† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Ⲏ ⲈⲨⲬⲎ ⲦⲞⲨ ⲀⲄⲒⲞⲨ ⲈⲪⲢⲀⲒⲘ ⲦⲞⲨ ⲤⲨⲢⲞⲨ

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΕΛΙΣΣΑΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΑΠΑ - ΝΙΚΟΛΑ ΤΟΝ ΠΛΑΝΑ


Ἐδῶ ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε καὶ ἕνα ἀκόμη θαῦμα ποὺ ἔζησε αὐτὴ ἡ ἁγία μορφή, ὁ παπᾶΝικόλας ὁ Πλανᾶς. Συγκεκριμένα διαβάζω τὸ κεφάλαιο «Ἐμφάνισις τοῦ Προφήτου Ἐλισσαίου» ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ παπᾶ-Νικόλας Πλανᾶς. Ὁ ἁπλοϊκὸς ποιμὴν τῶν ἁπλοϊκῶν προβάτων», Μάρθας Μοναχῆς:

«Εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ πρώτου διωγμοῦ τῶν Παλαιοημερολογιτῶν, ἠθέλησε (σ. ὁ παπᾶΝικόλας) νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὸ πάτριον ἡμερολόγιον τὴν ἑορτὴν τοῦ προφήτου Ἐλισσαίου. Ἀλλὰ φοβούμενος μήπως τοῦ παρουσιασθοῦν ἐμπόδια, συνεφώνησε μὲ τὴν βοηθόν του ἀφ’ ἑσπέρας, νὰ πᾶνε εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα τοῦ Μαντουκᾶ. Τὸ πρωὶ ἐπῆγεν ἡ ψάλτριά του καὶ τὸν περίμενε. Ἡ ὥρα παρήρχετο καὶ ὁ παπᾶς δὲν ἐφαίνετο νὰ ἔλθῃ νὰ λειτουργήσῃ. Ἀπηλπίσθη. Ἐνόμισε πὼς κάτι σπουδαῖον θὰ τοῦ ἔτυχε, καὶ δὲν ἐπῆγε ὡς αὐτὴν τὴν ὥραν. Ἔφυγε καὶ πῆγε εἰς τὸν Προφήτην Ἐλισσαῖο (διότι ἐκεῖ ἦταν τὸ “κέντρον τῶν πληροφοριῶν”), νὰ ρωτήσῃ τὶ γίνεται ὁ παπᾶς, καὶ νά, τὸν βλέπει μέσα στὴν ἐκκλησία νὰ ἑτοιμάζεται νὰ λειτουργήσῃ! Τοῦ ἔκαμεν παρατήρησιν, γιατὶ ἠθέτησε τὴν συνεννόησιν ποὺ εἴχανε κάμει, καὶ ἀκόμη ὅτι δὲν ἐφοβήθη, παρά ἦλθε μέσα στὸ κέντρον, μέσα στὴν βράση τοῦ διωγμοῦ. Τῆς λέγει: “Μὴ μὲ μαλώνεις, γιατὶ σήμερα τὸ πρωὶ εἶδα τὸν Προφήτη καὶ μοῦ εἶπε νὰ λειτουργήσω, καὶ νὰ μὴ φοβηθῶ τίποτα, γιατὶ αὐτὸς θὰ μὲ προσέχῃ”. Ἔμεινε ἡ βοηθός του μὲ τὴν συζήτησιν ἀτελείωτη! -“Μά, πῶς τὸν εἶδες”; τὸν ρωτᾶ. Τῆς λέγει: “Σηκώθηκα σήμερα τὸ πρωὶ καὶ ἑτοιμάστηκα γιὰ τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα. Ἐκάθησα σὲ μιὰ πολυθρόνα ὡς ποὺ νὰ μοῦ φέρουν τὸ ἁμάξι. Αὐτὴ τὴν στιγμή, βλέπω μπρός μου τὸν προφήτην Ἐλισσαῖον, καὶ μοῦ λέγει, νὰ πάω στὴν ἐκκλησίαν του νὰ λειτουργήσω”! Ἔφεραν οἱ δικοί του τὸ ἁμάξι καὶ τοὺς λέγει: “Νὰ πῆτε τοῦ ἁμαξᾶ νὰ μὲ πάῃ στὸν Προφήτην...”. Ἄρχισαν τὶς φωνὲς οἱ δικοί του: “Τὶ εἶναι αὐτά; Ἀφοῦ εἴπαμε τοῦ ἁμαξᾶ γιὰ τὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα”. -“Αὐτό ποὺ σᾶς λέγω. Νὰ μὲ πᾶτε στὸν Προφήτη. Τὸν εἶδα ἐμπρός μου καὶ μὲ διέταξε”».