† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

             Οἱ τρεῖς Μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ξακουστοὶ γιὰ τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν θέσεων καὶ τῶν κινήσεων τῶν ἀστεριῶν, εἶδαν κάποτε ἕνα νέο ἀστέρι, λαμπρότερο τῶν ὑπολοίπων, καὶ μὲ βεβαιότητα τὸ θεώρησαν ὡς ἔνδειξη τῆς γέννησης τοῦ Βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων. Θυσίασαν, τότε, χρόνο καὶ πολὺ κόπο, προκειμένου νὰ βρεθοῦν στὸ σημεῖο ποὺ ὑπεδείκνυε ὁ ἁστέρας. «Φθάσαντες εἰς Ἱερουσαλήμ, μὲ πόθον ἐρωτῶσι, ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, νὰ πὰν νὰ Τὸν εὑρῶσι», ὅπως ψάλλουμε στὰ κάλαντα. Τὴν περίοδο ἐκείνη βασίλευε στὸν Ἰσραὴλ ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τὴν εἴδηση τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ταράχθηκε. Φθόνησε τὸν Νεογέννητο. Φοβήθηκε μὴν τοῦ πάρει τὴν ἐξουσία. Κάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, γιὰ νὰ μάθει τὸν τόπο τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ ἀπάντησαν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς γραφές, ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ στὴν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀμέσως μετά, κρυφὰ κάλεσε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὸν χρόνο ἐμφάνισης τοῦ ἀστέρα. Ἦταν περίπου δύο χρόνια ποὺ εἶχε ἐμφανισθεῖ.

            Φεύγοντας ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, οἱ σοφοὶ ἄνδρες εἶδαν τὸν ἀστέρα νὰ τοὺς καθοδηγεῖ μέχρι ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν ὁ Λυτρωτής. Μπῆκαν, τότε, στὸ σπίτι, ὅπου ζοῦσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Παναγία μας, καὶ Τὸν προσκύνησαν προσφέροντάς Του ὡς δῶρα χρυσό, λίβανο καὶ σμύρνα. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψη, εἶδαν σὲ ὄνειρο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν, ὅπως εἶχαν συνεννοηθεῖ, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους παίρνοντας διαφορετικὴ διαδρομή.

           Ὁ Ἡρώδης, βλέποντας ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ξεγέλασαν, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν ὁ μελλοντικὸς Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, διέταξε νὰ σκοτώσουν ὅλα τὰ ἀρσενικὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων ἕως δύο ἐτῶν. Ἤλπιζε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ξεφορτωνόταν τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε.

            ταν πολὺ κακὸς ἄνθρωπος ὁ Ἡρώδης. Κὶ ὅμως, αὐτὸς ὁ κακὸς ἄνθρωπος σκότωσε πολὺ λιγότερα νήπια ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θανατώνονται κάθε χρόνο στὴν πατρίδα μας καὶ ἀλλοῦ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν δῆθεν προοδευτικῶν. Ἀναφέρομαι στὶς ἐκτρώσεις, ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ τὴν κοινωνία μας τὸν σύγχρονο -καὶ μανιωδέστερο τοῦ πρώτου- Ἡρώδη. Θέλει νὰ γλιτώσει τὸ ζευγάρι ἀπὸ τὸ δῆθεν μεγάλο ἀνακύψαν «πρόβλημα τῆς σύλληψης», καὶ ἀποφασίζει πὼς ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι νὰ θανατώσουν τὸ παιδὶ τους τὼρα ποὺ ἀκόμη δὲν φαίνεται στὰ μάτια μας ἄνθρωπος. Ὁ Ἡρώδης ἦταν πιὸ ἐπιεικής. Θανάτωσε νήπια ποὺ μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις τους μποροῦσαν κάπως νὰ ἀντιδράσουν. Ὁ σύγχρονος Ἡρώδης θανατώνει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν καμία δυνατότητα ἀντίδρασης. Καὶ αὐτὸ θεωρεῖται «πρόοδος».

            Δίχως, νὰ ἀναφερθῶ περισσότερο στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ζήτημα, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἡρώδης προσπαθῶντας νὰ θανατώσει τὸν Κύριό μας, εἶναι ἡ ὅποια ἁμαρτία διαπράττουμε εἰδικὰ ἐμεῖς, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἡρώδης δὲν κατάφερε ὄχι νὰ θανατώσει, οὔτε νὰ ἀγγίξει σωματικὰ τὸν Χριστό, ἡ ἁμαρτία, ὅμως, Τὸν πληγώνει καὶ Τὸν θλίβει, διότι μᾶς ἀγαπάει καὶ θέλει νὰ εἴμαστε Φῶς καὶ ἑνωμένοι μαζί Του, καθαροὶ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

            Γιὰ αὐτή Του τὴν ἀγάπη, ὁ Κύριος, ἤδη ἀπὸ τὴν βρεφική Του ἡλικία βρέθηκε σὲ μεγάλο κίνδυνο καὶ ἔγινε ἐξόριστος, ἔφυγε στὴν Αἴγυπτο. Ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο προοικονομεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἔξοδο τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία. Δείχνει, ἐπίσης, τὴν ἀντίθεση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπει ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ψηλὰ τοὺς σπουδαγμένους, τοὺς πλουσίους, τοὺς διάσημους, ὁ Θεός, ὅμως, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο λαμβάνοντας ἀνθρώπινη σάρκα, ἐξέλεξε τὰ μὴ ὄντα, δηλαδὴ τοὺς ἄσημους στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ταπεινούς, γιὰ νὰ καταργήσει τὰ ὄντα, τοὺς σπουδαίους τῆς κοινωνίας. Ἀντὶ νὰ γεννηθεῖ σὲ παλάτι, ἐπέλεξε τὴν ταπεινὴ φάτνη. Ἀντὶ νὰ καλέσει σπουδαίους μουσικοὺς γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴν Γέννησή Του, ἐπέλεξε τοὺς ταπεινοὺς ποιμένες. Καὶ τώρα, ἀντὶ νὰ ἀποκρύψει τὴν Γέννησή του στὸν Ἡρώδη, ζῶντας μὲ ἀσφάλεια στὴ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἐπιλέγει νὰ κινδυνεύσει καὶ νὰ βρεθεῖ ἐξόριστος στὴν Αἴγυπτο, τὴν γῆ ὅπου δέσποζε ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων.

            Μεγάλη, λοιπόν, πραγματικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονοῦμε. Ἂν σκεφτόμαστε διαρκῶς ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπάει ὡς παιδιά Του, θὰ πάψουμε νὰ Τὸν θλίβουμε. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁποιοδήποτε τάλαντο ἔχουμε εἶναι προϊὸν τῆς ἀγάπης Ἐκείνου πρὸς ἐμᾶς γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργοῦμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό, τότε θὰ ἀναλώσουμε τὶς δυνάμεις μας μὲ πολλὴ χαρά, ἐπιστρέφοντας τοὺς καρποὺς τῶν ταλάντων μας στὸν Θεό. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς ἀγαπάει ἀμερόληπτα, θὰ βλέπουμε τοὺς συνανθρώπους μας ὡς πραγματικὰ ἀδέρφια.

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Γρηγορίου)


 Ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς ἐν Χριστῷ,

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε».

Ἡ Μητρόπολις τῶν ἑορτῶν, τὰ Χριστούγεννα, φέρνει στὶς καρδιές μας δύο μεγάλα δῶρα: τὴ Χαρὰ καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὁ ὑμνωδὸς τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ νὰ δοξάσουμε, νὰ προϋπαντήσουμε, νὰ ὑψωθοῦμε. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ψάλλει: «Θεὸς ὢν εἰρήνης, Πατὴρ οἰκτιρμῶν, τῆς μεγάλης βουλῆς σου τὸν Ἄγγελον, εἰρήνην παρεχόμενον, ἀπέστειλας ἡμῖν». Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης μᾶς ἔστειλε τὸν Υἱό Του, τὸν Ἄγγελο τῆς μεγάλης Του βουλῆς, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη.

Ἀλλὰ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ καὶ ποιά αὐτὴ ἡ εἰρήνη;

Ἡ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων δὲν εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἡ πρόσκαιρη εὐθυμία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὶς διασκεδάσεις ἤ τὴν ἱκανοποίηση ἐπιθυμιῶν. Ἡ ἀληθινὴ χαρὰ γεννιέται μέσα ἀπὸ τὴ συνάντηση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ, ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι, ὅτι ἡ ζωή μας ἔχει νόημα αἰώνιο.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν εἰρήνη. Δὲν πρόκειται γιὰ συνθῆκες ποὺ ὑπογράφονται σὲ διπλωματικὰ τραπέζια καὶ τηροῦνται μόνο γιὰ λίγα χρόνια, μόνο ὅσο ἐξυπηρετοῦν συμφέροντα. Ἡ πνευματικὴ εἰρήνη εἶναι κατάσταση τῆς καρδιᾶς. Εἶναι ἡ γαλήνη ποὺ νιώθει ὁ ἄνθρωπος ὅταν συμφιλιώνεται μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό του. Εἶναι ἡ ἡσυχία τῆς συνειδήσεως ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴ συγχώρεση.

Δυστυχῶς, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δυσκολεύεται νὰ κατανοήσει αὐτὴ τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ εἰρήνη. Προσανατολίζεται σὲ ὑποκατάστατα: τεχνητὲς χαρὲς ποὺ ὁδηγοῦν στὴ φθορὰ τῶν ἠθῶν καὶ τεχνητὴ εἰρήνη ποὺ γρήγορα μετατρέπεται σὲ νέο πολέμο.

Κοιτάζοντας γύρω μας αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα, βλέπουμε τὸν κόσμο νὰ αἱμορραγεῖ. Στὴν Οὐκρανία συνεχίζεται ἕνας πόλεμος ποὺ ἔχει στοιχίσει ἀμέτρητες ζωὲς καὶ ἔχει διαλύσει ἑκατομμύρια οἰκογένειες. Στὴ Γάζα καὶ στὴ Μέση Ἀνατολή, ἡ βία καὶ ὁ πόνος δὲν ἔχουν τέλος. Στὴ Συρία, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἐμφυλίου, οἱ πληγὲς παραμένουν ἀνοιχτές. Στὸ Σουδάν, στὴν Ὑεμένη, στὴν Αἰθιοπία, στὴ Λαϊκὴ Δημοκρατία τοῦ Κονγκό, στὴ Σομαλία, στὴ Μιανμάρ, στὴ Λιβύη, σὲ τόσες χῶρες τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας, ἄνθρωποι ὑποφέρουν ἀπὸ πολέμους, διώξεις, πεῖνα καὶ ἀδικία. Σὲ πολλὰ μέρη τοῦ πλανήτη δὲν τηρεῖται οὔτε στοιχειωδῶς ἡ ἔννομη τάξη, οὔτε ὁ σεβασμὸς στὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.

Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τυχαῖα. Εἶναι ὁ καρπὸς μιᾶς ἀνθρωπότητας ποὺ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει βασίσει τὴν ὕπαρξή της στὴν ὑπερηφάνεια, στὸ συμφέρον, στὴ δύναμη.

Γι’ αὐτό, ἡ προτροπή μου αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα εἶναι μία: μετάνοια. Μετάνοια δὲν σημαίνει ἁπλῶς λύπη γιὰ τὰ σφάλματά μας. Σημαίνει ἀλλαγὴ νοῦ, ἀλλαγὴ κατευθύνσεως. Σημαίνει νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας ἀκόμη καλύτερα, μὲ εἰλικρίνεια καὶ ταπείνωση. Ὅταν ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε καθαρὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε θὰ ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε καὶ τὴν ἀληθινὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας, ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσους ἤδη βιώνουν κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ πραγματικότητα. Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει τέλος, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει τέλος.

Ἀγαπητοί μου,

Θέλω νὰ σᾶς μεταφέρω τὴν ἀγάπη μου γιὰ τὸν καθένα καὶ τὴν καθεμία ἀπὸ ἐσᾶς. Χαίρομαι κάθε φορὰ ποὺ συναντῶ ἕναν χριστιανὸ ποὺ ἔχει ἀλλάξει ἐν Χριστῷ. Πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ αἰσθάνομαι τὴν Παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ χριστιανοῦ ποὺ χτίζει βῆμα βῆμα κάθε φορὰ τὴν πνευματική του προκοπὴ βλέπω ἐνσαρκωμένη τὴν Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὡς μία πνευματικὴ γέννηση ποὺ συμβαίνει τώρα, σήμερα, ἐδῶ. Μὲ περιβάλλει αὐτὴ ἡ παρουσία μέσα ἀπὸ ἐσᾶς, τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἀγωνίζεστε καθημερινά. Σᾶς ἐπαινῶ πρὸς δόξαν Κυρίου καὶ σᾶς προτρέπω νὰ συνεχίσετε τὸ ἔργο τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὴν δική σας ζωή, τὸ δικό σας παράδειγμα ποὺ ἔχει ἀνάγκη σήμερα ἡ νέα γενεά.

Αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν Χριστουγέννων: ὁ Χριστός γεννιέται ξανὰ καὶ ξανὰ μέσα στὶς καρδιὲς ποὺ Τὸν ὑποδέχονται.

Εὔχομαι ὁλόψυχα σὲ ὅλους σας τὰ φετινὰ Χριστούγεννα νὰ γίνουν ἀφετηρία μιᾶς βαθύτερης συναντήσεως μὲ τὸν Χριστό. Νὰ γεμίσουν οἱ καρδιές σας μὲ τὴ χαρά Του καὶ τὴν εἰρήνη Του καὶ νὰ αὐξήσετε ἐν Κυρίῳ ὅ,τι καλὸ ἔχετε θεμελιώσει. Καὶ νὰ γίνετε ἐσεῖς οἱ ἴδιοι φορεῖς αὐτῆς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο ποὺ τόσο τὰ χρειάζεται.

Καλὰ καὶ εὐλογημένα Χριστούγεννα!

Μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ εὐχές,

† Ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Σήμερα, Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη πάντων τῶν Προγόνων τοῦ Χριστοῦ μας, τῶν Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τοῦ Προπάτορος Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καί, ὅσοι ἤσασταν ἀπὸ πιὸ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀκούσατε ὅτι τὸ συναξάριο ποὺ ἀνέγνωσε ὁ ἀναγνώστης ἦταν ἀρκετὰ ἐκτενές, μάλιστα δὲ τὸ μεγαλύτερο τοῦ ἔτους, τὸ δὲ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφερόταν στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Ἰωσήφ. 

               Βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἕνα μεγάλο ζήτημα στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε προσοχὴ εἶναι τὸ πῶς ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἑορτή, τὴν -κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο- «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν». Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτό, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε τὶ σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τὰ Χριστούγεννα, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων. 

            Εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας; Νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε μὲ φίλους καὶ γνωστούς, εὐφραινόμενοι στὰ ρεβεγιόν; Κοινῶς, νὰ διασκεδάσουμε; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Χριστό.  Γιὰ αὐτὸ καὶ ἔχουν φθάσει νὰ «ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα» καὶ ἄνθρωποι ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι. Πρόκειται γιὰ μεγάλη εἰρωνεία, διότι τὸ νὰ λέει κάποιος ὅτι γιορτάζει Χριστούγεννα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καθόλου στὸ Πρόσωπο ποὺ ἔχει τὰ γενέθλιά Του, τὸν Χριστό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποιος ἕναν γνωστό του ἑορτάζοντα τὰ γενέθλιά του, νὰ ἀρχίσει νὰ μιλᾶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους, νὰ ἀνταλλάσσει δῶρα μὲ αὐτούς, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη νὰ μὴν δώσει τὴν παραμικρὴ σημασία. Μὲ τὴν ἑορτὴ νὰ ἔχει λάβει, δυστυχῶς, τέτοια διάσταση γιὰ τὸν κόσμο, βλέπουμε πλέον στοὺς δρόμους καὶ στὰ καταστήματα νὰ μὴν ἐκφράζονται εὐχὲς γιὰ «καλὰ Χριστούγεννα», ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ «καλὲς γιορτές», προκειμένου νὰ μὴν προσβληθοῦν δῆθεν οἱ ἀλλόθρησκες μειονότητες. Ποῦ πάμε; Γιατί νὰ κάνουμε ἐκπτώσεις στὶς παραδόσεις μας γιὰ χάρη τῶν μειονοτήτων; Ἀλήθεια, πιστεύει κανεὶς ὅτι οἱ χῶρες προέλευσης τῶν μειονοτήτων θὰ ἔκαναν ἀνάλογες ἐκπτώσεις γιὰ νὰ εὐαρεστήσουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς; Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὅποιος θρέφει τέτοιες προσδοκίες. 

                  Γιά νὰ δοῦμε, ὅμως. Ποιά εἶναι ἡ κατάληξη ἑνὸς τέτοιου, κοσμικοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων; Περνοῦν λίγες ἡμέρες καὶ ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ μελαγχολία, ἔρχεται καὶ ἡ θλίψη ἐπειδὴ πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ ἔφτασε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ρουτίνα. Ποιός παραμένει χαρούμενος; Ποιός ἀλλάζει ριζικὰ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταμορφώνει τὴν ζωή του; Οὐδείς. Ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις ἑορτασμοῦ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι, τελικά, τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία πρόσκαιρη ἀναλαμπὴ δῆθεν χαρᾶς. 

                   ποιος εἶναι ἔξυπνος, σίγουρα, ἀπὸ τὴν δῆθεν χαρὰ προτιμᾶ τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη χαρά. Αὐτὴν τὴν χαρὰ προσφέρει ὁ γνήσιος ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ γεμίσουμε λύπη καὶ μελαγχολία. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἀληθινὴ Χαρά, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν αἰώνια Ζωή. Πῶς, ὅμως, θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν; Ὅταν, διὰ τῆς νηστείας, διὰ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς μελέτης τῶν θεῖων γραφῶν, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εἰλικρινοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς συγχωρητικότητας, ἐτοιμάσουμε στὴν ψυχή μας ἱερὴ φάτνη γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα της ὁ Χριστός. 

             Σὲ αὐτὸ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σήμερα τιμώμενοι Ἅγιοι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὶς προσευχές τους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους. Θέλουμε νὰ γεννηθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός; 

             ς μιμηθοῦμε τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραάμ. Δὲν περνοῦσε διαβάτης μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίχως νὰ χορτάσει καὶ νὰ ξεδιψάσει, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμιώδης φράση: «ἀβραμιαία φιλοξενία». Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό του, ἐκεῖνος -δίχως δεύτερη σκέψη- ἀνταποκρίθηκε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δὲν ἐπέτρεψε τελικὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία. 

             ς μιμηθοῦμε τοῦ παγκάλου Ἰωσὴφ τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀμνησικακία. Ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του τὸν ἐπεθύμησε, ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἄνδρας εὐθὺς «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν», «τῆς Αἰγυπτίας ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας». Ὅταν δὲ ἀργότερα ἔγινε ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ διαχειριστὴς τῶν τροφίμων τὴν περίοδο ποὺ ἄλλες χώρες πεινοῦσαν, τότε τὰ μεγαλύτερα ἀδέρφια του κατέφυγαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν σιτάρι, χωρὶς νὰ τον ἀναγνωρίσουν. Παρ΄ ὅτι ἐκεῖνοι κάποτε τὸν εἶχαν προδώσει καὶ τὸν εἶχαν πετάξει σὲ ἕναν λάκκο γιὰ νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν ζήλεια τους, ὁ Ἰωσὴφ μὲ ἀπέραντη χαρὰ τοὺς δέχθηκε καὶ τοὺς συγχώρεσε. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Μωϋσέως τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀπὸ πίσω τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν, προσευχήθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ἄνοιξε ἡ θάλασσα στὰ δύο, ὥστε διάβηκε ὁ λαὸς μὲ ἀσφάλεια.

             ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἰὼβ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα. Εἶχε τὰ πάντα, ἔχασε τὰ πάντα καὶ ἔλεγε ὁ στύλος τῆς ὑπομονῆς: «ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε πίσω. Νὰ εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες».

              ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἠλία τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἦταν τέτοια ὥστε νὰ μὴν βρέξει γιὰ τρισήμισυ χρόνους. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Δαυὶδ τὴν μετάνοια. Παρ᾽ ὅτι ἔπραξε ἔγκλημα φρικτό, δέχθηκε τὸν ἔλεγχο τοῦ Προφήτη Νάθαν καὶ μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἔπεσε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ συνέχισε πιὸ δυνατὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ὑμνεῖ.

            ς προσπαθήσουμε μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ τράβηξαν ἐκεῖνοι καὶ τότε ὁ Χριστὸς θὰ βρεῖ τόπο καθαρὸ μέσα μας γιὰ νὰ σκηνώσει. Ὅταν αὐτὸ συμβεῖ, οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν θὰ περάσουν, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα μας γιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ καλύτερο, θὰ παραμείνει ζωντανή. 

Καλὰ Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου! Ὁ Θεὸς μαζί μας!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗ ΦΤΩΧΙΑ; (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

Ἱ.Μ. Σινά 7ος αἰ.

Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς βλέπει στη γέννηση του Χριστού, όχι ένα τυχαίο ιστορικό γεγονός, αλλά μία συνειδητή και αποκαλυπτική επιλογή του Θεού. Ο Χριστός δεν γεννήθηκε στη φτώχεια επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος, γεννήθηκε στη φτώχεια επειδή αυτή η φτώχεια φανερώνει ποιος είναι ο Θεός και ποιον δρόμο ανοίγει στον άνθρωπο. Αν ο Θεός ήθελε, θα μπορούσε να γεννηθεί σε παλάτια με τιμές και δόξες, όμως διάλεξε τη σιωπή, την απλότητα, την απόρριψη, για να αποκαλύψει ότι η σωτηρία δεν έρχεται μέσω της ισχύος, αλλά μέσω της αγάπης. Η φτώχεια του Χριστού δεν είναι έλλειψη, αλλά πληρότητα άλλου είδους, δεν είναι στέρηση ζωής, αλλά άρνηση της ψεύτικης ασφάλειας που προσφέρει ο κόσμος. Ο Άγιος Νικόλαος επιμένει ότι ο Χριστός έρχεται γυμνός από κάθε κοσμικό στήριγμα για να ντύσει τον άνθρωπο με τη Θεία Χάρη. Η φτώχεια του γίνεται γλώσσα θεολογίας, τρόπος διδασκαλίας, πρόσκληση μετανοίας.

Ο κόσμος, λέει ο Άγιος Νικόλαος, δεν βρήκε χώρο για τον Χριστό, όχι επειδή δεν είχε σπίτια, αλλά επειδή είχε καρδιές γεμάτες από μέριμνες, φιλοδοξίες, φόβους και αυτάρκεια. Έτσι ο Χριστός γεννιέται έξω από την πόλη, έξω από τα κέντρα εξουσίας, έξω από το θόρυβο, η φάτνη γίνεται ο τόπος της κρίσεως του κόσμου, όχι κρίση καταδίκης, αλλά αποκάλυψης. Η φτώχεια της γέννησης δείχνει ποιος αναγνωρίζει τον Θεό και ποιος τον αγνοεί. Οι ποιμένες, άνθρωποι απλοί και περιφρονημένοι, πλησιάζουν. Οι άρχοντες δεν κινούνται, η φτώχεια γίνεται φίλτρο που αποκαλύπτει τις προθέσεις της καρδιάς. Ο Άγιος Νικόλαος τονίζει ότι ο Θεός δεν απορρίπτει τον κόσμο, ο κόσμος απορρίπτει τον Θεό επειδή δεν τον αναγνωρίζει όταν έρχεται χωρίς λάμψη. 

Για τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς, η φτώχεια του Χριστού δεν περιορίζεται στην υλική ένδεια, είναι κυρίως πνευματική στάση, είναι η απόλυτη ελευθερία από κάθε δεσμό που δεν είναι αγάπη. Ο Χριστός δεν κατέχει τίποτα για να μπορεί να ανήκει σε όλους. Δεν στηρίζεται σε τίποτα, για να γίνει στήριγμα των πάντων. Η πνευματική φτώχεια είναι η καρδιά που δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της, είναι η καρδιά που εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τις δυνάμεις της. Ο Άγιος Νικόλαος εξηγεί ότι ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός, για να διδάξει στον άνθρωπο πώς να απελευθερωθεί από τον φόβο της απώλειας. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν φοβάται να χάσει τίποτα και όποιος δεν φοβάται, μπορεί να αγαπήσει αληθινά.

Η απλότητα της γέννησης δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά πνευματική αλήθεια. Ο Θεός αποκαλύπτεται στους απλούς, η φτώχεια της φάτνης γίνεται σχολείο θεογνωσίας. Εκεί δεν υπάρχουν σύμβολα ισχύος, δεν υπάρχουν φρουροί, δεν υπάρχουν τίτλοι, υπάρχει μόνο ένα παιδί, μία μητέρα, ένας προστάτης, λίγα ζώα και η σιωπή. Ο Άγιος Νικόλαος επισημαίνει ότι ο άνθρωπος δυσκολεύεται να συναντήσει το Θεό, επειδή περιπλέκει τη ζωή του, συσσωρεύει πράγματα, σκέψεις, άγχη, εικόνες. Ο Χριστός έρχεται απλώς για να καθαρίσει την όρασή μας, να μας μάθει να βλέπουμε ξανά το ουσιώδες.

Η γέννηση του Χριστού στη φτώχεια περιλαμβάνει και την απόρριψη, δεν υπήρχε τόπος για αυτόν. Αυτή η απόρριψη δεν είναι τυχαία, ο Άγιος Νικόλαος βλέπει εδώ την αρχή του Σταυρού. Ο Χριστός απορρίπτεται από την πρώτη στιγμή για να δείξει ότι ο δρόμος της σωτηρίας περνά μέσα από την ταπείνωση και την υπομονή. Η απόρριψη δεν είναι ήττα, αλλά μαρτυρία. Ο Θεός δεν ζητά να γίνει αποδεκτός με όρους του κόσμου, έρχεται όπως είναι και αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο να τον δεχτεί ή να τον απορρίψει. Η φτώχεια της γέννησης αποκαλύπτει αυτή την ελευθερία. Ο Θεός δεν επιβάλλεται, προσφέρεται.

Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς θεωρεί ότι η μεγαλύτερη ασθένεια του ανθρώπου είναι η αλαζονεία, η επιθυμία να είναι αυτάρκης, να ελέγχει τα πάντα, να στηρίζεται στις δυνάμεις του. Η φτώχεια του Χριστού ως φάρμακο δείχνει ότι η αληθινή δύναμη βρίσκεται  στην εμπιστοσύνη στο Θεό. Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό να γεννιέται χωρίς τίποτα, καλείται  να  αναθεωρήσει  τι θεωρεί απαραίτητο. Ο Χριστός ζει, αναπνέει, αγαπά και σώζει χωρίς να κατέχει, αυτό συγκλονίζει τον άνθρωπο που έχει μάθει να μετρά την αξία με βάση την κατοχή. Η φτώχεια του Χριστού θεραπεύει την καρδιά από την ψευδαίσθηση ότι η ζωή εξαρτάται από τα πράγματα.

Ο Άγιος Νικόλαος δεν παρουσιάζει τη φτώχεια του Χριστού ως ιδέα προς θαυμασμό, αλλά ως πρόσκληση ζωής. Δεν καλούνται όλοι οι άνθρωποι να ζήσουν χωρίς υλικά αγαθά, αλλά όλοι καλούνται να μην εξαρτώνται από αυτά, να τα χρησιμοποιούν χωρίς να τα λατρεύουν, να τα μοιράζονται χωρίς φόβο. Η μίμηση της φτώχειας του Χριστού σημαίνει απελευθέρωση της καρδιάς, σημαίνει να μπορεί ο άνθρωπος να χάσει χωρίς να καταρρεύσει, να δώσει χωρίς να μετανιώσει, να ζήσει απλά χωρίς να αισθάνεται κατώτερος. Ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός για να κάνει τον άνθρωπο πλούσιο σε αγάπη, πίστη και ελπίδα.

Σε έναν κόσμο που κυνηγά την επιτυχία, τη δύναμη και την προβολή, η φτώχεια του Χριστού μοιάζει σκανδαλώδης και όμως είναι φως. Ο Άγιος Νικόλαος λέει ότι η φτώχεια της γέννησης είναι σαν ένα μικρό κερί μέσα στο σκοτάδι της ανθρώπινης ματαιότητας, δεν εντυπωσιάζει αλλά φωτίζει, δεν θορυβεί αλλά θερμαίνει. Αυτό το φως δείχνει στον άνθρωπο ότι υπάρχει άλλος δρόμος, δρόμος ειρήνης, απλότητας και εσωτερικής ελευθερίας. Ο Χριστός δεν έρχεται να συναγωνιστεί τους ισχυρούς του κόσμου, έρχεται να σώσει τις καρδιές που κουράστηκαν από τον ανταγωνισμό.

Η γέννηση στη φτώχεια είναι και υπόσχεση, υπόσχεση ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει κανέναν που βρίσκεται στο περιθώριο, ότι κανείς δεν είναι ασήμαντος, ότι η βασιλεία του Θεού δεν μετριέται με πλούτη και δόξες, αλλά με αγάπη και ταπείνωση. Ο Άγιος Νικόλαος τονίζει ότι ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός για να μην φοβηθεί ποτέ ο φτωχός να πλησιάσει τον Θεό. Να ξέρει ότι ο Θεός τον καταλαβαίνει, τον γνωρίζει και τον αγαπά. Η φτώχεια της γέννησης γίνεται εγγύηση ελπίδας για κάθε πληγωμένη ψυχή.

Η γέννηση του Χριστού στη φτώχεια δεν είναι λεπτομέρεια της  ιστορίας, αλλά καρδιά του Ευαγγελίου. Είναι αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Θεός σώζει τον κόσμο, χωρίς βία, χωρίς επιβολή, χωρίς εξωτερική δόξα, αλλά με ταπείνωση απλότητα και απόλυτη αγάπη. Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς μας καλεί να δούμε στη φτώχεια του Χριστού όχι μια ρομαντική εικόνα, αλλά έναν καθρέφτη της ζωής μας. Να αναρωτηθούμε από τι εξαρτόμαστε, τι φοβόμαστε να χάσουμε και τι μας εμποδίζει να εμπιστευθούμε τον Θεό. Όσα λιγότερα κρατάμε, τόσο περισσότερο χωρά ο Χριστός μέσα μας. Η φάτνη γίνεται έτσι σχολείο ελευθερίας και ο φτωχός Χριστός γίνεται ο πλούτος της ψυχής που τον δέχεται.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΡΕΦΟΣ; (Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας)


Το ερώτημα «Γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος» δεν είναι μια απλή θεολογική απορία, αλλά η καρδιά ολόκληρου του σχεδίου της σωτηρίας. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας και ο φωτεινός αναλυτής του μυστηρίου της ενσάρκωσης, εξηγεί ότι η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης του ανθρώπου, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Θεός δεν γίνεται άνθρωπος από ανάγκη, ούτε από περιορισμό, ούτε από κάποιο θεϊκό καθήκον, αλλά από άφατη αγάπη και δεν έρχεται ως βασιλιάς, ως άγγελος ή ως φωτεινό πνεύμα, αλλά ως βρέφος. Έρχεται με τρόπο που δεν φοβίζει, αλλά προσελκύει, όχι για να επιβληθεί, αλλά για να προσλάβει την ανθρώπινη φύση από την πρώτη της στιγμή μέχρι την τελευταία της πνοή. Το σπήλαιο της Βηθλεέμ γίνεται το νέο εργαστήριο της δημιουργίας, ο τόπος όπου ο Θεός αρχίζει την ανακατασκευή του ανθρώπου από μέσα προς τα έξω.

Ο Άγιος Αθανάσιος διδάσκει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει μαζί Του, δεν ήταν φτιαγμένος για να πεθάνει. Η αθανασία ήταν δωρεά της σχέσης του με τον Θεό, όταν όμως η καρδιά απομακρύνθηκε από την πηγή της ζωής, ο άνθρωπος οδηγήθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση εντολής, είναι ρήξη της κοινωνίας με τον ζώντα Θεό και όπως η αποκοπή από το φως φέρνει σκοτάδι, έτσι και η αποκοπή από το Θεό φέρνει φθορά. Ο άνθρωπος βυθίζεται σε μια ύπαρξη που φθείρεται, παλιώνει, πονά και φοβάται. Ο Θεός όμως δεν αφήνει το δημιούργημά του να καταρρεύσει, δεν μπορεί η αγάπη του να επιτρέψει στον άνθρωπο να χαθεί στο μηδέν, έτσι ξεκινά η Θεία Οικονομία, το σχέδιο της σωτηρίας που κορυφώνεται στη γέννηση του Χριστού.

Ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορούσε να επιστρέψει στην αθανασία, η φθορά είχε γίνει πλέον τρόπος υπάρξεως. Καμία ηθική βελτίωση, καμία ψυχολογική προσπάθεια, καμία φιλοσοφία δεν μπορούσε να επαναφέρει την ανθρώπινη φύση στην προπτωτική της λαμπρότητα, ο άνθρωπος χρειαζόταν Αυτόν που τον δημιούργησε. Ο Άγιος Αθανάσιος τονίζει ότι μόνο ο Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός του Κόσμου, θα μπορούσε να ξαναπλάσει τον άνθρωπο και για να ανακαινίσει τη φύση έπρεπε να την προσλάβει. Όμως η πρόσληψη δεν γίνεται από μακριά, δεν γίνεται με εντολές. Ο Θεός μπαίνει μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση. γίνεται πραγματικός άνθρωπος, γίνεται βρέφος. Το βρέφος δεν τρομάζει κανέναν, δεν επιβάλλεται, δεν απαιτεί, δεν κυριαρχεί, χαρίζει τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνει την αληθινή φύση της Θείας αγάπης. Ταπείνωση, απλότητα, δωρεά, έλεος.  

Γιατί όμως ο Θεός δεν ήρθε ως τέλειος ενήλικας; γιατί επιλέγει την ακραία αδυναμία ενός νεογέννητου; Ο Άγιος Αθανάσιος απαντά, για να θεραπεύσει κάθε στάδιο της ανθρώπινης ζωής. Ο Χριστός δεν αγιάζει μόνο το θάνατο με τον Σταυρό, ούτε μόνο τη φύση με το βάπτισμα, αγιάζει και την παιδική ηλικία με τη γέννηση, αγιάζει τη μήτρα με την ενανθρώπιση, αγιάζει τη φτώχεια με τη σπηλιά, αγιάζει την ανθρώπινη ανάπτυξη μέσα από τη δική του ανάπτυξη, η ζωή ολόκληρη γεμίζει από την παρουσία του και ξαναγίνεται οδός προς τη θέωση. Το βρέφος Χριστός δηλώνει ότι ο Θεός δεν αποστρέφεται την ανθρώπινη αδυναμία, την λαμβάνει επάνω Του. Ταπεινώνεται μέχρι εκεί που κανείς δεν θα φανταζόταν, γίνεται αυτό που ο άνθρωπος είναι για να γίνει ο άνθρωπος αυτό που ο Θεός είναι, κατά χάριν.

Το σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν είναι τυχαίο. Είναι ο τόπος της φτώχειας, της σκόνης, της ακαταλληλότητας. Η ίδια η γη προσφέρει καταφύγιο στο δημιουργό της. Το σπήλαιο είναι εικόνα του κόσμου που βρίσκεται στο σκοτάδι της φθοράς, εκεί μπαίνει ο Χριστός για να αρχίσει την ανακαίνιση. Ο θάνατος δεν νικιέται μόνο στο σταυρό, η μάχη αρχίζει από τη γέννηση. Όταν ο Χριστός ενώνεται με την ανθρώπινη φύση, η αθανασία ενώνεται με τη φθορά, το φως μπαίνει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν μπορεί να το σκεπάσει. Η ενότητα θείας και ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού γίνεται η πηγή της σωτηρίας. Από εκεί ρέει η θέωση, από εκεί πηγάζει η ανάσταση., από εκεί ξεκινά η κατάργηση της δύναμης του θανάτου.

Ο Άγιος Αθανάσιος δεν βλέπει τον θάνατο ως φυσικό γεγονός, αλλά ως ψυχική και υπαρξιακή τραγωδία. Ο άνθρωπος χωρίς Θεό ζει υπό την απειλή του θανάτου και μέσα σε αυτή τη σκιά γεννιούνται οι φόβοι, τα άγχη, οι αμαρτίες, οι συγκρούσεις. Η γέννηση του Χριστού καταργεί το θάνατο από μέσα, όχι εξαφανίζοντάς τον, αλλά αφοπλίζοντάς τον. Ο θάνατος πλέον δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η ανθρώπινη φύση ενώνεται με την αθάνατη ζωή. Η Ανάσταση είναι ήδη εγγεγραμμένη μέσα στη φάτνη. Η Βηθλεέμ προετοιμάζει τον Γολγοθά όχι για να οδηγηθεί ο Χριστός στο θάνατο, αλλά για να οδηγήσει τον θάνατο στην ήττα. Η ζωή του ανθρώπου αποκτά ξανά νόημα, δεν πορεύεται προς το μηδέν, αλλά προς την αιωνιότητα. Δεν υπάρχει πια λόγος απελπισίας, υπάρχει λόγος ελπίδας. Ο άνθρωπος δεν χάνεται, μπορεί να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να είναι, εικόνα του Θεού γεμάτη από αθανασία.

Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού, αλλά η εικόνα αυτή θόλωσε με την αμαρτία, δεν χάθηκε, αλλά τραυματίστηκε. Ο Χριστός έρχεται για να φανερώσει ξανά ποιος είναι ο άνθρωπος, ποια είναι η αληθινή του κλίση, ποια είναι η βαθύτερή του οντολογική ταυτότητα. Η γέννηση δεν είναι μόνο θεολογικό μυστήριο, είναι ανθρωπολογική αποκάλυψη. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δείξει στον άνθρωπο τι σημαίνει να είναι άνθρωπος. Όχι απλώς βιολογική ύπαρξη, αλλά σχέση με το Θεό, όχι απλώς ύλη, αλλά πνοή, όχι απλώς φθαρτή ζωή, αλλά πορεία προς το άκτιστο. Ο Χριστός ως βρέφος φανερώνει ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να ενωθεί με το Θεό. Η εικόνα αποκαθίσταται, ο άνθρωπος γίνεται και πάλι ότι είχε ξεχάσει ότι είναι.

Στην Βηθλεέμ δεν υπάρχουν θόρυβοι, ούτε φασαρία, ούτε εντυπωσιακά σημεία, υπάρχει σιωπή. Η σιωπή είναι η γλώσσα του Θεού όχι γιατί θέλει να κρύψει, αλλά γιατί η αλήθεια του είναι τόσο βαθιά που μόνο μέσα στη σιωπή χωρά. Το βρέφος Χριστός δεν μιλά με λόγια, μιλά με την παρουσία του. Ο Θεός γίνεται μικρός για να συναντήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του όχι στην νόησή του. Η σιωπή της φάτνης μεταμορφώνει την ύπαρξη, εκεί αποκαλύπτεται ότι ο Θεός δεν σώζει με δύναμη, αλλά με ταπείνωση. Όχι με εξουσία, αλλά με αγάπη. Όχι από μακριά, αλλά από μέσα.

Η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης της ανθρώπινης φύσης, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Άγιος Αθανάσιος αποκαλύπτει ότι το μυστήριο της ενανθρώπησης δεν είναι μια θεολογική ιδέα, αλλά η καρδιά της σωτηρίας μας. Το σπήλαιο γίνεται νέος παράδεισος, η  φάτνη γίνεται θρόνος, το βρέφος γίνεται ο νέος Αδάμ και ο άνθρωπος καλείται ξανά στη ζωή που πηγάζει από το Θεό. Ο Θεός γίνεται μικρός για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει μεγάλος και μέσα στο ερώτημα γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος κρύβεται η πιο συγκλονιστική απάντηση της αγάπης· για να μην μείνει ποτέ πια ο άνθρωπος μόνος μέσα στη φθορά και στο θάνατο, αλλά να ζήσει αιώνια μέσα στο φως.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΣΤΗ ΓΗ (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)


Η γέννηση του Χριστού δεν είναι μια γλυκιά ιστορία για παιδιά, ούτε ένα τρυφερό σκηνικό με φάτνη και ποιμένες, είναι η πιο μεγάλη και ακατάληπτη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Η στιγμή κατά την οποία ο άπειρος Θεός εισήλθε μέσα στον χρόνο, ο ασώματος έλαβε σάρκα, ο δημιουργός έγινε πλάσμα, για να γίνει το πλάσμα παιδί του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει αυτή τη νύχτα νύχτα σωτηρίας, επειδή σ' αυτήν συντελείται η θεία συγκατάβαση, το μυστήριο της θεώσεως του ανθρώπου. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο ουρανός κατέβηκε στη γη, και όχι μόνο κατέβηκε, αλλά ενώθηκε με αυτήν για πάντα. Αυτή η νύχτα άλλαξε την πορεία της ιστορίας και μεταμόρφωσε την ανθρώπινη φύση. Στο πρόσωπο του Χριστού γεννιέται ένας καινούριος τρόπος υπάρξεως, μια ζωή που δεν περιορίζεται από την φθορά, την αμαρτία ή τον θάνατο.
Η λέξη συγκατάβαση είναι κλειδί της θεολογίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Για τον Άγιο ο Θεός κατεβαίνει όχι επειδή ο άνθρωπος τον αναζήτησε, αλλά επειδή εκείνος αγάπησε πρώτος. Η γέννηση λοιπόν δεν είναι μόνο γεγονός, είναι και μέθοδος του Θεού. Ο Θεός πλησιάζει τον άνθρωπο με τρόπο που να μην τρομάζει, αλλά να ελκύει. Ο Θεός γίνεται παιδί, Αυτός που με έναν λόγο του δημιούργησε τα σύμπαντα τώρα κλαίει μέσα σε μια φάτνη. Αυτός που κρατά τα πάντα στην ύπαρξη τώρα κρατιέται από την Παναγία. Ο Παντοκράτωρ εμφανίζεται ανίσχυρος και αυτό όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Η Θεία Συγκατάβαση φανερώνει ότι ο Θεός θέλει να δεχθούμε την παρουσία Του όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ο Χρυσόστομος λέει πως ο Θεός κατεβαίνει τόσο πολύ ώστε να μην υπάρχει άνθρωπος τόσο ταπεινωμένος που να μην μπορεί να Τον πλησιάσει. Αυτό είναι το μεγαλείο της ενανθρωπίσεως, ότι ο Θεός έγινε αυτό που είμαστε για να γίνουμε εμείς αυτό που Εκείνος είναι κατά χάριν.
Η γέννηση θα μπορούσε να γίνει σε παλάτι, σε τόπο ένδοξο και τιμημένο, γιατί όμως γίνεται σε σπήλαιο; Ο Χρυσόστομος δίνει την απάντηση· για να δείξει ο Θεός ότι δεν ήρθε να βρει κόσμο τέλειο, αλλά κόσμο πληγωμένο. Η φάτνη δεν είναι απλώς ταπεινότητα, είναι αποκάλυψη.  Στο σκοτεινό σπήλαιο καθρεφτίζεται ο σκοτεινός κόσμος του ανθρώπου, εκεί όπου βασιλεύει η φτώχεια, η εγκατάλειψη, το κρύο. Η φάτνη είναι εικόνα της καρδιάς μας όταν είναι άδεια, αφιλόξενη, γεμάτη από θόρυβο πάθη και πνευματική ακαθαρσία και όμως ο Χριστός επιλέγει ακριβώς αυτήν την καρδιά για να γεννηθεί, δεν περιμένει να καθαρίσουμε πρώτα, έρχεται, και με την παρουσία Του καθαρίζει. Η γέννηση μέσα στη φάτνη είναι το θεϊκό σκάνδαλο της αγάπης. Ο Θεός παραδίδει τον εαυτό Του κυριολεκτικά στα χέρια των ανθρώπων, η φάτνη γίνεται θρόνος, το σπήλαιο γίνεται ουρανός, η  γη γίνεται παράδεισος.
Οι άνθρωποι που προσκύνησαν τον Χριστό δεν ήταν ισχυροί, μορφωμένοι ή τίμιοι κατά τα κοσμικά μέτρα, ήταν ποιμένες, άνθρωποι απλοί, κουρασμένοι, φτωχοί και μάλλον αμόρφωτοι. Γιατί? Επειδή είχαν καθαρή καρδιά. Αυτοί που ζούσαν μέσα στη νύχτα έλαβαν πρώτοι το φως. Αυτοί που άκουγαν σιωπή, άκουσαν πρώτοι τον αγγελικό ύμνο. Αυτό αποκαλύπτει μια βαθιά αλήθεια. Η θεοφάνεια δεν δίνεται σε όσους έχουν πολύ γνώση, αλλά σε όσους έχουν πολύ απλότητα και ταπείνωση. Οι ποιμένες διδάσκουν ότι ο Θεός αποκαλύπτεται σε αυτούς που δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τον εαυτό τους. Σε εκείνους που είναι ικανοί να πουν «δεν είμαι τίποτα», έλα εσύ!
Οι μάγοι είναι το αντίθετο των ποιμένων ως προς την κοινωνική θέση, αλλά έχουν το ίδιο εσωτερικό χαρακτηριστικό, αναζητούν αληθινά. Ο Χρυσόστομος σημειώνει ότι οι μάγοι είναι εικόνα όλης της ανθρωπότητας των εθνών. Ζητούν την αλήθεια και ο Θεός τους οδηγεί, δεν τους εγκαταλείπει στη γνώση τους ή στα άστρα. Το άστρο τους οδηγεί στον Χριστό και εξαφανίζεται μόλις Τον συναντούν, γιατί πια δεν χρειάζεται. Ο άνθρωπος ζητά το Θεό και όταν Τον ζητά από καρδιάς, ο Θεός πάντα φανερώνεται. Η γέννηση αποκαλύπτει που ο Θεός τιμά την ανθρώπινη αναζήτηση και την οδηγεί εκεί όπου πρέπει, όχι στη φιλοσοφία, αλλά στην ταπεινή φάτνη.
Τη νύχτα της γέννησης ο ουρανός δεν ανοίγει απλώς, ενώνεται με τη γη. Οι άγγελοι δεν ψάλλουν από μακριά, αλλά στέκονται δίπλα στους ανθρώπους. Η φάτνη γίνεται τόπος συνάντησης των δύο κόσμων. Ο Θεός δεν βρίσκεται πλέον σε απρόσιτο φως, αλλά μέσα στον κόσμο, δίπλα μας, ανάμεσά μας. Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι από τη στιγμή της γέννησης η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται, φορά τη δόξα του Θεού. Στο πρόσωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση γίνεται κατοικητήριο της θεότητος, και αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα, ότι η θέωση είναι πια δυνατή. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει όμοιος με εκείνον, κατά χάριν. Η ενανθρώπιση δεν είναι μια στιγμή, είναι διαδικασία θεώσεως. Κάθε φορά που ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του στον Χριστό, μια μικρή γέννηση λαμβάνει χώρα μέσα του, ο ουρανός κατεβαίνει ξανά στη γη.
Ο Χριστός δεν γεννιέται απλώς, γεννιέται ως παιδί και αυτό έχει βαθύ θεολογικό νόημα. Ο Θεός  γίνεται  νήπιο  για να μας  φανερώσει  την  πνευματική κατάσταση στην  οποία καλούμαστε να επιστρέψουμε, όχι να γίνουμε αφελείς, αλλά να γίνουμε καθαροί στην καρδιά απαλλαγμένοι από πονηριά, μικρότητα και σκληρότητα. Η παιδικότητα του Χριστού αποκαλύπτει ότι η σχέση με τον Θεό δεν χτίζεται με λογικές αποδείξεις και επιχειρήματα, αλλά με απλότητα, εμπιστοσύνη και αγάπη. Η πνευματική ζωή είναι δρόμος παιδικής καρδιάς, εξ΄ ου και ο Χρυσόστομος επιμένει: μόνο οι ταπεινοί κατά το φρόνημα χωρούν την μεγάλη χάρη.
Η γέννηση δεν είναι γιορτή μόνο χαράς, αλλά και παρηγοριάς. Ο Χριστός έρχεται μέσα στη νύχτα, όχι μέσα στο φως, όχι σε εποχή ειρήνης, αλλά σε εποχή σκοτεινής τυραννίας, όχι σε τόπο άνεσης, αλλά στη φτώχεια και στην αφάνεια. Αυτό σημαίνει πως ο Χριστός μπορεί να έρθει και στη δική μας νύχτα, στη νύχτα της λύπης, της θλίψης, των αδιεξόδων, των αμαρτιών και των φόβων. Δεν περιμένει να βγούμε πρώτα στο φως, έρχεται Εκείνος και όταν έρθει, η νύχτα δεν εξαφανίζεται αμέσως, αλλά γίνεται διάφανη από την παρουσία Του. Ο Χριστός δεν ήρθε για τους δυνατούς, αλλά για τους αδύναμους, δεν ήρθε για τους άγιους, αλλά για τους αμαρτωλούς, δεν ήρθε για τον ουρανό, αλλά για τη γη.
Η νύχτα της γέννησης είναι η νύχτα της σωτηρίας, η νύχτα όπου ο άπειρος Θεός κρύβεται στη σάρκα ενός νεογέννητου, η νύχτα όπου η ταπεινότητα νικά την ύβρη, όπου η αγάπη νικά το θάνατο, όπου ο ουρανός κατεβαίνει στη γη για να σηκώσει τη γη στον ουρανό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βλέπει στη γέννηση την αρχή της θεώσεως του ανθρώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάριν και κάθε φορά που γιορτάζουμε τη γέννηση, αυτή η αλήθεια ξαναλάμπει. Ο Θεός είναι ήδη κοντά μας, το μόνο που μένει είναι να ανοίξουμε την φάτνη της καρδιάς μας, όσο ταπεινή κι αν είναι, για να γεννηθεί μέσα μας το φως που ξανακάνει τον κόσμο καινούριο.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΝ ΠΟΛΕΙ ΒΗΘΛΕΕΜ ΒΡΕΦΟΥΡΓΕΙΤΑΙ Ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου ὡς διόρθωση τῶν συνεπειῶν τῆς προγονικῆς πτώσεως



ὑπό π. Νικηφόρουυ Νάσσου

 

 Χάρη καί ἡ ἀνοχή τοῦ Παναγάθου Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὄχι ἁπλῶς τό «ἀγαθόν», ἀλλά τό «αὐτάγαθον» καί «αὐτόκαλον» , σύμφωνα μέ τή διατύπωση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, μᾶς ἀξιώνει καί φέτος νά ἑορτάσουμε τά «Ἅγια Χριστούγεννα», ὅπως λέγουμε, δηλαδή τήν Σάρκωση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Χριστούγεννα γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας σημαίνει ὅτι «ὁ παλαιός τῶν ἡμερῶν παιδίον γέγονεν» !

 

Πράγματι, «ὁ ἄναρχος ἄρχεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ Λόγος σαρκοῦται» . Ὡστόσο, ἡ ἐνανθρώπηση, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες εἶναι μία «ἀμετάβατη παρουσία», ἤ «παρουσία χωρίς ἀπουσία» , ὅπως ἄλλωστε διαβάζουμε καί στούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου: «Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καί τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γάρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δέ τοπική γέγονε». Ἡ ἐνανθρώπηση εἶναι παρουσία στήν κτιστή πραγματικότητα τοῦ Ἑνός Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀποκαλυπτική καί σωστική. Κατά τοῦτο, ἔχουμε, τήν λυτρωτική «εἰσβολή» τοῦ Ἀκτίστου μέσα στόν κτιστό κόσμο, προκειμένου τό κτιστό νά ἑνωθεῖ μέ τό ἄκτιστο καί νά θεωθεῖ. Μυστήριο ἀπρόσιτο! Κένωσις ὑψοποιός, ἐνανθρώπηση θεοποιός, κάθοδος τοῦ Θεοῦ καί ὕψωση, ἁγιασμός καί θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῶ!

 

Μέ τὴν ἐνανθρώπηση λαμβάνει χώρα ἡ ἀνάληψη, ἤ πρόσληψη τῆς δικῆς μας φύσεως ἀπό τόν Θεό Λόγο, ὥστε νά θεραπευθεῖ αὐτὴ ἡ πτωτική μας φύση ἀπό τήν ἁμαρτία, τή φθορά καί τόν θάνατο, διότι, κατά τή γνωστή Πατερική ρήση, «τό ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον, ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ τοῦτο καὶ σώζεται» . Ὁ Θεός «ἐγχωρεῖται», «ἐγχρονεῖται» καί ἐνανθρωπίζεται, καί ἔτσι μᾶς σώζει διὰ τῆς θεότητός Του, ἡ ὁποία ὅμως δέν ἀποκαλύπτεται ἄκρατη στόν κόσμο, ἀφοῦ ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου καί τῆς Ἱστορίας ἐμφανίζεται στόν κόσμο ὡς Θεάνθρωπος καί ὄχι ὡς ἀμιγής Θεός !

 

Κατά τή Σάρκωση τοῦ Κυρίου ἀναμιγνύονται πραγματικά μεταξύ τους τά ἄμικτα καί ἑνώνονται τά ἀσύνθετα, ὅπως τό ἐκφράζει πολύ παραστατικά ὁ ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων σέ ἕνα ποίημά του: «Ἐντεῦθεν τά ἄμικτα μίγνυται, ἐντεῦθεν ἀκράτως κιρνᾶται τά ἄκρατα, ἐντεῦθεν συντίθεται τά ἀσύνθετα, ἐντεῦθεν τὰ ἀσύνδετα σφίγγεται, ἐντεῦθεν τά θεῖα ἀνθρώπινα γίνεται, ἵνα τά ἀνθρώπινα θειότερα γένηται…» . Χωρίς αὐτήν τήν «ἀνάκραση», τήν ἀνάμιξη, δέν ἦταν δυνατόν τό κτιστό καί πεπερασμένο νά συλλάβει τό ἄπειρο, νά χωρέσει τό ἀπερινόητο, νά προσλάβει τό ὑπερβατικό. Καί, γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, «ὁ ἄκτιστος κτίζεται καί ὁ ἀχώρητος χωρεῖται καὶ ὁ πλουτίζων πτωχεύει» . Ἔτσι, ὁ ἄσαρκος καί μετά ταῦτα ἔνσαρκος Λόγος, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ἀποκαλύπτοντας τήν Ἁγία Τριάδα μέ τή φανέρωσή Του, πραγματώνει στήν Ἱστορία τό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, δηλαδή τῆς σωτηρίας τοῦ «βροτείου φυράματος».


νεκα τῶν ἀνωτέρω, ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί εἶναι πεπληρωμένοι χαρᾶς καί ἀγαλλιάσεως, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο. Ἀνέλαβε τήν πεσοῦσα φύση μας γιά νά τήν ἀνυψώσει καί νά τήν θεώσει παρέχοντας τήν σωτηρία. Γι᾿ αὐτό ὀνομάζεται «Σωτῆρας», ὅπως διαβάζουμε στό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο τήν ἀναγγελία τῆς γεννήσεως: «ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ» .


Δέν χαίρονται μόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά καί οἱ Ἄγγελοι, ὅπως θά σημειώσει σκιρτώντας ὁ ἀπαράμιλλος ρήτορας τῆς Ἐκκλησίας, ἱερός Χρυσόστομος. Τά Ἅγια ἀγγελικά τάγματα χαίρονται καί ἀγάλλονται, βλέποντας «τόν ἄνω, κάτω δι᾿ οἰκονομίαν καί τόν κάτω, ἄνω διά φιλανθρωπίαν» .


ς γνωστόν, μετά τήν πτώση καί ἔξοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἐπίγειο Παράδεισο τῆς τρυφῆς, τά πάντα ἀλλάζουν. Ἡ πορεία τοῦ πεπτωκότος ζοφερή καί ταραχώδης. Ἡ προηγηθεῖσα παράχρηση τοῦ αὐτεξουσίου καί ἡ ἕνεκα ταύτης διάσπαση τῆς κοινωνίας τοῦ πλάσματος μετά τοῦ Πλάστου, τραγική. Τό «κατ᾿ εἰκόνα» ἀμαυρώνεται, ἀφοῦ ὁ νοῦς σκοτίζεται. Ἡ προοπτική τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» χάνεται. Δέν πρόκειται, συνεπῶς, γιά μία ἁπλή παράβαση, ὅπου στήν περίπτωση αὐτή ἡ μετάνοια θά ἀρκοῦσε πρός ἐπανόρθωση. Πρόκειται γιά μιά ὀντολογική φθορά, γιά ἕναν θάνατο ὡς ἀλλοτρίωση Θεοῦ, ὅπως σημειώνουν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας.


σο ὁ πρωτόπλαστος Ἀδάμ ἀπομακρυνόταν ἀπό τον Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ζωή - σημειώνει ὁ Μέγας Βασίλειος -, τόσο καί πλησίαζε τον (πνευματικό) θάνατο καί νεκρωνόταν: «Ὅσον γάρ ἀφίστατο τῆς ζωῆς, τοσοῦτον προσήγγιζε τῷ θανάτῳ. Ζωή γάρ ὁ Θεός. Στέρησις δέ τῆς ζωής θάνατος. Ὥστε ἑαυτῷ τόν θάνατον ὁ Ἀδάμ διά τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασε» . Συνεπῶς, ὁ νεκρός ἤθελε ζωοποίηση, ἀνάσταση, τήν ὁποία μόνο ὁ Θεός μποροῦσε νά τοῦ τήν παράσχει. Πράγματι, σύμφωνα μέ τόν Μέγα Ἀθανάσιο, ἡ ἐνανθρώπηση κατέλυσε τόν θάνατο καί ζωοποίησε τόν νεκρό ἀπο τήν ἁμαρτία ἄνθρωπο: «Ἐπειδή γάρ ἐξ ἀνθρώπων εἰς ἀνθρώπους ὁ θάνατος ἐκράτησε, διά τοῦτο πάλιν διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἡ τοῦ θανάτου κατάλυσις γέγονε, καί ἡ τῆς ζωῆς ἀνάστασις».


Μαρτυρεῖται, λοιπόν, ἐκ τῶν ἀνωτέρω, τό ἀπαραίτητο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἐάν ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό ἦταν ἠθική, τότε ἀρκοῦσε ἡ μετάνοια, ὅπως ἐλέχθη. Ἀφοῦ ὅμως ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό εἶναι ὀντολογική , τότε εὔκολα κατανοεῖται τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπιστροφή τοῦ πεπτωκότος στήν μετά τοῦ Θεοῦ κοινωνία δέν μποροῦσε νά πραγματοποιηθεῖ μέ τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις. Γιά τόν λόγο αὐτό, «ἀπαιτεῖται πλέον ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Πατρός» , πρός ἐπίτευξη τοῦ ἀνωτέρω σκοποῦ.


Κατά τά ἀνωτέρω, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ σαρκώνεται γιά τήν διόρθωση τῶν συνεπειῶν τῆς προγονικῆς πτώσεως καί τήν ἀνάκτιση τοῦ κατ᾿ εἰκόνα, τό ὁποῖο καί ἐσκοτίσθη, λόγῳ ἁμαρτίας. Ἕνεκα τούτου, σύμφωνα μέ τήν Πατερική Θεολογία, ὁ Λόγος προγινώσκεται ὡς Χριστός, ἐξ᾿ αἰτίας τῆς προγνώσεως τῆς πτώσεως. Ἡ ἀμαύρωση τοῦ κατ᾿ εἰκόνα μέσα στόν ἐπίγειο παράδεισο τῆς Ἐδέμ προγινώσκεται ἀπό τόν ἔχοντα τήν παγγνωσία, Ἅγιο Τριαδικό Θεό. Ἔτσι, λόγῳ αὐτῆς τῆς προγνώσεως, ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος. Ὁ προγνωσθείς Χριστός συνδέεται ἄμεσα μέ τήν πρόγνωση τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδάμ .


Συναφῶς καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας θά γράψει ὅτι ὁ Λόγος ὡς Χριστός «προθεμελιώνεται» πρό καταβολῆς κόσμου, κατά τήν πρόγνωση τοῦ παντογνώστου Θεοῦ. «Προθεμελιοῦται...ὁ Χριστός καί ἐν αὐτῷ πάντες ἡμεῖς ἐποικοδομούμεθα. Καί τοῦτο πρό καταβολῆς κόσμου κατά πρόγνωσιν τοῦ πάντα εἰδότος Θεοῦ» . Ὡσαύτως καί ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος θά ὑποστηρίξει ὅτι ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου γνώριζε ἀπό καταβολῆς κόσμου ὅτι ὁ Ἀδάμ ἐπρόκειτο νά παραβεῖ τήν ἐντολή του καί προόρισε «τήν ἐν παλιγγενεσίας αὐτοῦ ζωήν καί ἀνάπλασιν διά τῆς ἐνσάρκου γεννήσεως τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» .


Νά σημειώσουμε ὅτι στή διαχρονική Πατερική συμφωνία δέν ἐντοπίζεται καί δέν μαρτυρεῖται ἡ ἰδέα μιᾶς ἀπροϋποθέτου σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, ἀλλά τονίζεται ἡ θέση περί τοῦ γεγονότος τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κυρίου, μέ σκοπό τήν διόρθωση τῶν συνεπειῶν τῆ πτώσεως. Ἀντιπροσωπευτικά, θά λέγαμε, ὁ ἱερός Χρυσόστομος θεωρεῖ πώς δέν ὑπῆρχε «ἄλλη τις αἰτία τῆς οἰκονομίας», παρά μόνο ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου .


λαχιστότατες, ὡστόσο, περιστασιακές, ποιμαντικοῦ χαρακτῆρος, ρήσεις κάποιων Πατέρων, πού παραπέμπουν σέ μία ἑρμηνεία περί ἀπροϋποθέτου σαρκώσεως δέν ἐμπεριέχουν ἰσχυρή κατοχύρωση περί αὐτῆς τῆς θεωρήσεως.


κόμη καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής – θεωρούμενος ἀπό κάποιους ὡς ὁ κατεξοχήν ὑπέρμαχος τοῦ ἀπροϋποθέτου τῆς ἐνανθρωπήσεως - ἐντάσει τήν σάρκωση στήν προοπτική τῆς σωτηρίας ἕνεκα τῆς πτώσεως. Μάλιστα σημειώνει ὅτι ἡ σάρκωση ἔγινε κατά τήν πρόγνωση τῆς πτώσεως, ἀκριβέστερα, ἐκπληρώνοντας τήν πρόγνωση: «πλήρωσιν δοῦσα τῇ προγνώσει Θεοῦ». Τό ἔργο πού «προεπινοήθη» καί πραγματοποιήθηκε μέ τήν ἔλευση στόν κόσμο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ ἐκπλήρωση τῆς προγνώσεως τοῦ Θεοῦ . Κατά τοῦτο, ὁ ἅγιος Μάξιμος, λοιπόν, κάνει λόγο γιά σάρκωση ἐμπροϋπόθετο.


να καί μόνο κείμενο τοῦ ἁγίου Μαξίμου ἐκφράζει τήν θέση περί τοῦ ἀπροϋποθέτου τῆς σαρκώσεως, ἐνῶ στή σύνολη διδασκαλία του κυριαρχεῖ ἡ ἀντίθετη θέση . Καί ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ καθηγητής Ἀνδ. Θεοδώρου, ὁ ὁποῖος ἐρεύνησε ἐνδελεχῶς τά κείμενα τοῦ Ἁγίου, συνάγεται τό συμπέρασμα ὅτι «ἄν δέν ἡμάρτανεν ὁ Ἀδάμ, δέν θά ἐσαρκοῦτο ὁ Λόγος» . Εἶναι, ὅμως, τοῦτο ἕνα μεγάλο ζήτημα, γιά τό ὁποῖο δέν θά πλατιάσουμε στό παρόν κείμενο. Θά ὑπογραμμισθεῖ μόνο, ὅτι τό «κατ᾿ εἰκόνα» ὑπενθυμίζει, θά λέγαμε, στόν ἄνθρωπο τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό, ὥστε νά παραμένει στήν κατάσταση αὐτή, ὁλοκληρώνοντας τόν σκοπό τῆς δημιουργίας του.


Σύμφωνα μέ τόν καθηγητή τῆς Δογματικῆς Θεολογίας, Ν. Ξιώνη, σέ περίπτωση πού ὁ ἄνθρωπος δέν εὑρίσκετο σέ πλήρη κοινωνία μέ τόν Θεό, πρᾶγμα πού ἀπαιτεῖ ἡ ἀπροϋπόθετη ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου, τότε δέν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη παιδαγωγίας του στήν κοινωνία μέ αὐτόν καί ὁ <παιδαγωγικός> χαρακτῆρας τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα» θά ἦταν περιττός, ἀφοῦ ἡ θέωση θά ἐπιτυγχάνετο μέ τήν ἐνανθρώπηση πού θά λάμβανε χώρα σέ κάθε περίπτωση (κατά τή θεωρία τοῦ ἀπροϋποθέτου τῆς σαρκώσεως). «Συνεπῶς, ἡ κοινωνία καί ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου θά πρέπει ἐξ᾿ ἀρχῆς νά ἦταν δεδομένη» .


κ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει πώς ἄν δεχθοῦμε ἀπροϋπόθετη σάρκωση τοῦ Λόγου, τότε εἶναι σάν νά θεωροῦμε πώς ἡ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό πλευρᾶς τοῦ Θεοῦ ἦταν ἐλλιπής, ἀφοῦ μέ ὅ,τι εἶχε λάβει ὁ ἄνθρωπος (τό «κατ᾿ εἰκόνα») δέν θά μποροῦσε νά φθάσει στόν τελικό σκοπό, πού ἦταν ἡ θέωση. Δέν εἶναι, ὅμως, δυνατόν ἡ δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ νά παράγει ἀτελή ὄντα! Ὁ Θεός τά πάντα «λίαν καλῶς ἐποίησε». Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, δέν μπόρεσε νά διατηρήσει τά δεδωρημένα ἀγαθά. Ἔτσι, ἔχουμε τη ζόφωση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», διά τῆς πτώσεως. Αὐτή, λοιπόν, ἡ ἀμαύρωση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», προεγνωσμένη ἀπό τόν Θεό, καί ἡ ἀγάπη Του γιά τή σωτηρία τοῦ πεπτωκότος, ἀποτελεῖ τό κίνητρο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἑνώνει τό κτιστό μέ τό ἄκτιστο και ἀποκαθιστᾶ τήν πορεία καί προοπτική τοῦ «καθ᾿ ὁμοίωσιν».


πογραμμίζεται, λοιπόν, στήν Πατερική Θεολογία τό γεγονός τῆς διορθώσεως τῶν ἐπαχθῶν συνεπειῶν τῆς προγονικῆς πτώσεως διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἐκ τῶ κορυφαίων Θεολόγων Πατέρων, Μ. Ἀθανάσιος θά ὑπογραμμίσει στόν κλασικό Περί ἐνανθρωπήσεως λόγο του, ὅτι ἡ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου δύο τινα ἐνήργησε στή φύση μας, ἤτοι, ἀπομάκρυνε τόν θάνατο καί ταυτόχρονα μᾶς ἀνακαίνισε:
«Ἀμφότερα γάρ ἐφιλανθρωπεύετο ὁ Σωτήρ διά τῆς ἐνανθρρωπήσεως, ὅτι καί τόν θάνατον ἐξ ἡμῶν ἠφάνιζε, καί ἀνεκαίνισεν ἡμᾶς».


 ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεόλογος θά ὑπογραμμίσει ὅτι, ἐπειδή ἐμεῖς οἰ ἄνθρωποι δέν φυλάξαμε τήν εἰκόνα πού λάβαμε, ἤτοι τό «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ, ἔγινε ὁ Θεός ἄνθρωπος, ὥστε καί τήν εἰκόνα νά σώσει, καί τήν φύση νά ἀναστήσει: «Μετέλαβον τῆς εἰκόνος καί οὐκ ἐφύλαξα· μεταλαμβάνει τῆς ἐμῆς σαρκός, ἵνα καί τήν εἰκόνα σώσῃ καί τήν σάρκα ἀθανατίσῃ» .

 

 Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά σώσει τόν πεπτωκότα ἄνθρωπο. Ἀπό τότε καί μέχρι σήμερα, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ παραμένει τό «σεσιγημένον μυστήριον», πού ὅμως γίνεται ἁπτή ἱστορική πραγματικότητα μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τό μυστηριακό Σῶμα τοῦ Σαρκωμένου Θεοῦ. Εἶναι αὐτή ἡ νέα δημιουργία, στήν ὁποία ἀναπλάθει τόν κόσμο ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Στό Θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ ἀνθρώπινη φύση κοινωνεῖ στίς θεῖες ἰδιότητες καί μεταλαμβάνει τήν ἀθανασία. Ὁ μοναδικός τρόπος νά εἰσχωρήσουμε στό μυστικό τοῦ Θεοῦ, νά ζήσουμε τήν εἴσοδο τοῦ μεγάλου Θεοῦ στήν προσωπική μας ζωή, εἶναι ὁ πνευματικός, ὁ ἐκκλησιαστικός ἑορτασμός του. «Τοίνυν ἑορτάζωμεν μή πανηγυρικῶς, ἀλλά θεϊκῶς· μή κοσμικῶς, ἀλλ᾿ ὑπερκοσμίως… μή τά τῆς πλάσεως, ἀλλά τά τῆς ἀναπλάσεως», μᾶς προτρέπει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Σέ κάθε περίπτωση, τό ἄφατο Μυστήριο τῆς κενώσεως τοῦ Λόγου νοεῖται θεοπρεπῶς, ὅπως γράφει ὁ Μ. Βασίλειος («νόει μοι θεοπρεπῶς τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου»), καί βιώνεται ὑπαρξιακῶς, διά τῆς μετοχῆς τῆς θείας Ζωῆς τοῦ Θεανθρώπου, στό πλαίσιο τῆς Ἐκκλησίας.

 

Μελετώντας τό ἱστορικό γεγονός καί βιώνοντας τή νέα δημιουργία, μέ μετάνοια καί ἐμπροϋπόθετη προσέλευση στή θεία Εὐχαριστία, γινόμαστε μέτοχοι στό μεγάλο μυστήριο τῆς ἑνώσεως θείας καί ἀνθρώπινης φύσεως, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2025

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 2024 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

γαπητοὶ ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ!

Σήμερα, Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη πάντων τῶν Προγόνων τοῦ Χριστοῦ μας, τῶν Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τοῦ Προπάτορος Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καί, ὅσοι ἤσασταν ἀπὸ πιὸ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀκούσατε ὅτι τὸ συναξάριο ποὺ ἀνέγνωσε ὁ ἀναγνώστης ἦταν ἀρκετὰ ἐκτενές, μάλιστα δὲ τὸ μεγαλύτερο τοῦ ἔτους, τὸ δὲ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφερόταν στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Ἰωσήφ. 

               Βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἕνα μεγάλο ζήτημα στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε προσοχὴ εἶναι τὸ πῶς ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἑορτή, τὴν -κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο- «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν». Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτό, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε τὶ σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τὰ Χριστούγεννα, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων. 

            Εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας; Νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε μὲ φίλους καὶ γνωστούς, εὐφραινόμενοι στὰ ρεβεγιόν; Κοινῶς, νὰ διασκεδάσουμε; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Χριστό.  Γιὰ αὐτὸ καὶ ἔχουν φτάσει νὰ «ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα» καὶ ἄνθρωποι ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι. Πρόκειται γιὰ μεγάλη εἰρωνεία, διότι τὸ νὰ λέει κάποιος ὅτι γιορτάζει Χριστούγεννα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καθόλου στὸ Πρόσωπο ποὺ ἔχει τὰ γενέθλιά Του, τὸν Χριστό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποιος ἕναν γνωστό του ἑορτάζοντα τὰ γενέθλιά του, νὰ ἀρχίσει νὰ μιλᾶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους, νὰ ἀνταλλάσσει δῶρα μὲ αὐτούς, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη νὰ μὴν δώσει τὴν παραμικρὴ σημασία. Μὲ τὴν ἑορτὴ νὰ ἔχει λάβει, δυστυχῶς, τέτοια διάσταση γιὰ τὸν κόσμο, βλέπουμε πλέον στοὺς δρόμους καὶ στὰ καταστήματα νὰ μὴν ἐκφράζονται εὐχὲς γιὰ «καλὰ Χριστούγεννα», ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ «καλὲς γιορτές», προκειμένου νὰ μὴν προσβληθοῦν δῆθεν οἱ ἀλλόθρησκες μειονότητες. Ποῦ πάμε; Γιατί νὰ κάνουμε ἐκπτώσεις στὶς παραδόσεις μας γιὰ χάρη τῶν μειονοτήτων; Ἀλήθεια, πιστεύει κανεὶς ὅτι οἱ χῶρες προέλευσης τῶν μειονοτήτων θὰ ἔκαναν ἀνάλογες ἐκπτώσεις γιὰ νὰ εὐαρεστήσουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς; Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὅποιος θρέφει τέτοιες προσδοκίες. 

                  Γιά νὰ δοῦμε, ὅμως. Ποιά εἶναι ἡ κατάληξη ἑνὸς τέτοιου, κοσμικοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων; Περνοῦν λίγες ἡμέρες καὶ ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ μελαγχολία, ἔρχεται καὶ ἡ θλίψη ἐπειδὴ πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ ἔφτασε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ρουτίνα. Ποιός παραμένει χαρούμενος; Ποιός ἀλλάζει ριζικὰ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταμορφώνει τὴν ζωή του; Οὐδείς. Ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις ἑορτασμοῦ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι, τελικά, τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία πρόσκαιρη ἀναλαμπὴ δῆθεν χαρᾶς. 

                   ποιος εἶναι ἔξυπνος, σίγουρα, ἀπὸ τὴν δῆθεν χαρὰ προτιμᾶ τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη χαρά. Αὐτὴν τὴν χαρὰ προσφέρει ὁ γνήσιος ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ γεμίσουμε λύπη καὶ μελαγχολία. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἀληθινὴ Χαρά, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν αἰώνια Ζωή. Πῶς, ὅμως, θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν; Ὅταν, διὰ τῆς νηστείας, διὰ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς μελέτης τῶν θεῖων γραφῶν, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εἰλικρινοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς συγχωρητικότητας, ἐτοιμάσουμε στὴν ψυχή μας ἱερὴ φάτνη γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα της ὁ Χριστός. 

             Σὲ αὐτὸ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σήμερα τιμώμενοι Ἅγιοι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὶς προσευχές τους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους. Θέλουμε νὰ γεννηθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός; 

             ς μιμηθοῦμε τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραάμ. Δὲν περνοῦσε διαβάτης μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίχως νὰ χορτάσει καὶ νὰ ξεδιψάσει, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμιώδης φράση: «ἀβραμιαία φιλοξενία». Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό του, ἐκεῖνος δίχως δεύτερη σκέψη ἀνταποκρίθηκε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δὲν ἐπέτρεψε, τελικά, νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία. 

             ς μιμηθοῦμε τοῦ παγκάλου Ἰωσὴφ τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀμνησικακία. Ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του τὸν ἐπεθύμησε, ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἄνδρας εὐθὺς «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν», «τῆς Αἰγυπτίας ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας». Ὅταν δὲ ἀργότερα ἔγινε ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ διαχειριστὴς τῶν τροφίμων τὴν περίοδο ποὺ ἄλλες χώρες πεινοῦσαν, τότε τὰ μεγαλύτερα ἀδέρφια του κατέφυγαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν σιτάρι, χωρὶς νὰ τον ἀναγνωρίσουν. Παρ΄ ὅτι ἐκεῖνοι κάποτε τὸν εἶχαν προδώσει καὶ τὸν εἶχαν πετάξει σὲ ἕναν λάκκο γιὰ νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν ζήλεια τους, ὁ Ἰωσὴφ μὲ ἀπέραντη χαρὰ τοὺς δέχθηκε καὶ τοὺς συγχώρεσε. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Μωϋσέως τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀπὸ πίσω τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν, προσευχήθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ἄνοιξε ἡ θάλασσα στὰ δύο, ὥστε διάβηκε ὁ λαὸς μὲ ἀσφάλεια.

             ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἰὼβ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα. Εἶχε τὰ πάντα, ἔχασε τὰ πάντα καὶ ἔλεγε ὁ στύλος τῆς ὑπομονῆς: «ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε πίσω. Νὰ εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες».

              ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἠλία τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἦταν τέτοια ὥστε νὰ μὴν βρέξει γιὰ τρισήμισυ χρόνους. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Δαυὶδ τὴν μετάνοια. Παρ’ ὅτι ἔπραξε ἔγκλημα φρικτό, δέχθηκε τὸν ἔλεγχο τοῦ Προφήτη Νάθαν καὶ μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἔπεσε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ συνέχισε πιὸ δυνατὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ὑμνεῖ.

            ς προσπαθήσουμε μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ τράβηξαν ἐκεῖνοι καὶ τότε ὁ Χριστὸς θὰ βρεῖ τόπο καθαρὸ μέσα μας γιὰ νὰ σκηνώσει. Ὅταν αὐτὸ συμβεῖ, οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν θὰ περάσουν, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα μας γιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ καλύτερο, θὰ παραμείνει ζωντανή. 

Καλὰ Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου! Ὁ Θεὸς μαζί μας! 

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος