Ἅγιοι Πατέρες, ἀγαπητοὶ Ἀδελφοί,
ἐντιμότατοι σύνεδροι,
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!
Ἡ σπουδαιότητα τοῦ θέματος τῆς ἡμερίδος σας δύναται νὰ κατανοηθῆ πλήρως μόνον στὸν βαθμὸ ποὺ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὸ μέγεθος τοῦ προβλήματος - κινδύνου τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἐφόσον ἐκ τῶν ἀντιθέτων πολλάκις κατανοοῦμε τὸ ζητούμενο. Πρόκειται γιὰ θέμα μείζονος σημασίας ποὺ προέκυψε τὸν 19ο αἰ. στὸν προτεσταντικὸ χῶρο καὶ εἰσήχθη στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο τὸν 20ο αἰ. μὲ τὴν Πατριαρχικὴ Ἐγκύκλιο, ἀρχικά, τοῦ 1902-1904, στὴν ὁποία βρίσκουμε μιὰ πρωτόλεια διατύπωση τῆς περιβοήτου θεωρίας τῶν κλάδων, καὶ μὲ ἐκείνη τοῦ 1920, ποὺ τιτλοφορεῖται καὶ ἀπευθύνεται «Πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ», στὴν ὁποία οἱ ἑτερόδοξες θρησκευτικὲς ὀργανώσεις χαρακτηρίζονται ὡς χριστιανικὲς ἐκκλησίες καὶ ὑποδεικνύονται οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῆ ἡ συζητούμενη ἕνωση.
Ἀκολούθησαν οἱ θεολογικοί διάλογοι τῶν Μικτῶν Ἐπιτροπῶν, Ὀρθοδόξων – Ρωμαιοκαθολικῶν καί Ὀρθοδόξων – Προτεσταντῶν, μὲ τὶς διαβόητες ἀποφάσεις (Δηλώσεις Τορόντο 1950, κείμενο Πόρτο Ἀλέγκρε 2006 καὶ «Κείμενο Λίμα, 1982, - Βάπτισμα Εὐχαριστία Ἱερωσύνη») καὶ τὶς αἱρετικὲς θεωρίες «περὶ δύο πνευμόνων», περὶ ἐλλειμματικῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν δὲν ἔχει κοινωνία καὶ ἀποδοχὴ τῶν ἑτεροδόξων καὶ κακοδόξων ὁμολογιῶν κ.τ.τ.
Ἀποκορύφωμα ἐκείνων καὶ ὅλων τῶν οἰκουμενιστικῶν μετέπειτα λεχθέντων καὶ πραχθέντων ἀπετέλεσε ἡ λεγομένη «Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης», ἡ ὁποία κατωχύρωσε συνοδικῶς τὸν οἰκουμενισμό, ἀποτελώντας πλέον τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς ὅλων τῶν οἰκουμενιστῶν, παραχάραξε τήν δογματική καί ἐκκλησιολογική διδασκαλία τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ὀνομάζοντας τούς ἑτεροδόξους (αἱρετικούς) «ἐκκλησίες», χωρίς νά διευκρινίζη ὅτι ἀρνεῖται ἤ ὄχι τό κύρος καί τήν ὑπόστασι τῶν αἱρετικῶν «μυστηρίων».
Ἡ Ἐκκλησιολογία μεταπίπτει σὲ κοινωνιολογία καὶ πολιτική. Προκρίνεται ἕνας ἐκκοσμικευμένος χριστιανισμός, ἐγκαταλείπεται τὸ δογματικὸ κριτήριο καὶ εἰσάγεται ἕνας ἀκραῖος σχετικισμὸς καὶ ὑποκειμενισμός. Μιὰ τέτοιου εἴδους ἕνωση ἀποτελεῖ σύζευξη ἑτεροκλήτων στοιχείων, γιὰ νὰ καταλήξουν σὲ μιὰ μίξη ἀμίκτων. Συζητεῖται καὶ ἐπιχειρεῖται, παντὶ τρόπῳ, μιὰ ἕνωση ποὺ δὲν προάγει τὴν ἑνότητα, παραβλέποντας καὶ ἀναιρώντας τὴν ἤδη ὑπάρχουσα φύσει ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, στὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται ὁποιαδήποτε ἔννοια διαίρεσης.
Δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται ὅτι στὸν οἰκουμενισμὸ οἱ ἑτερότητες θεωροῦνται ὡς θετικὲς παραλλαγὲς μιᾶς διευρυμένης ἐκκλησίας (!). Ἡ θεία ἀποκαλυφθεῖσα διδασκαλία δέχεται πολλὲς ἑρμηνεῖες -καὶ ἀντίθετες μεταξύ τους-, ὅλες ἀποδεκτές, ἔτσι ὥστε νὰ γίνεται λόγος γιὰ ἐμπλουτισμὸ καὶ συμπερίληψη. «Ἑνότητα στὴν πίστη καὶ ἑνότητα/ἑτερότητα στὶς διατυπώσεις της» (Y. Congar, Diversités et communion, Παρίσι 1982, σ. 244), «ἑνότητα ἐν τῇ ποικιλίᾳ καὶ ἑνότητα ἐν τῇ ἑτερότητι καὶ μέσῳ τῆς ἑτερότητος» (O. Cullmann, Einheit durch Vielfalt, Τυβίγγη 1990², σ. 14), στὸ κέντρο ὁ Χριστὸς καὶ γύρω του ὅλες οἱ «ἐκκλησίες» ὡς «ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ» (!), ὡς οἱ πλανῆτες γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο (βλ. E. Schlink, Ökumenische Dogmatik. Grundzüge, Γοττίγγη 1983, σ. 696).
Σὲ ὅλα αὐτὰ ἀπαντοῦμε μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς: «Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνον μία, ἀλλὰ καὶ μοναδική. Ἐν τῷ Κυρίῳ Ἰησοῦ ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν πολλὰ σώματα, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν ἐν αὐτῷ πολλὲς Ἐκκλησίες. Ἐν τῷ Θεανθρωπίνῳ αὐτοῦ σώματι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ μοναδική, ὅπως ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Χριστός, εἶναι ἕνας καὶ μοναδικός. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διαίρεσις, σχίσμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πρωτίστως ἕνα πρᾶγμα ὀντολογικῶς ἀδύνατον. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, πλὴν ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἔκπτωσις ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ πίπτουν τὰ ξερὰ καὶ ἄγονα κλήματα ἀπὸ τὴν θεανθρωπίνην καὶ αἰωνίως ζῶσαν ἄμπελον, ποὺ εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός (Ἰω. 15, 1-6). Κατὰ καιροὺς ἀπεσπάσθησαν καὶ ἐξεβλήθησαν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκτοτε ἔπαψαν νὰ ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ μέρη τοῦ θεανθρωπίνου σώματός της. Ἔτσι ἔχουν κατ’ ἀρχὴν ἀποκοπῆ οἱ Γνωστικοί, κατόπιν οἱ Ἀρειανοί, κατόπιν οἱ Πνευματομάχοι, κατόπιν οἱ Μονοφυσῖται, κατόπιν οἱ Εἰκονομάχοι, κατόπιν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί, κατόπιν οἱ Προτεστάνται, κατόπιν οἱ Οὐνῖται καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅλα τὰ ἄλλα μέλη τῶν αἱρετικῶν καὶ σχισματικῶν λεγεώνων».
Συγκλείοντας τὸν χαιρετισμό μας ὑπενθυμίζουμε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, τοῦ μεγαλυτέρου ἀντιαιρετικου θεολόγου τῆς δεύτερης χιλιετίας, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνε πρὸς τοὺς τότε οἰκουμενιστὲς – λατινόφρονες τοῦ Πατριάρχη Ἰωάννη Καλέκα, «Ποία σχέση, ποῖο μερίδιο, ποία γνησιότης μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀπέναντι στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ αὐτὸς ποὺ ὑπερασπίζεται τὸ ψεῦδος; Ἡ Ἐκκλησία εἶναι "στύλος καὶ θεμέλιο τῆς ἀληθείας", σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο... Διότι ὅσοι ἀνήκουν στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀνήκουν στὴν ἀλήθεια· καὶ ὅσοι δὲν ἀνήκουν στὴν ἀλήθεια, δὲν ἀνήκουν οὔτε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀκόμη περισσότερο γι' αὐτοὺς ποὺ ψεύδονται γιὰ τοὺς ἴδιους τους τοὺς ἑαυτούς, ἀποκαλώντας τοὺς ἑαυτούς τους ἱεροὺς ποιμένες καὶ ἀρχιποιμένες, καὶ ἀποκαλούμενοι ἔτσι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον· διότι ἔχουμε διδαχθῆ ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς δὲν χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεως».
Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ μέχρι καὶ τὸ τέλος τοῦ 19ου αἰῶνος συνῆλθαν 10 Τοπικὲς Σύνοδοι στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ δύο στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὴν Ρωσία, ποὺ κατεδίκασαν τὶς λατινικὲς κακοδοξίες καὶ αἱρετικὲς δοξασίες.
Ὁ οἰκουμενισμός, τέλος, βασιζόμενος στὰ δεκανίκια τῆς «Πανθρησκείας», τῆς «Παγκοσμιοποίησης» καὶ τῆς «νέας τάξης πραγμάτων», συνοδίτης καὶ συνοδοιπόρος των στὴν πλατεῖα καὶ εὐρύχωρο ὁδὸ τῆς ἀποστασίας καὶ τῆς ἀπωλείας, εἶναι ὁμολογουμένως ἡ παναίρεσις καὶ ὁ ἀμείλικτος καὶ ἀδυσώπητος πολέμιος τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανισμοῦ, οἱ δὲ ὑποστηρίζοντες καὶ προβάλλοντες αὐτόν, «ταράσσοντες (τὸ Χριστεπώνυμον Πλήρωμα) βαστάσουσι τὸ κρῖμα, οἷοι ἂν ὦσι» (πρβλ. Γαλ. 5, 10).
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!
†ὁ Κυθήρων & Ἀντικυθήρων Σεραφείμ
