† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025

ΑΝ ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕΣ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ “ΚΑΛΟΣ” ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)


Υπάρχει μια κούραση που δεν φαίνεται στο σώμα, αλλά βαραίνει την ψυχή. Είναι η κόπωση εκείνου που προσπαθεί διαρκώς να είναι καλός για όλους. Να μην δυσαρεστήσει, να μην ενοχλήσει, να μην φανεί αυστηρός ή ατελής. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, βαθύς γνώστης  της ανθρώπινης  καρδιάς, θα  έλεγε ότι  αυτή η  κόπωση δεν γεννιέται από την αγάπη, αλλά από τον φόβο. Ο άνθρωπος που ζει για την αποδοχή των άλλων μετατρέπει την αρετή σε βάρος. Η καλοσύνη παύει να είναι ελεύθερη προσφορά και γίνεται υποχρέωση και τότε η ψυχή κουράζεται, όχι επειδή αγαπά, αλλά επειδή προσποιείται.

Ο Άγιος Ιωάννης ξεχωρίζει καθαρά την αρετή από την αρεσκότητα. Η αρετή γεννιέται από την αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, η αρεσκότητα γεννιέται από την ανάγκη να αρέσουμε. Η πρώτη ελευθερώνει, η δεύτερη δεσμεύει. Όταν ο άνθρωπος επιδιώκει να είναι καλός για όλους, συχνά θυσιάζει την αλήθεια, λέει αυτό που θα ακούσουν ευχάριστα οι άλλοι, όχι αυτό που είναι ωφέλιμο, έτσι, η καλοσύνη χάνει το φως της και γίνεται σκιά.

Ο Χρυσόστομος δεν φοβάται να αποκαλύψει τις κρυφές αιτίες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πίσω από την υπερβολική προσπάθεια να είμαστε αποδεκτοί, συχνά κρύβεται ο φόβος της απόρριψης. Ο άνθρωπος φοβάται μήπως μείνει μόνος, μήπως χάσει την αγάπη, μήπως θεωρηθεί ανεπαρκής. Αυτός ο φόβος τον κάνει να προσαρμόζεται διαρκώς, αλλά η συνεχής προσαρμογή διαλύει την εσωτερική ενότητα. Ο άνθρωπος παύει να ξέρει ποιος είναι πραγματικά και αρχίζει να ζει μέσα από τις προσδοκίες των άλλων.

Ο Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος, ήτανε ποιμένας που δεν χάιδευε αυτιά. Γνώριζε ότι η αλήθεια κάποιες φορές πληγώνει, αλλά  μόνο αυτή θεραπεύει. Η ψεύτικη καλοσύνη ανακουφίζει πρόσκαιρα, αλλά αφήνει την ψυχή άδεια. Ο Χριστός μιλά με λόγο που άλλοτε παρηγορεί και άλλοτε ελέγχει. Ο Χρυσόστομος βλέπει σε αυτό το πρότυπο της αληθινής αγάπης. Η αγάπη δεν είναι πάντα ευχάριστη, αλλά είναι πάντα σωτήρια.

Όταν η καλοσύνη δεν συνοδεύεται από διάκριση, γίνεται επικίνδυνη. Ο άνθρωπος δίνει χωρίς μέτρο, συγχωρεί χωρίς αλήθεια, υποχωρεί χωρίς λόγο και κάποια στιγμή εξαντλείται και τότε έρχεται η πικρία και η απογοήτευση. Ο Άγιος Ιωάννης θα έλεγε ότι αυτή η εξάντληση δεν προέρχεται από την αγάπη, αλλά από την απουσία ορίων. Η αληθινή καλοσύνη γνωρίζει πότε να πει ναι και πότε όχι, δεν φοβάται τη δυσαρέσκεια, όταν αυτή υπηρετεί το καλό.

Ο Χρυσόστομος μιλά συχνά για την ελευθερία του χριστιανού. Εκείνος που εξαρτάται από τη γνώμη των άλλων δεν είναι ελεύθερος, είναι δούλος της αποδοχής. Κάθε βλέμμα, κάθε σχόλιο, κάθε σιωπή γίνεται κριτήριο αξίας. Αυτή η δουλεία κουράζει βαθιά. Ο άνθρωπος ζει σε διαρκή εγρήγορση, προσπαθώντας να μαντέψει τι περιμένουν οι άλλοι από αυτόν και όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο περισσότερο χάνει την ειρήνη του.

Για τον Άγιο Ιωάννη, η ταπείνωση δεν είναι αυτο-υποτίμηση, αλλά ελευθερία. Ο ταπεινός άνθρωπος δεν προσπαθεί να φανεί καλός, γιατί δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα, γνωρίζει ότι η αξία του δεν εξαρτάται από τα χειροκροτήματα. Όταν ο άνθρωπος ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού, παύει να αγωνιά για την εικόνα του στους ανθρώπους, τότε μπορεί να αγαπήσει αληθινά, χωρίς φόβο και χωρίς υπολογισμό.

Ο Άγιος Ιωάννης τονίζει ότι ο χριστιανός καλείται να ακούει πρώτα τη συνείδησή του και όχι τον θόρυβο των ανθρώπων. Η συνείδηση, φωτισμένη από το Θεό, είναι ασφαλέστερος οδηγός από τη γνώμη του πλήθους. Όταν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τη συνείδησή του, μπορεί να δυσαρεστήσει, αλλά δεν διαλύεται εσωτερικά. Η ειρήνη της καρδιάς αξίζει περισσότερο από την πρόσκαιρη αποδοχή.

Η ψεύτικη καλοσύνη συχνά κρύβει χειραγώγηση. Ο άνθρωπος γίνεται καλός για να πάρει αγάπη, αναγνώριση, ασφάλεια. Ο Χρυσόστομος αποκαλύπτει αυτή την παγίδα και καλεί σε αγάπη καθαρή. Η αληθινή αγάπη δεν ζητά ανταλλάγματα, δεν φοβάται να χάσει, και γι' αυτό είναι δυνατή. Όταν η αγάπη απελευθερωθεί από τη σκοπιμότητα, τότε παύει να κουράζει.

Ο Άγιος Ιωάννης στρέφει πάντοτε το βλέμμα στο Χριστό. Ο Χριστός αγάπησε όλους, αλλά δεν προσπάθησε να αρέσει σε όλους, είπε την αλήθεια ακόμη και όταν Τον εγκατέλειψαν και αυτή η στάση φανερώνει την τέλεια αγάπη. Ο Χριστός δείχνει ότι η αλήθεια έχει κόστος, αλλά οδηγεί στη ζωή. Ο χριστιανός που Τον ακολουθεί δεν καλείται να είναι ευχάριστος, αλλά αληθινός.

Όταν ο άνθρωπος σταματήσει να προσποιείται την καλοσύνη και αρχίσει να ζει την αλήθεια με αγάπη, το κάτι αλλάζει βαθιά μέσα του, η κόπωση υποχωρεί, η καρδιά αναπνέει. Ο Άγιος Ιωάννης θα έλεγε ότι η ειρήνη αυτή είναι καρπός συμφιλίωσης με τον εαυτό και τον Θεό. Δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύεις ότι είσαι καλός αρκεί να είσαι αληθινός.

Η αληθινή καλοσύνη κατά τον Χρυσόστομο δεν είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας, αλλά καρπός της χάρης του Θεού. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό, τόσο πιο φυσικά γίνεται καλός. Τότε η καλοσύνη δεν κουράζει γιατί δεν είναι δική του κατάκτηση, αλλά θεϊκό δώρο. Ρέει χωρίς πίεση, χωρίς άγχος, χωρίς φόβο.

Αν κουράστηκες να προσπαθείς να είσαι καλός για όλους, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σου υπενθυμίζει ότι δεν κλήθηκες να αρέσεις, αλλά να αγαπήσεις. Όχι με φόβο, αλλά με αλήθεια, όχι με προσποίηση, αλλά με ελευθερία. Όταν πάψεις να ζεις για την αποδοχή των άλλων και αρχίσεις να ζεις ενώπιον του Θεού, τότε η καλοσύνη σου θα γίνει φως και όχι βάρος, και η ψυχή σου θα βρει την ανάπαυση που τόσο καιρό αναζητούσε.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΣΤΗ ΓΗ (Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος)


Η γέννηση του Χριστού δεν είναι μια γλυκιά ιστορία για παιδιά, ούτε ένα τρυφερό σκηνικό με φάτνη και ποιμένες, είναι η πιο μεγάλη και ακατάληπτη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Η στιγμή κατά την οποία ο άπειρος Θεός εισήλθε μέσα στον χρόνο, ο ασώματος έλαβε σάρκα, ο δημιουργός έγινε πλάσμα, για να γίνει το πλάσμα παιδί του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει αυτή τη νύχτα νύχτα σωτηρίας, επειδή σ' αυτήν συντελείται η θεία συγκατάβαση, το μυστήριο της θεώσεως του ανθρώπου. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο ουρανός κατέβηκε στη γη, και όχι μόνο κατέβηκε, αλλά ενώθηκε με αυτήν για πάντα. Αυτή η νύχτα άλλαξε την πορεία της ιστορίας και μεταμόρφωσε την ανθρώπινη φύση. Στο πρόσωπο του Χριστού γεννιέται ένας καινούριος τρόπος υπάρξεως, μια ζωή που δεν περιορίζεται από την φθορά, την αμαρτία ή τον θάνατο.
Η λέξη συγκατάβαση είναι κλειδί της θεολογίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Για τον Άγιο ο Θεός κατεβαίνει όχι επειδή ο άνθρωπος τον αναζήτησε, αλλά επειδή εκείνος αγάπησε πρώτος. Η γέννηση λοιπόν δεν είναι μόνο γεγονός, είναι και μέθοδος του Θεού. Ο Θεός πλησιάζει τον άνθρωπο με τρόπο που να μην τρομάζει, αλλά να ελκύει. Ο Θεός γίνεται παιδί, Αυτός που με έναν λόγο του δημιούργησε τα σύμπαντα τώρα κλαίει μέσα σε μια φάτνη. Αυτός που κρατά τα πάντα στην ύπαρξη τώρα κρατιέται από την Παναγία. Ο Παντοκράτωρ εμφανίζεται ανίσχυρος και αυτό όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Η Θεία Συγκατάβαση φανερώνει ότι ο Θεός θέλει να δεχθούμε την παρουσία Του όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ο Χρυσόστομος λέει πως ο Θεός κατεβαίνει τόσο πολύ ώστε να μην υπάρχει άνθρωπος τόσο ταπεινωμένος που να μην μπορεί να Τον πλησιάσει. Αυτό είναι το μεγαλείο της ενανθρωπίσεως, ότι ο Θεός έγινε αυτό που είμαστε για να γίνουμε εμείς αυτό που Εκείνος είναι κατά χάριν.
Η γέννηση θα μπορούσε να γίνει σε παλάτι, σε τόπο ένδοξο και τιμημένο, γιατί όμως γίνεται σε σπήλαιο; Ο Χρυσόστομος δίνει την απάντηση· για να δείξει ο Θεός ότι δεν ήρθε να βρει κόσμο τέλειο, αλλά κόσμο πληγωμένο. Η φάτνη δεν είναι απλώς ταπεινότητα, είναι αποκάλυψη.  Στο σκοτεινό σπήλαιο καθρεφτίζεται ο σκοτεινός κόσμος του ανθρώπου, εκεί όπου βασιλεύει η φτώχεια, η εγκατάλειψη, το κρύο. Η φάτνη είναι εικόνα της καρδιάς μας όταν είναι άδεια, αφιλόξενη, γεμάτη από θόρυβο πάθη και πνευματική ακαθαρσία και όμως ο Χριστός επιλέγει ακριβώς αυτήν την καρδιά για να γεννηθεί, δεν περιμένει να καθαρίσουμε πρώτα, έρχεται, και με την παρουσία Του καθαρίζει. Η γέννηση μέσα στη φάτνη είναι το θεϊκό σκάνδαλο της αγάπης. Ο Θεός παραδίδει τον εαυτό Του κυριολεκτικά στα χέρια των ανθρώπων, η φάτνη γίνεται θρόνος, το σπήλαιο γίνεται ουρανός, η  γη γίνεται παράδεισος.
Οι άνθρωποι που προσκύνησαν τον Χριστό δεν ήταν ισχυροί, μορφωμένοι ή τίμιοι κατά τα κοσμικά μέτρα, ήταν ποιμένες, άνθρωποι απλοί, κουρασμένοι, φτωχοί και μάλλον αμόρφωτοι. Γιατί? Επειδή είχαν καθαρή καρδιά. Αυτοί που ζούσαν μέσα στη νύχτα έλαβαν πρώτοι το φως. Αυτοί που άκουγαν σιωπή, άκουσαν πρώτοι τον αγγελικό ύμνο. Αυτό αποκαλύπτει μια βαθιά αλήθεια. Η θεοφάνεια δεν δίνεται σε όσους έχουν πολύ γνώση, αλλά σε όσους έχουν πολύ απλότητα και ταπείνωση. Οι ποιμένες διδάσκουν ότι ο Θεός αποκαλύπτεται σε αυτούς που δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τον εαυτό τους. Σε εκείνους που είναι ικανοί να πουν «δεν είμαι τίποτα», έλα εσύ!
Οι μάγοι είναι το αντίθετο των ποιμένων ως προς την κοινωνική θέση, αλλά έχουν το ίδιο εσωτερικό χαρακτηριστικό, αναζητούν αληθινά. Ο Χρυσόστομος σημειώνει ότι οι μάγοι είναι εικόνα όλης της ανθρωπότητας των εθνών. Ζητούν την αλήθεια και ο Θεός τους οδηγεί, δεν τους εγκαταλείπει στη γνώση τους ή στα άστρα. Το άστρο τους οδηγεί στον Χριστό και εξαφανίζεται μόλις Τον συναντούν, γιατί πια δεν χρειάζεται. Ο άνθρωπος ζητά το Θεό και όταν Τον ζητά από καρδιάς, ο Θεός πάντα φανερώνεται. Η γέννηση αποκαλύπτει που ο Θεός τιμά την ανθρώπινη αναζήτηση και την οδηγεί εκεί όπου πρέπει, όχι στη φιλοσοφία, αλλά στην ταπεινή φάτνη.
Τη νύχτα της γέννησης ο ουρανός δεν ανοίγει απλώς, ενώνεται με τη γη. Οι άγγελοι δεν ψάλλουν από μακριά, αλλά στέκονται δίπλα στους ανθρώπους. Η φάτνη γίνεται τόπος συνάντησης των δύο κόσμων. Ο Θεός δεν βρίσκεται πλέον σε απρόσιτο φως, αλλά μέσα στον κόσμο, δίπλα μας, ανάμεσά μας. Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι από τη στιγμή της γέννησης η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται, φορά τη δόξα του Θεού. Στο πρόσωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση γίνεται κατοικητήριο της θεότητος, και αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα, ότι η θέωση είναι πια δυνατή. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει όμοιος με εκείνον, κατά χάριν. Η ενανθρώπιση δεν είναι μια στιγμή, είναι διαδικασία θεώσεως. Κάθε φορά που ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του στον Χριστό, μια μικρή γέννηση λαμβάνει χώρα μέσα του, ο ουρανός κατεβαίνει ξανά στη γη.
Ο Χριστός δεν γεννιέται απλώς, γεννιέται ως παιδί και αυτό έχει βαθύ θεολογικό νόημα. Ο Θεός  γίνεται  νήπιο  για να μας  φανερώσει  την  πνευματική κατάσταση στην  οποία καλούμαστε να επιστρέψουμε, όχι να γίνουμε αφελείς, αλλά να γίνουμε καθαροί στην καρδιά απαλλαγμένοι από πονηριά, μικρότητα και σκληρότητα. Η παιδικότητα του Χριστού αποκαλύπτει ότι η σχέση με τον Θεό δεν χτίζεται με λογικές αποδείξεις και επιχειρήματα, αλλά με απλότητα, εμπιστοσύνη και αγάπη. Η πνευματική ζωή είναι δρόμος παιδικής καρδιάς, εξ΄ ου και ο Χρυσόστομος επιμένει: μόνο οι ταπεινοί κατά το φρόνημα χωρούν την μεγάλη χάρη.
Η γέννηση δεν είναι γιορτή μόνο χαράς, αλλά και παρηγοριάς. Ο Χριστός έρχεται μέσα στη νύχτα, όχι μέσα στο φως, όχι σε εποχή ειρήνης, αλλά σε εποχή σκοτεινής τυραννίας, όχι σε τόπο άνεσης, αλλά στη φτώχεια και στην αφάνεια. Αυτό σημαίνει πως ο Χριστός μπορεί να έρθει και στη δική μας νύχτα, στη νύχτα της λύπης, της θλίψης, των αδιεξόδων, των αμαρτιών και των φόβων. Δεν περιμένει να βγούμε πρώτα στο φως, έρχεται Εκείνος και όταν έρθει, η νύχτα δεν εξαφανίζεται αμέσως, αλλά γίνεται διάφανη από την παρουσία Του. Ο Χριστός δεν ήρθε για τους δυνατούς, αλλά για τους αδύναμους, δεν ήρθε για τους άγιους, αλλά για τους αμαρτωλούς, δεν ήρθε για τον ουρανό, αλλά για τη γη.
Η νύχτα της γέννησης είναι η νύχτα της σωτηρίας, η νύχτα όπου ο άπειρος Θεός κρύβεται στη σάρκα ενός νεογέννητου, η νύχτα όπου η ταπεινότητα νικά την ύβρη, όπου η αγάπη νικά το θάνατο, όπου ο ουρανός κατεβαίνει στη γη για να σηκώσει τη γη στον ουρανό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βλέπει στη γέννηση την αρχή της θεώσεως του ανθρώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάριν και κάθε φορά που γιορτάζουμε τη γέννηση, αυτή η αλήθεια ξαναλάμπει. Ο Θεός είναι ήδη κοντά μας, το μόνο που μένει είναι να ανοίξουμε την φάτνη της καρδιάς μας, όσο ταπεινή κι αν είναι, για να γεννηθεί μέσα μας το φως που ξανακάνει τον κόσμο καινούριο.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025

Ο ΘΕΟΣ ΑΛΛΟΤΕ ΔΙΝΕΙ, ΑΛΛΟΤΕ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ (Ἃγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος)


 Εἶναι μεγάλο ἀγαθὸ ἡ προσευχή, ὅταν γίνεται μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ ἄγρυπνη καρδιά. Καὶ πῶς θὰ γίνει εὐχάριστη; Ἐὰν ἐκπαιδεύσουμε τοὺς ἑαυτούς μας νὰ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ, ὄχι μόνο ὅταν παίρνουμε αὐτὸ ποὺ ζητοῦμε ἄλλα καὶ ὅταν δὲν τὸ παίρνουμε. Διότι ὁ Θεὸς ἄλλοτε δίνει, ἄλλοτε δὲν δίνει• καὶ τὰ δύο ὅμως τὰ κάνει γιὰ τὸ καλό μας, ὥστε, εἴτε λάβεις εἴτε δὲν λάβεις, καὶ χωρὶς νὰ πάρεις ἔλαβες.

Εἴτε ἐπιτύχεις εἴτε δὲν ἐπιτύχεις, πέτυχες μὲ τὸ νὰ μὴν ἐπιτύχεις. Διότι μερικὲς φορές το νὰ μὴν παίρνουμε αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε, γίνεται ὠφελιμότερο ἀπὸ τὸ νὰ τὸ πάρουμε.

«Θὰ σὲ δοξολογήσω, Κύριε» λέγει «μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά, θὰ διηγηθῶ ὅλα τὰ θαυμαστὰ ἔργα σου» (Ψάλμ. 9, 1). Ἐδῶ βέβαια ἐννοεῖ τὴν εὐχαριστία. Τί σημαίνει «μὲ ὅλη μου τὴν καρδιά»; Μὲ ὅλη τὴν προθυμία, τὴ διάθεση, λέγει. Καὶ ὄχι μόνο γιὰ τὴν εὐημερία ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀντιξοότητες. Διότι αὐτὸ εἶναι κυρίως τὸ γνώρισμα τῆς εὐγνώμονος καὶ φιλόσοφης ψυχῆς, τὸ νὰ εὐχαριστεῖ καὶ στὰ λυπηρά, τὸ νὰ δοξάζει γιὰ ὅλα, ὄχι μόνο γιὰ τὶς εὐεργεσίες ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς τιμωρίες.

Ἐπειδὴ αὐτὸ προξενεῖ περισσότερο μισθό. Ὅταν δηλαδὴ εὐχαριστεῖς γιὰ τὰ ἀγαθά, ἀνταποδίδεις χρέος, ἐνῶ γιὰ τὰ κακά, κάνεις τὸ Θεὸ ὀφειλέτη. Γι’ αὐτὴ λοιπὸν τὴν εὐχαριστία, πολλὰ ἄλλα ἀγαθὰ ἀνταποδίδει ὁ Θεὸς πάντοτε• ὥστε οὔτε κἂν θὰ αἰσθανθοῦμε τὰ δεινά. Διότι κανεὶς δὲν πονᾶ γι’ αὐτὰ, ποὺ εὐχαριστεῖ τὸ Θεὸ• ὥστε καὶ ἄλλο κέρδος θὰ καρπωθοῦμε, τὸ νὰ ἀπομακρύνουμε τὴν ἀθυμία.

Πρῶτα λοιπὸν, νὰ προσφέρει κανεὶς ὕμνους στὸ Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ τὶς εὐεργεσίες του καὶ τότε νὰ ζητᾶ αὐτὰ ποὺ θέλει καὶ, πάλι, νὰ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ ἐκεῖνα ποὺ ἔλαβε.

Καὶ ὅταν δὲν εἰσακούεται ἡ προσευχή μας, καὶ γι’ αὐτὸ νὰ τὸν δοξάζουμε. Διότι αὐτὸ ὀφείλεται, ἢ στὸ ὅτι ζητοῦμε πράγματα ποὺ δὲν μᾶς συμφέρουν, ὁπότε μὲ τὸ νὰ μὴν τὰ παίρνουμε κερδίζουμε, ἢ ζητοῦμε μὲ ραθυμία καὶ ὁ Θεὸς καθυστερῶντας μᾶς βοηθᾶ σοφὰ νὰ αὐξηθεῖ ὁ ζῆλος μας μὲ τὴν παραμονὴ κοντὰ Του, καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι μικρὸ κέρδοςἘπειδὴ πολλὲς φορὲς, παίρνοντας αὐτὸ ποὺ ζητήσαμε, χαλαρώνουμε τὴν προθυμία μας γιὰ προσευχή, θέλοντας ὡστόσο ὁ Θεὸς νὰ ἐντείνουμε τὴν προσπάθειά μας ἱκετεύοντάς Τον, ἀναβάλλει τὴν δωρεά.

Ἂς ντραποῦμε λοιπόν, ἂς ντραποῦμε, ἀγαπητοί, καὶ ἂς στενάξουμε γιὰ τὴν πολλὴ ραθυμία μας. Τριάντα ὀκτὼ χρόνια ἐπέμενε ἐκεῖνος ὁ Παράλυτος (Ἰωαν. 5, 6-13), χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἐκεῖνο ποὺ ἤθελε, καὶ παρὰ ταῦτα δὲν ἀπομακρυνόταν καὶ ἡ ἀποτυχία δὲν ὀφειλόταν στὴν ἀμέλειά του ἀλλὰ στὸ ὅτι ἐμποδιζόταν καὶ σπρωχνόταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους• ἀλλὰ οὔτε ἔτσι ἀπογοητευόταν. Ἐνῶ ἐμεῖς, ἂν γιὰ δέκα ἡμέρες παραμείνουμε παρακαλῶντας μὲ προθυμία τὸ Θεὸ γιὰ κάτι καὶ δὲν τὸ ἐπιτύχουμε, γινόμαστε μετὰ ὀκνηροὶ στὸ νὰ δείξουμε τὴν ἴδια προθυμία… Καὶ πόση τιμωρία ἀξίζουν αὐτά; Διότι, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐπρόκειτο νὰ πάρουμε τίποτε, αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ συνεχὴς συνομιλία μαζὶ Του δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ἀντάξια ἀπείρων ἀγαθῶν; Ἀλλὰ εἶναι κοπιαστικὸ ἔργο ἡ διαρκὴς προσευχή; Καὶ ποιό, πές μου, ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς δὲν εἶναι κοπιαστικό; Θὰ πεῖς, ὅτι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς προξενεῖ μεγάλη ἀπορία, ὅτι στὴν μὲν κακία συνυπάρχει ἡ εὐχαρίστηση, στὴν δὲ ἀρετὴ κόπος. Καὶ νομίζω, ὅτι πολλοὶ τὸ ρωτοῦν αὐτό. Ποιά εἶναι λοιπὸν ἡ αἰτία;

Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μία ζωὴ ἐλεύθερη ἀπὸ φροντίδα καὶ ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κόπους• δὲν χρησιμοποιήσαμε τὸ δῶρο, ὅπως ἔπρεπε, ἀλλὰ ἡ ἀργία μας ἔγινε ἀφορμὴ διαστροφῆς καὶ ἐκπέσαμε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Γι’ αὐτὸ ἔκανε ἔπειτα κοπιαστικὴ τὴ ζωή μας, σὰν νὰ ἀπολογεῖται στὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ λέγει: σᾶς ἔδωσα στὴν ἀρχὴ εὐχάριστη καὶ ἀνέμελη ζωή, ἀλλὰ μὲ τὴν ἄνεση γίνατε χειρότεροι• γι’ αὐτὸ, λοιπὸν, διέταξα νὰ σᾶς δοθοῦν κόποι καὶ ἱδρῶτες.

Ποτὲ νὰ μὴν παύουμε νὰ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ γιὰ τὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν μας ἀλλὰ νὰ δείχνουμε φλογερὴ προθυμία καὶ νὰ μὴν ἀνυπομονοῦμε, οὔτε νὰ γινόμαστε ὀκνηρότεροι, ἂν δὲν εἰσακουσθοῦμε γρήγορα. Διότι ἴσως ὁ Κύριος σοφὰ ἀναβάλλει γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν διαρκῆ παραμονή μας κοντὰ Του μὲ τὴν προσευχή, θέλοντας νὰ πάρουμε καὶ τὸν μισθὸ τῆς ὑπομονῆς καὶ γνωρίζοντας τὴν κατάλληλη στιγμὴ, ποὺ μᾶς συμφέρει νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὰ ποὺ ἐπιδιώκουμε. Διότι ἐμεῖς δὲν γνωρίζουμε τὸ συμφέρον μας τόσο καλὰ ὅπως Αὐτός, ποὺ γνωρίζει μὲ ἀκρίβεια τὰ ἀπόκρυφα τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός.

Γι’ αὐτὸ, πρέπει νὰ μὴν περιεργαζόμαστε καὶ πολυεξετάζουμε τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ νὰ δείχνουμε μεγάλη εὐγνωμοσύνη. Ὅπως ἀκριβῶς κανεὶς δὲν τολμᾶ νὰ προσέλθει σὲ ἕναν βασιλιᾶ γιὰ κάποιο ἔνδυμα ποὺ τοῦ σχίσθηκε οὔτε γιὰ δέκα νομίσματα ποὺ τοῦ πῆραν, ἔτσι καὶ σύ, καὶ μάλιστα πολὺ περισσότερο, νὰ μὴ ζητᾶς ἀσήμαντα καὶ μηδαμινὰ πράγματα, ὅπως ἂν κάποιος σὲ ἀδίκησε χρηματικὰ ἢ καὶ σὲ ἔβρισε, ἀλλὰ γι’ αὐτὰ στὰ ὁποῖα σὲ ἀδικεῖ ὁ διάβολος, ποὺ κυρίως χρειάζεται ἡ συμπαράσταση ἀπὸ ψηλά.

Μᾶς διδάσκει δὲ νὰ κάνουμε τὴν προσευχή μας κοινὴ καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας. Διότι δὲν λέγει «Πατέρα μου ποὺ εἶσαι στοὺς οὐρανούς» ἀλλὰ «Πατέρα μας», προσφέροντας τὶς δεήσεις γιὰ ὅλο τὸ σῶμα (τῆς Ἐκκλησίας) καὶ μὴν ἀποσκοπῶντας ποτὲ στὰ δικά μας ἀλλὰ πάντοτε στά τοῦ πλησίον. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ, καὶ τὴν ἔχθρα ἐξαφανίζει καὶ τὴν ὑπερηφάνεια ἐλαττώνει πολὺ καὶ τὸν φθόνο διώχνει καὶ φέρνει τὴ μητέρα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τὴν ἀγάπη, καὶ ἐξομαλύνει τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων δείχνοντας τὴ μεγάλη ἰσοτιμία τοῦ βασιλιᾶ μὲ τὸν φτωχό, ἀφοῦ στὰ μεγάλα καὶ ἀναγκαῖα μετέχουμε ὅλοι ἐξίσου.

Αὐτὸς ποὺ προσεύχεται πρέπει νὰ ἔχει στάση καὶ διάθεση καὶ φρόνημα δούλου• γιατί λοιπὸν χρησιμοποιεῖς ἄλλο προσωπεῖο, τὸ προσωπεῖο τῆς κατηγορίας; Διότι, πῶς θὰ μπορέσεις νὰ λάβεις τὴ συγχώρηση τῶν δικῶν σου ἁμαρτημάτων, ὅταν ἔχεις τὴν ἀξίωση ὁ Θεὸς νὰ γίνει τιμωρὸς τῶν ξένων παραπτωμάτων; Ἂς εἶναι λοιπὸν ἡ προσευχὴ ἤρεμη, γαλήνια, ἂς ἔχει χαρούμενο καὶ ἁπαλὸ πρόσωπο. Καὶ τέτοια προσευχὴ εἶναι αὐτὴ, ποὺ γίνεται μὲ πραότητα και δὲν καταφέρεται ἐναντίον τῶν ἔχθρων, ὅπως ἡ ἀντίθετη μοιάζει μὲ ρυπαρὴ καὶ ἄγρια γυναῖκα, ποὺ παραπατᾶ μεθυσμένη. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ οὐρανὸς γι’ αὐτὴν εἶναι κλειστός. Δὲν εἶναι ὅμως τέτοια, ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ πραότητα, ἀλλὰ ἔχει κάτι τὸ μελωδικὸ καὶ καταδεκτικὸ καὶ ἄξιο νὰ ἀκουστεῖ ἀπὸ βασιλιᾶ, εὐχάριστο, ὅλο ἁρμονία καὶ μουσικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν διώχνεται ἀπὸ τὸ θέατρο ἀλλὰ πηγαίνει στεφανωμένη, ἐπειδὴ ἔχει χρυσῆ κιθάρα καὶ χρυσῆ στολὴ• καὶ εὐχαριστεῖ τὸν δικαστὴ μὲ τὴν στάση, μὲ τὸ βλέμμα καὶ τὴ φωνή. Γι’ αὐτὸ κανεὶς δὲν τὴν διώχνει ἀπὸ τὶς οὐράνιες ἁψῖδες- ἐπειδὴ ὅλο ἐκεῖνο τὸ θέατρο σηκώνεται ὄρθιο ἀπὸ εὐφροσύνη γι’ αὐτήν. Αὐτὴ ἡ προσευχὴ εἶναι ἄξια τῶν οὐρανῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν Ἀγγέλων, ἐκείνη, ποὺ τίποτε πικρὸ δὲν προφέρει ἀλλὰ ὅ,τι εἶναι ἤπιο καὶ γλυκό.


(“Ὁ κόσμος τῆς Προσευχῆς”, ἐκδ. Κάλαμος)

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

ΓΙΑΤΙ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ (Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

 Î£Ï‡ÎµÏ„ική εικόνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ ΧρυσοστόμουΓιὰ πιὸ λόγο νηστεύουμε τὶς σαράντα αὐτὲς ἡμέρες; Τὴν παλαιὰ ἐποχὴ πολλοὶ πιστοὶ προσέρχονταν στὰ μυστήρια χωρὶς καμιὰ προετοιμασία καὶ μάλιστα κατὰ τὴν εποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς τὰ συνέστησε. Ἀντιλαμβανόμενοι οἱ πατέρες τὴν παρακαλούμενη βλάβη ἀπὸ τὴν ἀπροετοίμαστη προσέλευσι, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν καθιέρωσαν σαράντα ἡμέρες νηστείας, προσευχῶν, ἀκροάσεως τοῦ θείου λόγου καὶ συνάξεων, ὥστε, ἀφοῦ καθαρισθοῦμε ὅλοι μας μὲ κάθε ἐπιμέλεια καὶ με προσευχὲς καὶ μὲ ἐλεημοσύνη καὶ μὲ νηστεία καὶ μὲ ὁλονύκτιες παρακλήσεις καὶ μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ μὲ ἐξομολόγησι καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα, νὰ προσέλθουμε ἔτσι στὴν Θεία Κοινωνία μὲ καθαρὴ κατὰ τὸ δυντὸ συνείδησι.
Καὶ ὅτι μ᾿ αὐτὸ κατώρθωσαν μεγάλα πράγματα, συνηθίζοντας μας μὲ τὴν συγκατάβασι αὐτὴ στὴν νηστεία, γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ἑξῆς: ῎Αν ἐμεῖς ὅλο τὸν χρόνο ἐπιμείμουμε νὰ φωνάζουμε καὶ νὰ κηρύσσουμε τὴν νηστεία, κανεὶς δὲν προσέχει στὰ λόγια μας· ἄν ὅμως ἔλθη ὁ καιρὸς τῆς νηστείας τῆς Τεσσαρακοστῆς, τότε, χωρὶς κανεὶς νὰ προτρέπη οὔτε καὶ νὰ συμβουλεύη καὶ ὁ πιὸ νωθρὸς ἀφυπνίζεται καὶ ἀκολουθεῖ τὴν προτροπὴ καὶ τὴν συμβουλή, ποὺ ἐπιβάλλει ὁ καιρός.
 Ἄν λοιπὸν σὲ ρωτήση ὁ Ἰουδαῖος καὶ ὁ εἰδολάτρης, ῾γιὰ ποιὸν λόγο νηστεύεις᾿, μὴ πῆς, ὅτι νηστεύεις γιὰ τὸ Πάσχα ἢ γιὰ τὴν θυσία τοῦ Σταυροῦ, γιατὶ θὰ τοῦ δώσης μεγάλη ἀφορμὴ γιὰ ἀντεκλίσεις. Γιατὶ δὲν νηστεύουμε για τὸ Πάσχα οὔτε γιὰ τον Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ προσέλθουμε στὰ μυστήρια· γιατὶ τὸ Πάσχα δὲν εἶναι αἰτία νηστείας οὔτε πένθους, ἀλλ᾿ ὑπόθεσις εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς. Γιατὶ ὁ Σταυρὸς συνέτριψε τὴν ἁμαρτία, ἔγινε καθάρσιο τῆς οἰκουμένης, ἔγινε αἰτία συμφιλιώσεως καὶ ἐξαλείψεως τῆς πολυχρόνιας ἔχθρας, ἄνοιξε τὶς πύλες του οὐρανοῦ, ἔκανε τοὺς ἐχθρούς φίλους, ἐπανέφερε στὸν οὐρανό, τοποθέτησε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ τὴν ἀνθρώπινη φύσι καὶ μᾶς πρόσφερε ἀμέτρητα ἄλλα πνευματικὰ ἀγαθά. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ πενθοῦμε οὔτε νὰ θλιβώμαστε, ἀλλὰ νὰ ἀγαλλώμαστε καὶ νὰ χαιρώμαστε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει ̇ «Σὲ μένα ἂς μὴ συμβῆ νὰ καυχηθῶ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,14). Καὶ πάλι ̇ «Ὁ Θεὸς δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἂν καὶ ἤμασταν ἁμαρτολοί, ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ μᾶς» (Ρωμ. 5,8). Κάτι παρόμιο λέγει καὶ ὁ Ἰωάννης ̇ «Γιατὶ τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο» (Ἰω. 3,16). Πὲς ὅμως, πῶς; ᾿Αφοῦ ἄφησε κατὰ μέρος ὅλα τὰ ἄλλα, ἀνέφερε τὸν σταυρό. Γιατί, ἀφοῦ εἶπε, «τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο», πρόσθεσε, «ὥστε ἔδωσε τὸν Μονογενῆ Υἱο του νὰ σταυρωθῆ, ὥστε νὰ μὴ χαθῆ ὁ καθένας ποὺ πιστεύη σ᾿ αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ ἔχη ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. 3,16). Ἂν εἶναι λοιπὸν ὁ Σταυρὸς ἀφορμὴ ἀγάπης καὶ καύχημα, ἂς μὴ λέμε, ὅτι πενθοῦμε γι᾿ αυτόν. Γιατὶ δὲν πενθοῦμε γιὰ ἐκεῖνον – μὴ γένοιτο – ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήμτα. Γι᾿ αυτὸ νηστεύουμε.
 (Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγος Γ΄, PG 48,722)
Πηγή: www.imaik.gr

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

«ΤΑ ΤΑΛΑΝΤΑ…» ( Ἁγίου Ιωάννου τοῦ Χρυσόστομου)


Πρόσεξε δέ ὅτι παντοῦ δέν ἀπαιτεῖ ἀμέσως αὐτά πού ἐνεπιστεύθη. 
Διότι εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος (Ματθ. 21, 33), ἀφοῦ τόν παρέδωκεν εἰς τούς γεωργούς, ἀπεδήμησε. Καί ἐδῶ ἐνεπιστεύθη τά τάλαντα καί ἀπεδήμησε. Διά νά μάθῃς μ᾽ αὐτό τήν μακροθυμίαν Του. Ἐγώ δέ νομίζω ὅτι λέγοντας αὐτά ὑπαινίσσεται καί τήν Ἀνάστασιν. Μόνον πού ἐδῶ δέν ἀναφέρονται πλέον γεωργοί καί ἀμπελών,ἀλλά ὅλοι εἶναι ἐργάται. Διότι δέν ἀναφέρεται μόνον στούς ἄρχοντας, οὔτε στούς Ἰουδαίους, ἀλλά σέ ὅλους. Καί ἐκεῖνοι μέν πού προσφέρουν ὁμολογοῦν μέ εὐγνωμοσύνη καί τά ἰδικά τους, ἀλλά καί ὅσα τούς ἔδωκεν ὁ δεσπότης.
Ἔτσι ὁ μέν ἕνας λέγει: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοῦ ἔδωσες», ὁ δέ ἄλλος λέγει «δύο», δεικνύοντες ὅτι ἀπό Ἐκεῖνον ἔλαβαν τό κεφάλαιον τῆς ἐργασίας των, καί Τοῦ ἀναγνωρίζουν μεγάλην χάριν, καί ἀποδίδουν τό πᾶν εἰς Αὐτόν.

Τί λέγει λοιπόν ὁ δεσπότης; «Εὖγε, δοῦλε καλέ» (διότι αὐτό εἶναι ἴδιον τοῦ ἀγαθοῦ, τό νά βλέπῃ εἰς τόν πλησίον) «καί πιστέ• εἰςὀλίγα ἐφάνηκες πιστός, εἰς πολλά θά σέ ἐγκαταστήσω. Εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου σου», δηλώνων μέ τήν ἀπάντησιν αὐτήν ὅλην τήν μακαριότητα. Δέν μιλάει ὅμως καί ὁ ἄλλος ἔτσι, ἀλλά πῶς; «Ἐγνώριζα ὅτι εἶσαι σκληρός ἄνθρωπος καί ὅτι θερίζεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ ὅπου δέν ἐσκόρπισες. Καί ἐπειδή ἐφοβήθηκα, ἔκρυψα τό τάλάντόν σου. Ὁρίστε, πάρε πίσω αὐτό πού εἶναι ἰδικόν σου».

Τί τοῦ ἀπαντᾶ λοιπόν  Δεσπότης; «Ἔπρεπε νά βάλῃς τά χρήματά σου στούς τραπεζίτας», δηλαδήἔπρεπε νά ὁμιλήσῃνά παραινέσῃνά συμβουλεύσῃἈλλά δέν πείθονται; Αὐτό δέν ἀφορᾷ ἐσένα. Τί θά μποροῦσε νά γίνῃ περισσότερο λογικό ἀπό αὐτό;
Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κάνουν ἔτσι, ἀλλά καθιστοῦν ὑπεύθυνον τοῦ ἀπαιτουμένου εἰσοδήματος τόν ἴδιον τόν δανειστήν των. Αὐτός ὅμως δέν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀλλά λέγει ὅτι σύ ἔπρεπε νά πληρώσῃς καί νά μοῦ ἐπιστρέψῃς τό ἀπαιτούμενον κέρδος. «Καί ἐγώ θά τά ἔπαιρνα πίσω μέ τόκον»• τόκον ἐννοώντας τήν ἐπίδειξιν τῶν ἔργων. Σύ ἔπρεπε νά κάμῃς τό εὐκολώτερον καί νά ἀφήσῃς τό δυσκολώτερον εἰς ἐμέ.Ἐπειδή λοιπόν δέν ἔκαμεν αὐτό, λέγει: «Πάρετε τό τάλαντον ἀπό αὐτόν καί δῶστέ το εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει τά δέκα τάλαντα, διότι εἰς ἐκεῖνον πού ἔχει θά δοθοῦν καί ἄλλα καί θά περισσεύσουν. Ὅμως ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δέν ἔχει, θά τοῦ ἀφαιρεθῇ καί αὐτό πού ἔχει».

Τί σημαίνει λοιπόν αὐτό; Ἐκεῖνος πού ἔχει τό χάρισμα τοῦ λόγου καί τῆς διδασκαλίας διά νά ὠφελῇ καί δέν χρησιμοποιεῖ τόχάρισμά του, θά χάσῃ καί τό χάρισμα. Ἐνῶ ἐκεῖνος πού καταβάλλει προσπάθειαν, θά δεχθῇ περισσοτέραν δωρεάν, ὅπως ἐκεῖνος χάνει καί αὐτό πού εἶχε λάβει. Δέν περιορίζεται ὅμως μόνο μέχρις ἐδῶ ἡ ζημιά γιά ὅποιον δέν ἐργάζεται, ἀλλά τόν ἀναμένει καί βαριά τιμωρία καί μαζί μέ τήν τιμωρία καί ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη μέ βαριά κατηγορία. Διότι λέγει: «Τόν ἄχρηστον δοῦλον ρίξτε τον ἔξω στόσκοτάδι, ὅπου θά ὑπάρχῃ τό κλάμα καί τό τρίξιμο τῶν ὀδόντων».

Εἶδες ὅτι ὄχι μόνο ἐκεῖνος πού ἁρπάζει καί εἶναι πλεονέκτης, οὔτε ἐκεῖνος πού κάμνει κακά, ἀλλά τιμωρεῖται μέ τήν ἐσχάτη τιμωρίαν καί ἐκεῖνος πού δέν κάμνει ἀγαθές πράξεις. Ἄς ἀκούσωμεν λοιπόν τά λόγια αὐτά. Ὅσο εἶναι καιρός ἄς φροντίσουμε γιά τή σωτηρία μας. Ἄς πάρουμε λάδι στίς λαμπάδες.
Ἄς καλλιεργήσουμε τό τάλαντο. Διότι ἐάν ἀμελήσουμε καί ἐάν διερχώμεθα τό χρόνο μας ἐδῶ χωρίς νά ἐργαζώμεθα, δέν θά μᾶς ἐλεήσῃ κανείς ἐκεῖ, ἔστω καί ἄν χύσουμε μύρια δάκρυα. Ἐκατηγόρησε τόν ἑαυτόν του καί ἐκεῖνος πού εἶχε βρωμερά ἐνδύματα, ἀλλά δέν ὠφέλησε τίποτε. Ἐπέστρεψε καί ὅ,τι τοῦ ἐνεπιστεύθη καί ἐκεῖνος πού εἶχε λάβει τό ἕνα τάλαντο, καί ὅμως καταδικάστηκε.

 Παρεκάλεσαν καί οἱ παρθένοι καί ἦρθαν καί χτύπησαν τήν πόρτα, ἀλλά μάταια. Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ἄς καταθέσουμε καί χρήματα καί προθυμία καί προστασία καί ὅλα διά τήν ὠφέλειαν τοῦ πλησίον. Διότι τάλαντα ἐδῶ εἶναι ἡ δυνατότητα πού διαθέτει καθένας, εἴτε γιά νά προστατεύσει, εἴτε σέ χρήματα, εἴτε δυνατότητα διδασκαλίας, εἴτε εἰς ὁποιοδήποτε παρόμοιο πρᾶγμα.

Ἄς μή προφασίζεται κανείς ὅτι ἕνα μόνο τάλαντο ἔχω καί δέν μπορῶ νά κάμω τίποτε. Διότι μπορεῖς καί μέ ἕνα νά προκόψῃς. Δέν εἶσαι πτωχότερος ἀπό ἐκείνη τήν χήρα (Μάρκ. 12, 42). Δέν εἶσαι περισσότερον ἀκαλλιέργητος ἀπό τόν Πέτρον καί τόν Ἰωάννην (Πράξ. 3, 6), οἱ ὁποῖοι καί ἄπειροι ἦσαν καί ἀγράμματοι, ἀλλ᾽ ὅμως ἐπειδή 
ἔδειξαν προθυμία καί ἔκαναν τά πάντα διά τό κοινόν συμφέρον, κέρδησαν τούς οὐρανούς. Διότι τίποτε δέν ἀγαπᾶ ὁ Θεός τόσο, ὅσο τό νά ζοῦμε καί νά κάνουμε ὅτι καλό μποροῦμε γιά τούς ἄλλους.

Γι᾽ αὐτό μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός τή δυνατότητα τοῦ λόγου, καί τά χέρια καί τά πόδια καί τή σωματική δύναμι καί τόν νοῦν καί τήν φρόνησιν, διά νά τά χρησιμοποιήσουμε ὅλα αὐτά καί διά τήν ἰδικήν μας σωτηρίαν, ἀλλά καί γιά τήν ὠφέλεια τοῦ πλησίον. Διότι ὁ λόγος δέν εἶναι χρήσιμος μόνον διά νά ὑμνοῦμε καί εὐχαριστοῦμε, ἀλλ᾽ εἶναι χρήσιμος καί γιά νά διδάσκουμε καί νά συμβουλεύουμε.
Καί ἐάν μέν τόν χρησιμοποιήσουμε γιά αὐτό τό σκοπό, μιμούμεθα τόν Δεσπότη. Ἐάν ὅμως ὄχι, τότε μιμούμεθα τόν διάβολον. Διότι καί ὁ Πέτρος, ὅταν μέν ὡμολόγησε τόν Χριστό, ἐμακαρίσθη ἐπειδή 
ὡμολόγησε τά λόγια τοῦ Πατρός (Ματθ. 16, 16-18), ἐνῷ ὅταν παρεκάλεσε τόν Κύριον νά ἀποφύγῃ τήν σταύρωσιν, ἐπετιμήθη πολύ, διότι ἐφρόνει ἐκεῖνα πού ἀρέσουν στό διάβολο (Ματθ. 16, 22-23). Καί ἄν γι᾽ αὐτό πού εἶπε τότε ἀπό ἄγνοια ὁ Πέτρος τόση ἦταν ἡ κατηγορία, ποία συγγνώμη θά ἔχουμε ἐμεῖς, ὅταν ἁμαρτάνωμε πολύ καί ἑκούσια;

Ἄς ὁμιλήσουμε λοιπόν ἔτσι, ὥστε ἀπό τήν ὁμιλία μας νά γίνωνται φανερά τά λόγια τοῦ Χριστοῦ. Διότι δέν λέγω τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, ἐάν πῶ μόνο «σήκω καί περπάτησε» (Πράξ. 3, 6), οὔτε ἄν εἴπω «Ταβιθά σήκω» (Πράξ. 9, 40). 
Ἀλλά πολύ περισσότερο, ὅταν ἐνῷ μέ βρίζουν εὐλογῶ. 
Ἐνῷ μέ ἀπειλοῦν προσεύχομαι ὑπέρ ἐκείνου πού μέ ἀπειλεῖ (Ματθ. 5, 44).
Ἄλλοτε μέν λοιπόν ἔλεγα ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι χέρι τό ὁποῖο ψαύει τά πόδια τοῦ Θεοῦ. Τώρα ὅμως μέ πολλήν ἐπίτασιν λέγω, ὅτι ἡ γλῶσσα μας εἶναι γλῶσσα, πού μιμεῖται τήν γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ, ὅταν βέβαια ἐπιδεικνύῃ τήν πρέπουσα προσοχή, ὅταν λέμε ὅσα Ἐκεῖνος θέλει.

 Ποία δέ εἶναι αὐτά πού Ἐκεῖνος θέλει νά λέμε; Εἶναι τά γεμᾶτα ἐπιείκεια καί πραότητα λόγια. Ὅπως λοιπόν μιλοῦσε καί Ἐκεῖνος, λέγοντας σ᾽ αὐτούς πού Τόν ὕβριζαν: «Ἐγώ δέν ἔχω δαιμόνιον» (Ματθ. 11, 18), καί ἀλλοῦ: «Ἐάν μίλησα κακῶς ὁμολόγησε τό κακό πού εἶπα» (Ἰω. 18, 23). Ἐάν ἔτσι μιλᾶς καί σύ, ἄν μιλᾶς ἀποβλέποντας στήν διόρθωσι τοῦ πλησίον, ἔχεις γλῶσσα πού μοιάζει μέ τή γλῶσσα τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτά τά λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Θεός, μέ τό νά λέει: «αὐτός πού βγάζει ἔντιμο ἀπό ἀνάξιο, εἶναι σάν στόμα μου» (Ἰερ. 15, 19).

Ὅταν λοιπόν  γλῶσσα σου εἶναι ὅπως  γλῶσσα τοῦ Χριστοῦκαί τό στόμα σου γίνῃ στόμα τοῦ Πατρόςκαί εἶσαι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματοςτότε μέ ποιά τιμή θά μποροῦσε νά συγκριθῇ αὐτήΔιότι οὔτε ἐάν τό στόμα σου ἦταν φτιαγμένο ἀπό χρυσάφιοὔτε ἄν ἦταν ἀπό πολυτίμους λίθουςθά ἔλαμπε τόσοὅπως λάμπει τώραπού φωτίζεται ἀπό τόν κόσμο τῆς ἐπιεικείαςΔιότι τί εἶναι πιό ποθητό ἀπό ἕνα στόμα πού δέν ξέρει νά βρίζειἀλλά ἔχει μάθει νά εὐλογῇ καί νά καλομιλάειἘάν δέ δέν ἀνέχεσαι νά εὐλογῇς ἐκεῖνον πού σέ καταρᾶταιτότε σιώπακαί αὐτό κάμε το στήν ἀρχή.

Ἔπειτα βαδίζοντας στήν ὁδό καί προσέχοντας, θά φτάσῃς καί σ᾽ ἐκεῖνο καί θά ἀποκτήσῃς στόμα τέτοιο σάν αὐτό πού ἀναφέραμε προηγουμένως. Καί μή νομίσῃς πώς εἶναι τολμηρό αὐτό πού εἶπα. Διότι ὁ Δεσπότης εἶναι φιλάνθρωπος καί αὐτό θά σοῦ δοθῇ σάν δῶρο τῆς ἀγαθότητάς Του. Τολμηρό εἶναι νά ἔχῃ στόμα πού νά μοιάζει στό διάβολο, νά ἔχῃ γλῶσσα ὅμοια μέ τοῦ πονηροῦ δαίμονα, ἰδιαίτερα μάλιστα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συμμετέχει σέ τόσο μεγάλα μυστήρια καί κοινωνεῖ τήν Ἴδια τήν Σάρκα τοῦ Δεσπότου.

Ἔχοντας λοιπόν στό νοῦ σου αὐτά, γίνε ὅπως ταιριάζει σέ Ἐκεῖνον ὅσο μπορεῖς. Ὅταν λοιπόν γίνῃς ὅμοιος μέ Αὐτόν, δέν θά μπορέσῃ ὁ διάβολος πλέον νά σέ ἰδῇ κατά πρόσωπον. Διότι διακρίνει στή μορφή σου τόν χαρακτήρα τόν βασιλικόν. Γνωρίζει τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, μέ τά ὁποῖα ἡττήθηκε. Καί ποία εἶναι αὐτά; Ἡ ἐπιείκεια καί ἡ πραότης. Διότι, ὅταν κατά τούς πειρασμούς τόν ἐξέσχισεν στό ὄρος καί τόν ἐξέπληξε (Ματθ. 4, 1-11), δέν ἦταν γνωστό, ὅτι ἦταν ὁ Χριστός, ἀλλά τόν ἔδιωξε μέ τά λόγια μόνον. Τόν νίκησε μέ τήν ἐπιείκεια, τόν κατετρόπωσε μέ τήν πραότητα. Αὐτό κάνε καί σύ. Ὅταν δῇς ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔγινε διάβολος καί σέ πλησιάζει, ἔτσι νίκησέ τον καί σύ. Σοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός τήν δύναμη νά Τοῦ μοιάσῃς ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σένα.

 Μή φοβηθῇς ἀκούοντας τοῦτο. Φόβος εἶναι νά μή γίνῃς ὅπως ἐκεῖνος.
Μίλησε λοιπόν ὅπως Ἐκεῖνος καί Τοῦ ἔμοιασες σ᾽ αὐτό, στά ἀνθρώπινα βέβαια μέτρα. Γι᾽ αὐτό εἶναι ἀνώτερος ἐκεῖνος πού μιλάει ἔτσι, παρά ἐκεῖνος πού προφητεύει. Διότι ἡ μέν προφητεία ὁλόκληρος εἶναι χάρισμα. Ἐνῷ ἐδῶ, τό νά μιλᾶς δηλαδή ὅπως ὁ Χριστός, χρειάζεται καί κόπος δικός σου καί ἱδρώτας. Δίδαξε τήν ψυχήν σου νά σοῦ διαπλάσσῃ τό στόμα ἔτσι, πού νά μοιάζῃ μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ. Γιατί μπορεῖ ἐάν θέλη καί αὐτό νά κατορθώσῃ. Γνωρίζει τόν τρόπο, ἄν δέν εἶναι ράθυμη. Καί πῶς διαπλάσσεται τέτοιο στόμα; Μέποιά χρώματα; Μέ ποιό ὑλικό; Μέ κανένα ὑλικό βέβαια καί χρῶμα, παρά μόνο μέ ἀρετή καί ἐπιείκεια καί ταπεινοφροσύνη.

Ἄς δοῦμε πῶς διαπλάσσεται καί τό στόμα τοῦ διαβόλου, γιά νά μή φτιάξουμε ποτέ κάτι τέτοιο. Πῶς πλάσσεται λοιπόν; Μέ κατάρες, μέ ὕβρεις, μέ βασκανίες, μέ ἐπιορκίες. Διότι ὅταν κάποιος χρησιμοποιῇ τά λόγια τοῦ διαβόλου παίρνει καί τήν γλῶσσαν του. Ποίαν λοιπόν συγχώρηση θά ἔχουμε, ἤ μᾶλλον ποία τιμωρία δέν θά ὑποστοῦμε, ὅταν ἐπιτρέπουμε στή γλῶσσα, μέ τήν ὁποία ἀξιωθήκαμε νά γευθοῦμε τῆς Σαρκός τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, νά χρησιμοποιῇ λόγια τοῦ διαβόλου;

Ἄς μή τῆς ἐπιτρέψουμε λοιπόν, ἀλλά ἄς καταβάλουμε κάθε προσπάθεια νά τήν ἐκπαιδεύσουμε νά μιμῆται τόν Δεσπότην της. Διότι ἄν τήν διδάξωμε αὐτό, μέ πολλή παρρησία θά μᾶς τοποθετήσῃ στό Βῆμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐάν κανείς δέν γνωρίζῃ νά μιλάῃ ἔτσι, οὔτε ὁ Κριτής θά τόν ἀκούσῃ. Γιατί ὅπως, ὅταν συμβῇ νά εἶναι Ρωμαῖος ὁ δικαστής, δέν θά καταλάβῃ τί λέει ἐκεῖνος πού ἀπολογεῖται καί δέν γνωρίζει νά μιλάει Ρωμαϊκά, ἔτσι καί ὁ Χριστός. Ἄν δέν μιλᾶς μέ τό δικό Του τρόπο, δέν θά σέ ἀκούσῃ, οὔτε θά σέ προσέξῃ. Ἄς μάθουμε λοιπόν νά μιλᾶμε ἔτσι, ὅπως συνήθισε νά ἀκούῃ ὁ Βασιλιάς ὁ δικός μας. Ἄς προσπαθήσουμε νά μιμούμεθα τήν γλῶσσαν Ἐκείνη.

Καί ἄν βρεθῇς σέ πένθος, πρόσεχε νά μή σοῦ διαστρεβλώσῃ 
τό στόμα ἡ μεγάλη λύπη, ἀλλά νά μιλήσῃς ὅπως ὁ Χριστός. Διότι ἐπένθησε καί Αὐτός τόν Λάζαρον (Ἰω. 11, 33-35) καί τόν Ἰούδα. Ἄν βρεθῇς σέ φόβο, φρόντισε πάλιν νά μιλήσῃς ὅπως Ἐκεῖνος. Διότι βρέθηκε καί Αὐτός σέ φόβο γιά σένα «κατ᾽ οἰκονομίαν». Εἰπέ καί σύ: «Ἄς μή γίνῃ ὅμως τό θέλημά μου ἀλλά τό δικό σου» (Λουκᾶ 22, 42). Καί ὅταν κλαῖς, δάκρυσε ἤρεμα ὅπως Ἐκεῖνος. Καί ὅταν βρεθῇς σέ σκευωρίες καί λύπη, καί αὐτά ἀντιμετώπισέ τα ὅπως ὁ Χριστός. Διότι καί μηχανορραφίες ἀντιμετώπισε καί λυπήθηκε, ἀλλά εἶπε: «Ἡ ψυχή μου εἶναι λυπημένη μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Καί σοῦ χάρισε ὅλα τά ὑποδείγματα, διά νά τηρῇς αὐτά «ὡς μέτρον» καί νά μή καταστρατηγῇς τούς κανόνες, πού σοῦ ἔχουν δοθῇ.

Ἔτσι θά μπορέσῃς νά ἔχῃς στόμα, ὅμοιο μέ τό στόμα Ἐκείνου. 
Ἔτσι, ἐνῷ θά βαδίζῃς ἐπάνω στή γῆ, θά ἐπιδεικνύῃς σέ μᾶς γλῶσσα ὅμοια μέ τήν γλῶσσαν Ἐκείνου πού βρίσκεται στόν οὐρανό, διατηρώντας τό μέτρο στή λύπη , στήν ὀργή, στό πένθος, στήν ἀγωνία. Πόσοι ἀπό σᾶς εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιθυμοῦν νά ἰδοῦν τήν μορφήν Του;  Νά λοιπόν, ὅτι εἶναι δυνατόν ὄχι μόνον νά Τόν δοῦμε, ἀλλά καί νά γίνουμε ὅμοιοι μέ Αὐτόν, ἄν προσπαθήσουμε.

Ἄς μήν ἀναβάλλουμε λοιπόν. Διότι δέν ἀγαπᾷ τόσον τό στόμα τῶν προφητῶν, ὅσον ἐκεῖνο τῶν ἐπιεικῶν καί πράων ἀνθρώπων. «Πολλοί», λέγει, «θά μοῦ ποῦν: Δέν προφητεύσαμε στό ὄνομά Σου; Καί ἐγώ θά τούς εἰπῶ: Δέν σᾶς γνωρίζω» (Ματθ. 7, 22). Τό δέ στόμα τοῦ Μωυσέως, ἐπειδή ἦταν πολύ ἐπιεικής καί πρᾶος (διότι «ὁ Μωυσῆς», λέγει, «ἦταν ἄνθρωπος πρᾶος περισσότερο ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς» Ἀριθμ. 12, 3), τόσο πολύ τό ἀγαποῦσε, ὥστε νά πεῖ: «ὡμιλοῦσε ἀπό πολύ κοντά, στόμα μέ στόμα, ὅπως μιλάει ἕνας φίλος μέ τόν φίλο του» (Ἐξ. 33, 11 καί Ἀριθμ. 12, 8). Δέν θά δίνεις ἐντολές στούς δαίμονες τώρα, ἀλλά θά διατάσσῃς τότε ἐκεῖ τό πῦρ τῆς γεέννης, ἐάν βέβαια ἔχῃς τό στόμα σου ὅμοιο μέ τό στόμα τοῦ Χριστοῦ.

Θά διατάσσῃς τήν ἄβυσσο τοῦ πυρός καί θά λέγῃς: «Σιώπα φιμώσου» (Μάρκ. 4, 39), καί μέ πολλήν παρρησία θά ἀνέβῃς στούς οὐρανούς καί θά ἀπολαύσῃς τή βασιλεία, τήν ὁποία εἴθε νά ἐπιτύχουμε 
ὅλοι ἐμεῖς, μέ τήν Χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖον ἀνήκει, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὁμιλία ΟΗ’)

ΠΗΓΗ: www.alopsis.gr

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2024

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΑΠΗ (Ὁμιλίες τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου)

 

«Ἡ χριστιανική ἀγάπη»


Ὀμιλίες τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ 

Ὁ Κύριος εἶπε: «Ὅπου εἶναι συναγμένοι δύο ἤ τρεῖς στό ὄνομά μου, ἐκεῖ εἶμαι κι ἐγώ ἀνάμεσά τους» (Ματθ. 18, 20).

Ὥστε, λοιπόν, δέν βρίσκονται δύο-τρεῖς ἑνωμένοι στό ὄνομά Του; Βρίσκονται, ἀλλά σπάνια. Ἄλλωστε δέν μιλάει γιά μιάν ἁπλή τοπική σύναξη καί ἕνωση ἀνθρώπων. Δέν ζητάει μόνο αὐτό. Θέλει, μαζί μέ τήν ἕνωση, νά ὑπάρχουν στούς συναγμένους καί οἱ ἄλλες ἀρετές. Μ’ αὐτά τά λόγια, δηλαδή, θέλει νά πεῖ: «Ἄν κάποιος θά ἔχει Ἐμένα σάν βάση καί προϋπόθεση τῆς ἀγάπης του στόν πλησίον, καί μαζί μ’ αὐτήν τήν ἀγάπη ἔχει καί τίς ἄλλες ἀρετές, τότε θά εἶμαι μαζί του».

Τώρα, ὅμως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ἔχουν ἄλλα κίνητρα. Δέν βασίζουν στόν Χριστό τήν ἀγάπη τους. Ὁ ἕνας ἀγαπάει κάποιον, γιατί κι ἐκεῖνος τοῦ δείχνει ἀγάπη· ὁ ἄλλος ἀγαπάει ἐκεῖνον πού τόν τίμησε· καί ὁ ἄλλος ἀγαπάει ἐκεῖνον πού τοῦ φάνηκε χρήσιμος σέ μιάν ὑπόθεσή του. Εἶναι δύσκολο νά βρεῖς κάποιον πού ν’ ἀγαπάει τόν πλησίον μόνο γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ, γιατί σύνδεσμος τῶν ἀνθρώπων εἶναι συνήθως τά ὑλικά συμφέροντα. Μιά ἀγάπη, ὅμως, μέ τέτοια ἐλατήρια, εἶναι χλιαρή καί πρόσκαιρη. Μέ τό παραμικρό πρόβλημα -ὑβριστικό λόγο, χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ἤ κάτι ἄλλο παρόμοιο- ἡ ἀγάπη αὐτή, πού δέν ἔχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται.

Ἀπεναντίας, ἡ ἀγάπη πού ἔχει αἰτία καί θεμέλιο τόν Χριστό, εἶναι σταθερή καί ἀκατάλυτη. Τίποτα δέν μπορεῖ νά τήν διαλύσει, οὔτε συκοφαντίες, οὔτε κίνδυνοι, οὔτε καί ἀπειλή θανάτου ἀκόμα. Ἐκεῖνος πού ἔχει τήν χριστιανική ἀγάπη, ὅσα δυσάρεστα κι ἄν πάθει ἀπό ἕναν ἄνθρωπο, δέν παύει νά τόν ἀγαπάει· γιατί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τά ὅποια παθήματά του, ἀλλά ἐμπνέεται ἀπό τήν Ἀγάπη, τόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί ἡ χριστιανική ἀγάπη, ὅπως ἔλεγε ὁ Παῦλος, ποτέ δέν ξεπέφτει.

Καί τί μπορεῖς, ἀλήθεια, νά ἐπικαλεστεῖς ὡς αἰτία, γιά νά πάψεις ν’ ἀγαπᾶς τόν συνάνθρωπό σου; Τό ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν τιμοῦσες, αὐτός σ’ ἔβρισε; Ἤ τό ὅτι, ἐνῶ ἐσύ τόν εὐεργέτησες, αὐτός θέλησε νά σέ βλάψει; Μά ἄν τόν ἀγαπᾶς γιά τόν Χριστό, αὐτές οἱ αἰτίες θά σέ κάνουν ὄχι νά τόν μισήσεις, ἀλλά νά τόν ἀγαπήσεις περισσότερο. Γιατί ὅλα ὅσα καταργοῦν τήν συνηθισμέμη συμφεροντολογική ἀγάπη, δυναμώνουν τήν χριστιανική ἀγάπη. Πῶς;

Πρῶτον, ἐπειδή ὅποιος σοῦ φέρεται ἐχθρικά, σοῦ ἐξασφαλίζει ἀμοιβή ἀπό τόν Θεό· καί δεύτερον, ἐπειδή αὐτός, ὡς πνευματικά ἄρρωστος, χρειάζεται τήν συμπάθεια καί τήν συμπαράστασή σου.

Ἔτσι, λοιπόν, ὅποιος ἔχει ἀληθινή ἀγάπη, ἐξακολουθεῖ ν’ ἀγαπάει τόν πλησίον, εἴτε αὐτός τόν μισεῖ, εἴτε τόν βρίζει, εἴτε τόν ἀπειλεῖ, μέ τήν ἱκανοποίηση ὅτι ἀγαπάει γιά τόν Χριστό, ἀλλά καί μιμεῖται τόν Χριστό, πού τέτοιαν ἀγάπη ἔδειξε στούς ἐχθρούς Του. Ὄχι μόνο θυσιάστηκε γιά κείνους πού Τόν μίσησαν καί Τόν σταύρωσαν, μά καί παρακαλοῦσε τόν Πατέρα Του νά τούς συγχωρέσει: «Πατέρα, συγχώρεσέ τους, δέν ξέρουν τί κάνουν» (Λουκ. 23,34).

Ἡ ἀγάπη, ἐπίσης, δέν ξέρει τί θά πεῖ συμφέρον. Γι’ αὐτό ὁ Παῦλος μᾶς συμβουλεύει: «Κανείς νά μήν ἐπιδιώκει ὅ,τι βολεύει τόν ἴδιο, ἀλλά ὅ,τι βοηθάει τόν ἄλλον» (Α΄ Κορ. 10, 24). Μά οὔτε καί ἡ ζήλεια γνωρίζει ἀγάπη, γιατί ὅποιος ἀγαπάει ἀληθινά, θεωρεῖ τά καλά τοῦ πλησίον σάν δικά του.

Ἔτσι ἡ ἀγάπη σιγά-σιγά μεταβάλλει τόν ἄνθρωπο σέ ἄγγελο. Ἀφοῦ τόν ἀπαλλάξει ἀπό τόν θυμό, τόν φθόνο καί κάθε ἄλλο τυραννικό πάθος, τόν βγάζει ἀπό τήν ἀνθρώπινη φυσική κατάσταση καί τόν εἰσάγει στήν κατάσταση τῆς ἀγγελικῆς ἀπάθειας.

Πῶς γεννιέται, ὅμως μέσα στή ψυχή τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἀγάπη;

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπός τῆς ἀρετῆς. Ἀλλά καί ἡ ἀγάπη, μέ τήν σειρά της, γεννάει τήν ἀρετή. Καί νά πῶς γίνεται αὐτό:
Ὁ ἐνάρετος δέν προτιμάει τά χρήματα ἀπό τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπό του. Δέν εἶναι μνησίκακος. Δέν εἶναι ἄδικος. Δέν εἶναι κακολόγος. Ὅλα τά ὑπομένει μέ ψυχική γενναιότητα. Ἀπ’ αὐτά προέρχεται ἡ ἀγάπη. Τό ὅτι ἀπό τήν ἀρετή γεννιέται ἡ ἀγάπη, τό φανερώνουν τά λόγια του Κυρίου: «Ὅταν θά πληθύνει ἡ κακία, θά ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη» (Ματθ. 24, 12). Καί τό ὅτι ἀπό τήν ἀγάπη πάλι γεννιέται ἡ ἀρετή, τό φανερώνουν τά λόγια του Παύλου: «Ὅποιος ἀγαπάει τόν ἄλλο, ἔχει τηρήσει τό σύνολο τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 13, 8). Ὅποιος ἔχει τό ἕνα, ὁπωσδήποτε θά ἔχει καί τό ἄλλο. Καί ἀντίθετα: Ὅποιος δέν ἀγαπάπει, θά κάνει καί τό κακό· καί ὅποιος κάνει τό κακό, δέν ἀγαπάει. Τήν ἀγάπη, ἑπομένως, ἄς προσπαθήσουμε ν’ ἀποκτήσουμε, γιατί εἶναι ἕνα φρούριο, πού μᾶς προφυλάσσει ἀπό κάθε κακό.

Ὁ ἀπόστολος δέν εἶπε ἁπλᾶ «ἀγαπᾶτε», ἀλλά «ἐπιδιώκετε τήν ἀγάπη» (Α΄ Κορ. 14, 1), καθώς ἀπαιτεῖται μεγάλος ἀγώνας γιά νά τήν ἀποκτήσουμε. Ἡ ἀγάπη τρέχει γοργά κι ἐξαφανίζεται, γιατί πολλά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου τήν καταστρέφουν. Ἄς τήν ἐπιδιώκουμε, ἄς τρέχουμε συνεχῶς ἀπό πίσω της, γιά νά τήν συλλάβουμε, πρίν προφτάσει νά μᾶς φύγει.

Ὁ Παῦλος μᾶς ἀναφέρει καί τούς λόγους, γιά τούς ὁποίους πρέπει ν ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, λέγοντας: «Νά δείχνετε μέ στοργή τήν ἀδελφική ἀγάπη σας γιά τούς ἄλλους» (Ρωμ. 12, 10). Θέλει νά πεῖ: Εἶστε ἀδέλφια, καί γι’ αὐτό πρέπει νά ἔχετε ἀγάπη ἀδελφική μεταξύ σας. Αὐτό εἶπε καί ὁ Μωυσῆς στούς Ἑβραίους ἐκείνους, πού φιλονικοῦσαν στήν Αἴγυπτο: «Γιατί μαλώνετε; Ἀδέλφια εἶστε» (πρβλ. Ἐξ. 2, 13). Ἀξιοπαρατήρητο εἶναι τό ὅτι ὁ ἀπόστολος, ἐνῶ συμβουλεύει στοργή καί ἀγάπη ἀδελφική ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ὅταν ἀναφέρεται στίς σχέσεις τῶν χριστιανῶν μέ τούς ἄπιστους, λέει κάτι διαφορετικό: «Ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπό σᾶς, νά ζεῖτε εἰρηνικά μέ ὅλους τους ἀνθρώπους» (Ρωμ. 12, 18). Στήν περίπτωση τῶν ἀπίστων, δηλαδή, ζητάει νά μή φιλονικοῦμε, ἐνῶ στήν περίπτωση τῶν ἀδελφῶν μας χριστιανῶν ζητάει ἐπιπλέον στοργή, φιλαδελφία, ἀγάπη εἰλικρινῆ καί ἀνυπόκριτη, ἀγάπη θερμή καί μόνιμη.

Πῶς, ὅμως, θά εἶναι μόνιμη ἡ ἀγάπη;

Μᾶς τό ὑποδεικνύει καί αὐτό ὁ ἀπόστολος, λέγοντας: «Νά τό συναγωνίζεστε ποιός θά τιμήσει περισσότερο τόν ἄλλο» (Ρωμ. 12, 10). Μ αὐτόν τόν τρόπο καί δημιουργεῖται ἡ ἀγάπη καί μόνιμα παραμένει. Γιατί, στ’ ἀλήθεια, δέν ὑπάρχει καλύτερο μέσο γιά τήν διατήρηση τῆς ἀγάπης, ὅσο τό νά παραχωροῦμε στόν ἄλλον τά πρωτεῖα τῆς τιμῆς. Ἔτσι καί ἡ ἀγάπη γίνεται ζωηρή καί ἡ ἀλληλοεκτίμηση βαθειά.

Πέρα ἀπό τήν τιμή, χρειάζεται ἀκόμα νά δείχνουμε ἐνδιαφέρον γιά τά προβλήματα τοῦ ἄλλου, γιατί ὁ συνδυασμός τῆς τιμῆς μέ τό ἐνδιαφέρον δημιουργεῖ τήν πιό θερμή ἀγάπη. Δέν φτάνει ν’ ἀγαπᾶμε μόνο μέ τήν καρδιά, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητα κι αὐτά τά δυό, τιμή καί ἐνδιαφέρον, πού εἶναι τῆς ἀγάπης ἐκδηλώσεις, ἀλλά συνάμα καί προϋποθέσεις. Γεννιοῦνται ἀπό τήν ἀγάπη, ἀλλά καί γεννοῦν ἀγάπη.

Πρέπει νά γνωρίζουμε πώς ἡ ἀγάπη δέν εἶναι κάτι τό προαιρετικό. Εἶναι ὑποχρέωση. Ὀφείλεις ν’ ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου, τόσο γιατί εἶστε μέλος ὁ ἕνας του ἄλλου. Ἄν λείψει ἡ ἀγάπη, ἔρχεται ἡ καταστροφή.

Ὀφείλεις, ὅμως, ν’ ἀγαπᾶς τόν ἀδελφό σου καί γιά ἕναν ἄλλον λόγο:

Γιατί ἔχεις κέρδος καί ὠφέλεια, ἀφοῦ μέ τήν ἀγάπη τηρεῖς ὅλο τόν νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι ὁ ἀδελφός, πού ἀγαπᾶς, γίνεται εὐεργέτης σου. Καί πράγματι, «τό μή μοιχεύσεις, μή φονεύσεις, μήν κλέψεις, μήν ἐπιθυμήσεις καί ὅλες γενικά οἱ ἐντολές συνοψίζονται σέ τούτην τήν μία, τό ν’ ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτό σου» (Ρωμ. 13, 9).

Καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός βεβαίωσε, ὅτι ὅλος ὁ νόμος καί ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν συνοψίζονται στήν ἀγάπη (Ματθ. 22, 40). Καί κοίτα πόσο ψηλά τήν ἔβαλε: Καθόρισε δύο ἐντολές ἀγάπης καί τά ὅρια τῆς καθεμιᾶς. Ἡ πρώτη, εἶπε, εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς τόν Κύριο, τόν Θεό σου· καί ἡ δεύτερη, τό ἴδιο σπουδαία, εἶναι τό ν’ ἀγαπᾶς τόν πλησίον σου ὅπως τόν ἑαυτό σου (Ματθ. 22, 37-39). Τί μπορεῖ νά φτάσει τήν φιλανθρωπία καί τήν καλωσύνη τοῦ Χριστοῦ!
Τήν ἀγάπη σ’ Αὐτόν, μολονότι εἴμαστε ἀνυπολόγιστα κατώτεροί Του, τήν ἐξισώνει μέ τήν ἀγάπη στόν συνάνθρωπό μας. Γι’ αὐτό καί τά ὅρια τῶν δύο αὐτῶν ἐντολῶν ἀγάπης σχεδόν ταυτίζονται. Γιά τήν πρώτη, στόν Θεό, εἶπε «μ’ ὅλη τήν καρδιά σου καί μ’ ὅλη τήν ψυχή σου» (Ματθ. 22, 37)· καί γιά τήν δεύτερη, στόν πλησίον, εἶπε «ὅπως τόν ἑαυτό σου» (Ματθ. 22, 39). Καί εἶναι αὐτονόητο, ὅτι χωρίς τήν δεύτερη δέν ὠφελεῖ καθόλου ἡ πρώτη. Ἄλλωστε, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, «ἄν κάποιος πεῖ πώς ἀγαπάει τόν Θεό, μισεῖ ὅμως τόν ἀδελφό του, εἶναι ψεύτης. Ὅποιος ἀγαπάει τόν Θεό, πρέπει ν’ ἀγαπάει καί τόν ἀδελφό του» (Α΄ Ἰω. 4, 20-21).

Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, δέν κάνει κακό στόν πλησίον. Ἀφοῦ ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἔχει δύο πλεονεκτήματα, τήν ἀποφυγή τοῦ κακοῦ ἀπό τήν μιά καί τήν ἐπιτέλεση τοῦ καλοῦ ἀπό τήν ἄλλη. Καί ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν ὀνομάζεται, ὄχι μόνο γιατί ἀποτελεῖ σύνοψη ὅλων τῶν χριστιανικῶν καθηκόντων μας, ἀλλά καί γιατί κάνει εὔκολη τήν ἐκπλήρωσή τους.

Ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ χρέος, πού μένει πάντα ἀνεξόφλητο. Ὅσο ἐργαζόμαστε γιά τήν ἀπόδοσή του, τόσο αὐτό αὐξάνεται. Ὅταν πρόκειται γιά ὀφειλές χρημάτων, θαυμάζουμε ὅσους δέν ἔχουν χρέη, ἐνῶ, ὅταν πρόκειται γιά τήν ὀφειλή τῆς ἀγάπης, καλοτυχίζουμε ἐκείνους πού χρωστᾶνε πολλά. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Μήν ἀφήνετε κανένα χρέος σέ κανέναν, ἐκτός βέβαια ἀπό τήν ἀγάπη, πού τήν ὀφείλετε πάντοτε ὁ ἕνας στόν ἄλλο» (Ρωμ. 13, 8). Θέλει μ’ αὐτά τά λόγια νά μᾶς διδάξει, ὅτι τό χρέος τῆς ἀγάπης πρέπει πάντα νά τό ἐξοφλοῦμε καί συνάμα νά τό ὀφείλουμε. Ποτέ μάλιστα νά μήν πάψουμε νά τό ὀφείλουμε, ὅσο βρισκόμαστε σέ τούτην τήν ζωή. Γιατί ὅσο βαρύ καί ἀβάσταχτο εἶναι τό νά χρωστάει κανείς χρήματα, ἄλλο τόσο ἀξιοκατάκριτο εἶναι τό νά μή χρωστάει ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα χρέος πού παραμένει, ὅπως εἶπα, πάντα ἀνεξόφλητο. Γιατί αὐτό τό χρέος εἶναι πού περισσότερο ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο συγκροτεῖ τήν ζωή μας καί μᾶς συνδέει στενότερα.

Κάθε καλή πράξη εἶναι τῆς ἀγάπης καρπός. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος ἀναφέρθηκε πολλές φορές στήν ἀγάπη. «Ἔτσι θά σᾶς ξεχωρίζουν ὅλοι πώς εἶστε μαθητές μου», εἶπε, «ἄν ἔχετε ἀγάπη ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 35).

Ὅπως σ’ ὅλη μας τήν ζωή τρέφουμε τό σῶμα μας, ἔτσι πρέπει καί ν’ ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας, μέ περισσότερο μάλιστα ζῆλο ἀπ’ αὐτόν τῆς τροφοδοσίας τοῦ σώματος, γιατί ἡ ἀγάπη ὁδηγεῖ στήν αἰώνια ζωή καί δέν θά πάψει νά ὑπάρχει ποτέ.

Τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀγάπης τήν μαθαίνουμε ὄχι μόνο ἀπό τά λόγια του Θεοῦ, ἀλλά κι ἀπό τά ἔργα Του. Ἕνα τέτοιο μάθημα εἶναι ὁ τρόπος τῆς δημιουργίας μας.

Ὁ Θεός, δημιουργώντας τόν πρῶτο ἄνθρωπο, καθόρισε νά προέλθουν ἀπ’ αὐτόν ὅλοι οἱ ἄλλοι, γιά νά θεωρούμαστε ὅλοι σάν ἕνας ἄνθρωπος καί νά συνδεόμαστε μέ τήν ἀγάπη. Τόν ἀγαπητικό σύνδεσμο ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἐπέβαλε σοφά μέ τίς συναλλαγές, πού ἀναγκαζόμαστε νά ἔχουμε μεταξύ μας. Γιατί ἔδωσε πλῆθος ἀγαθῶν στόν κόσμο, ὄχι ὅμως ὅλα παντοῦ, ἀλλά σέ κάθε χώρα ὁρισμένα εἴδη. Ἔτσι εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἐρχόμαστε σέ δοσοληψίες, δίνοντας ὅσα μᾶς περισσεύουν καί παίρνοντας ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη, καί ν’ ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας.

Τό ἴδιο ἔκανε ὁ Θεός καί σέ κάθε ἄνθρωπο ξεχωριστά. Δέν ἐπέτρεψε στόν καθέναν νά ἔχει ὅλες τίς γνώσεις, ἀλλά στόν ἕναν νά ἔχει γνώσεις ἰατρικῆς, στόν ἄλλον οἰκοδομικῆς, στόν ἄλλον κάποιας ἄλλης ἐπιστήμης ἤ τέχνης κ.ο.κ., γιά νά ἔχουμε ὁ ἕνας τήν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου κι ἔτσι ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
Τό ἴδιο γίνεται καί στά πνευματικά χαρίσματα, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος: «Στόν ἕναν τό Ἅγιο Πνεῦμα δίνει τό χάρισμα νά μιλάει μέ θεϊκή σοφία, σ’ ἕναν ἄλλον νά μιλάει μέ θεϊκή γνώση, σ’ ἄλλον νά θεραπεύει ἀσθένειες, σ’ ἄλλον νά μιλάει διάφορα εἴδη γλωσσῶν καί σ’ ἄλλον νά ἐξηγεῖ αὐτές τίς γλῶσσες» (πρβλ. Α΄ Κορ. 12, 8-10).

Ἐπειδή, ὅμως, τίποτα δέν εἶναι ἀνώτερο ἀπό τήν ἀγάπη, τήν ἔβαλε πάνω ἀπ’ ὅλα, λέγοντας: «Ἄν μπορῶ νά λαλῶ ὅλες τίς γλῶσσες τῶν ἀνθρώπων, ἀκόμα καί τῶν ἀγγέλων, ἀλλά δέν ἔχω ἀγάπη γιά τούς ἄλλους, τά λόγια μου ἀκούγονται σάν ἦχος χάλκινης καμπάνας ἤ σάν κυμβάλου ἀλαλαγμός. Κι ἄν ἔχω τῆς προφητείας τό χάρισμα καί κατέχω ὅλα τά μυστήρια καί ὅλη τήν γνώση, κι ἄν ἔχω ἀκόμα ὅλη τήν πίστη, ἔτσι πού νά μετακινῶ βουνά, ἀλλά δέν ἔχω ἀγάπη, εἶμαι ἕνα τίποτα» (Α΄ Κόρ.13, 1-2). Καί δέν στάθηκε ὡς ἐδῶ, ἀλλά πρόσθεσε ὅτι κι αὐτός ὁ θάνατος γιά τήν πίστη εἶναι ἀνώφελος, ἄν λείπει ἡ ἀγάπη (Α΄ Κορ. 13, 3). Γιά ποιό λόγο τόνισε τόσο πολύ τήν σημασία τῆς ἀγάπης; Ἐπειδή γνώριζε, σάν σοφός γεωργός τῶν ψυχῶν μας, πώς, ὅταν ἡ ἀγάπη ριζώσει καλά μέσα μας, θά ξεπροβάλουν ἀπ’ αὐτήν, σάν ἄλλα βλαστάρια, ὅλες οἱ ἀρετές.

Γιατί, ὅμως, ν’ ἀναφέρουν τά μικρά ἐπιχειρήματα γιά τήν σπουδαιότητα τῆς ἀγάπης καί νά παραλείπουμε τά μεγάλα; Ἀπό ἀγάπη ἦρθε κοντά μας ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά καταργήσει τήν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας, νά φέρει τήν ἀληθινή θεογνωσία καί νά μᾶς χαρίσει τήν αἰώνια ζωή, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στόν θάνατο τόν μονογενῆ Του Υἱό, γιά νά μή χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ Αὐτόν, ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνια» (Ἰω. 3, 16). Ἀπό τήν ἀγάπη φλογισμένος ὁ Παῦλος εἶπε τά οὐράνια τοῦτα λόγια: «Τί, λοιπόν, μπορεῖ νά μᾶς χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Μήπως τά παθήματα, οἱ στενοχώριες, οἱ διωγμοί, ἡ πείνα, ἡ γύμνια, οἱ κίνδυνοι ἤ ὁ μαρτυρικός θάνατος;» (Ρωμ. 8, 35). Καί ἀφοῦ ἀδιαφόρησε γιά ὅλες αὐτές τίς δυσκολίες, θεωρώντας τες ἀνίσχυρες, ἀνέφερε τίς πιό φοβερές, περιφρονώντας τες κι αὐτές:

«Οὔτε θάνατος, οὔτε ζωή, οὔτε ἄγγελοι, οὔτε παρόντα, οὔτε μέλλοντα, οὔτε κάτι ἄλλο, εἴτε στόν οὐρανό, εἴτε στόν ἅδη, οὔτε κανένα ἄλλο δημιούργημα θά μπορέσουν ποτέ νά μᾶς χωρίσουν ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτή φανερώθηκε στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Κυρίου μας» (Ρωμ. 8, 38, 39).

Ἡ ἀγάπη σοῦ παρουσιάζει τόν πλησίον σάν ἄλλον ἑαυτό σου, σέ διδάσκει νά χαίρεσαι γιά τήν εὐτυχία ἐκείνου, σάν νά εἶναι δική σου εὐτυχία, καί νά λυπᾶσαι γιά τίς συμφορές του, σάν νά εἶναι δικές σου συμφορές. Ἡ ἀγάπη κάνει ἕνα σῶμα τούς πολλούς καί δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τίς ψυχές τους. Γιατί τό Πνεῦμα τῆς εἰρήνης δέν ἀναπαύεται ἐκεῖ πού βασιλεύει ἡ διαίρεση, ἀλλά ἐκεῖ πού ἐπικρατεῖ ἑνότητα ψυχῶν. Ἡ ἀγάπη, ἐπίσης, κάνει κοινά σέ ὅλους τά ἀγαθά τοῦ καθενός, ὅπως βλέπουμε στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων: «Κανείς δέν θεωροῦσε ὅτι κάτι ἀπό τά ὑπάρχοντά του ἦταν δικό του, ἀλλά ὅλα τά εἶχαν κοινά» (Πράξ. 4, 32).

Ἐκτός ἀπ’ αὐτά, ἡ ἀγάπη χαρίζει στούς ἀνθρώπους μεγάλη δύναμη. Δέν ὑπάρχει κάστρο τόσο γερό, ἀχάλαστο καί ἄπαρτο ἀπ’ τούς ἐχθρούς, ὅσο εἶναι ἕνα σύνολο ἀνθρώπων ἀγαπημένων καί σφιχτοδεμένων μέ τόν καρπό τῆς ἀγάπης, τήν ὁμόνοια. Καί τοῦ διαβόλου ἀκόμα τίς ἐπιθέσεις μποροῦν ν ἀποκρούσουν, γιατί, ἀντιμετωπίζοντάς τον ἑνωμένοι, γίνονται ἀήττητοι, ἐξουδετερώνουν τά τεχνάσματά του καί στήνουν λαμπρά τρόπαια τῆς ἀγάπης. Ὅπως οἱ χορδές τῆς λύρας, μολονότι εἶναι πολλές, δίνουν ἕναν γλυκύτατο ἦχο, καθώς συνεργάζονται ὅλες ἁρμονικά κάτω ἀπό τά δάχτυλα τοῦ μουσικοῦ, ἔτσι κι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ὁμόνοια, σάν ἄλλη λύρα ἀγάπης, δίνουν μιά θαυμάσια μελωδία. Γι’ αὐτό ὁ Παῦλος συμβουλεύει τούς πιστούς νά ἐπιδιώκουν σέ κάθε περίσταση τήν ὁμοφροσύνη, νά θεωροῦν τούς ἄλλους ἀνώτερους ἀπό τόν ἑαυτό τους, γιά νά μή διαλύεται ἡ ἀγάπη ἀπό τήν κενοδοξία, νά εἶναι μονοιασμένοι, νά τιμοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο, νά ὑπηρετοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλο.

Ἡ ἀγάπη μᾶς κάνει ἄμεμπτους, γιατί ἐμποδίζει τήν πλεονεξία, τήν λαγνεία, τόν φθόνο καί ἄλλα πάθη νά κυριέψουν τήν ψυχή. Γενικά, δέν ὑπάρχει πάθος, δέν ὑπάρχει ἁμάρτημα πού νά μήν τό καταστρέφει ἡ ἀγάπη. Εὐκολότερα μπορεῖ νά γλυτώσει ἀπό τοῦ καμινιοῦ τίς φλόγες ἕνα ξερό κλαράκι, παρά ἀπό τῆς ἀγάπης τήν φωτιά ἡ ἁμαρτία.

Ἄν, λοιπόν, φυτέψουμε τήν ἀγάπη στήν καρδιά μας, θά εἴμαστε ἅγιοι. Ναί, γιατί ὅλοι οἱ ἅγιοι μέ τήν ἀγάπη εὐαρέστησαν τόν Θεό. Γιά ποιό λόγο ὁ Ἄβελ ἔγινε θῦμα φόνου καί ὄχι φονιᾶς; Γιατί εἶχε σφοδρή ἀγάπη στόν ἀδελφό του καί δέν μποροῦσε νά τοῦ κάνει κακό οὔτε ὅταν ἐκεῖνος τόν σκότωνε. Γιά ποιό λόγο ὁ Κάιν φθόνησε τόν Ἀβελ καί τόν θανάτωσε; Γιατί στήν ψυχή του δέν εἶχε ἀγάπη. Γιά ποιό λόγο οἱ δυό γιοί τοῦ Νῶε, ὁ Σήμ καί ὁ Ἰάφεθ, ἀπέκτησαν καλή φήμη; Γιατί ἀγαποῦσαν πολύ τόν πατέρα τους καί δέν ἀνέχονταν νά τόν δοῦν γυμνό. Καί τόν τρίτο, τόν Χάμ, γιατί τόν καταράστηκε ὁ Νῶε; Γιατί δέν ἀγαποῦσε τόν πατέρα του καί τόν περιγέλασε. Μά καί τοῦ Ἀβραάμ ἡ μεγάλη φήμη ποῦ ὀφείλεται; Στήν ἀγάπη πού ἔδειξε τόσο στόν ἀνηψιό του Λώτ ὅσο καί στούς Σοδομῖτες, πού γιά τήν σωτηρία τους μεσολάβησε στόν Θεό.

Γεμᾶτοι ἀγάπη, γεμᾶτοι φιλοστοργία, γεμάτοι συμπόνια ἦταν οἱ ἅγιοι. Σκεφτεῖτε τόν Παῦλο, πού ἐνῶ καί στή φωτιά ἔπεφτε, ἐνῶ ἔμενε ἀκλόνητος στίς δοκιμασίες, ἐνῶ δέν φοβόταν παρά μόνο τόν Θεό, ἐνῶ δέν λογαρίαζε τίποτα, οὔτε κι αὐτόν ἀκόμα τόν ἅδη, ὅταν εἶδε τά δάκρυα ἀγαπητῶν του προσώπων, λύγισε, αὐτός ὁ ἀλύγιστος, συγκινήθηκε καί εἶπε: «Γιατί κλαῖτε καί μοῦ σκίζετε τήν καρδιά;» (Πράξ. 21, 13). Καί θά ρωτήσετε: Μπόρεσαν τά δάκρυα νά συντρίψουν τήν διαμαντένια ἐκείνη ψυχή; Βέβαια. Γιατί, ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, ὅλα τά ὑπερνικοῦσε μέ τήν δύναμη τῆς ἀγάπης, ὄχι ὅμως καί τήν ἴδια τήν ἀγάπη, πού τόν ἔπνιγε καί τόν κατανικοῦσε. Νά τί ἀρέσει στόν Θεό! Τόν ἄνθρωπο πού δέν μπόρεσε νά συντρίψει ἡ ἄγρια θάλασσα, μπόρεσαν νά τόν συντρίψουν λίγα δάκρυα ἀγάπης. Τόσο μεγάλη εἶναι ἡ δύναμή της!

Θέλετε νά δεῖτε καί τόν ἴδιο τόν Παῦλο νά κλαίει; Νά τί λέει σέ ἄλλη περίπτωση: «Τρία χρόνια συνέχεια δέν ἔπαψα νύχτα καί ἡμέρα νά νουθετῶ μέ δάκρυα τόν καθένα σας» (Πράξ. 20, 31). Ἡ μεγάλη του ἀγάπη τόν ἔκανε νά φοβᾶται, μήπως πάθουν κανένα κακό οἱ ἀγαπημένοι του χριστιανοί, καί γι’ αὐτό μέ δάκρυα τούς συμβούλευε.

Τό βλέπουμε καί στόν πάγκαλο Ἰωσήφ. Αὐτός ὁ βράχος, πού ἔμεινε ἀλύγιστος μπροστά στήν ἀκαταμάχητη δύναμη τῆς ἀκόλαστης ἐκείνης γυναίκας καί στή φωτιά τῆς ἁμαρτίας, ὅταν εἶδε τ’ ἀδέλφια του, τά ὁποῖα μάλιστα τόν εἶχαν πουλήσει, τόν εἶχαν ρίξει σ’ ἕναν λάκκο καί εἶχαν θελήσει νά τόν σκοτώσουν, συγκινήθηκε, συγκλονίστηκε ψυχικά καί, ἐπειδή δέν μποροῦσε νά συγκρατήσει τά δάκρυά του, μπῆκε στό διπλανό δωμάτιο κι ἔκλαψε.

Τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης ὁ Κύριος, λίγο πρίν παραδοθεῖ στούς Ἰουδαίους καί σταυρωθεῖ, τήν ὀνόμασε νέα: «Σᾶς δίνω μιά νέα ἐντολή», εἶπε στούς μαθητές Του, «νά ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο» (Ἰω. 13, 34). Γιατί, ὅμως, τήν ὀνομάζει νέα, ἀφοῦ καί στήν Παλαιά Διαθήκη ὑπῆρχε; Ἐπειδή τήν ἔδωσε μέ νέο τρόπο, βελτιωμένο, ἀνώτερο.

Γι’ αὐτό πρόσθεσε: «Ὅπως σᾶς ἀγάπησα Ἐγώ ἔτσι ν’ ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς ὁ ἕνας τόν ἄλλον». «Ἡ ἀγάπη μου γιά σᾶς, ἤθελε νά τούς πεῖ, δέν εἶναι ἀνταπόδοση σέ κάτι ποῦ μου προσφέρατε, γιατί ἐγώ πρῶτος σας ἀγάπησα. Μέ τόν ἴδιον τρόπο κι ἐσεῖς πρεπεῖ νά εὐεργετεῖτε τούς συνανθρώπους σας, ὄχι ἀνταποδοτικά, ἀλλ’ ἀπό ἀγάπη αὐθόρμητη». Καί ἀφοῦ παρέλειψε τά θαύματα, πού θά ἔκαναν στό ὄνομά Του καί μέ τήν δύναμή Του, εἶπε ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἐκείνη πού θά τούς χαρακτηρίζει ὡς μαθητές Του. Παράξενο! Γιατί ὄχι τά θαύματα, ἀλλά ἡ ἀγάπη; Ἐπειδή ἡ ἀγάπη εἶναι τό κύριο γνώρισμα τῶν ἁγίων καί ἀποτελεῖ τό θεμέλιό τῆς ἀρετῆς. Μ’ αὐτήν προπαντός σωζόμαστε ὅλοι, αὐτή δημιουργεῖ ἐργάτες τοῦ Χριστοῦ, αὐτή σαγηνεύει τίς ψυχές, αὐτή φέρνει τά χαμένα πρόβατα στή μάντρα τῆς Ἐκκλησίας.

Καί τά θαύματα , πού θά ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, δέν θά φανέρωναν πώς ἦταν μαθητές Του; Καθόλου. Ἀκοῦστε τί εἶπε κάποτε: «Πολλοί θά μοῦ ποῦν: “Κύριε, δέν προφητέψαμε στό ὄνομά Σου; Δέν διώξαμε δαιμόνια στό ὄνομά Σου; Δέν κάναμε τόσα θαύματα στό ὄνομά Σου;”. Καί τότε θά τούς πῶ κι ἐγώ “Ποτέ δέν σᾶς ἤξερα”» (Ματθ. 7, 22-23). Καί μιάν ἄλλη φορά, ὅταν οἱ ἀπόστολοι ἦταν χαρούμενοι, γιατί καί τά δαιμόνια τούς ὑπάκουαν , ὁ Κύριος τούς εἶπε: «Μή χαίρεστε γι’ αὐτό, ἀλλά γιατί τά ὀνόματά σας ἔχουν γραφτεῖ στόν οὐρανό» (πρβλ. Λουκ. 10, 20).
Τά θαύματα πού ἔκαναν, βέβαια, βοήθησαν στήν προσέλκυση τῆς οἰκουμένης στή χριστιανική πίστη, ἐπειδή ὅμως προϋπῆρχε ἡ ἀγάπη, χωρίς τήν ὁποία οὔτε θαύματα θά γίνονταν. Ἡ ἀγάπη τούς ἔδωσε τήν ἁγιότητα καί τήν δυνατότητα νά ἔχουν ὅλοι μιά ψυχή καί μιά καρδιά. Ἄν δέν ἦταν ἑνωμένοι μέ τόν δεσμό τῆς ἀγάπης, δέν θά μποροῦσαν νά κάνουν τίποτα.

Αὐτά, ὅμως, ὁ Κύριος δέν τά ἔλεγε μόνο γιά τούς τότε μαθητές Του, ἀλλά καί γιά ὅλους ὅσοι στό μέλλον θά πίστευαν σ’ Ἐκεῖνον. Γιατί καί σήμερα, αὐτό πού κρατάει τούς ἄπιστους μακριά ἀπό τόν Χριστό δέν εἶναι τό ὅτι δέν γίνονται θαύματα, ὅπως λένε μερικοί, ἀλλά τό ὅτι λείπει ἡ ἀγάπη ἀπό τούς χριστιανούς. Τούς ἄπιστους δέν τούς τραβᾶνε τόσο τά θαύματα , ὅσο ἡ ἐνάρετη ζωή, πού μόνο ἡ ἀγάπη τήν δημιουργεῖ. Τούς θαυματοποιούς πολλές φορές τούς κατηγόρησαν σάν λαοπλάνους, ποτέ ὅμως ἐκείνους πού εἶχαν βίο ἅγιο. Ὅποιος ἔχει ἀγάπη, εἶναι πιό ἀξιοθαύμαστος ἀπό κεῖνον πού καί νεκρούς ἀκόμη ἀνασταίνει. Καί αὐτό εἶναι φυσικό. Γιατί ἡ νεκρανάσταση, ὡς θαῦμα, ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἀγαθή προαίρεση καί τόν εὐσεβῆ ζῆλο τοῦ καθενός.

Ἡ ἀγάπη εἶναι τό γνώρισμα τοῦ ἀληθινοῦ χριστιανοῦ καί φανερώνει τόν σταυρωμένο μαθητή τοῦ Χριστοῦ, πού τίποτα τό κοινό δέν ἔχει μέ τά γήινα πράγματα. Χωρίς τήν ἀγάπη, καί τό μαρτύριο ἀκόμα καθόλου δέν ὠφελεῖ.

Ἄς ἀποκτήσουμε, λοιπόν, αὐτό τό ὑπέροχο χάρισμα, τό ν’ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο. Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ἀγαπᾶμε, ἐπειδή ἔχουμε κάποιους φίλους, ἄλλος δύο, ἄλλος τρεῖς καί ἄλλος τέσσερις. Αὐτή δέν εἶναι ἀγάπη γνήσια, ἀγάπη χριστιανική, ἀγάπη σύμφωνη μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ὅποιος ἔχει τήν ἀγάπη πού θέλει ὁ Θεός, δέν ἀγαπάει μόνο τούς φίλους του, πού τόν ἀγαποῦν, μά ὅλους τους ἀνθρώπους, ἀκόμα καί τούς ἐχθρούς του, πού τόν μισοῦν καί τόν ἀδικοῦν.
Τό λέει ὁ Κύριος: «Ν’ ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας, νά δίνετε εὐχές σ’ αὐτούς πού σᾶς δίνουν κατάρες, νά εὐεργετεῖτε αὐτούς πού σᾶς μισοῦν καί νά προσεύχεστε γι’ αὐτούς πού σᾶς κακομεταχειρίζονται καί σᾶς καταδιώκουν, γιά νά γίνετε παιδιά τοῦ οὐράνιου Πατέρα, γιατί Αὐτός ἀνατέλλει τόν ἥλιό Του γιά κακούς καί καλούς καί στέλνει τήν βροχή σέ δικαίους καί ἀδίκους. Ἄν ἀγαπήσετε μόνο ὅσους σᾶς ἀγαποῦν, ποιάν ἀμοιβή περιμένετε ἀπό τόν Θεό;» (Ματθ. 5, 44-46).

Ἄν ἐπικρατοῦσε παντοῦ ἡ ἀγάπη, πόσο διαφορετικός θά ἦταν ὁ κόσμος μας! Οὔτε νόμοι, οὔτε δικαστήρια, οὔτε ποινές θά χρειάζονταν. Κανένας δέν θά ἀδικοῦσε τόν πλησίον. Οἱ φόνοι, οἱ φιλονικίες, οἱ πόλεμοι, οἱ ἀναστατώσεις, οἱ ἁρπαγές, οἱ πλεονεξίες καί ὅλες οἱ ἀδικίες θά ἐξαφανίζονταν. Ἡ κακία θά ἦταν ὁλότελα ἄγνωστη. Γιατί ἡ ἀγάπη ἔχει τό μοναδικό πλεονέκτημα, ὅτι δέν συνοδεύεται, ὅπως οἱ ἄλλες ἀρετές, ἀπό ὁρισμένες κακίες. Ἡ ἀκτημοσύνη, λ.χ., εἶναι συχνά ἑνωμένη μέ τήν κενοδοξία, ἡ εὐγλωττία μέ τήν φιλοδοξία, ἡ θαυματουργία μέ τήν ὑπερηφάνεια, ἡ ἐλεημοσύνη μέ τήν λαγνεία, ἡ ταπεινοφροσύνη μέ τήν ἐσωτερική ὑψηλοφροσύνη κ.ο.κ. Αὐτά δέν ὑπάρχουν στήν ἀγάπη, τήν ἀληθινή ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπάει, ζεῖ στή γῆ ὅπως θά ζοῦσε στόν οὐρανό, μέ ἀδιατάρακτη γαλήνη καί εὐτυχία, μέ ψυχή καθαρή ἀπό φθόνο, ζήλια, ὀργή, ὑπερηφάνεια, κακή ἐπιθυμία.

Ὅπως κανείς δέν κάνει κακό στόν ἑαυτό του, ἔτσι κι αὐτός δέν κάνει κακό στόν πλησίον του, πού τόν θεωρεῖ σάν ἄλλον ἑαυτό του. Νά ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης ἕνας ἐπίγειος ἄγγελος! Ἐκεῖνος, ὅμως πού δέν ἔχει ἀγάπη, ὅσα θαύματα κι ἄν κάνει, ὅσο τέλεια γνώση τῶν θείων ἀληθειῶν κι ἄν ἔχει, χιλιάδες νεκρούς κι ἄν ἀναστήσει, τίποτα δέν θά κερδίσει, ἀφοῦ ζεῖ μόνο γιά τόν ἑαυτό του, μακριά ἀπό τούς ἄλλους.

Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ὁ Χριστός καθόρισε τήν ἀγάπη στόν πλησίον ὡς δεῖγμα τῆς τέλειας ἀγάπης σ’ Ἐκεῖνον.
«Ἄν μ ἀγαπᾶς», εἶπε στόν ἀπόστολο Πέτρο, «ποίμαινε τά πρόβατά μου» (Ἰω. 21, 16). Ὑπαινιγμός εἶναι καί τοῦτο, ὅτι ἡ ἀγάπη ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπό τό μαρτύριο. Ἄν στήν κοινωνία μας ἐπικρατοῦσε ἡ ἀγάπη, δέν θά ὑπῆρχαν διακρίσεις, δέν θά ὑπῆρχαν δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, ἀρχόμενοι καί ἄρχοντες, φτωχοί καί πλούσιοι, μικροί καί μεγάλοι. Ὁ διάβολος, ἐπίσης, καί οἱ δαίμονές του θά ἦταν ὁλότελα ἄγνωστοι καί ἀνίσχυροι. Γιατί ἀπό κάθε τεῖχος ἰσχυρότερη καί ἀπό κάθε μέταλλο δυνατότερη εἶναι ἡ ἀγάπη.

Δέν τήν καταβάλλουν οὔτε ὁ πλοῦτος οὔτε ἡ φτώχεια· ἤ μᾶλλον, ὅπου αὐτή ἐπικρατεῖ, ἐκεῖ δέν ὑπάρχουν πλοῦτος καί φτώχεια, ἀλλά μόνο τά καλά καί τῶν δύο: Ἀπό τόν πλοῦτο παίρνει ἡ φτώχεια τά ἀναγκαῖα γιά τήν συντήρηση μέσα, ἐνῶ ἀπό τήν φτώχεια παίρνει ὁ πλοῦτος τήν ἀμεριμνία. Ἔτσι ἐξαφανίζονται καί τοῦ πλούτου οἱ φροντίδες καί τῆς φτώχειας οἱ φόβοι.

Γιατί, ὅμως, ν’ ἀναφέρω μόνο τίς ὠφέλειες πού προξενεῖ ἡ ἀγάπη στούς ἄλλους; Αὐτή καθεαυτή ἡ ἀγάπη πόσο ὡραία εἶναι! Μέ πόση χαρά καί εἰρήνη πλημμυρίζει τήν ψυχή, πού τήν κατέχει! Αὐτό εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της. Οἱ ἄλλες ἀρετές, ὅπως ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία, ἡ ἐγκράτεια, συνοδεύονται ἀπό κάποιον κόπο, πολλές φορές μάλιστα προκαλοῦν στούς ἄλλους τόν φθόνο. Ἡ ἀγάπη, ὅμως, πέρα ἀπό τίς ἄλλες ὠφέλειές της, δημιουργεῖ πολύ εὐχάριστη διάθεση καί ποτέ κόπο. Ὅπως ἡ μέλισσσα μαζεύει ἀπό διάφορα λουλούδια τόν ζαχαρένιο χυμό καί τόν φέρνει στήν κυψέλη, ἔτσι καί ἡ ἀγάπη μαζεύει ἀπό παντοῦ τά καλά καί τά συγκεντρώνει μέσα στήν ψυχή, στήν ὁποία κατοικεῖ. Καί δοῦλος ἄν εἶναι αὐτός πού ἔχει στήν ψυχή του ἀγάπη, ἡ δουλεία του τοῦ φαίνεται πιό εὐχάριστη ἀπό τήν ἐλευθερία, γιατί χαίρεται ὑπηρετεῖ παρά νά τόν ὑπηρετοῦν, νά βοηθάει παρά νά τόν βοηθοῦν. Ἡ ἀγάπη ἀλλάζει τήν φύση τῶν πραγμάτων καί, ἔχοντας τά χέρια της γεμᾶτα ἀπ’ ὅλα τ’ ἀγαθά, μᾶς πλησιάζει μέ στοργή μεγαλύτερη ἀπό τήν βασιλική. Τά κοπιαστικά καί δύσκολα ἔργα τά κάνει ἐλαφριά καί εὔκολα, ἀποκαλύπτοντάς μας τήν γλυκύτητα τῆς ἀρετῆς καί τήν πικράδα τῆς κακίας. Θά σᾶς ἀναφέρω μερικά σχετικά παραδείγματα:

    * Τό νά προσφέρεις στούς ἄλλους φαίνεται βαρύ, ἡ ἀγάπη ὅμως τό κάνει ἐλαφρύ.   
*
 Τό νά παίρνεις ἀπό τούς ἄλλους φαίνεται εὐχάριστο, ἡ ἀγάπη ὅμως τό κάνει δυσάρεστο.
    * Τό νά κακολογεῖς τούς ἄλλους φαίνεται ἀπολαυστικό, ἡ ἀγάπη ὅμως τό κάνει πικρό.
    * Γιά τήν ἀγάπη ἡ μεγαλύτερη ἀπόλαυση εἶναι ὁ καλός λόγος καί ὁ ἔπαινος ὅλων.
    * Ὁ θυμός, πάλι, δίνει κάποιαν ἄγρια εὐχαρίστηση, ὄχι ὅμως στόν ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης, γιατί αὐτός δέν γνωρίζει τόν θυμό.
    * Ἄν τόν λυπήσει ὁ συνάνθρωπός του, δέν θυμώνει, ἀλλά ξεσπάει σέ δάκρυα, παρακάλια καί ἱκεσίες.
    * Ἄν δεῖ τόν συνάνθρωπό του νά ἁμαρτάνει, θρηνεῖ καί πονάει ψυχικά· μά ὁ πόνος τοῦτος εἶναι γλυκός, γιατί τά δάκρυα καί ἡ λύπη τῆς ἀγάπης εἶναι ἀνώτερα ἀπό κάθε γέλιο καί κάθε χαρά.
    * Τήν εἰρήνη καί τήν ἀνάπαυση, πού αἰσθάνονται ὅσοι κλαῖνε γιά τ’ ἀγαπημένα τους πρόσωπα, δέν τήν αἰσθάνονται ὅσοι γελοῦν.

Ἵσως θά μέ ρωτήσετε: Δέν φέρνει εὐχαρίστηση, ἔστω καί ἄτοπη, ὁποιαδήποτε ἀγάπη; Ὄχι. Μόνο ἡ γνήσια ἀγάπη φέρνει καθαρή καί ἀνόθευτη χαρά. Καί γνήσια ἀγάπη δέν εἶναι ἡ κοσμική, ἡ ἀγοραία, πού ἀποτελεῖ μᾶλλον κακία καί ἐλάττωμα, ἀλλά ἡ χριστιανική, ἡ πνευματική, ἐκείνη πού μᾶς ζητάει ὁ Παῦλος, ἐκείνη πού ἀποβλέπει στό συμφέρον τοῦ πλησίον. Αὐτήν τήν ἀγάπη εἶχε ὁ ἀπόστολος, πού ἔλεγε: «Ποιός ἀσθενεῖ καί δέν ἀσθενῶ κι ἐγώ; Ποιός ὑποκύπτει στόν πειρασμό καί δέν ὑποφέρω κι ἐγώ;» (Β΄ Κορ. 11, 29).

Τίποτα δέν παροργίζει τόσο τόν Θεό, ὅσο ἡ ἀδιαφορία μας γιά τόν πλησίον. Γι’ αὐτό πρόσταξε νά τιμωρηθεῖ αὐστηρά ὁ δοῦλος πού ἔδειξε σκληρότητα στούς συνδούλους του. Γι’ αὐτό εἶπε πώς οἱ μαθητές Του πρέπει νά ἔχουν γνώρισμά τους τήν ἀγάπη. Γιατί ἡ ἀγάπη φυσιολογικά ὁδηγεῖ στό ἐνδιαφέρον γιά τόν πλησίον.

Καί πάλι θά μέ ρωτήσετε:
Φροντίζοντας γιά τόν πλησίον, δέν θά παραμελήσουμε τήν δική μας σωτηρία; Δέν ὑπάρχει τέτοιος κίνδυνος. Ἀπεναντίας, μάλιστα. Γιατί ἐκεῖνος πού ἐνδιαφέρεται γιά τούς ἄλλους, σέ κανέναν δέν προξενεῖ λύπη. Ὅλους τους συμπαθεῖ καί ὅλους τους βοηθάει, ὅσο μπορεῖ. Δέν ἁρπάζει τίποτε ἀπό κανένα. Οὔτε πλεονέκτης εἶναι, οὔτε κλέφτης, οὔτε ψεύτης. Κάθε κακό τό ἀποφεύγει καί τό καλό πάντα ἐπιδιώκει. Προσεύχεται γιά τούς ἐχθρούς του. Εὐεργετεῖ ὅσους τόν ἀδικοῦν. Δέν βρίζει καί δέν κακολογεῖ, ὅ,τι κι ἄν τοῦ κάνουν. Μέ ὅλα τοῦτα δέν συμβάλλουμε στή σωτηρία μας;

Ἡ ἀγάπη, λοιπόν, εἶναι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας. Αὐτόν τόν δρόμο ἄς ἀκολουθήσουμε, γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή.

«Ἀγάπη, προφητείας χορηγός, Ἀγάπη, ἐλλάμψεως ἄβυσσος».

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!


ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ