὰ ζοῦν. Ἂν ὅμως ἐκπέσει κανεὶς ἀπὸ τὴ δική μου ἀγάπη καὶ φιλία, δὲ μπορεῖ καθόλου νὰ ζήσει -γιατὶ ἡ ζωή του εἶμαι ἐγὼ -ἀλλὰ εὐθὺς γυμνώνεται ἀπ᾿ ὅλα καὶ παραδίνεται αἰχμάλωτος στοὺς δικούς μου καὶ δικούς του ἐχθρούς. Ἐκεῖνοι τὸν παραλαμβάνουν καὶ λόγω τῆς προηγουμένης ἀγάπης εὐνοίας καὶ ἀγάπης ποὺ εἶχε πρὸς ἐμένα, τοῦ ἐπιτίθενται μὲ μεγαλύτερη μανία τιμωρώντας, καταγελώντας καὶ περιπαίζοντάς τον.

ΝΑΙ, Πανάγιε Βασιλιᾶ μου, πιστεύω κι᾿ ἐγὼ σὲ σένα τὸν Θεό μου, πὼς πράγματι ἔτσι εἶναι καὶ προσπέφτοντας σὲ θερμοπαρακαλῶ.
Φύλαξέ με τὸν ἁμαρτωλὸ κι ἀνάξιο ποὺ ἐλέησες, καὶ τὸ βλαστάρι τῆς ἀγάπης σου ποὺ μπόλιασες στὸ δένδρο τῆς ἐλπίδας μου στήριξέ το μὲ τὴ δύναμή σου, νὰ μὴν τὸ σαλέψουν οἱ ἄνεμοι, νὰ μὴν τὸ συντρίψει ἡ καταιγίδα, νὰ μὴν τὸ σπάσει κανένας ἐχθρός, νὰ μὴν τὸ κάψει ὁ καύσωνας τῆς ἀμελείας, νὰ μὴν ξεραθεῖ ἀπὸ τὴ ῥᾳθυμία καὶ τοὺς μετεωρισμούς, νὰ μὴν ἐξαφανισθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Ξέρεις ἐσὺ ποὺ μοῦ τὸ χάρισες καὶ μοῦ τὸ φύτεψες αὐτό, πὼς ἐξαιτίας του εἶμαι ἀβοήθητος ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου καὶ δικό σου ἀπόστολο, καθὼς ἐσὺ θέλησες, τὸν χώρισες σωματικὰ ἀπὸ μένα.

Ξέρεις ἐσὺ τὴν ἀσθένειά μου, ξέρεις καλὰ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν μεγάλη ἀδυναμία μου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, σπλαγχνίσου με πιὸ πολὺ ἀπὸ δῶ καὶ μπρός, πολυεύσπλαγχνε Κύριε. Μ᾿ ὅλη μου τὴν καρδιὰ πέφτω στὰ πόδια σου ἱκετεύοντας ἐσένα, ποὺ μοῦ φανέρωσες τόσες ὡραιότητες. Στερέωσε στὴν ἀγάπη σου τὴν ψυχή μου καὶ δῶσε νὰ ριζώσει βαθιὰ στὴν ψυχή μου ἡ ἀγάπη σου, γιὰ νὰ εἶσαι, σύμφωνα μὲ τὴν ἄχραντη κι᾿ ἅγια κι᾿ ἀψευδῆ σου ἐπαγγελία, ἐσὺ μέσα σε μένα κι ἐγὼ νὰ ὑπάρχω μέσα σὲ σένα. Ἡ ἀγάπη σου θὰ μὲ σκεπάζει κι ἐγὼ θὰ τὴν σκεπάζω καὶ θὰ τὴν φυλάω ἐντός μου, θὰ μὲ βλέπεις Δέσποτα μέσα σ᾿ αὐτὴν κι ἐγὼ θ᾿ ἀξιώνομαι νὰ σὲ βλέπω μέσα ἀπ᾿ αὐτήν, τώρα μὲν σὰν σὲ καθρέπτη καὶ ἀμυδρά, καθὼς εἶπες, ἐνῷ τότε, σ᾿ ὅλη τὴν ἀγάπη ὅλον ἐσένα ποὺ εἶσαι ἀγάπη κι ἔτσι μας ἀξίωσες νὰ σὲ ὀνομάζουμε, γιατὶ σὲ σένα πρέπει κάθε εὐχαριστία, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνηση, στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἔκδοση Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Κάλαμος Ἀττικῆς

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2023

ΤΟ ΠΛΟΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


 κάθε Ὀρθόδοξος Ναὸς συμβολίζει τὸ Πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο εἶναι θεανθρώπινο καὶ θεοΐδρυτο. Καθὼς τὰ κύματα τῶν παθῶν μᾶς κτυποῦν· καθὼς ὁ κόσμος, τὸ περιβάλλον μας θεριεύει· καθὼς ὁ ἐχθρὸς καὶ ἡ εὐπερίστατος ἁμαρτία ἀπειλοῦν πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως νὰ μᾶς συντρίψουν στὰ βράχια, εἶναι καλὸ νὰ θυμώματε ὅτι, ἐφ᾿ ὅσον παραμένουμε ἐπάνω καὶ μέσα στὸ Πλοῖο τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε ἀσφαλεῖς. Κυβερνήτης στὸ τιμόνι τοῦ Πλοίου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μας... Τὸ πλήρωμά Του εἶναι ἡ Παναγία μας, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ ὅλος ὁ χορὸς τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος Ἁγίων... Γνωρίζουμε, ὅτι τὸ Πλοῖο αὐτὸ κατευθύνεται πρὸς ἀσφαλῆ Λιμένα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιατί λοιπὸν ἀγχωνόμαστε;... Γιατί ἀνησυχοῦμε;... Γιατί ὀλιγοψυχοῦμε;... Ἂς παραμείνουμε ἐπάνω καὶ μέσα στὸ Πλοῖο, ἐν Μετανοίᾳ, ἐν Ἀγάπῃ, καὶ μὲ Ἐλπίδα... Καὶ ἔχει ὁ Θεός!...


Ὁ Ἐρανιστὴς


† ὁ Μητροπολίτης Κυπριανὸς


30.10.2023 ἐκ. ἡμ.,


† Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίας τῆς Ῥωμαίας

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ (τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου Μητροπολίτη Νέας Ὑόρκης καὶ Ἀνατολικῆς Ἀμερικῆς)


(Απευθείας μετάφραση από το Google)

Για το Φως του Κόσμου

Όταν μεταμορφώθηκες στο βουνό, Χριστέ Θεέ μας, έδειξες τη δόξα Σου στους μαθητές Σου όσο μπορούσαν να την αντέξουν. Είθε το αιώνιο φως Σου να λάμψει και σε εμάς, τους αμαρτωλούς, με τις μεσιτείες της Θεοτόκου. Δότρια Φωτός, δόξα σε Σένα. (Τροπάριο Εορτών, ήχος 7)

Έτσι ψάλλει η Αγία μας Εκκλησία σε αυτήν την εορτή, αναπολώντας εκείνο το θαυμάσιο γεγονός που έγινε πριν από τόσο καιρό στο όρος Θαβώρ. Στο ίδιο βουνό, που υψώνεται μεγαλοπρεπώς πάνω από την παλαιστινιακή πεδιάδα, γίνεται ακόμη και σήμερα μια θριαμβευτική γιορτή αυτού του ένδοξου γεγονότος.

Λέγοντας μας πώς έγινε η Μεταμόρφωση, το Ιερό Ευαγγέλιο λέει ότι ο Σωτήρας ανέβηκε στο βουνό «για να προσευχηθεί». Αναφερόμενος σε αυτό το απόσπασμα σε ένα κήρυγμα, ένας από τους μεγάλους επισκόπους μας εξήγησε ότι ο άμεσος σκοπός της ανόδου Του στο βουνό ήταν η πρόθεση του Σωτήρα να προσευχηθεί εκεί. Αλλά όχι μόνο να προσεύχεται, γιατί το τροπάριο λέει ότι έδειξε τη δόξα Του στους μαθητές Του «όσο άντεχαν», δηλαδή όσο μπορούσαν να αντιληφθούν αυτή τη δόξα. Και το κονδάκ δείχνει ότι ο Κύριος το έκανε αυτό ακριβώς για να θυμούνται αυτό το υπέροχο θαύμα όταν έρθει η ώρα να υποφέρει...

Και έτσι προσευχόμαστε: «Ας λάμψει το φως πάνω μας, αμαρτωλοί, με τις προσευχές της Θεοτόκου».

Τι πνευματικό σκοτάδι έχει επικρατήσει στον κόσμο σήμερα! Και γίνεται όλο και πιο σκοτεινό, πιο πυκνό. Ο Κύριος είπε στο Ευαγγέλιο ότι αυτός που κάνει το κακό δεν μπορεί να αντέξει το φως, αλλά κάνει τις πράξεις του στο σκοτάδι, φοβούμενος το φως και φεύγοντας από αυτό. Και τώρα ένα πυκνό σκοτάδι έχει τυλίξει την ανθρωπότητα, Εξαιτίας αυτού του είδους της ανομίας, όλων των ακαθαρσιών που κυοφορούνται σήμερα από τους γιους των ανθρώπων, που όλα διαπράττονται ανοιχτά. Σαφή. για το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας το πνευματικό φως ήδη εξασθενεί και σχεδόν έχει σβήσει. Για το λόγο αυτό, πρέπει να προσευχόμαστε να λάμψει και πάνω μας το αιώνιο φως που φώτισε τους αποστόλους στο όρος Θαβώρ. Ο Κύριος ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί και κατά τη διάρκεια της προσευχής μεταμορφώθηκε. Από τους βίους των αγίων γνωρίζουμε ότι πολλοί από αυτούς μεταμορφώθηκαν με τον ίδιο θαυματουργό τρόπο - και ακριβώς κατά τη διάρκεια της προσευχής ... όπως οι αρχαίοι ασκητές έλαμπαν με μια ακτινοβολία φωτός σαν τον ήλιο, έτσι και στους νεότερους χρόνους στη μεγάλη Ρωσία, οι ασκητές έλαμπε με άκτιστο φως Από τον βίο του Αγίου Σεραφείμ ξέρετε πώς το άγιο πρόσωπό του έλαμψε σαν ήλιος κατά τη συνομιλία του με τον Μοτοβίλοφ. Γνωρίζουμε επίσης ένα περιστατικό στη ζωή του γέρου Αμβροσίου (της Όπτινα). Ενώ ήταν μόνος του στο κελί του και προσευχόταν, ένας μοναχός όρμησε μέσα και το ίδιο ξαφνικά τον έπληξε ο φόβος —είχε δει τον προσευχόμενο γέροντα να λάμπει σαν τον ήλιο στο σκοτάδι του κελιού του. Με τον ίδιο τρόπο ξέρουμε ότι πολλοί είδαν τον Άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης να περιβάλλεται από ένα υπέροχο θείο φως τη στιγμή που βρισκόταν μπροστά στο βωμό, κάνοντας τη φλογερή προσευχή του στον Κύριο της Δόξας. Η πείρα έχει δείξει ότι όταν κάποιος προσεύχεται αληθινά, φωτίζεται. Μπορεί κανείς πάντα να διακρίνει ανάμεσα σε αυτούς που προσεύχονται υποκριτικά, για επίδειξη, και σε εκείνους που προσεύχονται ειλικρινά, χωρίς να σκέφτονται κανέναν άλλο από τον Θεό, ενώπιον του οποίου μόνο στέκονται.

Αυτό το πνευματικό φως, αυτό το αιώνιο φως, είναι που μπορεί να μας φωτίσει στην ειλικρινή προσευχή: Γι' αυτό, είτε προσευχόμαστε πολύ είτε για σύντομο χρονικό διάστημα, πρέπει να θεωρούμε τις στιγμές που περνάμε στην προσευχή ως τον πιο σημαντικό χρόνο μας, τη ζωή, για αυτή τη φορά στεκόμαστε ενώπιον του Θεού και μιλάμε μαζί Του. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι κατά την ανάγνωση του Ιερού Ευαγγελίου και των πατερικών συγγραμμάτων, ο Θεός μας μιλάει. Και στην προσευχή - μιλάμε με τον Θεό, αυτό είναι μεγάλο όφελος για την ψυχή, γιατί στη συνομιλία με τον Δημιουργό και τον Κύριο, η ψυχή κάποιου φωτίζεται με αυτό το φως για το οποίο προσευχόμαστε σε αυτή τη φωτεινή γιορτή της Μεταμόρφωσης του Κυρίου μας .

Μητροπολίτης Φιλάρετος Πρώτος Ιεράρχης της Εξωτερικής Ρωσικής Εκκλησίας

Σάββατο 19 Αυγούστου 2023

ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ 2023 (τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντος)

 

Γιὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος

Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στὴν γῆ σήμανε τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας Του. Ἔτσι ἄρχισε τὸ θεῖο Κήρυγμά Του: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (Ματθ. δ’ 17).

Γι΄ αὐτὸ καὶ πρὸ τῆς θείας καὶ ἐνδόξου Μεταμορφώσεώς Του, λίγο καιρὸ πρὶν ἀπὸ τὰ Πάθη καὶ τὴν σωτήριο Σταύρωση, διακήρυξε ὅτι ὑπάρχουν μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ στέκονται ἐδῶ (ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Μαθητάς Του), οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατον, «ἕως ἄν ἴδωσι τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ Βασιλείᾳ αὐτοῦ» (Ματθ. ιστ’ 28).

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς βεβαιώνει ὅτι «δόξαν τοῦ Πατρὸς καὶ Βασιλείαν ἑαυτοῦ καλῶν, τὸ φῶς τῆς οἰκείας Μεταμορφώσεως». Ὁ αὐτὸς Ἅγιος ἀποσαφηνίζει ὅτι τὸ νὰ ἔρχεται ἡ Βασιλεία Του, δὲν δηλώνει ὅτι φθάνει ἀπὸ ἀλλοῦ σὲ ἄλλο μέρος, ἀφοῦ «πανταχοῦ ἐστὶν ὁ τοῦ παντὸς Βασιλεύς, καὶ πανταχοῦ ἐστὶν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ», ἀλλὰ (δηλώνει) ὅτι αὐτὴ φανερώνεται-ἀποκαλύπτεται μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ δύναμη αὐτὴ δὲν παραγίνεται στοὺς τυχόντες, ἀλλὰ «τοῖς ἑστηκόσι μετὰ τοῦ Κυρίου», δηλαδὴ στοὺς στηριγμένους στὴν πίστη Του κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν τριῶν προκρίτων Ἀποστόλων, Πέτρου Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου, τοὺς ὁποίους συμπαρέλαβε ὁ Κύριος στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, στὸ Θαβώρ.

Τί σημαίνει ὅμως «μεταμορφώθηκε»; Σημαίνει ὅτι ἄνοιξε ὅπως εὐδόκησε λίγο ἀπὸ τὴν Θεότητά Του καὶ ἔδειξε στοὺς Ἀποστόλους τὸν ἔνοικο Θεό. Αὐτὸ ἐννοοῦμε, ὅταν ψάλλουμε στοὺς ὕμνους τῆς Ἑορτῆς: «Τῆς Θεότητός σου, Χριστέ, ἀμυδρὰν αὐγὴν παραγυμνώσας τοῖς συναναβᾶσί σοι ἐπὶ τοῦ ὄρους…».

Αὐτὸ ὅμως ποὺ οἰκονομικῶς καὶ «ἀμυδρῶς», «καθὼς ἠδύναντο», εἶδαν οἱ τρεῖς Ἀπόστολοι, συνέβαινε πάντοτε, καθ΄ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἐπιγείου Παρουσίας τοῦ Λόγου. Διότι ἤδη ἀπὸ τὴν στιγμὴ τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι συλλήψεως τῆς Σαρκός, ποὺ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρὸς προσέλαβε ἐν τῷ Προσώπῳ Του, τὴν θέωσε καὶ τὴν πλούτισε μὲ τὰ «αὐχήματα», δηλαδὴ μὲ τὴν Δόξα τῆς Θεότητος, ἑνώνοντάς την ὑποστατικῶς μὲ τὴν θεία Του Φύση, ἐντὸς τῆς Παναχράντου Θεοτόκου. Ἡ ὑποστατικὴ ὅμως ἕνωση δὲν κατήργησε, οὔτε σύγχυσε τὶς δύο τέλειες Φύσεις, Θεία καὶ Ἀνθρώπινη. Διότι, σύμφωνα μὲ τὴν Δογματικὴ διατύπωση τῆς ἁγίας Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, στὸ Πρόσωπο τοῦ Θεοῦ Λόγου ἑνώθηκαν οἱ δύο Φύσεις «ἀτρέπτως, ἀσυγχύτως, ἀχωρίστως καὶ ἀδιαιρέτως».

Ὁ Θεάνθρωπος λοιπὸν «εἶχε ὑπὸ τὴν σάρκα κεκρυμμένην τὴν λαμπρότητα τῆς φύσεως τῆς θείας», κατὰ τὸν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Καὶ αὐτὴ ἡ θεία δόξα καὶ λαμπρότητα ἦταν ἀθέατη, διότι ἡ περίοδος μέχρι τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ταφή, ἦταν περίοδος «κενώσεως» (Φιλιπ. β’ 7), ἄκρας ταπεινώσεως, ὅπου ὁ Κύριος καὶ Θεός μας, κατὰ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, «ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας καὶ περὶ ἁμαρτίας, κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί» (Ρωμ. η’ 3), χαρίζοντάς μας τὴν θεία Ἀπολύτρωση.

Ἡ Μεταμόρφωσις ὑπῆρξε ἡ πρώτη ἄμεσα αἰσθητὴ φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἐπίγεια ζωή Του, πρὶν ἀπὸ τὴν φανέρωση αὐτῆς στὴν πληρότητά της κατὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ Ἀνάληψή Του. Μεταμορφώθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ φανεῖ ὅτι «βροτὸς (δηλαδὴ θνητὸς) τὸ ὁρώμενον, ἀλλὰ Θεὸς τὸ κρυπτόμενον».

Ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγει ὅτι τὸ Πρόσωπον Αὐτοῦ ἔλαμψεν «ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. ιζ’ 2). Τὸ Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως δὲν ἦταν αἰσθητὸ καὶ κτιστὸ «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», ἀλλὰ ἄκτιστο ὡς «δόξα τοῦ Θεοῦ Πατρός». Καὶ ὅπως αὐτὸ δὲν ἦταν αἰσθητό, ἔτσι καὶ οἱ βλέποντες (οἱ Μαθητές), δὲν τὸ εἶδαν ἁπλῶς μὲ τοὺς αἰσθητοὺς ὀφθαλμούς, ἀλλὰ μὲ μετασκευασμένους «τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος», ὅπως λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.

Ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του «διήνοιξεν αὐτῶν τῶν νοῦν τοῦ συνιέναι (γιὰ νὰ καταλαβαίνουν) τὰς γραφάς» (Λουκ. κδ’ 45), «διανοίγει» καὶ στὸ Θαβὼρ τὰ μάτια τους καὶ ἀπὸ τυφλοὺς τοὺς καθιστᾶ βλέποντας. Εἶχε ἤδη προηγηθεῖ τρίχρονη μαθητεία τους κοντὰ στὸν Χριστό. Γι΄ αὐτὸ ἡ καθαρμένη καρδιά τους δέχεται τὴν θεία Χάρη καὶ θεωροῦν ἔστω καὶ γιὰ λίγο τὴν θεϊκὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἔτσι δὲν τυφλώθηκαν, ὅπως δὲν τυφλώθηκε καὶ ἡ Μυροφόρος Μαρία ἡ Μαγδαληνή, βλέπουσα τὸν Ἀναστάντα Χριστόν, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τυφλώθηκε, ὅταν ὡς διώκτης Σαῦλος εἶδε τὸ ἴδιο Φῶς στὴν πορεία του πρὸς τὴν Δαμασκό (βλ. Πράξ. θ’ 8).

Πρέπει ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι καὶ οἱ καταξιωθέντες τῆς μετοχῆς τοῦ θείου αὐτοῦ Φωτὸς ἄνθρωποι, τὸ δέχονται μόνον «χάριτι» ἀπὸ τὸ «φύσει» ὑπᾶρχον ἐντὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καὶ ἐπίσης, ὅτι τὸ Φῶς αὐτὸ ἀποτελεῖ φυσικὴ ἄκτιστη Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι θεία Οὐσία, ἡ Ὁποία εἶναι τελείως ἀπρόσιτη καὶ ἀμέθεκτη ἀπὸ τὰ δημουργήματα.

Ἡ ἐμφάνιση δὲ τοῦ Μωυσέως καὶ τοῦ Ἠλία ἀπεκάλυπτε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ζώντων καὶ νεκρῶν, ὅτι εἶναι Κύριος τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν, ἀφοῦ ὅλες οἱ προτυπώσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης Αὐτὸν προδήλωναν καὶ σὲ Αὐτὸν ἀπέβλεπαν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέεται ὁ Κύριος μὲ τοὺς δούλους.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, σημειώνεται, ὅτι δὲν ἤξερε τὶ ἔλεγε ὅταν μίλησε γιὰ τρεῖς σκηνές, ἐπειδὴ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ καιρὸς τῆς συντελείας δὲν εἶχε φθάσει -ἀλλὰ καὶ ὅταν φθάσει δὲν θὰ χρειάζονται χειροποίητες σκηνές-, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξισώνει τὸν Δεσπότη μὲ τοὺς δούλους ἐξ αἰτίας τῆς ὁμοιότητος τῶν σκηνῶν. Διότι ὁ μὲν Χριστός, ὡς Υἱὸς γνήσιος, «ἐν τοῖς κόλποις τοῦ Πατρὸς ἐστίν», ἐνῶ οἱ Προφῆτες, ὡς υἱοὶ γνήσιοι τοῦ Ἀβραάμ, «ἐν τοῖς κόλποις Ἀβραὰμ οἰκήσουσιν», κατὰ τὴν ἐξήγηση καὶ πάλι τοῦ Ἁγίου τοῦ Φωτὸς καὶ Κήρυκος τῆς Χάριτος Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Θαυματουργοῦ.

Τότε, «νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτοὺς» (Ματθ. ιζ’ 5), δείχνοντας «τίς ἡ τῷ Χριστῷ πρέπουσα σκηνή». Καὶ ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς «ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν΄ ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». Ἔχουμε καὶ ἐδῶ δηλαδὴ ὅπως καὶ κατὰ τὴν Βάπτιση στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ μία καταπληκτικὴ Θεοφάνεια, μία Ἁγιοτριαδικὴ φανέρωση τοῦ Ἑνὸς κατὰ τὴν Οὐσία ἀλλὰ Τριῶν κατὰ τὶς Ὑποστάσεις Θεοῦ. Ὁ Ἄναρχος Πατὴρ εὐδοκεῖ καὶ ἀναπαύεται καὶ ἀρέσκεται τελείως στὸν Ἀγαπητὸ Υἱό Του. Τὸ δὲ Ἅγιο Πνεῦμα ὑποδηλώνεται μὲ τὴν φωτεινὴ Νεφέλη. Τὸ ὅλο Μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας καὶ Σωτηρίας εἶναι Ἁγιοτριαδικό: Ὁ Πατὴρ εὐδοκεῖ, ὁ Υἱὸς σαρκοῦται καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συνεργεῖ.

Κατὰ τὴν Μεταμόρφωση ὁ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε τὴν πρωταρχικὴ ὡραιότητα τῆς φύσεώς μας: «ἔδειξε τὸ ἀρχέτυπον κάλλος τῆς εἰκόνος», σύμφωνα μὲ τὴν ἑόρτια ὑμνολογία, ὅπως τὸ εἴχαμε ἐντὸς τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς. Εἶναι σὰν νὰ μᾶς ἔλεγε: «Νὰ ποιοὶ ἤσασταν πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση σας, νὰ μὲ τὶ εἴδους ἱμάτια καὶ τὶ εἴδους δόξα περικοσμοῦνταν οἱ προπάτορες πρὸ τῆς παρακοῆς». Γι΄ αὐτὸ καὶ ἐνῶ ἦσαν γυμνοί, δὲν αἰσχύνονταν.

Ἀλλὰ ἡ Μεταμόρφωση δὲν στρέφεται μόνον πρὸς τὰ πίσω, στὴν ἀρχή. Ἀτενίζει καὶ ἐμπρὸς πρὸς τὴν τελικὴ δόξα τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Εἶναι μία ἐσχατολογικὴ ἑορτή, μία ἑορτὴ τῆς μελλούσης ἐλπίδος. Ἀποτελεῖ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο «τὰ προοίμια τῆς ἐνδόξου Αὐτοῦ Παρουσίας». Ὁ Σωτῆρας μας εἶπε στὸ ἅγιο Εὐαγγέλιο ὅτι, «οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ Πατρὸς αὑτῶν» (Ματθ. ιγ’ 43).

Τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως ἀποτελεῖ τὸν ἀρραβῶνα τῆς «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» θεωρίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔτσι διδάσκει λέγοντας ὅτι, «[ὁ Χριστὸς] μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ…» (Φιλιπ. γ’ 21).

Ὁ Χριστὸς μεταβίβασε καὶ μεταβιβάζει τὴν ζωὴ καὶ τὸ φῶς καὶ τὸν δοξασμὸ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἤθελαν καὶ θέλουν νὰ μένουν ἑνωμένοι μαζί Του. Ἡ ἕνωσις αὐτὴ εἶναι ὁ νέος Παράδεισος. Καὶ αὐτὸς ὁ νέος Παράδεισος δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὴν ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, τὴν «κοινωνίαν θεώσεως», τὸ ζῶν Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν «τόπον» φανερώσεως τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς προσοικειώσεως Αὐτῆς ἀπὸ τοὺς βαπτισθέντας πιστούς, μέσῳ τῶν ἁγίων Ἀρετῶν καὶ τῶν ἱερῶν Μυστηρίων, καὶ μάλιστα ἐντὸς τῆς Λειτουργικῆς καὶ Εὐχαριστιακῆς ἐμπειρίας της.

Καὶ τοῦτο, διότι τὸ θέμα τῆς Μεταμορφώσεως δὲν ἀναφέρεται τελικὰ οὔτε μόνον στὴν προπτωτικὴ κατάσταση, οὔτε μόνον στὴν μελλοντική. Ὁ κάθε πιστὸς κάθε ἐποχῆς πρέπει νὰ μεταμορφωθεῖ-ἀλλοιωθεῖ μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴν πορεία του στὴν γῆ τούτη. Πρέπει νὰ ἀνέλθει διὰ τῆς κοπιώδους πορείας τῆς ὑπομονῆς, ἀσκήσεως καὶ τῶν ἀρετῶν στὸ δικό του Θαβώρ, γιὰ νὰ δεχθεῖ ἐκεῖ τὴν ἄρρητη γλυκύτητα τοῦ Φωτὸς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ προγευθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωὴ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, ἡ ὁποία κατὰ τὴν θεία βεβαίωση «ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν» (Λουκ. ιζ’ 21).

Ὅμως αἰσθητοποιεῖται ἀδιόρατα, χωρὶς παρατήρηση, στὸν βαθμὸ ποὺ ἀνερχόμαστε ἀγόγγυστα, ἐν εὐχαριστίᾳ, τὸν Γολγοθᾶ τῶν δοκιμασιῶν καὶ παθημάτων μας στὴν ἐπίγεια ζωή μας· καὶ στὸν βαθμὸ ποὺ καθαιρόμαστε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια, ποὺ ταπεινωνόμαστε γιὰ νὰ ὑψωθοῦμε, ποὺ νηστεύουμε γιὰ νὰ ἀνακουφισθοῦμε, ποὺ προσευχόμαστε γιὰ νὰ πτερωθοῦμε καὶ νὰ ἀνέλθουμε ἀναβάσεις θεῖες. Ποὺ συγχωροῦμε γιὰ νὰ συγχωρηθοῦμε καὶ ποὺ ἐλεοῦμε γιὰ νὰ ἐλεηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ ποὺ δὲν κρίνουμε γιὰ νὰ μὴν κριθοῦμε.

«Δεῦτε συνανέλθωμεν ἐπὶ τὸ ὄρος τὸ ἅγιον…», ψάλλουμε ἐνθουσιαστικά, ἵνα «φωτὶ προσλάβωμεν φῶς καὶ μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι…», διότι «οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται».

Ἡ κλήση μας συνίσταται στὸν «ὁλοτελῆ» (Α’ Θεσ. ε’ 23) ἁγιασμό μας, στὴν θέωσή μας. «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Α’ Πέτρ. α’ 16), μᾶς προτρέπει ὁ Θεὸς διὰ τῶν Γραφῶν.

Οἱ περισσότεροι, ἀκόμη καὶ κατ΄ ὄνομα ὀρθόδοξοι καὶ χριστιανοί, εἴτε μὲ τὴν ἀποστασία στὴν Πίστη εἴτε μὲ τὴν ἀπρόσεκτη κοσμικόφρονα ζωή, μὲ συνεχεῖς ἀβαρίες στὴν συνείδηση ἀπὸ τὴν ἀδιάκριτη καὶ ἀκατάπαυστη ἐνασχόληση μὲ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου, ἕνεκα περιεργείας καὶ ἔλλειψης ψυχικῆς γαλήνης, χάνουν τὸν καθαυτὸ προσανατολισμό τους καὶ κατ΄ ἐπέκταση χάνονται στὸ ἔρεβος τῶν φαντασιῶν καὶ τῶν πλανῶν ποὺ κυριαρχοῦν στὴν οἰκουμένη, ἀδυνατοῦντες νὰ διατελοῦν στὴν θεάρεστη ἐκείνη κατάσταση εἰρήνης καὶ ἡσυχίας πνεύματος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κύρια προϋπόθεση θεογνωσίας καὶ θεο-κοινωνίας.

Ἐμεῖς δὲ οἱ ταπεινοὶ καὶ ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ἐλεηθέντες νὰ ἀνήκουμε στὸ μικρὸν Ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ καὶ Σωτῆρος στὰ δύσκολα αὐτὰ χρόνια, ἄς μὴν παύσουμε ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀναξιότητα καὶ ἀνεπάρκειά μας, μὰ καὶ συναισθανόμενοι τὸ μεγαλεῖο τῆς κλήσεώς μας, νὰ ἱκετεύουμε παρακλητικῶς: «λάμψον, Κύριε, καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς Σου τὸ ἀΐδιον, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Φωτοδότα, δόξα Σοι!».

+ ὁ Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμης