† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

               Σήμερα, Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὴν μεγάλη Δεσποτικὴ Ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τὴν μνήμη πάντων τῶν Προγόνων τοῦ Χριστοῦ μας, τῶν Δικαίων καὶ τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀπὸ τοῦ Προπάτορος Ἀδὰμ μέχρι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ Μνήστορος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καί, ὅσοι ἤσασταν ἀπὸ πιὸ νωρὶς στὴν Ἐκκλησία, θὰ ἀκούσατε ὅτι τὸ συναξάριο ποὺ ἀνέγνωσε ὁ ἀναγνώστης ἦταν ἀρκετὰ ἐκτενές, μάλιστα δὲ τὸ μεγαλύτερο τοῦ ἔτους, τὸ δὲ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Θείας Λειτουργίας ἀναφερόταν στὴν γενεαλογία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ ἕως τοῦ Ἰωσήφ. 

               Βρισκόμαστε στὴν τελικὴ εὐθεία τῆς Σαρακοστῆς τῶν Χριστουγέννων καὶ ἕνα μεγάλο ζήτημα στὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ δώσουμε προσοχὴ εἶναι τὸ πῶς ἑορτάζουμε αὐτὴ τὴν ἑορτή, τὴν -κατὰ τὸν Ἱερὸ Χρυσόστομο- «Μητρόπολη τῶν ἑορτῶν». Γιὰ νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα αὐτό, πρέπει πρῶτα νὰ σκεφθοῦμε τὶ σημαίνουν γιὰ ἐμᾶς τὰ Χριστούγεννα, ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων. 

            Εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴν ρουτίνα τῆς καθημερινότητας; Νὰ φᾶμε καὶ νὰ πιοῦμε μὲ φίλους καὶ γνωστούς, εὐφραινόμενοι στὰ ρεβεγιόν; Κοινῶς, νὰ διασκεδάσουμε; Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Χριστουγέννων γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸν Χριστό.  Γιὰ αὐτὸ καὶ ἔχουν φθάσει νὰ «ἑορτάζουν τὰ Χριστούγεννα» καὶ ἄνθρωποι ἀλλόθρησκοι ἢ ἄθεοι. Πρόκειται γιὰ μεγάλη εἰρωνεία, διότι τὸ νὰ λέει κάποιος ὅτι γιορτάζει Χριστούγεννα χωρὶς νὰ ἀναφέρεται καθόλου στὸ Πρόσωπο ποὺ ἔχει τὰ γενέθλιά Του, τὸν Χριστό, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ κάποιος ἕναν γνωστό του ἑορτάζοντα τὰ γενέθλιά του, νὰ ἀρχίσει νὰ μιλᾶ μὲ τοὺς ὑπολοίπους, νὰ ἀνταλλάσσει δῶρα μὲ αὐτούς, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἑορτάζοντα οἰκοδεσπότη νὰ μὴν δώσει τὴν παραμικρὴ σημασία. Μὲ τὴν ἑορτὴ νὰ ἔχει λάβει, δυστυχῶς, τέτοια διάσταση γιὰ τὸν κόσμο, βλέπουμε πλέον στοὺς δρόμους καὶ στὰ καταστήματα νὰ μὴν ἐκφράζονται εὐχὲς γιὰ «καλὰ Χριστούγεννα», ἀλλὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα γιὰ «καλὲς γιορτές», προκειμένου νὰ μὴν προσβληθοῦν δῆθεν οἱ ἀλλόθρησκες μειονότητες. Ποῦ πάμε; Γιατί νὰ κάνουμε ἐκπτώσεις στὶς παραδόσεις μας γιὰ χάρη τῶν μειονοτήτων; Ἀλήθεια, πιστεύει κανεὶς ὅτι οἱ χῶρες προέλευσης τῶν μειονοτήτων θὰ ἔκαναν ἀνάλογες ἐκπτώσεις γιὰ νὰ εὐαρεστήσουν ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς; Πλανᾶται πλάνην οἰκτρὰν ὅποιος θρέφει τέτοιες προσδοκίες. 

                  Γιά νὰ δοῦμε, ὅμως. Ποιά εἶναι ἡ κατάληξη ἑνὸς τέτοιου, κοσμικοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Χριστουγέννων; Περνοῦν λίγες ἡμέρες καὶ ἀμέσως ἔρχεται καὶ ἡ μελαγχολία, ἔρχεται καὶ ἡ θλίψη ἐπειδὴ πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ ἔφτασε ἡ ἐπιστροφὴ στὴν ρουτίνα. Ποιός παραμένει χαρούμενος; Ποιός ἀλλάζει ριζικὰ πρὸς τὸ καλύτερο καὶ μεταμορφώνει τὴν ζωή του; Οὐδείς. Ὅλες οἱ ἐκδηλώσεις ἑορτασμοῦ χωρὶς Χριστὸ δὲν εἶναι, τελικά, τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία πρόσκαιρη ἀναλαμπὴ δῆθεν χαρᾶς. 

                   ποιος εἶναι ἔξυπνος, σίγουρα, ἀπὸ τὴν δῆθεν χαρὰ προτιμᾶ τὴν ἀληθινὴ καὶ μόνιμη χαρά. Αὐτὴν τὴν χαρὰ προσφέρει ὁ γνήσιος ἑορτασμὸς τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Χριστός, ἄλλωστε, δὲν ἦρθε στὴ γῆ γιὰ νὰ γεμίσουμε λύπη καὶ μελαγχολία. Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς προσφέρει τὴν ἀληθινὴ Χαρά, τὴν Εἰρήνη καὶ τὴν αἰώνια Ζωή. Πῶς, ὅμως, θὰ γίνουμε μέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀγαθῶν; Ὅταν, διὰ τῆς νηστείας, διὰ τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς, διὰ τῆς προσευχῆς, διὰ τῆς μελέτης τῶν θεῖων γραφῶν, διὰ τῆς ἐλεημοσύνης, τῆς εἰλικρινοῦς προσφορᾶς καὶ τῆς συγχωρητικότητας, ἐτοιμάσουμε στὴν ψυχή μας ἱερὴ φάτνη γιὰ νὰ γεννηθεῖ μέσα της ὁ Χριστός. 

             Σὲ αὐτὸ μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν οἱ σήμερα τιμώμενοι Ἅγιοι. Καὶ μέσα ἀπὸ τὶς προσευχές τους ἀσφαλῶς, ἀλλὰ καὶ μέσα ἀπὸ τὸ παράδειγμά τους. Θέλουμε νὰ γεννηθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός; 

             ς μιμηθοῦμε τὴν φιλοξενία καὶ τὴν ὑπακοὴ τοῦ Ἀβραάμ. Δὲν περνοῦσε διαβάτης μπροστὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του δίχως νὰ χορτάσει καὶ νὰ ξεδιψάσει, ἐξ οὗ καὶ ἡ παροιμιώδης φράση: «ἀβραμιαία φιλοξενία». Ὅταν δὲ ὁ Θεὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ νὰ θυσιάσει τὸν μονάκριβο γιό του, ἐκεῖνος -δίχως δεύτερη σκέψη- ἀνταποκρίθηκε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δὲν ἐπέτρεψε τελικὰ νὰ τελεσθεῖ ἡ θυσία. 

             ς μιμηθοῦμε τοῦ παγκάλου Ἰωσὴφ τὴν ἐγκράτεια καὶ ἀμνησικακία. Ὅταν ἡ γυναίκα τοῦ ἀφέντη του τὸν ἐπεθύμησε, ἐκεῖνος ὁ θεῖος ἄνδρας εὐθὺς «ἔφυγε τὴν ἁμαρτίαν», «τῆς Αἰγυπτίας ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας». Ὅταν δὲ ἀργότερα ἔγινε ἄρχοντας στὴν Αἴγυπτο καὶ διαχειριστὴς τῶν τροφίμων τὴν περίοδο ποὺ ἄλλες χώρες πεινοῦσαν, τότε τὰ μεγαλύτερα ἀδέρφια του κατέφυγαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ λάβουν σιτάρι, χωρὶς νὰ τον ἀναγνωρίσουν. Παρ΄ ὅτι ἐκεῖνοι κάποτε τὸν εἶχαν προδώσει καὶ τὸν εἶχαν πετάξει σὲ ἕναν λάκκο γιὰ νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν ζήλεια τους, ὁ Ἰωσὴφ μὲ ἀπέραντη χαρὰ τοὺς δέχθηκε καὶ τοὺς συγχώρεσε. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Μωϋσέως τὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Ὁδήγησε τὸν λαὸ τοῦ Ἰσραὴλ στὴν Ἔξοδο ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα καὶ ἀπὸ πίσω τοὺς κυνηγοῦσαν οἱ Αἰγύπτιοι στρατιῶτες γιὰ νὰ τοὺς σφάξουν, προσευχήθηκε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ ἄνοιξε ἡ θάλασσα στὰ δύο, ὥστε διάβηκε ὁ λαὸς μὲ ἀσφάλεια.

             ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἰὼβ τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν πραότητα. Εἶχε τὰ πάντα, ἔχασε τὰ πάντα καὶ ἔλεγε ὁ στύλος τῆς ὑπομονῆς: «ὁ Κύριος μοῦ τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος μοῦ τὰ πῆρε πίσω. Νὰ εἶναι τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένο στοὺς αἰῶνες».

              ς μιμηθοῦμε τοῦ Ἠλία τὴν προσευχή. Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς του ἦταν τέτοια ὥστε νὰ μὴν βρέξει γιὰ τρισήμισυ χρόνους. 

            ς μιμηθοῦμε τοῦ Δαυὶδ τὴν μετάνοια. Παρ᾽ ὅτι ἔπραξε ἔγκλημα φρικτό, δέχθηκε τὸν ἔλεγχο τοῦ Προφήτη Νάθαν καὶ μετανόησε εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἁμαρτία του. Δὲν ἔπεσε σὲ ἀπόγνωση, ἀλλὰ συνέχισε πιὸ δυνατὰ νὰ ἀγωνίζεται νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ὑμνεῖ.

            ς προσπαθήσουμε μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις μας νὰ ἀκολουθήσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ τράβηξαν ἐκεῖνοι καὶ τότε ὁ Χριστὸς θὰ βρεῖ τόπο καθαρὸ μέσα μας γιὰ νὰ σκηνώσει. Ὅταν αὐτὸ συμβεῖ, οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν θὰ περάσουν, ἀλλὰ ἡ χαρὰ τοῦ ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα μας γιὰ νὰ ἀλλάξει τὴν ζωή μας πρὸς τὸ καλύτερο, θὰ παραμείνει ζωντανή. 

Καλὰ Χριστούγεννα, ἀδελφοί μου! Ὁ Θεὸς μαζί μας!

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΗΣ ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗΣ (20 Δεκεμβρίου)


Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης
ὁ προορατικὸς & ἰαματικὸς ἱερέας
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης


Ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης ήταν ένας εξέχων Ρώσος Ορθόδοξος ιερέας, ποιμένας και πνευματικός συγγραφέας, γνωστός για το φιλανθρωπικό του έργο, τις μαζικές εξομολογήσεις και τη χαρισματική του προσωπικότητα.

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Α. Γέννηση - ἀνατροφή

Ὁ π. Ἰωάννης (Ἰβὰν) Ἴλιτς Σέργιεφ γεννήθηκε τὴν 18 Ὀκτωβρίου 1829, μέρα γιορτῆς τοῦ μεγάλου Σλαύου Ὁσίου Ἰωάννη τῆς Ρίλας (Βουλγαρίας), τοῦ ὁποίου πῆρε τὸ ὄνομα. Τὸ χωριό του λέγεται Σούρα στὸ νομὸ Ἀρχάγγελσκ στὴ βορεινὴ Λευκὴ θάλασσα τῆς Ρωσίας.

Ὁ πατέρας του, Ἠλίας Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ, ἦταν ὀλιγογράμματος ἱεροψάλτης τῆς ἐνοριακῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ. Ἡ μητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεβνα ἦταν λίγο μορφωμένη. Ὁ παππούς του ἦταν ἱερέας ἀπὸ γένος ἱερατικό.

Ἡ θεία λατρεία καὶ ἡ αὐστηρὴ νηστεία ἦταν οἱ βάσεις τῆς παιδικῆς του κατήχησης, παρότι γεννήθηκε καχεκτικὸς καὶ βαφτίστηκε τὴ νύχτα τῆς γέννησής του.

Β. Σπουδές

Ὅταν ἔγινε ἕξι ἐτῶν ἄρχισε ἡ μητέρα του νὰ τοῦ παραδίδει μαθήματα. Σὲ ἡλικία 10 ἐτῶν στάλθηκε στὴν ἐνοριακὴ σχολὴ τοῦ Ἀρχάγγελκ. Τέλειωσε 22 ἐτῶν, σὰν πρῶτος μαθητής, τὸ θεολογικὸ Σεμινάριο καὶ μὲ κρατικὴ ὑποτροφία στάλθηκε στὴ θεολογικὴ Ἀκαδημία τῆς Πετρούπολης. Τότε πεθαίνει ὁ πατέρας του σὲ ἡλικία 48 ἐτῶν.

Μὲ ὅπλο τὸν καλλιγραφικὸ γραπτό του χαρακτήρα, γίνεται γραμματέας τῆς Ἀκαδημίας καὶ μὲ πενιχρὸ μισθὸ ἐννέα ρούβλια τὸ μήνα ζεῖ αὐτὸς καὶ ἡ μητέρα του. Ἐνῷ εἶχε τὴν ἐπιθυμία νὰ γίνει ἱεραπόστολος στὴ μακρινὴ Κίνα, στὸ τέταρτο ἔτος τῶν σπουδῶν περνάει βαθειὰ κατάθλιψη, ποὺ ὅμως τὴν ξεπερνάει σιγὰ-σιγά. Μελέτησε τὰ γραπτὰ πολλῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, στάθηκε ὅμως ἰδιαίτερα στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο καὶ τὸν Φιλάρετο Μόσχας. Στὴν Ἀκαδημία ἐπιπλέον διδάχθηκε ὅλες τὶς τότε γνωστὲς ἐπιστῆμες.

Εἶναι ὅμως ἀναγκαῖο νὰ σημειώσουμε ὅτι π. Ἰωάννης εἶναι καρπὸς τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀναγέννησης ποὺ σημειώθηκε στὰ τέλη τοῦ 18ου καὶ ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰώνα, παρότι αὐτὴ δὲν σημάδεψε καίρια καὶ πλήρως τὴν Ρωσικὴ θεσμικὴ Ἐκκλησία. Νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ ἀρχὴ ἔγινε μὲ τὸν στάρετς Παΐσιο Βελιτσκόφσκυ (1722-1794) ποὺ ἀναγνωρίστηκε ὡς ἅγιος τὸ 1988 ἀπὸ τὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία.

Πνευματικοὶ ἀπόγονοι καὶ καρποὶ ἦσαν πολλοὶ ἀκόμα. Ἀνάμεσά τους ὁ ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ (1759 -1833, μνήμη 2 Ἰανουαρίου, ἀναγνώριση τὸ 1903), ἡ ὁσία Ξένη Γκριγκόριεβνα, ἡ διὰ Χριστὸ σαλή, (1732 – 1806/1814, ἀναγν. τὸ 1988), ὁ ὅσιος Ἀμβρόσιος τῆς Ὄπτινα (1812-1891, ἀναγν. τὸ 1988) ὁ μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων, μητροπολίτης Πετρουπόλεως Γαβριήλ, ὁ ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπραντσανίνωφ (1807-1867, ἀναγν. τὸ 1988), ὁ ὅσιος Θεοφάνης ὁ ἔγκλειστος (1815-1894, ἀναγν. τὸ 1988, ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης (†1937), ὁ ὅσιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ , κλπ.

Γ. Ἱερατικὴ πορεία

Στὸ τέλος τῶν σπουδῶν του ἐγκαταλείπει ὁριστικὰ τὴ σκέψη τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, διότι ἔνοιωσε τὴν ἀνάγκη τοῦ ὀρθόδοξου φωτισμοῦ τοῦ δικοῦ του λαοῦ. Ἔτσι τοῦ προτείνεται ἡ θέση ἱερέα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ Πρωτοκλήτου στὴν Κρονστάνδη ἡ ὁποία, στὸ νησὶ Κότλινε τοῦ Φιννικοῦ κόλπου, ἦταν τόπος ἐξορίας κάθε «παραστρατημένου» μικροαστοῦ. Ὁ γέροντας ἱερέας Κωνσταντῖνος Νετβίτσκυ τοῦ ζήτησε ἐπιπλέον, καὶ αὐτὸς δέχτηκε, νὰ νυμφευτεῖ καὶ τὴν κόρη του Ἐλισσάβετ Κωνσταντίνοβνα.

Στὶς 11 Νοεμβρίου 1855 (26 ἐτῶν) ἔγινε διάκονος καὶ τὴν ἑπόμενη πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Χριστόφορο Βιννίτσκυ, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου. Ὁ ἱερέας πιὰ Ἰωάννης, γιὰ νὰ βρίσκεται σὲ ἱερατικὴ ἐγρήγορση, βάζει αὐστηροὺς κανόνες στὸν ἑαυτό του. Τοὺς τηρεῖ ὅλους μέχρι τέλους τῆς ζωῆς του, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ τὸν ἤθελε νὰ ἡσυχάζει πολὺ στὸ σπίτι, γιατὶ οἱ ἀνάγκες τῶν πονεμένων ἀδελφῶν του ἦταν περισσότερες ἀπὸ ὅ,τι ὑπολόγιζε. Ἡ σύζυγός του γίνεται μὲ αὐταπάρνηση βοηθὸς στὸ ἔργο του καὶ μετὰ ἀπὸ ἕνα χρονικὸ διάστημα συναποφασίζουν τελικὰ νὰ ζήσουν χωρὶς παιδιά, σὰν ἀδέλφια.

Δ. Ὁ λαός του

Στὸν τόπο ἐξορίας, στὴν Κρονστάνδη, ἀκόμη καὶ τὰ παιδιὰ ἀπὸ 7 ἐτῶν ἦταν παραστρατημένα καὶ ἐπικίνδυνα. Γρήγορα ὁ π. Ἰωάννης κατάλαβε πὼς ὅλοι ἀνήκουν στὸ ποίμνιό του. Ἡ προσέγγιση ἄρχισε ἀπὸ τὰ παιδιά, γιατὶ ὅπως ἔλεγε κρατοῦν ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ μεγαλεῖο της εἰκόνας τοῦ Θεοῦ. Ἀκολούθησαν σιγὰ-σιγὰ καὶ οἱ μεγάλοι. Ἡ μέριμνά του ἁπλώθηκε καὶ ἀγκάλιασε καὶ ψυχὲς ἔξω ἀπὸ τὴν ἐνορία του.

Ἐνθάρρυνε κάθε ἄνδρα καὶ γυναίκα, ἀρκεῖ νὰ ἔβλεπε καὶ τὸν παραμικρὸ σπινθῆρα στὶς ψυχές τους. Μοίραζε τόσα ἀπὸ τὰ πενιχρά του ἔσοδα, ποὺ γιὰ τὸ σπίτι του δὲν εἶχε οὔτε τὰ ἀπαραίτητα. Ἔφτανε σ᾿ αὐτὸ πολλὲς φορὲς χωρὶς τὰ παπούτσια του. Οἱ φτωχοὶ καὶ παραμελημένοι ἦταν στὴν καρδιά του. Τοὺς ἀγόραζε πολλὲς φορὲς τρόφιμα ὁ ἴδιος, τοὺς ἔφερνε γιατρό, τοὺς πήγαινε στὸ φαρμακεῖο. Πάντα πίσω του ἀκολουθοῦσε πλῆθος ζητιάνων.

Ἔτσι ἄρχισε νὰ προκαλεῖ δυσφορία στὴν «ὑψηλὴ κοινωνία» τῆς Κρονστάνδης. Ὅμως αὐτὸς ἐπιτίθετο καὶ ἐνοχλοῦσε πλούσιους καὶ πολιτικοὺς παράγοντες πρὸς τὴν κατεύθυνση λύσης τῶν προβλημάτων τῶν φτωχῶν καὶ ἐξόριστων, παρ᾿ ὅλη τὴν χλεύη ποὺ δεχόταν.

Ε. Τὸ μεγάλο κοινωνικὸ ἔργο του

Ἡ βάση τῆς φιλανθρωπικῆς του δράσης στηριζόταν στὸ νὰ ὀργανώσει αὐτοὺς ποὺ μποροῦσαν νὰ βοηθοῦν. Μὲ συχνὰ κηρύγματα ἀνέλυε τὶς πολύπλευρες αἰτίες τῆς Κρονστανδικῆς πενίας καὶ ἐπαιτείας. Κατάφερε σύντομα λοιπὸν νὰ ἱδρυθοῦν πτωχοκομεῖα, ἐργατικὲς πολυκατοικίες, ἐπαγγελματικὲς σχολὲς καὶ ἔτσι νὰ δοθεῖ ἀνάλογα στὸν καθένα κατοικία καὶ ἐργασία. Ἔμβλημά του ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη.

Ἂς ἀναφέρουμε μέρος τοῦ ἔργου του:

  • Τὸ 1874 συγκροτεῖ ἐνοριακὴ πρόνοια γιὰ τοὺς φτωχούς.
  • Στὶς 12 Ὀκτωβρίου 1882, ἐγκαινιάζει ἐργατικὴ ἑστία. Ἡ ἑστία κάηκε, ἀλλὰ πάλι τὴν ἔκτισε, ἀφοῦ εἶχε ἤδη δημιουργήσει ἀσφαλιστικὸ ταμεῖο. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ μεγάλωσε καὶ ἔγινε πολυδύναμο, ὅπου ἔβρισκαν γνώσεις καὶ ἐργασία παιδιὰ καὶ ἀπόκληροι. Τὸ 1902 δούλευαν σὲ αὐτὸ 7281 ἐργαζόμενοι.
  • Τὸ 1903 ἡ στοιχειώδης σχολὴ τοῦ ἱδρύματος εἶχε 259 παιδιά, τὸ τμῆμα ζωγραφικῆς 30 ἄτομα, τὸ ἐργαστήρι ξυλουργικῶν εἰδικοτήτων 61 ἄτομα, τὸ γυναικεῖο τμῆμα 50 ἄτομα. Διέθετε ἐπιπλέον ἐργαστήρι ὑποδηματοποιίας, ζωολογικὴ συλλογὴ καὶ τμῆμα γυμναστικής.
  • Ἡ παιδικὴ βιβλιοθήκη τὸ 1896, διέθετε 2687 τόμους, ἐνῷ παράλληλα μὲ αὐτὴν λειτουργοῦσαν δυὸ βιβλιοπωλεῖα.
  • Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἱδρύματα λειτουργοῦσαν ἀκόμη τὸ σχολεῖο τῆς Κυριακῆς, τὸ κέντρο λαϊκῶν διαλέξεων, τὸ λαϊκὸ ἀναγνωστήριο καὶ ἡ δανειστικὴ βιβλιοθήκη.
  • Ἡ ἐνοριακὴ πρόνοια συντηροῦσε ὀρφανοτροφεῖο - νηπιαγωγεῖο καὶ ἐξοχικὸ οἴκημα γιὰ παιδιά, πτωχοκομεῖο, ξενώνα γιὰ ἀστέγους καὶ κέντρο ἰατρικῆς βοήθειας. Τὸ 1596 πέρασαν δωρεὰν ἀπὸ τὸ ἰατρεῖο αὐτὸ 2721 ἀσθενεῖς, ἐνῷ ἡ λαϊκὴ τραπεζαρία ἑτοίμαζε σὲ καθημερινὴ βάση 400 ἕως 800 μερίδες φαγητοῦ.
  • Πρέπει βεβαίως νὰ τονιστεῖ ὅτι ἡ ποικίλη βοήθεια δινόταν σὲ ὅλους, ἀνεξάρτητα ἀπὸ καταγωγὴ ἢ θρησκευτικὴ ὁμολογία. Ἔτσι ἡ δημοτικότητα τοῦ π. Ἰωάννη πῆρε πανρωσικὲς διαστάσεις, σὲ μία ἐποχὴ μάλιστα ποὺ οἱ ἅγιοι ἦταν ἐλάχιστοι (καὶ κυρίως στὰ μοναστήρια, ἐνῷ λιγότεροι ἦταν στὶς ἐνορίες).
  • Ἐπιστέγασμα αὐτῆς του τῆς πορείας εἶναι ἡ ἵδρυση στὴν Πετρούπολη γυναικείας μονῆς ἀφιερωμένης στὸν Ἅγιο Ἰωάννη τῆς Ρίλας, ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς Βοροντσόφσκυ στὸ Ριμπίνσκυ τῆς ἐπαρχίας Πσκὸφ καὶ τῆς μονῆς Πιουχτίτσκυ στὴ Ρωσικὴ Πολωνία.

Στ. Ἔργα καὶ στὸ χωριὸ του Σούρα

Ἰδιαίτερη μέριμνα δείχνει γιὰ τὸ χωριό του. Χτίζει ἐκεῖ τρισυπόστατο πέτρινο ναὸ ἀφιερωμένο στὸν Ἅγ. Νικόλαο, τὸν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας καὶ τὴν Ἁγ. Παρασκευή. Ἱδρύει ἀκόμη ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ ἀδελφότητα, σχολεῖο, παιδικὴ στέγη, πριονιστήριο καὶ συνεταιρισμό. Κατόπιν δημιουργεῖ ἱερὰ γυναικεία μονὴ ἀφιερωμένη στὸν Ἅγ. Ἰωάννη τῆς Ρίλας.

Τὸ 1912 ἡ μονὴ εἶχε 120 μοναχές, ἐνῷ διέθετε ξεχωριστὴ σκήτη κοντὰ στὸ χωριὸ καὶ μετόχι στὸ Ἀρχάγγελκ.

Ζ. Ὁ π. Ἰωάννης σὰν παιδαγωγός

Ἐπὶ 32 χρόνια ὁ π. Ἰωάννης ἐργάστηκε σὰν παιδαγωγὸς (1857-1862 στὴν περιφερειακὴ σχολὴ Κρονστάνδης καὶ 1862-1889 στὸ Γυμνάσιό της). Βασική του ἀρχὴ ἦταν ἡ ἁπλότητα στὴ διδασκαλία. Θεωροῦσε πῶς ἡ γνώση εἶναι ἀπέραντη, γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλεγεῖ γιὰ τὰ παιδιὰ μόνο τὸ πιὸ ἀπαραίτητο τμῆμα της. Γιὰ νὰ δημιουργηθεῖ ἕνα ἁρμονικὸ σύστημα, θεωροῦσε πὼς ἡ μόρφωση εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία καὶ προηγεῖται.

Σὰν δάσκαλος ἀπέφευγε νὰ τιμωρεῖ, δίδασκε μὲ συζήτηση, ἐπαναλάμβανε τὶς ἐκλεκτὲς περικοπὲς ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, προκαλοῦσε ἐρωτήματα, ἐνθάρρυνε τὴν παιδικὴ ἐλευθερία καὶ πρωτοβουλία. Τὰ παιδιὰ ἐνθουσιασμένα μαζί του ἐλεύθερα τὸν ἔκαναν συχνὰ ἐξομολόγο τους.

Προσωπικές του παιδαγωγικὲς ἀρχές:

  • Ἡ ἀρχὴ τῆς ἁπλότητας τῆς διδασκαλίας.
  • Ἡ μόρφωση ὀφείλει νὰ εἶναι ἀχώριστη ἀπὸ τὴν ἀγωγὴ τῆς καρδιᾶς.
  • Νὰ μὴ τιμωρεῖ.
  • Νὰ διδάσκει μὲ διαλογικὴ συζήτηση.
  • Νὰ ἐπαναλαμβάνει μὲ τρόπο ζωντανὸ ἀναλύσεις τῆς Ἁγίας Γραφῆς συνοδεύοντας τὴν ἐπανάληψη μὲ ἀναγνώσεις ἐκλεκτῶν περικοπῶν.
  • Νὰ ἐπιτρέπει τὶς ἐρωτήσεις τῶν μαθητῶν καὶ νὰ προκαλεῖ συζητήσεις, στὶς ὁποῖες ἔπαιρναν μέρος πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτούς.
  • Ἡ ἐνθάρρυνση τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πρωτοβουλίας τῶν μαθητῶν.
  • Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀκολουθία μπορεῖ καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ καλύτερο μέσον ἀγωγῆς γιὰ τὴν μόρφωση τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς.

Η. Ὁ π. Ἰωάννης σὰν πνευματικὸς

Ἦλθε σύντομα ἀντίθετος μὲ τὴ Ρωσικὴ συνήθεια τῆς «μιᾶς φορᾶς τὸ χρόνο» Θείας Κοινωνίας. Γι᾿ αὐτὸ τὸν λόγο πρότεινε συχνὴ συμμετοχὴ στὶς ἀκολουθίες, ἀγωνιστικὴ διάθεση φιλανθρωπίας καὶ ἐξομολόγηση μετὰ ἀπὸ μετάνοια. Ἡ προσωπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ ἔκανε, ἦταν συχνὰ πολύωρη, ἔτσι τὸ μεγάλο πλῆθος τῶν πιστῶν τὸν ὁδήγησε σὲ ἀναβίωση τῆς κοινῆς ἐξομολόγησης.

Καταδίκαζε μὲ αὐστηρότητα τὴν χλιαρότητα καὶ τὸν τυπικὸ εὐσεβισμὸ τῆς Ρωσικῆς κοινωνίας, ποὺ εἶχε ὑποβαθμίσει τὴ μετοχὴ στὴ θεία Κοινωνία σὲ μία «ἅπαξ τοῦ ἔτους ὑποχρέωση» καὶ τὴν Θεανδρικὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας στὸ ἐπίπεδο τῶν «ἐθίμων».

Δὲν εἶναι ἑπομένως τυχαῖο ὅτι τὸ 1890 καθημερινὰ τὸν ζητοῦσαν γιὰ ἐξομολόγηση 150-300 πιστοί. Στὴ Θεία Λειτουργία ἡ Θεία Κοινωνία διαρκοῦσε πάνω ἀπὸ δύο ὦρες. Ἔγινε λοιπὸν ἕνας «στάρετς» ποὺ ἔκαναν σ᾿ αὐτὸν ἐλεύθερη ὑπακοὴ χιλιάδες πιστοί, γιατὶ ἄνοιξε καινούργιους δρόμους μένοντας πιστὸς στὴν ὀρθόδοξη πίστη. Ἐμπόδιζε ἀπὸ τὴ Θεία Κοινωνία μόνο τοὺς φανατικοὺς ὀπαδούς του (Ἰωαννίτες), μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς ἀπὸ τὸ 1880.

Οἱ θρησκόληπτοι αὐτοί, ὅπου ὑπερίσχυαν οἱ γυναῖκες, τὸν θεωροῦσαν ὡς νέα ἐνσάρκωση τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἀκόμη λόγος νὰ πηγαίνει στὰ μέρη ποὺ ... δροῦσαν γιὰ νὰ τοὺς πολεμήσει. Ἔτσι τὸ πρῶτο ταξίδι γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ τὸ ἔκανε τὸ 1892 στὴ περιοχὴ Γντόφσκυ, κοντὰ στὴ Πετρούπολη.

Θ. Οἱ περιοδεῖες του

Ὅσο παράδοξο καὶ ἂν φαίνεται ὁ π. Ἰωάννης ἔκανε μεγάλες, πολλὲς καὶ ποικίλες περιοδεῖες. Τὶς ἐπαναλάμβανε σὲ τακτὰ διαστήματα. Αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ἀνάγκη ποὺ δημιούργησε ἡ ἀπήχηση τῆς ζωῆς του πέρα ἀπὸ τὴν Κρονστάνδη καὶ ἡ τεράστια ἀλληλογραφία ποὺ εἶχε.

Τὰ ταξίδια αὐτὰ ἄρχισαν τὸ 1988 πηγαίνοντας κάθε χρόνο στὸ χωριό του Σούρα. Τὰ ὑπόλοιπα ταξίδια - περιοδεῖες ἔγιναν στὸ Βορονέζ, Χάρκοβο, Κίεβο, Κούρκ, Ὀδησσό, Βαρσοβία καὶ ... Βερολίνο. Στὸ ἐνδιάμεσο ἐννοεῖται ὅτι σταματοῦσε συχνά. Σὲ μιὰ ἐνδιάμεση στάση στὸ Ρίζοβο πέρασαν ἀπὸ ἐκεῖ 100.000 ὀνόματα. Ὑπῆρχαν μέρες ποὺ περνοῦσαν 7.000 ἕως 8.000.

Συχνὰ ταξίδευε μὲ τραῖνο. Ἔτσι ἀναγκάζονταν νὰ συνδέσουν 10-12 βαγόνια συμπληρωματικὰ γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ τὸν συναντήσουν! Ὀφείλουμε νὰ τονίσουμε πὼς δὲν ἦταν μόνο ὁ λόγος τῆς ἐξομολόγησης ἢ τοῦ κηρύγματος γιὰ τὴ μεγάλη κοσμοσυρροή. Ἦταν συχνὰ καὶ τὸ ξετύλιγμα τῆς ἰαματικῆς χάρης ποὺ τοῦ δινόταν καὶ καρποφοροῦσε στοὺς ἀληθινὰ πιστοὺς καὶ ὄχι στοὺς θρησκόληπτους.

Ι. Σημεῖα Ἁγιότητας

Ὁ π. Ἰωάννης μὲ τὴν προσευχὴ ἦταν αἴτιος πολλῶν θαυμάτων, ἐνῷ ἀπαντοῦσε ἀκόμη σὲ γραπτὲς παρακλήσεις ἢ καὶ σὲ τηλεγραφήματα πιστῶν καὶ μή. Πολλὲς θεραπεῖες ἀναφέρονται στὶς βιογραφίες του ἐν ζωῇ, ἀλλὰ καὶ μετὰ θάνατον.

* Ἀναφέρει ὁ ἴδιος γιὰ σημεῖο θεραπείας ποὺ σχετιζόταν μὲ τὴ θεία μετάληψη: «Ἕνας ἄρρωστος ἔπασχε ἀπὸ θανάσιμο ἕλκος στομάχου. Ὑπέφερε ἐπὶ ἐννέα ἡμέρες χωρὶς παραμικρὴ ἀνακούφιση ἀπὸ τοὺς γιατρούς... Κοινώνησε μὲ σταθερὴ πίστη. Προηγουμένως προσευχήθηκα θερμὰ γι᾿ αὐτόν... Τὸ ἀπόγευμα τῆς ἴδιας μέρας θεραπεύτηκε καὶ τὸ βράδυ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι!»

* Ὅταν οἱ ἀσθενεῖς ἦταν πάρα πολλοί, ἔκανε καὶ σύντομη ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ καὶ δέηση συγχωρητικὴ τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ ἀρρώστου. Μιὰ τέτοια περίπτωση θεραπείας ἦταν τῆς πριγκίπισσας Εἰρήνης Βλαδιμήροβνα Μπαριατίνσκαγια, ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ 1892 στὴν ἐφημερίδα «Γραζντανίν», ὅπου ἀναφέρεται: « ... Ἡ καταδικασμένη ἀπὸ διετίας νὰ κάθεται διαρκῶς στὴ καρέκλα λόγω παραλύσεως τῶν κάτω ἄκρων 13ετὴς κόρη, μετὰ προσευχὴ τοῦ π. Ἰωάννου, πρὸς ἀνέκφραστη χαρὰ ὅλων, σηκώθηκε καὶ περπάτησε». Τὴν ἄρρωστη πριγκίπισσα νοσήλευαν χωρὶς ἀποτέλεσμα μέχρι τότε οἱ καλύτεροι γιατροὶ Ράουχφοους, Ριμπάλκιν καὶ Μερζεέφσκυ.

* Ὁ συγγραφέας Σούρσκυ ἀναφέρει τὴν κάπως κωμικὴ περίπτωση τοῦ ἱερορράπτη Π. Γ. Θεοδώροβιτς, ποὺ πίστευε ὅτι θὰ θεραπευόταν ὁ τραυλισμός του. Πράγματι: «Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1893 ὁ βραδύγλωσσος περίμενε στὴ Μόσχα ἀνάμεσα στὸ πλῆθος γιὰ τὸ ...θαῦμα. Ἄρχισε νὰ φωνάζει τραυλίζοντας φοβερά: Μπάτιουσκα, προσευχηθεῖτε γιὰ μένα. Ὁ π. Ἰωάννης τὸν χτύπησε μὲ τὸ δεξὶ χέρι στὸ ἀριστερὸ μάγουλο καὶ τὸν διέταξε: Μίλα καθαρά, μίλα καθαρά. Τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἡ τόσο ἐνοχλητικὴ πάθηση ἔπαυσε νὰ τὸν ταλαιπωρεῖ...»

* Οἱ περιπτώσεις θεραπείας τυφλῶν ξεχωρίζουν ἀπὸ τὶς ἄλλες, ἐπειδὴ χρησιμοποιοῦσε σχεδὸν πάντα ἁγιασμό. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Μπογουτσάρσκυ Σεραφεὶμ διηγεῖται ὅτι «ἕνας τυφλὸς ὁδηγήθηκε στὸ σταθμὸ Γολοὺτ τὴν ὥρα ποὺ στάθμευε τὸ τραῖνο μὲ τὸ ὁποῖο ταξίδευε ὁ π. Ἰωάννης. Τότε ἐκεῖνος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ βγάλει ὁ ἄρρωστος τὸ μαντήλι ἀπὸ τὰ μάτια του. Ἔψαλε τὴν ἀκολουθία τοῦ ἁγιασμοῦ, ἔβρεξε τὸ μαντήλι στὸ ἁγιασμένο νερὸ καὶ ἔνιψε τρεῖς φορὲς τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ. Ξαφνικὰ ὁ τυφλὸς φώναξε: Βλέπω! Βλέπω! ... Ἔπεσε αὐτὸς καὶ οἱ συγγενεῖς στὰ πόδια τοῦ π. Ἰωάννη... Ἀναγκάστηκαν νὰ τὸν ἀπομακρύνουν μὲ τὴν βοήθεια τῆς χωροφυλακῆς».

* Ὁ ἐπίσκοπος Πετσὲρκ Ἰωάννης ἀφηγήθηκε στὸ Βελιγράδι γιὰ τὸν καθηγητὴ Ἀ. Ι. Ἀλεξάντρωφ πῶς «ἄργησε νὰ ἔλθει στὴν παράκληση σὲ ἕνα σπίτι τῆς πόλης Καζάν. Θέλοντας νὰ μείνει ἀπαρατήρητος στάθηκε στὸ διπλανὸ δωμάτιο. Ὅλοι ἀσπάζονταν τὸ Σταυρὸ τοῦ π. Ἰωάννη καὶ αὐτὸς στράφηκε στὸ πίσω μέρος τῆς πόρτας, ποὺ κρυβόταν ὁ Ἀλεξάντρωφ, καὶ φώναξε: Γιατί ὁ καθηγητὴς δὲν ἔρχεται;

Ὅταν αὐτὸς παρουσιάστηκε τὸν ρώτησε: Φοβάστε τὸ Σταυρό; Γιατί αὐτό; Ἀφοῦ μάλιστα πολὺ γρήγορα θὰ τὸν δίνετε καὶ σὲ ἄλλους νὰ τὸν ἀσπαστοῦν... Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ τὸν ἄφησε ἡ γυναίκα του, πῆρε διαζύγιο καὶ κάρηκε μοναχός. Ἀργότερα ἔγινε πρύτανης τῆς Θεολογικῆς Ἀκαδημίας καὶ Ἀρχιερέας...»

ΙΑ. Ἡ κοίμησή του

Καὶ ἐνῷ κατὰ τὸ 1907 ἤδη ἦταν ἐπίλεκτο μέλος πολλῶν κοινωφελῶν ὀργανώσεων, διορίστηκε καὶ μέλος τῆς Ἱ. Συνόδου. Ὅμως ποτὲ δὲν ἔκανε χρήση τοῦ δικαιώματος νὰ συμμετάσχει. Τὰ παράσημα ποὺ τοῦ ἔδωσαν, ὅπως καὶ τὰ βαρύτιμα ράσα ἢ οἱ δωρεὲς τῶν πλουσίων, ἔδιναν ἀφορμὲς γιὰ ἐπικρίσεις. Ἦταν ἕνα συμπλήρωμα τῶν δοκιμασιῶν του.

Διότι δὲν ξεχώρισε τὴν καλὴ ἀγγελία καὶ ὡς ἀνάγκη καὶ τῶν πλουσίων καὶ τῶν ἐπιφανῶν. Σὲ μιὰ ταραγμένη ἐποχὴ δὲν ἤθελαν νὰ τὸν ξεχωρίσουν, αὐτὸν ποὺ ἔδωσε τὰ πάντα καὶ χάρισε ὅλη τη ζωή του γιὰ τοὺς βασανισμένους, ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐκμεταλλεύονταν τὰ ἀξιώματα γιὰ ἴδιο ὄφελος...

Βαριὰ ἄρρωστος τὸν Δεκέμβρη τοῦ 1908, χωρὶς νὰ καταλύει τὴν νηστεία τῶν Χριστουγέννων, τέλεσε γιὰ τελευταία φορὰ τὴ θεία Λειτουργία στὶς 10-12-1908. Εἶχε μία ἐντελῶς ἀδύνατη φωνὴ μὲ βασανιστικοὺς πόνους καὶ στὸ τέλος ἐν μέσῳ λυγμῶν τῶν πιστῶν δίδαξε πάνω σὲ κάθισμα γιὰ τελευταῖα φορά.

Στὶς 18 τοῦ μηνὸς εἶπε «δόξα τῷ Θεῷ, ὅτι ἔχουμε δυὸ μέρες ἀκόμα γιὰ νὰ τὰ κάνουμε ὅλα». Στὶς 19 ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του, τὸ βράδυ συνῆλθε ἀλλὰ μὲ πυρετό. Λειτούργησαν μεσάνυκτα γιὰ νὰ προλάβουν νὰ τὸν κοινωνήσουν μὲ πολὺ κόπο. Στὶς 6.00 τοῦ διάβασαν τὴν εὐχὴ «εἰς ψυχορραγοῦντα».

Ἀπεβίωσε, στὴν Κρονστάνδη, στὶς 07:40 τῆς 20 Δεκεμβρίου 1908, σὲ ἡλικία 80 ἐτῶν. Ἡ κηδεία του ἦταν ἐπιβλητική. Τὴν ἀκολούθησαν πάνω ἀπὸ 20.000 πιστοί. Συμμετεῖχε ὁ πρωθιεράρχης τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας μὲ πολλοὺς ἐπισκόπους, 60 ἱερεῖς καὶ 20 διακόνους.

Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος διέταξε ὁ βίος του νὰ διδάσκεται στὰ ἱερατικὰ σεμινάρια. Ὁ τάφος του βρίσκεται στὸν ὑπόγειο ναὸ τῆς γυναικείας μονῆς Ἰωάννοφσκυ τῆς Πετρούπολης, ὡς μεγάλο προσκύνημα. Ἡ ζωή του χαρακτηρίζεται προφητικὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρωσίας τοῦ 20οῦ καὶ 21ου αἰῶνα.

Στὶς 8 Ἰουνίου 1990, ἡ Ἱ. Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας, στὴν πράξη ἀναγνώρισης τῆς ἁγιότητάς του ἀναφέρει ὅτι ἔγινε «... γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή του μὲ τὴν ὁποία ἦταν τύπος τῶν πιστῶν καὶ γιὰ τὴν πλήρη ζήλου καὶ θυσιῶν ὑπηρεσία του στὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸν πλησίον μὲ τὴν ὁποία σὰν τὸν καλὸ Σαμαρείτη δίδασκε στὸ ποίμνιό του τὴν εὐσπλαχνία πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς δυστυχισμένους. Γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, τόσο στὴ ζωή, ὅσο καὶ μετὰ θάνατον, μέχρι σήμερα...»

ΙΒ. Τὸ συγγραφικό του ἔργο

Παρότι ὁ στάρετς Ἰωάννης ἦταν πνευματικὸ τέκνο τοῦ ὀρθοδόξου ἡσυχασμοῦ, στὰ συγγράμματα καὶ τοὺς λόγους του ἡ δραστηριότητά του ἐξωτερικὰ εἶχε λατρευτικὸ (Θ. Λειτουργία – ἀκολουθίες – μυστηριακὴ ζωή) καὶ κοινωνικὸ χαρακτήρα (κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη καὶ ἰάσεις). Ἔτσι τὰ ἔργα του ποὺ τυπώθηκαν ἦταν:

α) Συζητήσεις καὶ κηρύγματα

β) Ἀντιρρητικὴ συγγραφή, ἀναμνήσεις καὶ ἐπιστολές. Τὰ γράμματα καὶ τὰ τηλεγραφήματα ποὺ δέχονταν, ἔφθαναν - καὶ ἑπομένως ἀπαντοῦσε σχεδὸν σὲ ὅλα – καθημερινὰ γύρω στὰ 6.000 ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπίθανα σημεῖα τῆς Ρωσίας.

γ) Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἡμερολόγιό του μὲ τὸ τὸν τίτλο «ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου».

Τὸ βιβλίο αὐτὸ γνώρισε πολλὲς «ἐπαυξημένες» ἐκδόσεις, ἐκδόσεις σὲ πολλὲς γλῶσσες καὶ ἐκδόσεις σὲ ἄλλες ὁμολογίες. Ἡ ἀγγλικὴ μετάφραση τοῦ Γουλιάεφ, 1987, προκάλεσε μάλιστα μεγάλη αἴσθηση στοὺς διανοούμενους. Κρίσεις γράφηκαν στὸν ἀγγλικό, ἀμερικανικὸ καὶ αὐστραλέζικο τύπο.

Ὁ δομινικανὸς Στὰρκ ἐξέδωσε μικρὸ τόμο ἀπὸ ἀποσπάσματα στὴ γαλλικὴ γλώσσα. Ἀργότερα μεταφράστηκαν ἔργα του καὶ μελέτες στὶς διάφορες σλαβικὲς γλῶσσες. Ξεχωρίζει τὸ ἔργο τοῦ Βούλγαρου ἱερομονάχου Μεθοδίου.

Ἡ ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή μου» ἔγινε ἀπὸ τὸν μακαριστὸ Ἀρχιεπίσκοπο Ἀμερικῆς Μιχαήλ. Τὸ 1974 ὁ Β. Μουστάκης κυκλοφόρησε τόμο μὲ ἀποσπάσματα μὲ τὸν ἴδιο τίτλο (ἐκδ. «Ἀστήρ»).

ΙΓ. Ἀποσπάσματα λόγων του

1. Γιὰ τὴν καρδιά: «Ἡ καρδιὰ εἶναι ὁ πρῶτος παράγοντας στὴ ζωή μας. Ἡ καρδιακὴ γνώση προηγεῖται τῆς νοησιαρχικῆς. Ἡ καρδιὰ βλέπει ἄμεσα, ἀστραπιαία, ἑνιαία. Αὐτὴ ἡ γνώση τῆς καρδιᾶς μεταδίδεται στὸ νοῦ, καὶ μέσα στὸ νοῦ χωρίζεται σὲ μέρη, ἀναλύεται σὲ συστατικά. Ἡ ἀλήθεια ἀνήκει στὴ καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ νοῦ. Στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο καὶ ὄχι στὸν ἐξωτερικό...

Στὴ κατάσταση τῆς ἀπιστίας γιὰ κάτι ἀληθινὸ καὶ ἅγιο, ἡ καρδιὰ συνήθως γεμίζει ἀπὸ στενοχώρια καὶ φόβο. Ἀντίθετα στὴν εἰλικρινὴ πίστη νοιώθει χαρά, ἠρεμία, ἄνεση καὶ ἐλευθερία. Ἡ ἀλήθεια φανερώνεται καὶ θριαμβεύει στὶς καταστάσεις τῆς καρδιᾶς...

Ἐμεῖς ἔχουμε ἕνα βαρόμετρο ἀκριβείας, τὸ ὁποῖο δείχνει τὴν ἄνοδο ἢ τὴν πτώση τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ καρδιά. Μποροῦμε νὰ τὴν ὀνομάσουμε καὶ πυξίδα».

2. Γιὰ τὴ θεία λατρεία: «Κατὰ τὴ θεία λατρεία, κατὰ τὴν τέλεση ὅλων τῶν Μυστηρίων καὶ τῶν Ἀκολουθιῶν, ἔχε ἐμπιστοσύνη στὴ δύναμη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ ἔχει ἐμπιστοσύνη στοὺς γονεῖς του. Θυμήσου, ὅτι οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, σὰν θεόπνευστοι φωστῆρες, κινούμενοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, σὲ ὁδηγοῦν στὶς τρίβους τῆς σωτηρίας.

Νὰ μετέχεις λοιπὸν στὴ θεία λατρεία μὲ ἁπλὴ καρδιά, μὲ ἐμπιστοσύνη μικροῦ παιδιοῦ. Νὰ ἐναποθέτεις ὅλη σου τὴ φροντίδα στὸν Κύριο καὶ νὰ εἶσαι ἐντελῶς ἐλεύθερος ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἀγωνία. «Μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσετε. Δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε» (Ματθ. Ι´ 19). Πῶς συμβαίνει τώρα αὐτό; «Οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστὲ οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν» (στίχ. 20).»

3. Γιὰ τὴν παιδαγωγική: «Προσπαθῆστε νὰ προοδεύετε στὴν ἐσωτερικὴ καρδιακὴ ἐπιστήμη, στὴν ἐπιστήμη δηλαδὴ τῆς ἀγάπης, τῆς πίστης, τῆς προσευχῆς, τῆς πραότητας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς εὐγένειας, τῆς ὑπακοῆς, τῆς σωφροσύνης, τῆς συγκαταβατικότητας, τῆς συμπάθειας, τῆς αὐτοθυσίας, τῆς κάθαρσης ἀπὸ πονηροὺς καὶ κακοὺς λογισμούς...

«Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. στ´ 33).»

Περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα νὰ μαθαίνετε τὴν γλώσσα τῆς ἀγάπης, τὴν πιὸ ζωντανὴ καὶ ἐκφραστικὴ γλώσσα. Χωρὶς αὐτή, ἡ γνώση τῶν ξένων γλωσσῶν δὲν φέρνει καμμιὰ οὐσιαστικὴ ὠφέλεια.»

4. Γιὰ τὴν προσευχή:

Ι. «Ἡ σωτηρία καὶ ἡ προσευχὴ δὲν βρίσκονται στὰ πολλὰ λόγια, ἀλλὰ στὴν κατανόηση καὶ στὴν θέρμη τῆς καρδιᾶς. Τὸ σπουδαιότερο πράγμα, ποὺ πρέπει νὰ θυμᾶσαι κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἔχεις συνεχῆ μνήμη Θεοῦ, νὰ κάνεις δηλαδὴ μυστικὴ νοερὰ προσευχή.

Κι ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν ἔχω καιρὸ νὰ παρευρίσκομαι σὲ μακρὲς μοναστηριακὲς ἀκολουθίες, ἀλλὰ ὅπου κι ἂν πάω, εἴτε μὲ τὰ πόδια εἴτε μὲ τὸ πλοῖο, εἴτε μὲ τὴν ἅμαξα καθιστὸς ἢ ξαπλωμένος, δὲν μ᾿ ἐγκαταλείπει ποτὲ ἡ σκέψη τοῦ Θεοῦ. «Προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός... ἵνα μὴ σαλευθῶ.» (Ψαλμ. 15:8). Ἡ σκέψη ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι κοντά μου δὲν μ᾿ ἐγκαταλείπει ποτέ. Πρέπει καὶ σὺ νὰ προσπαθήσεις νὰ κάνης τὸ ἴδιο.»

ΙΙ. «... Ὅταν, προσευχόμενοι μὲ ζέση ἱστάμενοι, καθήμενοι, ἐξηπλωμένοι ἢ περιπατοῦντες, αἴφνης μᾶς ἐπισκέπτεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκούοντες τὴν Φωνήν Του αἰσθανόμεθα ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ψυχήν μας ὄχι διὰ τοῦ στόματος, οὔτε διὰ τῆς ρινός μας, οὔτε διὰ τῶν ὤτων - μολονότι ὁ Σωτὴρ μετέδωκε τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς πνοῆς καὶ μολονότι «ἡ πίστις ἔρχεται δι᾿ ἀκοῆς» (Ῥωμ. 10, 17) – ἀλλ᾿ ἀπ᾿ εὐθείας διὰ τοῦ σώματος εἰς τὴν καρδίαν, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Κύριος ἐπέρασε διὰ τῶν τοίχων τῆς οἰκίας ὅταν ἐπεσκέφθη τοὺς Ἀποστόλους μετὰ τὴν Ἀνάστασιν, καὶ ἐνεργεῖ ταχέως ὅπως ὁ ἠλεκτρισμὸς καὶ μάλιστα ταχύτερον ἀπὸ κάθε ἠλεκτρικὸν ρεῦμα.

Τότε αἰσθανόμεθα τὴν ὕπαρξίν μας ἐλαφράν, διότι αἰφνιδίως ἐλευθερωνόμεθα ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὸ αἴσθημα τῆς συντριβῆς διὰ τῆς ἁμαρτίας, τὸ πνεῦμα τῆς εὐλαβείας, τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς μᾶς ἐπισκέπτεται ...»

ΙΙΙ. «...Μάθε νὰ προσεύχεσαι. Βίαζε τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὴν προσευχήν. Κατ᾿ ἀρχὰς θὰ εὕρῃς δυσκολίαν, ὕστερον ὅμως ὅσον περισσότερον βιάζῃς τὸν ἑαυτόν σου, τόσον εὐκολώτερον θὰ προσεύχεσαι. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὅμως εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖον νὰ βιάζῃ κανεὶς τὸν ἑαυτό του...»

5. Γιὰ τὴν συμμετοχή μας στὶς ἀκολουθίες: «Νὰ ἔρχεσαι ὅσο μπορεῖς συχνότερα στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ, νὰ συμμετέχεις στὶς ἀκολουθίες γιὰ νὰ δοξάζεις τὸν Κύριο ἢ νὰ ζητᾶς τὸ ἔλεός Του γιὰ τὴν πνευματική σου ἀδυναμία, γιὰ τὴν ψυχική σου φτώχεια καὶ ἁμαρτωλότητα. Κανεὶς τόσο δυνατὰ καὶ τόσο εἰλικρινὰ δὲν θὰ πονέσει μαζί σου γιὰ τὴν ἀδυναμία σου ὅσο ἡ Ἐκκλησία. Ὅλα ὅσα δοκιμάζεις ἐσὺ τὰ δοκίμασαν ἀκόμη καὶ τὰ ἐκλεκτότερα τέκνα Της, ἔπασχαν πνευματικὰ ὅπως κι ἐσύ, ἁμάρταναν καὶ ἔπεφταν ὅπως ἀκριβῶς κι ἐσύ...

Πουθενὰ τόσο βαθειὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ δὲν ἐρχόμαστε σὲ συναίσθηση καὶ αὐτογνωσία ὅσο μέσα στὸν ναό, γιατὶ ἐδῶ εἶναι ἰδιαίτερα αἰσθητὴ ἡ παρουσία τοῦ σῴζοντος Θεοῦ καὶ ἐνεργεῖ μὲ ἀνερμήνευτο τρόπο ἡ χάρη Του. «Ὁ Θεὸς γὰρ ἐστιν ὁ ἐνεργῶν ἐν ὑμῖν καὶ τὸ θέλειν καὶ τὸ ἐνεργεῖν ὑπὲρ τῆς εὐδοκίας» (Φιλιπ. 2, 13).

Μὲ τὴ βοήθεια τῶν εὐχῶν, τῶν ὕμνων καὶ τῶν ἀναγνωσμάτων, ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τὸν ἑαυτό του σ᾿ ὅλη του τὴ γυμνότητα, διαπιστώνει τὴν ἀδυναμία του, τὴ πνευματική του φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα καὶ ἄκρα ἁμαρτωλότητά του. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, συναντᾶται μὲ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἄκρα ἀγαθότητά Του, τὴν πανσοφία καὶ τὴ παντοδυναμία Του.»

6. Γιὰ τὴν ἐντολὴ τῶν «καλῶν ἔργων»: «Ἐγὼ τὴν ἐννοῶ ὡς ἑξῆς: «Οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.» (Ματθ. 5:16). Ἀφῆστε λοιπόν, τὸν κόσμο νὰ ἰδῇ τὰ καλὰ σὰς ἔργα, γιὰ νὰ δοξάσει γι᾿ αὐτὰ τὸν Κύριο. Θὰ πάρουν ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα καὶ θὰ πεισθοῦν γι᾿ αὐτὰ τὰ ἔργα.

Ἀπ᾿ αὐτὴν ὅμως πρέπει νὰ τὰ κρύβετε (κι ἔδειξε μὲ τὸ δάχτυλό του τὴν καρδιά). Ἀπ᾿ αὐτήν, ὅλα πρέπει νὰ μένουν κρυφὰ «Μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Ματθ. 6:3). Μὲ τὸ «ἀριστερὰ» ἐννοεῖ στὴν πραγματικότητα τὴν γνώμη, ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν ματαιοδοξία.»

7. Γιὰ τὸ φόβο τοῦ μέλλοντος: «Γιατί νὰ κοιτάζουμε τὸ μέλλον; «Ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» (Ματθ. 6:34). Ἂς παραδοθοῦμε σὰν παιδιὰ στὸν Οὐράνιο Πατέρα μας. «Ὁ Θεὸς οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπὲρ ὃ δύνασθε» (Α´ Κορ. 10:13). Μὲ τὶς ὑποψίες βασανίζεις μόνο τὸν ἑαυτό σου καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖς τὸν σκοπό, ποὺ ἔταξες. Βλάπτεις ἀκόμη καὶ τὸν ἑαυτό σου μὲ τὸ νὰ φαντάζεσαι ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὑπάρχει κακὸ ἐκεῖ, ὅπου πιθανὸν δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ἐφόσον ἐμεῖς δὲν κάνομε κακὸ σὲ κανένα, ἂς μᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, ἂν τὸ ἐπιτρέπει αὐτὸ ὁ Θεός.»

8. Γιὰ τὸν πειρασμὸ τῆς ἀπελπισίας στὴν ἡγουμένη Ταϊσία: «Ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει σ᾿ αὐτὸν τὸν πειρασμὸ νὰ προσβάλλει τὶς δυνατότερες φύσεις, αὐτοὺς δηλαδή, ποὺ εἶναι πιὸ πεπειραμένοι στὸν πνευματικὸ πόλεμο. Ὁ ἐχθρός σου τὸν παρουσιάζει, ἐπειδὴ βλέπει ὅτι οἱ ἀγῶνες σου φθάνουν σ᾿ ἕνα τέλος, ὅτι ἑτοιμάζεται γιὰ σένα στὸν οὐρανὸ μία ἀνταμοιβὴ καὶ θέλει νὰ σὲ χτυπήσει καὶ νὰ σὲ ρίξει κάτω μ᾿ ἕνα δυνατὸ τίναγμα καὶ νὰ σοῦ στερήσει ἔτσι τὸν στέφανο.

Ἔχει καταστρέψει πολλοὺς με τὴν ἀπόγνωση. Νὰ εἶσαι δυνατὴ καὶ ἀνδρεία, νὰ πολεμᾶς τὶς μηχανορραφίες τοῦ ἐχθροῦ. Μὴν παραδίδεσαι. Νὰ σηκώνεις αὐτὸν τὸν σταυρὸ μὲ ταπείνωση καὶ ἀντοχή. Νὰ θεωρεῖς ὅτι αὐτὸς ὁ πειρασμὸς σοῦ παρουσιάζεται, γιὰ νὰ μεγαλώσει τὴν ταπεινοφροσύνη σου καὶ ὁ Κύριος θὰ σὲ βοηθήσει. Αὐτὸς ποὺ ἔχει θεμελιωμένη τὴν ψυχή του πάνω σὲ βράχο, δὲν θὰ κλονισθεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνέμους τῶν πειρασμῶν τοῦ ἐχθροῦ, καμιὰ καταιγίδα δὲν εἶναι ἀρκετὰ δυνατὴ νὰ συγκλονίσει τὰ θεμέλια. Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ τὸ σπίτι τῆς ψυχῆς του εἶναι χτισμένο στὴν ἄμμο, ἡ ψυχή, ποὺ δὲν ἔχει σὰν θεμέλιό της τὴν Πέτρα Χριστό, εὔκολα καταστρέφεται ἀκόμη καὶ μὲ μία μικρὴ μπόρα.

Τὴν πνευματικὴ κλίμακα νὰ τὴν ἀνεβαίνεις, ὄχι νὰ τὴν κατεβαίνεις. Νὰ ἀνυψώνεσαι στὸ πνεῦμα καὶ στὸν νοῦ. Κλήθηκες, γιὰ νὰ ὁδηγήσεις τὸ μικρό σου ποίμνιο τῶν παρθένων, ποὺ τὶς ἔχει διαλέξει ὁ Θεός, γιὰ ν᾿ ἀκολουθήσουν τὴν μοναχικὴ ζωή. Αὐτὸ τὸ ἔργο νὰ μὴν τὸ θεωρεῖς κατώτερο ἢ μικρότερο ἀπὸ τὶς ἀρετὲς ἐκεῖνες καὶ τὰ ἀσκητικὰ ἐπιτεύγματα, ποὺ θὰ μποροῦσες νὰ ἐπιτύχεις μὲ τὴν ἡσυχία προσπαθώντας νὰ σώσεις μόνο τὴν ψυχή σου.

Τώρα δὲν ἔχεις εἰρήνη, ἐπειδὴ ὑπηρετεῖς τὸν πλησίον σου. Οἱ ἀγῶνες σου τώρα εἶναι οἱ φροντίδες καὶ οἱ θλίψεις. Εἶναι φροντίδες καὶ θλίψεις μαρτύρων, γιατὶ ἐσὺ σταυρώνεσαι γιὰ ὅλους, γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πλησίον σου. Τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ὑψηλότερο;»

9. Τί θὰ πεῖ νὰ εἶσαι ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας; «Νὰ τί θὰ πεῖ, μὲ ἁπλὰ λόγια: Βλέπεις ἕνα φτωχὸ ποῦ ζητᾶ ἐλεημοσύνη; Ἀναγνώρισε σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀδελφό σου, καὶ ἐλέησέ τον μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι στὸ πρόσωπό του βλέπεις τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Σὲ ἐπισκέπτεται ἕνας ἄνθρωπος, γνωστὸς ἢ καὶ ἄγνωστος; Δέξου τον πάλι ὅπως θὰ δεχόσουν τὸν Κύριο, ἂν σοῦ χτυποῦσε τὴν πόρτα. Ἀγκάλιασέ τον μὲ τὴν ἀγάπη σου, φιλοξένησέ τον μὲ χαρὰ καὶ συζήτησε μαζί του πνευματικὰ θέματα.»

10. Γιὰ τὴν σχέση μὲ τοὺς ἀγνώστους: «Τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ σὲ πλησιάζει, νὰ τὸν δέχεσαι μὲ καλοσύνη καὶ μὲ χαρούμενη διάθεση, ἀκόμη κι ἂν εἶναι ἕνας ἐπαίτης ἢ μία πτωχὴ γυναίκα. Ἐσωτερικὰ νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ σὲ ὅλους, θεωρώντας τὸν ἑαυτό σου κατώτερο ἀπὸ ὅλους, διότι ἐσὺ τοποθετήθηκες ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ νὰ εἶσαι ὑπηρέτης ὅλων. Οἱ ἀδελφοί σου εἶναι μέλη Του, ἀκόμη κι ἄν, ὅπως ἐσύ, φέρουν ἐπάνω τους τὰ τραύματα τῶν παραπτωμάτων».

11. Οἱ δυὸ ὄψεις τῆς ἐγκόσμιας ζωῆς: «Ὑπάρχει μία ἀληθινή, πραγματικὴ ζωὴ καὶ μία φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Τὸ νὰ ζεῖς γιὰ νὰ τρῶς, νὰ πίνεις, νὰ ντύνεσαι, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνεις καὶ νὰ γίνεσαι πλούσιος, τὸ νὰ ζεῖς γενικὰ γιὰ ἐγκόσμιες χαρὲς καὶ φροντίδες, αὐτὸ εἶναι μιὰ φαντασία.

Τὸ νὰ ζεῖς ὅμως γιὰ νὰ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἄλλους, γιὰ νὰ προσεύχεσαι καὶ νὰ ἐργάζεσαι μὲ κάθε τρόπο γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τους, αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ ζωή. Ὁ πρῶτος τρόπος ζωῆς εἶναι ἀκατάπαυτος πνευματικὸς θάνατος. Ὁ δεύτερος εἶναι ἀκατάπαυτη ζωὴ τοῦ πνεύματος.»

12. Γιὰ τὶς ἁμαρτίες - πάθη τῶν παιδιῶν: «Μὴν παραμελεῖτε νὰ ξεριζώνετε ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν παιδιῶν τὰ ζιζάνια τῆς ἁμαρτίας, τοὺς ἀκαθάρτους, κακοὺς καὶ βλάσφημους λογισμούς, τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες, κλίσεις καὶ πάθη. Ὁ ἐχθρὸς καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ σάρκα δὲ λείπουν οὔτε ἀπὸ τὰ παιδιά. Τὰ σπέρματα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν ὑπάρχουν καὶ σὲ αὐτά.

Δεῖξτε τους ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς ἁμαρτίας στὸ δρόμο τῆς ζωῆς. Μὴν κρύβετε τὶς ἁμαρτίες ἀπ᾿ αὐτά, μήπως ἀπὸ ἄγνοια ἢ ἔλλειψη εὐφυΐας ἀποκτήσουν κακὲς συνήθειες καὶ ἐμπαθεῖς ροπές, οἱ ὁποῖες γίνονται ὅλο καὶ πιὸ ἰσχυρὲς καὶ δίνουν τοὺς καρπούς τους ὅταν τὰ παιδιὰ φθάσουν σὲ ὥριμη ἡλικία.»

13. Ὑλικὸς κόσμος: «Στὸν ὑλικὸ κόσμο ὑπάρχουν πολλὰ ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὸ πνευματικὸ κόσμο. Διότι ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι δημιούργημα τοῦ Πνεύματος καὶ ὁ Δημιουργὸς δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ σφραγίσει μὲ τὴν εἰκόνα Του τὸ δημιούργημα...

Ὁ κόσμος σὰν δημιούργημα τοῦ ζῶντος καὶ πανσόφου Θεοῦ εἶναι γεμάτος ζωή. Παντοῦ καὶ σὲ κάθε τι ὑπάρχει ζωὴ καὶ σοφία. Σὲ ὅλα τὰ ὁρατὰ διακρίνουμε τὴν ἔκφραση τῆς σκέψεως. Ὄχι μόνο στὸ σύνολο, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε μέρος. Ὁ ὑλικὸς κόσμος εἶναι ἕνα συναρπαστικὸ βιβλίο, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ διδαχθοῦμε τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, ὄχι ὅμως τόσο καθαρὰ ὅπως ἀπ᾿ αὐτή.»

ΙΔ. Ἀπὸ τὶς διδαχὲς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου

* «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος» λέγει ὁ Κύριος «ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰωάν. 15, 5), δηλαδὴ ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος εἶναι Ἅγιος, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἁγία· ὅπως ὁ Κύριος εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή», ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ μὲ τὸν Κύριον «ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ» (Ἐφ. 5, 30) ἢ τὰ κλήματα Αὐτοῦ, ῥιζωμένη εἰς Αὐτόν - ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ζῶσα ἄμπελος καὶ τρεφομένη ἀπ᾿ Αὐτὸν καὶ αὐξάνουσα μὲ Αὐτόν. Ποτὲ μὴ φαντάζεσαι τὴν Ἐκκλησίαν χωριστὴν ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.

...Κάθε ἱερεὺς εἶναι ἀπόστολος στὸ χωριὸ ἢ τὴν ἐνορία του καὶ ὀφείλει νὰ περιέρχεται τὰς οἰκίας τῶν πιστῶν κηρύττων τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, διδάσκων τοὺς ἀμαθεῖς, ἐξυπνῶν τοὺς ἀμελεῖς, τοὺς ζῶντας εἰς τὰ πάθη των καὶ τὰς σαρκικὰς ἀπολαύσεις, εἰς ζωὴν χριστιανικήν· ἐνθαρρύνων καὶ τονώνων, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς μελλούσης ἀμοιβῆς, τοὺς εὐσεβεῖς καὶ νηφαλίους· ἐνισχύων καὶ παρηγορῶν τοὺς δυσαρεστημένους. Αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῶν λιτανειῶν μὲ τὸν σταυρὸν κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτάς... Πρέπει νὰ κηρύσσωμεν μὲ τὸν σταυρὸν εἰς τὰς χεῖράς μας ὅτι «ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὴν γῆν διὰ νὰ μᾶς ὑψώσῃ εἰς τοὺς οὐρανούς»· ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προσκολλώμεθα εἰς τὰ γήϊνα· καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμοῦμε τὸν χρόνον, διὰ νὰ κερδίσωμεν τὴν αἰωνιότητα, νὰ καθαρίσωμεν τὰς καρδίας μας ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσίαν καὶ νὰ κάμωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα ἔργα ἀγαθά:

«Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν, 4, 34).

* Ἡ προσευχὴ τοῦ ἱερέως ἔχει μεγάλην δύναμιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἀρκεῖ μόνον ὁ ἱερεὺς νὰ ἐπικαλῆται τὸν Κύριον μὲ ὅλην τὴν καρδίαν του, μὲ πίστιν καὶ ἀγάπην. Θεέ, δὸς ὥστε νὰ ὑπάρξουν περισσότεροι ἱερεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ προσεύχωνται εἰς σὲ μὲ πνεῦμα ζέον· διότι ποῖος πρέπει νὰ προσεύχεται πρὸς τὸν Κύριον διὰ τὰ πρόβατά Του μὲ τόσην δύναμιν, παρὰ ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χάριν καὶ ἐξουσίαν παρ᾿ Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ νὰ κάμνῃ αὐτό;

* Ὅπως τὸ φῶς καὶ ἡ θερμότης εἶναι ἀχώριστα ἀπὸ τὸν ἥλιον, ἔτσι καὶ ἡ ἁγιότης, ἡ διδαχή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ εὐσπλαγχνία πρὸς ὅλους πρέπει νὰ εἶναι ἀχώριστα ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ ἱερέως· διότι τίνος τὸ ὑπούργημα φέρει; τοῦ Χριστοῦ. Τίνος κοινωνεῖ τόσον συχνά; τοῦ Χριστοῦ - Αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, τοῦ Σώματος καὶ Αἵματος Αὐτοῦ. Διὰ αὐτὸ ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸν πνευματικὸν κόσμον, εἰς τὸ μέσον τοῦ ποιμνίου του, ὅ,τι εἶναι ὁ ἥλιος εἰς τὴν φύσιν! Φῶς δι᾿ ὅλους, ζωοποιὸς θερμότης, ἡ ψυχὴ ὅλων.

Ὁ ἱερεύς, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν, ὀφείλει νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ πνευματικὲς ἀδυναμίες (δηλαδὴ ἀπὸ πάθη) διὰ νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ θεραπεύῃ καὶ τοὺς ἄλλους· ὡς ποιμήν, ὀφείλει νὰ τρέφεται εἰς τὰς χλοώδεις νομὰς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν συγγραμμάτων τῶν Ἁγίων Πατέρων, διὰ νὰ γνωρίζῃ ποῦ νὰ βοσκήσῃ τὰ πνευματικά του πρόβατα· ὀφείλει νὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ παλαίῃ ἐναντίον τῶν νοητῶν λύκων, διὰ νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ ἠμπορῇ νὰ τοὺς ἐκβάλῃ καὶ νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ποίμνην τοῦ Χριστοῦ· ὀφείλει νὰ εἶναι ἔμπειρος καὶ ἰσχυρὸς εἰς τὴν προσευχὴν καὶ τὴν ἐγκράτειαν· νὰ μὴ δεσμεύεται ἀπὸ κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ θέλγητρα, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἀπληστίαν, τὴν φιλαυτίαν, τὸν ἐγωϊσμόν, τὴν φιλοδοξίαν. Γενικὰ δὲ ὀφείλει νὰ εἶναι φῶς, διὰ νὰ φωτίζῃ ἄλλους· πνευματικὸν ἅλας, διὰ νὰ προφυλάσσῃ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν πνευματικὴν φθορὰν καὶ νὰ εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ἀπηλλαγμένος ἀπὸ τὴν φθοροποιὸν ἐπίδρασιν τῶν παθῶν. Ἂν ὅμως τὸ ἀντίθετον συμβαίνῃ, κάθε πρόσωπον ἀσθενὲς πνευματικῶς θὰ μπορῇ νὰ πῇ: «ἰατρέ, θεράπευσον σεαυτὸν» (Λουκ. 4, 23) πρῶτον καὶ ἔπειτα θὰ σοὶ ἐπιτρέψω καὶ ἐμὲ νὰ θεραπεύσῃς. «Ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Ματ. 7, 5).

Ὁ ἱερεὺς πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάφορος πρὸς τὰ γήϊνα, διὰ νὰ μὴ παγιδεύεται ἀπὸ τὸν ἐχθρόν, ὅταν τελῇ τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὰ ἁγιώτατα μυστήρια, ἀλλὰ νὰ φλέγεται πάντοτε ἀπὸ ἀγάπην ἁγνὴν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τοὺς πλησίον...

* Τί σὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ; Ἡ σὰρξ καὶ ὁ κόσμος! δηλαδή, ἡ εὐχάριστος τροφὴ καὶ τὸ ποτόν, τὰ ὁποῖα κάμνουν τὴν καρδίαν ὀκνηρὰν καὶ παχυλήν - καὶ ἡ ἐπιθυμία κομψοῦ ἐνδύματος καὶ καλλωπισμῶν ἢ διακρίσεων καὶ ἀμοιβῶν· ἂν τὸ ἔνδυμα καὶ ὁ ἄλλος στολισμὸς εἶναι καμωμένα ἀπὸ πολὺ ὡραῖα, χρωματιστὰ καὶ μεταξοΰφαντα ὑφάσματα, φροντίζομεν καὶ μεριμνῶμεν ὅπως μὴ τὰ λερώσωμεν καὶ τὰ σπιλώσωμεν ἢ τὰ σκονίσωμεν καὶ τὰ βρέξωμεν, ἐνῷ ἡ μέριμνα καὶ ἡ φροντὶς πῶς νὰ εὐαρεστήσωμεν εἰς τὸν Θεὸν μὲ τὰς σκέψεις, τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα ἐξαφανίζονται; ἡ δὲ καρδία τότε ζῇ διὰ τὰ ἐνδύματα καὶ τοὺς καλλωπισμοὺς καὶ καθ᾿ ὁλοκληρίαν καταπιέζεται ἀπὸ αὐτὰ καὶ παύει νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἑνώσεώς της μετ᾿ Αὐτοῦ... Ἀγωνίζου ἐναντίον κάθε κοσμικοῦ δελεάσματος... καὶ φρόντιζε μὲ ὅλην τὴν δύναμιν διὰ τὴν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς σου καὶ τῶν ψυχῶν τῶν ἄλλων...

* Κατὰ τὴν ὑπούργησιν τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας αἰσθάνεται κανεὶς τὴν οἰκτροτάτην ἁμαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ὅλην τὴν ἀθλιότητα, τὴν ἀμάθειαν καὶ τὸ ἐφάμαρτον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως.

Ἡ Ἐξομολόγησις εἶναι σταυρός, ἀληθῶς σταυρός! Τόσον ὁ πνευματικὸς βλέπει καὶ αἰσθάνεται τῶν ἀνθρώπων τὴν βαθεῖαν ἀμάθειαν, τὴν ἄγνοιάν των διὰ τὰς ἀληθείας τῆς θρησκείας καὶ τὰς ἁμαρτίας των, τὴν λιθίνην των ἀναισθησίαν, ὥστε ὀφείλει νὰ προσεύχεται δι᾿ αὐτοὺς μὲ θέρμην μεγίστην καὶ νὰ τοὺς διδάσκῃ ἡμέραν καὶ νύκτα, εὐκαίρως καὶ ἀκαίρως. Ὤ, ὁποία ἄγνοια! Μερικοὶ δὲν γνωρίζουν καὶ Αὐτὴν ἀκόμη τὴν Παναγίαν Τριάδα· δὲν γνωρίζουν ποῖος εἶναι ὁ Χριστός· δὲν γνωρίζουν διατί ζοῦν ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ ὁποῖον πλῆθος ἁμαρτιῶν! Καὶ ὅμως ζητοῦμεν πλουτισμόν, ἀνάπαυσιν· δὲν ἀγαπῶμεν τὴν ἐργασίαν, ἐξερεθιζόμεθα ὅταν ὑπάρχῃ ἐργασία περισσοτέρα τοῦ συνήθους! Ζητοῦμεν εὐρυχώρους κατοικίας, πλουσίαν ἐνδυμασίαν! Ἂς μὴ ἀγαπῶμεν τὴν ἀνάπαυσιν τῆς γῆς, ἂς μὴ γινώμεθα ῥάθυμοι, ἂς μὴ γινώμεθα ἀμελεῖς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πνευματικῶν μας καθηκόντων καὶ ἂς μὴ στεροῦμεν τοὺς ἑαυτούς μας τῶν ἐπουρανίων εὐλογιῶν καὶ τῆς ἐκεῖσε ἀναπαύσεως, διότι ἀφοῦ ἐδοκιμάσαμεν ὑπερβαλλόντως τὴν ἀνάπαυσιν τοῦ κόσμου ἐδῶ, ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἠμποροῦμεν νὰ περιμένωμεν ἐκεῖ;

Τότε μόνον θὰ ἐκτελέσῃς ἀξίως τὸ μυστήριον τῆς μετανοίας ὅταν ἀγαπᾷς τὴν ψυχὴν καὶ ὄχι τὸ κέρδος, ὅταν εἶσαι ὑπομονητικὸς καὶ ὄχι εὐερέθιστος. Ὤ, πόσον μεγάλη ἀγάπη χρειάζεται διὰ τὰς ψυχὰς τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἐξομολογήσῃ κανεὶς αὐτοὺς ἀξίως, ὑπομονητικῶς, ὄχι ἐσπευσμένως καὶ χωρὶς ἀγανάκτησιν! Ὁ πνευματικὸς ἱερεὺς ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται ὅτι «χαρὰ γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπὶ ἑνὶ ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ. 15, 7 καὶ 10). Μὲ πόσον ζῆλον, λοιπόν, ὀφείλει νὰ προσπαθῇ νὰ ἀφυπνίσῃ τὸ συναίσθημα τῆς μετανοίας εἰς τοὺς ἐξομολογουμένους εἰς αὐτόν, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε δὲν γνωρίζουν διὰ ποῖον πρᾶγμα νὰ μετανοήσουν! Ὁ ἱερεύς, ἐπίσης, ὀφείλει νὰ ἐνθυμῆται πῶς ὁ Ἀπόστολος νύκτα καὶ ἡμέραν, μετὰ δακρύων ἐνουθέτει ἕκαστον ἐκ τῶν νεοφωτίστων χριστιανῶν...

Ὁ ἱερεὺς εἶναι μέγας ὅταν τελεῖ τίς καθημερινὲς ἀκολουθίες καὶ ἰδιαίτερα τὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Ἔχει ἀναλάβει τὴν ὕψιστη ἐξουσιοδότηση ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι παντοδύναμος καὶ μπορεῖ νὰ ἱκετεύσει τὸν Θεὸ γιὰ τὸν κόσμο Του. Πόσο ἀξιοσέβαστο εἶναι τὸ ἀξίωμα τῆς ἰεροσύνης! Πόσο μεγάλη, σωτήρια καὶ θαυμαστὴ εἶναι ἡ χάρις τῆς ἰεροσύνης! Μὲ τὴν ἰεροσύνη ὁ Κύριος ἐπιτελεῖ ἔργα μεγάλα καὶ σωτηριώδη. Καθαρίζει καὶ ἁγιάζει τὰ λογικὰ πλάσματά του, τὴν φύση, τὰ ζῶα, ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἀπαλλάσσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τοὺς δαίμονες, τοὺς ἀναγεννᾷ, τοὺς ἐνισχύει. Μεταβάλλει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο σὲ ἄχραντο σῶμα καὶ τίμιο αἷμα αὐτοῦ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεανθρώπου. Τελεῖ τὸ μυστήριο τοῦ γάμου, τὸν κάνει τίμιο καὶ τὴν κοίτη ἀμίαντη. Λύνει τίς ἁμαρτίες, θεραπεύει τίς ἀσθένειες. Μεταβάλλει την γῆ σὲ οὐρανό. Ἑνώνει τὸν οὐρανὸ μέ τη γῆ, τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸ Θεό. Ἑνώνει σὲ μία σύναξη ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους. Τί ὑψηλὸ πρόσωπο εἶναι ὁ ἱερεύς! Διαρκῶς ὁμιλεῖ στὸν Κύριο καὶ διαρκῶς ἀπάντα στὰ λόγια του ὁ Κύριος. Κάθε ἱεροτελεστία εἶναι προσευχὴ-δέηση πρὸς τὸν Κύριο. Κάθε ἱεροτελεστία εἶναι προσευχή-ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Κύριο. Ὁ ἱερεὺς εἶναι ἄγγελος, δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Εἶναι μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Εἶναι ὁ πιὸ κοντινὸς φίλος του. Εἶναι σὰν θεὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν ἐξουσία ποὺ ἔχει νὰ λύνει καὶ νὰ δένει τὰ ἁμαρτήματα, νὰ ἱερουργεῖ γι᾿ αὐτοὺς τὰ ζωοποιὰ καὶ φρικτὰ μυστήρια νὰ θεώνεται καὶ νὰ θεοποιεῖ τοὺς ἄλλους μὲ τὰ μυστήρια αὐτά.

Πηγή

Ἀπολυτίκιον Ήχος πλ. α’.

Φερωνύμως δοχείον της θείας χάριτος, από νεότητας ώφθης τη καθαρά σου ζωή, Ιωάννη θαυμαστέ, Κρονστάνδης καύχημα. Συ γαρ αγάπης θησαυρός και θαυμάτων αυτουργός, εδείχθης Πνεύματι Θείω. Ευαγγελίου τον Λόγον, ως φως εκλάμπων πάσιν Άγιε.

Ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός - Αρχιεπισκόπου Αβερκίου (+1979)



Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ)

Ο άγιος δίκαιος πατήρ Ιωάννης της Κρονστάνδης και ο Ρωμαιοκαθολικός παπισμός


Στους καιρούς που ζούμε, όταν ακούγονται τόσοι ψευδείς λόγοι για τη λεγόμενη «ένωση των Εκκλησιών», όταν εξαπλώνεται και ενισχύεται το «οικουμενικό κίνημα», που προκαλεί τον ενθουσιασμό πολλών, και όταν συνέρχεται κατά διαστήματα στη νέα του «σύνοδο» η βατικανή «Οικουμενική Σύνοδος», είναι καιρός όλοι οι αληθινά Ορθόδοξοι Χριστιανοί να θυμηθούν ποια ήταν η γνώμη του προσφάτως δοξασμένου μεγάλου δικαίου και θαυματουργού μας, του αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, για τον ρωμαιοκαθολικό παπισμό.

Να τι γράφει, για παράδειγμα, στα «Στοχασμοί περί της Εκκλησίας» (σελ. 13):

«Καμία ομολογία της χριστιανικής πίστεως, εκτός από την Ορθόδοξη, δεν μπορεί να οδηγήσει τον Χριστιανό στην τελειότητα της χριστιανικής ζωής ή στην αγιότητα και στον πλήρη καθαρισμό από τις αμαρτίες και στην αφθαρσία, διότι οι άλλες ομολογίες, οι μη ορθόδοξες, κατέχουν την αλήθεια μέσα στην αδικία (Ρωμ. 1,18), έχουν αναμείξει τη ματαιοφροσύνη και το ψεύδος με την αλήθεια και δεν διαθέτουν τα θεοδώρητα μέσα καθαρισμού, αγιασμού, αναγέννησης και ανανέωσης, τα οποία κατέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία».

Η πείρα των αιώνων, δηλαδή η ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των λοιπών εκκλησιών, το απέδειξε και το αποδεικνύει με εντυπωσιακή σαφήνεια. Θυμηθείτε το πλήθος των αγίων της Εκκλησίας μας, παλαιών και συγχρόνων – και την απουσία τους, μετά τον χωρισμό των εκκλησιών, στις άλλες, μη ορθόδοξες εκκλησίες: τη ρωμαιοκαθολική, τη λουθηρανική, την αγγλικανική.

Και ιδού οι συγκλονιστικές σκέψεις του αγίου δικαίου πατρός Ιωάννου, στραμμένες ακριβώς εναντίον των νεότερων «οικουμενικών» αποφάσεων της Βατικανής συνόδου:

«Υπάρχει πλήθος χωριστών χριστιανικών ομολογιών, με διαφορετική εξωτερική και εσωτερική διάρθρωση, με διαφορετικές γνώμες και διδασκαλίες, συχνά αντίθετες προς τη θεία αλήθεια του Ευαγγελίου και τη διδασκαλία των αγίων Αποστόλων, των Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων και των αγίων Πατέρων. Δεν μπορεί κανείς να τις θεωρεί όλες αληθινές και σωτήριες: η αδιαφορία στην πίστη ή η αναγνώριση κάθε πίστης ως εξίσου σωτήριας οδηγεί στην απιστία ή στην ψυχρότητα της πίστεως, στην αμέλεια για την τήρηση των κανόνων και των θεσμών της πίστεως, και στην ψυχρότητα των χριστιανών μεταξύ τους. “Σίμων, Σίμων, ιδού ο σατανάς ζήτησε να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι” (Λουκ. 22,31). Αυτός, ο σατανάς, το έκανε και το κάνει: δηλαδή προκάλεσε σχίσματα και αιρέσεις. Κράτα αυστηρά την Μία, Αληθινή Πίστη και την Εκκλησία: μία πίστις, έν βάπτισμα, είς Θεός και Πατήρ πάντων (Εφ. 4,5)» (σελ. 31).

Σε τι συνίσταται η απέραντη υπεροχή της αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας μας;

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπερέχει όλων των μη ορθόδοξων εκκλησιών, πρώτον, στην αλήθεια της, στην Ορθοδοξία της, που διατηρήθηκε και κατακτήθηκε με το αίμα των Αποστόλων, των Ιεραρχών, των Μαρτύρων, των Οσίων και όλων των Αγίων· δεύτερον, στο ότι οδηγεί με τον πιστότερο τρόπο στη σωτηρία (με ίσιο, ευθύ και ασφαλή δρόμο)· καθαρίζει, αγιάζει και ανανεώνει με την Ιεραρχία, τη Λατρεία, τα Μυστήρια και τις νηστείες· τρίτον, στο ότι καθοδηγεί άριστα στη μετάνοια, τη διόρθωση, την προσευχή, την ευχαριστία και τη δοξολογία. Πού υπάρχουν τέτοιες προσευχές, τέτοιες δοξολογίες και ευχαριστίες, τέτοια θαυμαστή λατρεία όπως στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Πουθενά» (σελ. 38).

Ο άγιος Ιωάννης μιλά με ιδιαίτερη δύναμη για το παράλογο του θεμελιώδους λίθου της δογματικής του Παπισμού – το ψευδοδόγμα περί πρωτείου και αλαθήτου του πάπα ως «Αντιπροσώπου του Χριστού»:

«“Ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος” (Ματθ. 28,20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του – γιατί λοιπόν χρειάζεται αντιπρόσωπος, ο Πάπας; Και μπορεί άραγε ένας αμαρτωλός άνθρωπος να είναι αντιπρόσωπος του Κυρίου; Δεν μπορεί. Αντιπρόσωπος βασιλέως ή πατριάρχη μπορεί να υπάρξει, αλλά αντιπρόσωπος του Κυρίου, του άναρχου Βασιλέως και Κεφαλής της Εκκλησίας, κανείς δεν μπορεί να είναι. Αληθώς. Οι καθολικοί πλανώνται. Φώτισέ τους, Κύριε, διότι παράλογα τα υποστηρίζουν αυτά και έχουν περιβληθεί με υπερηφάνεια σαν με περιδέραιο» (σελ. 43–44).

Από αυτό το ολέθριο ψευδοδόγμα, κατά τον άγιο Ιωάννη, πηγάζει όλο το κακό του Παπισμού:

«Το πιο βλαβερό πράγμα στον Χριστιανισμό, σε αυτή τη θεόπνευστη ουράνια θρησκεία, είναι η αρχηγία ανθρώπου μέσα στην Εκκλησία, όπως του Πάπα, και το υποτιθέμενο αλάθητό του. Ακριβώς στο δόγμα του αλάθητου βρίσκεται το μεγαλύτερο σφάλμα, διότι ο Πάπας είναι άνθρωπος αμαρτωλός, και αλίμονο αν φανταστεί για τον εαυτό του ότι είναι αλάθητος. Πόσα μέγιστα σφάλματα, καταστροφικά για τις ανθρώπινες ψυχές, επινόησε η καθολική, Παπική εκκλησία — στα δόγματα, στα έθιμα, στους ιερούς Κανόνες, στη λατρεία, στις θανατηφόρες και κακόβουλες σχέσεις των καθολικών προς τους Ορθοδόξους, στις βλασφημίες και τις συκοφαντίες κατά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις ύβρεις που απευθύνονται προς την Ορθόδοξη Εκκλησία και τους Ορθόδοξους Χριστιανούς! Και για όλα αυτά φταίει ο δήθεν αλάθητος Πάπας, η διδασκαλία του και των Ιησουιτών, το πνεύμα τους της ψευτιάς, της διπροσωπίας και κάθε άδικου μέσου ad majorem Dei gloriam (προς μεγαλύτερη δόξα του Θεού)» (σελ. 44). 

«Είναι αναγκαίο να ανήκει κανείς στην Εκκλησία του Χριστού, της οποίας Κεφαλή είναι ο Παντοδύναμος Βασιλεύς, ο Νικητής του Άδη, Ιησούς Χριστός. Το Βασίλειό Του είναι η Εκκλησία η στρατευομένη, που μάχεται “με τις αρχές και τις εξουσίες και τους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου”, με τα πνεύματα της κακίας στα επουράνια, τα οποία με τέχνη συγκροτούν ένα οργανωμένο βασίλειο και πολεμούν με εξαιρετική πείρα, με νου, με ακρίβεια και με δύναμη εναντίον όλων των ανθρώπων, έχοντας μελετήσει καλά τα πάθη και τις κλίσεις τους. Ένας άνθρωπος μόνος του εδώ δεν είναι πολεμιστής στο πεδίο· αλλά ούτε και μια μεγάλη κοινότητα, αν είναι μη ορθόδοξη και χωρίς Κεφαλή — τον Χριστό — μπορεί να κάνει κάτι απέναντι σε τέτοιους εχθρούς: πονηρούς, λεπτούς, που αγρυπνούν διαρκώς, και έχουν μάθει άριστα την “επιστήμη” του πολέμου τους. Στον Ορθόδοξο Χριστιανό χρειάζεται ισχυρή βοήθεια άνωθεν από τον Θεό και από τους αγίους πολεμιστές του Χριστού, που νίκησαν τους εχθρούς της σωτηρίας με τη δύναμη της χάριτος του Χριστού, και από την επίγεια Ορθόδοξη Εκκλησία, από ποιμένες και διδασκάλους, και έπειτα από την κοινή προσευχή και τα Μυστήρια. Να λοιπόν τί είδους βοηθός του ανθρώπου-Χριστιανού στον αγώνα με τους αόρατους και ορατούς εχθρούς είναι ακριβώς η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία, με το έλεος του Θεού, ανήκουμε κι εμείς. Οι καθολικοί επινόησαν νέα κεφαλή, ταπεινώνοντας τη Μία Αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας — τον Χριστό· οι λουθηρανοί αποσχίστηκαν και έμειναν χωρίς Κεφαλή· και οι Αγγλικανοί το ίδιο: Εκκλησία δεν έχουν, ο δεσμός με την Κεφαλή έχει σπάσει, πανίσχυρη βοήθεια δεν υπάρχει, και ο Βελίαρ πολεμά με όλη του τη δύναμη και την πανουργία του και κρατά τους πάντες μέσα στη γοητεία της πλάνης του και στην απώλεια. Πλήθος είναι οι χαμένοι στην αθεΐα και στη διαφθορά» (σελ. 52).

Και ιδού τί αποτελεί — όπως βαθιά και εύστοχα επισημαίνει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης — την πρωταρχική αιτία του κακού στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό:

«Αιτία όλων των νοθειών της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας είναι η υπερηφάνεια και η αναγνώριση του Πάπα ως πραγματικής Κεφαλής της Εκκλησίας, και μάλιστα αλάθητης. Από εδώ προέρχεται όλη η καταπίεση της δυτικής εκκλησίας: καταπίεση της σκέψης και της πίστεως, στέρηση της αληθινής ελευθερίας στην πίστη και στη ζωή — σε όλα ο Πάπας έβαλε το βαρύ του χέρι· από εδώ προέρχονται τα ψεύτικα δόγματα· από εδώ η διπροσωπία και η πανουργία στη σκέψη, στον λόγο και στο έργο· από εδώ οι διάφοροι ψευδείς κανόνες και διατάξεις στην εξομολόγηση των αμαρτιών· από εδώ τα συγχωροχάρτια· από εδώ η παραχάραξη των δογμάτων· από εδώ η “κατασκευή” αγίων της δυτικής εκκλησίας και ανύπαρκτων λειψάνων, μη δοξασμένων από τον Θεό· από εδώ η αιχμαλωσία “εις υπακοήν” του νου στον Θεό (πρβλ. 2 Κορ. 10,5) και κάθε αντίσταση στον Θεό υπό το πρόσχημα της ευσεβείας και του ζήλου για τη μεγαλύτερη δόξα του Θεού» (σελ. 58). 

«Ο Πάπας και οι Παπικοί έφτασαν σε τέτοιο βαθμό υπερηφάνειας και αυτοεξύψωσης, ώστε επινόησαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατη Σοφία του Θεού, και άπλωσαν (με το πρόσχημα της “αναπτύξεως των δογμάτων”) την υπερηφάνειά τους ως το σημείο να διαστρέψουν μερικά από τα λόγια Του, τις εντολές και τις θεσπίσεις Του, που δεν πρέπει να αλλάζουν έως το τέλος του αιώνα· όπως, για παράδειγμα, τον λόγο περί του Αγίου Πνεύματος, την εντολή περί του Ποτηρίου του πανάχραντου Αίματός Του, από το οποίο στέρησαν τους λαϊκούς, και μηδένισαν τα λόγια του αποστόλου Παύλου: “Όσες φορές τρώτε τον άρτο αυτό και πίνετε το ποτήριο αυτό, τον θάνατο του Κυρίου καταγγέλλετε, έως ότου έλθει” (1 Κορ. 11,26)· και αντί για ένζυμο άρτο χρησιμοποιούν στη λειτουργία άζυμα» (σελ. 59). 

Αυτή η υπερηφάνεια υπήρξε και η πηγή του απέραντου φανατισμού και του φονικού μίσους προς όλους τους ετερόδοξους, με τα οποία τόσο «δοξάστηκε» ο ρωμαιοκαθολικός Παπισμός κατά τη διάρκεια της ιστορίας:

«Το μίσος προς την Ορθοδοξία, ο φανατισμός και οι διωγμοί των Ορθοδόξων, οι φόνοι, διατρέχουν σαν κόκκινη κλωστή όλους τους αιώνες της ζωής του καθολικισμού. Από τους καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε. Είναι άραγε αυτό το πνεύμα που μας εντέλλεται ο Χριστός; Σε ποιους, αν όχι στους καθολικούς, στους λουθηρανούς και στους μεταρρυθμιστές, μπορεί κανείς πάντοτε να πει: “Δεν γνωρίζετε ποίου πνεύματος είστε” (Λουκ. 9,55)» (σελ. 58).

Να πού οδήγησε τους ρωμαιοκαθολικούς η αντικατάσταση της Κεφαλής της Εκκλησίας, του Χριστού, από τον Πάπα!

«Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας δεν είναι στην πραγματικότητα ο Χριστός, αλλά ο Πάπας· και οι καθολικοί ζηλοτυπούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό, πολεμούν για τον Πάπα και όχι για τον Χριστό· και ο ζήλος τους για την πίστη μετατρέπεται πάντοτε σε φανατισμό παθιασμένο, μισάνθρωπο, λυσσασμένο — σε φανατισμό αίματος και ξίφους (πυρές), αδιαλλαξίας, διπροσωπίας, ψεύδους και πανουργίας» (σελ. 87). 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, κατά τη σκέψη του αγίου δικαίου Ιωάννου, ακόμη και η ίδια η λατρεία υπενθυμίζει διαρκώς την πνευματική μας ενότητα κάτω από την κοινή για όλους εμάς τους χριστιανούς Κεφαλή — τον Χριστό· κάτι που έχει διαρραγεί πλήρως τόσο στους ρωμαιοκαθολικούς όσο και στους προτεστάντες, οι οποίοι παραμόρφωσαν την ίδια την έννοια της Εκκλησίας.

«Σε κάθε εκκλησιαστική ακολουθία», λέγει ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, «είτε οικιακή, είτε ιδιωτική, είτε δημόσια, στον πνευματικό οφθαλμό του Ορθοδόξου Χριστιανού παρουσιάζεται η σκέψη, η ιδέα ενός ενιαίου πνευματικού σώματος, το οποίο είναι το Σώμα του Χριστού, ο στύλος και το θεμέλιο της αλήθειας, του οποίου Κεφαλή είναι ο ίδιος ο Χριστός ο Θεός. Αυτή η Εκκλησία του Χριστού, ή το πνευματικό Σώμα του Χριστού, αποτελείται από τρία μέρη: το ουράνιο, το επίγειο και το καταχθόνιο· γι’ αυτό η αγία επίγεια Εκκλησία (ή το επίγειο μέρος) μεσιτεύει καθημερινά ενώπιον της Κεφαλής της για τη συγχώρηση των αμαρτιών των κεκοιμημένων εν πίστει και μετανοία και για την εγκατάστασή τους στη Βασιλεία των Ουρανών, και καλεί ως μεσίτες της μεσιτείας της τα μέλη της Εκκλησίας των Ουρανών και την ίδια την αρχηγό της νοητής εκκλησιαστικής παιδαγωγίας — τη Μητέρα του Θεού, ώστε με τις προσευχές τους ο Κύριος να καλύψει τις αμαρτίες τους και να μη τους στερήσει τη Βασιλεία των Ουρανών. Σε εμάς, που ζούμε στη γη και είμαστε μέλη της Εκκλησίας του Θεού, είναι εξαιρετικά παρηγορητικό και ενισχυτικό να πιστεύουμε πάντοτε, να γνωρίζουμε και να ελπίζουμε ότι η πνευματική μας Μητέρα, η αγία Εκκλησία, αδιάκοπα, ημέρα και νύχτα, προσεύχεται και για εμάς· ότι πάντοτε βρισκόμαστε κάτω από τη σκέπη της χάριτος του ίδιου του Κυρίου, της Θεοτόκου, των Αγίων Αγγέλων, του Προδρόμου και όλων των Αγίων. Στους καθολικούς, κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Πάπας, άνθρωπος επιρρεπής σε σφάλματα (αν και εσφαλμένα ανακηρύχθηκε αλάθητος), και ως τέτοιος επέτρεψε πλήθος σφαλμάτων στην Εκκλησία του Χριστού, και το απέδειξε με τα ίδια του τα έργα· παραμόρφωσε και την ίδια την έννοια της Εκκλησίας του Θεού και έδεσε την πνευματική ελευθερία και τη συνείδηση των καθολικών χριστιανών, υποβάλλοντας ταυτόχρονα σε άδικη συκοφαντία και εχθρότητα εκ μέρους των καθολικών την αγία Ορθόδοξη Εκκλησία, τον στύλο και το θεμέλιο της αλήθειας. Στους προτεστάντες — τους Γερμανούς και τους Άγγλους — έχει εντελώς διαστραφεί η έννοια της Εκκλησίας, διότι δεν έχουν τη χάρη της κανονικής ιεροσύνης, δεν έχουν μυστήρια, εκτός από το Βάπτισμα και (το σπουδαιότερο) τη θεία κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού· δεν έχουν το ουράνιο μέρος — την Εκκλησία των Ουρανών: δεν αναγνωρίζουν τους αγίους· ούτε έχουν το καταχθόνιο μέρος — δεν αναγνωρίζουν τους κεκοιμημένους και δεν προσεύχονται γι’ αυτούς, θεωρώντας το περιττό. Δόξα στην Ορθόδοξη Εκκλησία! Δόξα στον Χριστό τον Θεό — την Αγιοτάτη Κεφαλή, τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας του Θεού στη γη! Δόξα στον Θεό εν Τριάδι, διότι δεν πέσαμε στη βλασφημία κατά του Θεού, δεν αναγνωρίσαμε και δεν θα αναγνωρίσουμε ποτέ ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας έναν αμαρτωλό άνθρωπο!» (σελ. 65–66). 

Να πώς έβλεπε ο άγιος δίκαιος Ιωάννης όλους όσοι δεν ανήκουν στη δική μας αγία Ορθόδοξη Εκκλησία:

«Ευχαριστώ τον Κύριο, ο Οποίος άκουσε και ακούει τις προσευχές μου, όταν αντικρίζω την πανσωτήρια και φοβερή Θυσία (το Σώμα και το Αίμα του Χριστού), για τα μεγάλα εκείνα σύνολα ανθρώπων που έχουν πλανηθεί στην πίστη, τα οποία ονομάζονται χριστιανικά, αλλά στην ουσία είναι αποστατικά: το καθολικό, το λουθηρανικό, το αγγλικανικό και άλλα» (σελ. 59). 

«Τι δείχνει η ακολουθία της μεταστροφής από διάφορες πίστεις και ομολογίες και της προσχώρησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία; Δείχνει την αναγκαιότητα της εγκατάλειψης των ψευδών πίστεων και ομολογιών, της άρνησης των πλανών, της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως και της μετάνοιας για όλες τις προηγούμενες αμαρτίες, καθώς και της υπόσχεσης προς τον Θεό να φυλάσσει και να ομολογεί σταθερά την άμωμη πίστη, να αποφεύγει τις αμαρτίες και να ζει εν αρετή» (σελ. 57). 

Να λοιπόν η σαφής και κατηγορηματική καταδίκη από τον άγιο Ιωάννη της Κρονστάνδης του τόσο «μοντέρνου» σήμερα Οικουμενισμού, που έχει ήδη καταλάβει όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες· να ο ισχυρός και αποφασιστικός λόγος προς όλους τους «οικουμενιστές», που προπαγανδίζουν, με το πρόσχημα μιας δήθεν «χριστιανικής αγάπης», την ισοτιμία και την ισοδυναμία όλων των πίστεων και ομολογιών!

Στο τέλος είναι αναγκαίο να αναφέρουμε, ως ζωντανή και παραστατική εικονογράφηση των λόγων του αγίου δικαίου πατρός μας Ιωάννου της Κρονστάνδης περί του «πνεύματος του ψεύδους» στον ρωμαιοκαθολικό Παπισμό, το πώς οι ρωμαιοκαθολικοί πάστορες στις δυτικές μας επαρχίες διέδιδαν με ιδιαίτερο ζήλο τη συκοφαντία εναντίον του αγίου δικαίου Ιωάννου, ότι δήθεν είχε περάσει στον καθολικισμό και γι’ αυτό είχε δοξαστεί τόσο για τη διορατικότητά του και τα θαύματά του. Αυτή η συκοφαντία, παρά όλη την παραλογότητά της, επαναλήφθηκε και αργότερα. Το έτος 1932, στην πόλη Βίλνα, στο ιησουιτικό περιοδικό «Προς την ένωση», κάποιος πάστορας Σεμιάτσκι δεν ντράπηκε να δημοσιεύσει τις ακόλουθες γραμμές:
«Ο π. Ιωάννης της Κρονστάνδης επιτελούσε πολλά θαύματα όσο ήταν καθολικός· αλλά μόλις αποκήρυξε τον καθολικισμό, η δύναμη της θαυματουργίας τον εγκατέλειψε».

Να πώς απαντά σε αυτή τη φανταστική ανυπόστατη ιστορία ο ίδιος ο άγιος δίκαιος Ιωάννης, στον λόγο που εκφώνησε στην πόλη Βιτέμπσκ, στον ναό των Αγίων Πέτρου και Παύλου, στις 7 Απριλίου 1906:

«Επιθύμησα πολύ, αγαπητοί πατέρες, αδελφοί και αδελφές, να συνομιλήσω μαζί σας εδώ, στην πόλη και στον ναό σας, προς δόξαν Θεού και της αγίας, αμώμου πίστεώς μας και της Εκκλησίας μας, και προς στερέωσή σας στον σωτήριο δρόμο. Γιατί ήθελα με ιδιαίτερη επιθυμία να συνομιλήσω μαζί σας; Να γιατί. Ζώντας και διακονώντας στην Κρονστάνδη ως ιερέας εδώ και πενήντα ένα ήδη χρόνια, τον τελευταίο καιρό λάμβανα πολλά γράμματα από τη δυτική πολωνική περιοχή, ιδιαίτερα από τις επαρχίες Γκρόντνο και Βίλνα, γραμμένα, θα έλεγε κανείς, με αιματηρά δάκρυα, με πικρές καταγγελίες κατά των καθολικών πατέρων και των συνεργών τους, των καθολικών λαϊκών, για τους διωγμούς που ασκούν στους Ορθόδοξους Χριστιανούς και για τον εξαναγκασμό τους, με κάθε είδους βίαια μέσα, να περάσουν στον καθολικισμό· και μάλιστα οι πατέρες, χωρίς καμία συστολή συνείδησης, με συκοφαντούσαν λέγοντας ότι δήθεν εγώ πέρασα στην καθολική πίστη, και ότι ακόμη και ο ίδιος ο τσάρος, τάχα, έγινε καθολικός και διατάζει όλους να δεχθούν την καθολική πίστη. Με τέτοια αναισχυντία συκοφαντώντας εμένα και τον τσάρο, οι καθολικοί ανάγκασαν πολλούς Ορθόδοξους χωρικούς να δεχθούν τον καθολικισμό και τους επέβαλαν μια ξένη πίστη. Είναι αυτό άραγε το πνεύμα του Χριστού; Δεν αποδεικνύουν μήπως οι πατέρες με τον τρόπο των πράξεών τους ότι η καθολική πίστη δεν έχει μέσα της ζωτική δύναμη, ικανή να υποτάξει τον νου, την καρδιά και τη θέληση του ανθρώπου σε ελεύθερη αποδοχή της, και ότι οι οπαδοί της δελεάζουν τους ορθοφρονούντες ανθρώπους μόνο με τη βία και την απάτη; Αγαπητοί πατέρες και αδελφοί! Γνωρίζετε τη σταθερή παραμονή και διακονία μου στην Ορθόδοξη Εκκλησία εδώ και πενήντα χρόνια· γνωρίζετε ίσως και τον διαρκή μου ζήλο για την ορθή πίστη· γνωρίζετε τα πολυάριθμα συγγράμματά μου προς δόξαν Θεού και της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τα πολυάριθμα σημεία της δυνάμεως του Θεού, που φανερώθηκαν όχι μόνο σε Ορθόδοξους Χριστιανούς, αλλά και σε καθολικούς και λουθηρανούς, ακόμη και σε Ιουδαίους και Μωαμεθανούς, όταν αυτοί προσέφευγαν με πίστη στη μεσιτεία των προσευχών μου. Γι’ αυτά μαρτυρούν οι εφημερίδες και οι αληθείς, αξιόπιστες καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων. Και εγώ ο ίδιος μαρτυρώ σήμερα ενώπιον όλων σας και ενώπιον του Παντεπόπτη Θεού ότι και μέχρι σήμερα δεν έχουν εκλείψει ανάμεσά μας τα θαύματα των θεραπειών. Σημαίνει άραγε αυτό ότι η Ορθόδοξη Πίστη είναι νεκρή πίστη, όπως συκοφαντούν οι καθολικοί; Δεν μαρτυρεί άραγε αδιάκοπα τη ζωτικότητά της και τη σωτηριώδη δύναμή της, τη θεαρεστότητά της; Δεν θέλω να επικαλεστώ ως μάρτυρα κάθε καθολικής αδικίας την αμερόληπτη χιλιετή ιστορία· είναι αρκετά γνωστή σε ολόκληρο τον μορφωμένο κόσμο. Ακόμη είναι νωπή η μνήμη της άτυχης ένωσης του 17ου αιώνα στη Ρωσία μας· νωπή είναι η μνήμη του φανατικού μίσους με το οποίο οι καθολικοί κατέστρεφαν τους ορθόδοξους ναούς στις δυτικές περιοχές· είναι γνωστές όλες οι φρικτές ύβρεις και προσβολές με τις οποίες δυσφημιζόταν η Ορθόδοξη Πίστη, η Ορθόδοξη Εκκλησία και οι δυστυχισμένοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Τώρα αναβιώνουν πάλι οι καιροί της Ουνίας. Και πότε συμβαίνει αυτό; Όταν στους καθολικούς έχει δοθεί πλήρης ελευθερία — ελευθερία, βέβαια, όχι για να διώκουν την Ορθοδοξία και τους Ορθοδόξους, αλλά για ειρηνική, αδελφική συμβίωση με τους ορθόδοξους συμπολίτες τους. Στην αρχή ανέφερα τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για την Εκκλησία ως Σώμα του Ιησού Χριστού και για τον Χριστό ως Κεφαλή της Εκκλησίας, «…η οποία είναι το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί» (Εφ. 1,23). Εμείς πιστεύουμε ακλόνητα σε αυτή τη μία Κεφαλή της Εκκλησίας και δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε άλλη, ορατή και δήθεν αλάθητη κεφαλή, διότι δεν μπορεί κανείς να δουλεύει σε δύο κυρίους. Μας αρκεί απολύτως η μία Κεφαλή, η πανδίκαιη, η παντογνώστρια, η παντοδύναμη, η τα πάντα πληρούσα (το πλήρωμα Εκείνου που τα πάντα εν πάσι πληροί). Αυτή η Κεφαλή μας κυβερνά, μας προστατεύει και μας ενισχύει στην πίστη διά του Αγίου Πνεύματος, ιερουργεί, φωτίζει, σώζει και οδηγεί στην τελείωση. Και αν θέλετε να δείτε τα ένδοξα και θεοφίλητα καρποφορήματα της ορθόδοξης πίστης μας, τότε θα υποδείξουμε στους εχθρούς μας το πλήθος των ουρανίων αετών που ανυψώθηκαν από τη γη μας προς τον ουρανό, έως το ίδιο το Ήλιο της Δικαιοσύνης· όλους τους Αγίους μας, παλαιούς και νέους, που δοξάστηκαν με ισάγγελη ζωή, με την αφθαρσία των λειψάνων και με αναρίθμητα θαύματα. Στο τέλος θα πω ότι η αλήθεια της πίστης μας βρίσκεται μέσα στην ίδια την πίστη, στο ίδιο της το είναι· μέσα της είναι το «ναι» και μέσα της είναι το ίδιο το «αμήν». Και ολοκληρώνω τον λόγο μου με τον λόγο: αμήν». 

Για όλους όσοι τιμούν με ευλάβεια τον νεοφανή μεγάλο άγιο του Θεού, τον άγιο δίκαιο πατέρα μας Ιωάννη της Κρονστάνδης, οι παραπάνω μαρτυρίες του είναι κάτι παραπάνω από επαρκείς, ιδίως επειδή η αλήθεια και η πειστικότητά τους επιβεβαιώνονται από την ίδια τη ζωή και από την αμερόληπτη ιστορία. Ποια εμπιστοσύνη μπορούμε λοιπόν να έχουμε σε έναν ρωμαιοκαθολικό Παπισμό θεμελιωμένο στο ψεύδος και διαποτισμένο εξ ολοκλήρου από το ψεύδος, όσο δεν αποκηρύσσει αποφασιστικά και δημόσια το ολέθριο ψέμα του και τις καταστροφικές για τις ανθρώπινες ψυχές πλάνες που αυτό γέννησε; Καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει μαζί του και καμία κοινωνία, διότι «ποια κοινωνία έχει η δικαιοσύνη με την ανομία; ή ποια κοινωνία έχει το φως με το σκοτάδι;» (2 Κορ. 6,14). Ο μόνος σωστός δρόμος στη δόλια εποχή μας, γεμάτη από κάθε είδους ψεύδος και απάτη, είναι ο δρόμος που μας υποδεικνύει ο ίδιος ο μεγάλος μας δίκαιος:

«Να αγωνίζεσαι εναντίον κάθε κακού, να το σβήνεις αμέσως, να πολεμάς με τα όπλα που σου έδωσε ο Θεός: την Αγία Πίστη, τη θεία σοφία και δικαιοσύνη, την προσευχή, την ευσέβεια, τον σταυρό, το θάρρος, την αφοσίωση και την πιστότητα!» (Από ομιλία του αγίου δικαίου Ιωάννη της Κρονστάνδης, 30 Αυγούστου 1906)

📌 Τίτλος πρωτότυπου κειμένου:
Архиеп. Аверкий (Таушев). Св. прав. о. Иоанн Кронштадтский и Римско-католический папизм.

Πηγή:
 https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2026/01/1979.html