Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς βλέπει στη γέννηση του Χριστού, όχι ένα τυχαίο ιστορικό γεγονός, αλλά μία συνειδητή και αποκαλυπτική επιλογή του Θεού. Ο Χριστός δεν γεννήθηκε στη φτώχεια επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος, γεννήθηκε στη φτώχεια επειδή αυτή η φτώχεια φανερώνει ποιος είναι ο Θεός και ποιον δρόμο ανοίγει στον άνθρωπο. Αν ο Θεός ήθελε, θα μπορούσε να γεννηθεί σε παλάτια με τιμές και δόξες, όμως διάλεξε τη σιωπή, την απλότητα, την απόρριψη, για να αποκαλύψει ότι η σωτηρία δεν έρχεται μέσω της ισχύος, αλλά μέσω της αγάπης. Η φτώχεια του Χριστού δεν είναι έλλειψη, αλλά πληρότητα άλλου είδους, δεν είναι στέρηση ζωής, αλλά άρνηση της ψεύτικης ασφάλειας που προσφέρει ο κόσμος. Ο Άγιος Νικόλαος επιμένει ότι ο Χριστός έρχεται γυμνός από κάθε κοσμικό στήριγμα για να ντύσει τον άνθρωπο με τη Θεία Χάρη. Η φτώχεια του γίνεται γλώσσα θεολογίας, τρόπος διδασκαλίας, πρόσκληση μετανοίας.
Ο κόσμος, λέει ο Άγιος Νικόλαος, δεν βρήκε χώρο για τον Χριστό, όχι επειδή δεν είχε σπίτια, αλλά επειδή είχε καρδιές γεμάτες από μέριμνες, φιλοδοξίες, φόβους και αυτάρκεια. Έτσι ο Χριστός γεννιέται έξω από την πόλη, έξω από τα κέντρα εξουσίας, έξω από το θόρυβο, η φάτνη γίνεται ο τόπος της κρίσεως του κόσμου, όχι κρίση καταδίκης, αλλά αποκάλυψης. Η φτώχεια της γέννησης δείχνει ποιος αναγνωρίζει τον Θεό και ποιος τον αγνοεί. Οι ποιμένες, άνθρωποι απλοί και περιφρονημένοι, πλησιάζουν. Οι άρχοντες δεν κινούνται, η φτώχεια γίνεται φίλτρο που αποκαλύπτει τις προθέσεις της καρδιάς. Ο Άγιος Νικόλαος τονίζει ότι ο Θεός δεν απορρίπτει τον κόσμο, ο κόσμος απορρίπτει τον Θεό επειδή δεν τον αναγνωρίζει όταν έρχεται χωρίς λάμψη.
Για τον Άγιο Νικόλαο Βελιμίροβιτς, η φτώχεια του Χριστού δεν περιορίζεται στην υλική ένδεια, είναι κυρίως πνευματική στάση, είναι η απόλυτη ελευθερία από κάθε δεσμό που δεν είναι αγάπη. Ο Χριστός δεν κατέχει τίποτα για να μπορεί να ανήκει σε όλους. Δεν στηρίζεται σε τίποτα, για να γίνει στήριγμα των πάντων. Η πνευματική φτώχεια είναι η καρδιά που δεν κρατά τίποτα για τον εαυτό της, είναι η καρδιά που εμπιστεύεται τον Θεό περισσότερο από τις δυνάμεις της. Ο Άγιος Νικόλαος εξηγεί ότι ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός, για να διδάξει στον άνθρωπο πώς να απελευθερωθεί από τον φόβο της απώλειας. Όποιος δεν έχει τίποτα, δεν φοβάται να χάσει τίποτα και όποιος δεν φοβάται, μπορεί να αγαπήσει αληθινά.
Η απλότητα της γέννησης δεν είναι αισθητική επιλογή, αλλά πνευματική αλήθεια. Ο Θεός αποκαλύπτεται στους απλούς, η φτώχεια της φάτνης γίνεται σχολείο θεογνωσίας. Εκεί δεν υπάρχουν σύμβολα ισχύος, δεν υπάρχουν φρουροί, δεν υπάρχουν τίτλοι, υπάρχει μόνο ένα παιδί, μία μητέρα, ένας προστάτης, λίγα ζώα και η σιωπή. Ο Άγιος Νικόλαος επισημαίνει ότι ο άνθρωπος δυσκολεύεται να συναντήσει το Θεό, επειδή περιπλέκει τη ζωή του, συσσωρεύει πράγματα, σκέψεις, άγχη, εικόνες. Ο Χριστός έρχεται απλώς για να καθαρίσει την όρασή μας, να μας μάθει να βλέπουμε ξανά το ουσιώδες.
Η γέννηση του Χριστού στη φτώχεια περιλαμβάνει και την απόρριψη, δεν υπήρχε τόπος για αυτόν. Αυτή η απόρριψη δεν είναι τυχαία, ο Άγιος Νικόλαος βλέπει εδώ την αρχή του Σταυρού. Ο Χριστός απορρίπτεται από την πρώτη στιγμή για να δείξει ότι ο δρόμος της σωτηρίας περνά μέσα από την ταπείνωση και την υπομονή. Η απόρριψη δεν είναι ήττα, αλλά μαρτυρία. Ο Θεός δεν ζητά να γίνει αποδεκτός με όρους του κόσμου, έρχεται όπως είναι και αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο να τον δεχτεί ή να τον απορρίψει. Η φτώχεια της γέννησης αποκαλύπτει αυτή την ελευθερία. Ο Θεός δεν επιβάλλεται, προσφέρεται.
Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς θεωρεί ότι η μεγαλύτερη ασθένεια του ανθρώπου είναι η αλαζονεία, η επιθυμία να είναι αυτάρκης, να ελέγχει τα πάντα, να στηρίζεται στις δυνάμεις του. Η φτώχεια του Χριστού ως φάρμακο δείχνει ότι η αληθινή δύναμη βρίσκεται στην εμπιστοσύνη στο Θεό. Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό να γεννιέται χωρίς τίποτα, καλείται να αναθεωρήσει τι θεωρεί απαραίτητο. Ο Χριστός ζει, αναπνέει, αγαπά και σώζει χωρίς να κατέχει, αυτό συγκλονίζει τον άνθρωπο που έχει μάθει να μετρά την αξία με βάση την κατοχή. Η φτώχεια του Χριστού θεραπεύει την καρδιά από την ψευδαίσθηση ότι η ζωή εξαρτάται από τα πράγματα.
Ο Άγιος Νικόλαος δεν παρουσιάζει τη φτώχεια του Χριστού ως ιδέα προς θαυμασμό, αλλά ως πρόσκληση ζωής. Δεν καλούνται όλοι οι άνθρωποι να ζήσουν χωρίς υλικά αγαθά, αλλά όλοι καλούνται να μην εξαρτώνται από αυτά, να τα χρησιμοποιούν χωρίς να τα λατρεύουν, να τα μοιράζονται χωρίς φόβο. Η μίμηση της φτώχειας του Χριστού σημαίνει απελευθέρωση της καρδιάς, σημαίνει να μπορεί ο άνθρωπος να χάσει χωρίς να καταρρεύσει, να δώσει χωρίς να μετανιώσει, να ζήσει απλά χωρίς να αισθάνεται κατώτερος. Ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός για να κάνει τον άνθρωπο πλούσιο σε αγάπη, πίστη και ελπίδα.
Σε έναν κόσμο που κυνηγά την επιτυχία, τη δύναμη και την προβολή, η φτώχεια του Χριστού μοιάζει σκανδαλώδης και όμως είναι φως. Ο Άγιος Νικόλαος λέει ότι η φτώχεια της γέννησης είναι σαν ένα μικρό κερί μέσα στο σκοτάδι της ανθρώπινης ματαιότητας, δεν εντυπωσιάζει αλλά φωτίζει, δεν θορυβεί αλλά θερμαίνει. Αυτό το φως δείχνει στον άνθρωπο ότι υπάρχει άλλος δρόμος, δρόμος ειρήνης, απλότητας και εσωτερικής ελευθερίας. Ο Χριστός δεν έρχεται να συναγωνιστεί τους ισχυρούς του κόσμου, έρχεται να σώσει τις καρδιές που κουράστηκαν από τον ανταγωνισμό.
Η γέννηση στη φτώχεια είναι και υπόσχεση, υπόσχεση ότι ο Θεός δεν εγκαταλείπει κανέναν που βρίσκεται στο περιθώριο, ότι κανείς δεν είναι ασήμαντος, ότι η βασιλεία του Θεού δεν μετριέται με πλούτη και δόξες, αλλά με αγάπη και ταπείνωση. Ο Άγιος Νικόλαος τονίζει ότι ο Χριστός γεννήθηκε φτωχός για να μην φοβηθεί ποτέ ο φτωχός να πλησιάσει τον Θεό. Να ξέρει ότι ο Θεός τον καταλαβαίνει, τον γνωρίζει και τον αγαπά. Η φτώχεια της γέννησης γίνεται εγγύηση ελπίδας για κάθε πληγωμένη ψυχή.
Η γέννηση του Χριστού στη φτώχεια δεν είναι λεπτομέρεια της ιστορίας, αλλά καρδιά του Ευαγγελίου. Είναι αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίο ο Θεός σώζει τον κόσμο, χωρίς βία, χωρίς επιβολή, χωρίς εξωτερική δόξα, αλλά με ταπείνωση απλότητα και απόλυτη αγάπη. Ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς μας καλεί να δούμε στη φτώχεια του Χριστού όχι μια ρομαντική εικόνα, αλλά έναν καθρέφτη της ζωής μας. Να αναρωτηθούμε από τι εξαρτόμαστε, τι φοβόμαστε να χάσουμε και τι μας εμποδίζει να εμπιστευθούμε τον Θεό. Όσα λιγότερα κρατάμε, τόσο περισσότερο χωρά ο Χριστός μέσα μας. Η φάτνη γίνεται έτσι σχολείο ελευθερίας και ο φτωχός Χριστός γίνεται ο πλούτος της ψυχής που τον δέχεται.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Το ερώτημα «Γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος» δεν είναι μια απλή θεολογική απορία, αλλά η καρδιά ολόκληρου του σχεδίου της σωτηρίας. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, ο στυλοβάτης της Ορθοδοξίας και ο φωτεινός αναλυτής του μυστηρίου της ενσάρκωσης, εξηγεί ότι η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης του ανθρώπου, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Θεός δεν γίνεται άνθρωπος από ανάγκη, ούτε από περιορισμό, ούτε από κάποιο θεϊκό καθήκον, αλλά από άφατη αγάπη και δεν έρχεται ως βασιλιάς, ως άγγελος ή ως φωτεινό πνεύμα, αλλά ως βρέφος. Έρχεται με τρόπο που δεν φοβίζει, αλλά προσελκύει, όχι για να επιβληθεί, αλλά για να προσλάβει την ανθρώπινη φύση από την πρώτη της στιγμή μέχρι την τελευταία της πνοή. Το σπήλαιο της Βηθλεέμ γίνεται το νέο εργαστήριο της δημιουργίας, ο τόπος όπου ο Θεός αρχίζει την ανακατασκευή του ανθρώπου από μέσα προς τα έξω.
Ο Άγιος Αθανάσιος διδάσκει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό για να ζει μαζί Του, δεν ήταν φτιαγμένος για να πεθάνει. Η αθανασία ήταν δωρεά της σχέσης του με τον Θεό, όταν όμως η καρδιά απομακρύνθηκε από την πηγή της ζωής, ο άνθρωπος οδηγήθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Η αμαρτία δεν είναι απλώς παράβαση εντολής, είναι ρήξη της κοινωνίας με τον ζώντα Θεό και όπως η αποκοπή από το φως φέρνει σκοτάδι, έτσι και η αποκοπή από το Θεό φέρνει φθορά. Ο άνθρωπος βυθίζεται σε μια ύπαρξη που φθείρεται, παλιώνει, πονά και φοβάται. Ο Θεός όμως δεν αφήνει το δημιούργημά του να καταρρεύσει, δεν μπορεί η αγάπη του να επιτρέψει στον άνθρωπο να χαθεί στο μηδέν, έτσι ξεκινά η Θεία Οικονομία, το σχέδιο της σωτηρίας που κορυφώνεται στη γέννηση του Χριστού.
Ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορούσε να επιστρέψει στην αθανασία, η φθορά είχε γίνει πλέον τρόπος υπάρξεως. Καμία ηθική βελτίωση, καμία ψυχολογική προσπάθεια, καμία φιλοσοφία δεν μπορούσε να επαναφέρει την ανθρώπινη φύση στην προπτωτική της λαμπρότητα, ο άνθρωπος χρειαζόταν Αυτόν που τον δημιούργησε. Ο Άγιος Αθανάσιος τονίζει ότι μόνο ο Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός του Κόσμου, θα μπορούσε να ξαναπλάσει τον άνθρωπο και για να ανακαινίσει τη φύση έπρεπε να την προσλάβει. Όμως η πρόσληψη δεν γίνεται από μακριά, δεν γίνεται με εντολές. Ο Θεός μπαίνει μέσα στην ανθρώπινη υπόσταση. γίνεται πραγματικός άνθρωπος, γίνεται βρέφος. Το βρέφος δεν τρομάζει κανέναν, δεν επιβάλλεται, δεν απαιτεί, δεν κυριαρχεί, χαρίζει τον εαυτό του ολοκληρωτικά. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνει την αληθινή φύση της Θείας αγάπης. Ταπείνωση, απλότητα, δωρεά, έλεος.
Γιατί όμως ο Θεός δεν ήρθε ως τέλειος ενήλικας; γιατί επιλέγει την ακραία αδυναμία ενός νεογέννητου; Ο Άγιος Αθανάσιος απαντά, για να θεραπεύσει κάθε στάδιο της ανθρώπινης ζωής. Ο Χριστός δεν αγιάζει μόνο το θάνατο με τον Σταυρό, ούτε μόνο τη φύση με το βάπτισμα, αγιάζει και την παιδική ηλικία με τη γέννηση, αγιάζει τη μήτρα με την ενανθρώπιση, αγιάζει τη φτώχεια με τη σπηλιά, αγιάζει την ανθρώπινη ανάπτυξη μέσα από τη δική του ανάπτυξη, η ζωή ολόκληρη γεμίζει από την παρουσία του και ξαναγίνεται οδός προς τη θέωση. Το βρέφος Χριστός δηλώνει ότι ο Θεός δεν αποστρέφεται την ανθρώπινη αδυναμία, την λαμβάνει επάνω Του. Ταπεινώνεται μέχρι εκεί που κανείς δεν θα φανταζόταν, γίνεται αυτό που ο άνθρωπος είναι για να γίνει ο άνθρωπος αυτό που ο Θεός είναι, κατά χάριν.
Το σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν είναι τυχαίο. Είναι ο τόπος της φτώχειας, της σκόνης, της ακαταλληλότητας. Η ίδια η γη προσφέρει καταφύγιο στο δημιουργό της. Το σπήλαιο είναι εικόνα του κόσμου που βρίσκεται στο σκοτάδι της φθοράς, εκεί μπαίνει ο Χριστός για να αρχίσει την ανακαίνιση. Ο θάνατος δεν νικιέται μόνο στο σταυρό, η μάχη αρχίζει από τη γέννηση. Όταν ο Χριστός ενώνεται με την ανθρώπινη φύση, η αθανασία ενώνεται με τη φθορά, το φως μπαίνει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν μπορεί να το σκεπάσει. Η ενότητα θείας και ανθρώπινης φύσης στο πρόσωπο του Χριστού γίνεται η πηγή της σωτηρίας. Από εκεί ρέει η θέωση, από εκεί πηγάζει η ανάσταση., από εκεί ξεκινά η κατάργηση της δύναμης του θανάτου.
Ο Άγιος Αθανάσιος δεν βλέπει τον θάνατο ως φυσικό γεγονός, αλλά ως ψυχική και υπαρξιακή τραγωδία. Ο άνθρωπος χωρίς Θεό ζει υπό την απειλή του θανάτου και μέσα σε αυτή τη σκιά γεννιούνται οι φόβοι, τα άγχη, οι αμαρτίες, οι συγκρούσεις. Η γέννηση του Χριστού καταργεί το θάνατο από μέσα, όχι εξαφανίζοντάς τον, αλλά αφοπλίζοντάς τον. Ο θάνατος πλέον δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Η ανθρώπινη φύση ενώνεται με την αθάνατη ζωή. Η Ανάσταση είναι ήδη εγγεγραμμένη μέσα στη φάτνη. Η Βηθλεέμ προετοιμάζει τον Γολγοθά όχι για να οδηγηθεί ο Χριστός στο θάνατο, αλλά για να οδηγήσει τον θάνατο στην ήττα. Η ζωή του ανθρώπου αποκτά ξανά νόημα, δεν πορεύεται προς το μηδέν, αλλά προς την αιωνιότητα. Δεν υπάρχει πια λόγος απελπισίας, υπάρχει λόγος ελπίδας. Ο άνθρωπος δεν χάνεται, μπορεί να γίνει αυτό που ήταν προορισμένος να είναι, εικόνα του Θεού γεμάτη από αθανασία.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού, αλλά η εικόνα αυτή θόλωσε με την αμαρτία, δεν χάθηκε, αλλά τραυματίστηκε. Ο Χριστός έρχεται για να φανερώσει ξανά ποιος είναι ο άνθρωπος, ποια είναι η αληθινή του κλίση, ποια είναι η βαθύτερή του οντολογική ταυτότητα. Η γέννηση δεν είναι μόνο θεολογικό μυστήριο, είναι ανθρωπολογική αποκάλυψη. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να δείξει στον άνθρωπο τι σημαίνει να είναι άνθρωπος. Όχι απλώς βιολογική ύπαρξη, αλλά σχέση με το Θεό, όχι απλώς ύλη, αλλά πνοή, όχι απλώς φθαρτή ζωή, αλλά πορεία προς το άκτιστο. Ο Χριστός ως βρέφος φανερώνει ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να ενωθεί με το Θεό. Η εικόνα αποκαθίσταται, ο άνθρωπος γίνεται και πάλι ότι είχε ξεχάσει ότι είναι.
Στην Βηθλεέμ δεν υπάρχουν θόρυβοι, ούτε φασαρία, ούτε εντυπωσιακά σημεία, υπάρχει σιωπή. Η σιωπή είναι η γλώσσα του Θεού όχι γιατί θέλει να κρύψει, αλλά γιατί η αλήθεια του είναι τόσο βαθιά που μόνο μέσα στη σιωπή χωρά. Το βρέφος Χριστός δεν μιλά με λόγια, μιλά με την παρουσία του. Ο Θεός γίνεται μικρός για να συναντήσει τον άνθρωπο στην καρδιά του όχι στην νόησή του. Η σιωπή της φάτνης μεταμορφώνει την ύπαρξη, εκεί αποκαλύπτεται ότι ο Θεός δεν σώζει με δύναμη, αλλά με ταπείνωση. Όχι με εξουσία, αλλά με αγάπη. Όχι από μακριά, αλλά από μέσα.
Η γέννηση του Χριστού είναι η αρχή της αποκατάστασης της ανθρώπινης φύσης, η θεραπεία της φθοράς και η απαρχή της νίκης κατά του θανάτου. Ο Άγιος Αθανάσιος αποκαλύπτει ότι το μυστήριο της ενανθρώπησης δεν είναι μια θεολογική ιδέα, αλλά η καρδιά της σωτηρίας μας. Το σπήλαιο γίνεται νέος παράδεισος, η φάτνη γίνεται θρόνος, το βρέφος γίνεται ο νέος Αδάμ και ο άνθρωπος καλείται ξανά στη ζωή που πηγάζει από το Θεό. Ο Θεός γίνεται μικρός για να μπορέσει ο άνθρωπος να γίνει μεγάλος και μέσα στο ερώτημα γιατί ο Θεός γίνεται βρέφος κρύβεται η πιο συγκλονιστική απάντηση της αγάπης· για να μην μείνει ποτέ πια ο άνθρωπος μόνος μέσα στη φθορά και στο θάνατο, αλλά να ζήσει αιώνια μέσα στο φως.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Υπάρχει μια κούραση που δεν φαίνεται στο σώμα, αλλά βαραίνει την ψυχή. Είναι η κόπωση εκείνου που προσπαθεί διαρκώς να είναι καλός για όλους. Να μην δυσαρεστήσει, να μην ενοχλήσει, να μην φανεί αυστηρός ή ατελής. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, βαθύς γνώστης της ανθρώπινης καρδιάς, θα έλεγε ότι αυτή η κόπωση δεν γεννιέται από την αγάπη, αλλά από τον φόβο. Ο άνθρωπος που ζει για την αποδοχή των άλλων μετατρέπει την αρετή σε βάρος. Η καλοσύνη παύει να είναι ελεύθερη προσφορά και γίνεται υποχρέωση και τότε η ψυχή κουράζεται, όχι επειδή αγαπά, αλλά επειδή προσποιείται.
Ο Άγιος Ιωάννης ξεχωρίζει καθαρά την αρετή από την αρεσκότητα. Η αρετή γεννιέται από την αγάπη προς τον Θεό και τον άνθρωπο, η αρεσκότητα γεννιέται από την ανάγκη να αρέσουμε. Η πρώτη ελευθερώνει, η δεύτερη δεσμεύει. Όταν ο άνθρωπος επιδιώκει να είναι καλός για όλους, συχνά θυσιάζει την αλήθεια, λέει αυτό που θα ακούσουν ευχάριστα οι άλλοι, όχι αυτό που είναι ωφέλιμο, έτσι, η καλοσύνη χάνει το φως της και γίνεται σκιά.
Ο Χρυσόστομος δεν φοβάται να αποκαλύψει τις κρυφές αιτίες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πίσω από την υπερβολική προσπάθεια να είμαστε αποδεκτοί, συχνά κρύβεται ο φόβος της απόρριψης. Ο άνθρωπος φοβάται μήπως μείνει μόνος, μήπως χάσει την αγάπη, μήπως θεωρηθεί ανεπαρκής. Αυτός ο φόβος τον κάνει να προσαρμόζεται διαρκώς, αλλά η συνεχής προσαρμογή διαλύει την εσωτερική ενότητα. Ο άνθρωπος παύει να ξέρει ποιος είναι πραγματικά και αρχίζει να ζει μέσα από τις προσδοκίες των άλλων.
Ο Άγιος Ιωάννης, ο Χρυσόστομος, ήτανε ποιμένας που δεν χάιδευε αυτιά. Γνώριζε ότι η αλήθεια κάποιες φορές πληγώνει, αλλά μόνο αυτή θεραπεύει. Η ψεύτικη καλοσύνη ανακουφίζει πρόσκαιρα, αλλά αφήνει την ψυχή άδεια. Ο Χριστός μιλά με λόγο που άλλοτε παρηγορεί και άλλοτε ελέγχει. Ο Χρυσόστομος βλέπει σε αυτό το πρότυπο της αληθινής αγάπης. Η αγάπη δεν είναι πάντα ευχάριστη, αλλά είναι πάντα σωτήρια.
Όταν η καλοσύνη δεν συνοδεύεται από διάκριση, γίνεται επικίνδυνη. Ο άνθρωπος δίνει χωρίς μέτρο, συγχωρεί χωρίς αλήθεια, υποχωρεί χωρίς λόγο και κάποια στιγμή εξαντλείται και τότε έρχεται η πικρία και η απογοήτευση. Ο Άγιος Ιωάννης θα έλεγε ότι αυτή η εξάντληση δεν προέρχεται από την αγάπη, αλλά από την απουσία ορίων. Η αληθινή καλοσύνη γνωρίζει πότε να πει ναι και πότε όχι, δεν φοβάται τη δυσαρέσκεια, όταν αυτή υπηρετεί το καλό.
Ο Χρυσόστομος μιλά συχνά για την ελευθερία του χριστιανού. Εκείνος που εξαρτάται από τη γνώμη των άλλων δεν είναι ελεύθερος, είναι δούλος της αποδοχής. Κάθε βλέμμα, κάθε σχόλιο, κάθε σιωπή γίνεται κριτήριο αξίας. Αυτή η δουλεία κουράζει βαθιά. Ο άνθρωπος ζει σε διαρκή εγρήγορση, προσπαθώντας να μαντέψει τι περιμένουν οι άλλοι από αυτόν και όσο περισσότερο προσπαθεί, τόσο περισσότερο χάνει την ειρήνη του.
Για τον Άγιο Ιωάννη, η ταπείνωση δεν είναι αυτο-υποτίμηση, αλλά ελευθερία. Ο ταπεινός άνθρωπος δεν προσπαθεί να φανεί καλός, γιατί δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα, γνωρίζει ότι η αξία του δεν εξαρτάται από τα χειροκροτήματα. Όταν ο άνθρωπος ταπεινωθεί ενώπιον του Θεού, παύει να αγωνιά για την εικόνα του στους ανθρώπους, τότε μπορεί να αγαπήσει αληθινά, χωρίς φόβο και χωρίς υπολογισμό.
Ο Άγιος Ιωάννης τονίζει ότι ο χριστιανός καλείται να ακούει πρώτα τη συνείδησή του και όχι τον θόρυβο των ανθρώπων. Η συνείδηση, φωτισμένη από το Θεό, είναι ασφαλέστερος οδηγός από τη γνώμη του πλήθους. Όταν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τη συνείδησή του, μπορεί να δυσαρεστήσει, αλλά δεν διαλύεται εσωτερικά. Η ειρήνη της καρδιάς αξίζει περισσότερο από την πρόσκαιρη αποδοχή.
Η ψεύτικη καλοσύνη συχνά κρύβει χειραγώγηση. Ο άνθρωπος γίνεται καλός για να πάρει αγάπη, αναγνώριση, ασφάλεια. Ο Χρυσόστομος αποκαλύπτει αυτή την παγίδα και καλεί σε αγάπη καθαρή. Η αληθινή αγάπη δεν ζητά ανταλλάγματα, δεν φοβάται να χάσει, και γι' αυτό είναι δυνατή. Όταν η αγάπη απελευθερωθεί από τη σκοπιμότητα, τότε παύει να κουράζει.
Ο Άγιος Ιωάννης στρέφει πάντοτε το βλέμμα στο Χριστό. Ο Χριστός αγάπησε όλους, αλλά δεν προσπάθησε να αρέσει σε όλους, είπε την αλήθεια ακόμη και όταν Τον εγκατέλειψαν και αυτή η στάση φανερώνει την τέλεια αγάπη. Ο Χριστός δείχνει ότι η αλήθεια έχει κόστος, αλλά οδηγεί στη ζωή. Ο χριστιανός που Τον ακολουθεί δεν καλείται να είναι ευχάριστος, αλλά αληθινός.
Όταν ο άνθρωπος σταματήσει να προσποιείται την καλοσύνη και αρχίσει να ζει την αλήθεια με αγάπη, το κάτι αλλάζει βαθιά μέσα του, η κόπωση υποχωρεί, η καρδιά αναπνέει. Ο Άγιος Ιωάννης θα έλεγε ότι η ειρήνη αυτή είναι καρπός συμφιλίωσης με τον εαυτό και τον Θεό. Δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύεις ότι είσαι καλός αρκεί να είσαι αληθινός.
Η αληθινή καλοσύνη κατά τον Χρυσόστομο δεν είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας, αλλά καρπός της χάρης του Θεού. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό, τόσο πιο φυσικά γίνεται καλός. Τότε η καλοσύνη δεν κουράζει γιατί δεν είναι δική του κατάκτηση, αλλά θεϊκό δώρο. Ρέει χωρίς πίεση, χωρίς άγχος, χωρίς φόβο.
Αν κουράστηκες να προσπαθείς να είσαι καλός για όλους, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σου υπενθυμίζει ότι δεν κλήθηκες να αρέσεις, αλλά να αγαπήσεις. Όχι με φόβο, αλλά με αλήθεια, όχι με προσποίηση, αλλά με ελευθερία. Όταν πάψεις να ζεις για την αποδοχή των άλλων και αρχίσεις να ζεις ενώπιον του Θεού, τότε η καλοσύνη σου θα γίνει φως και όχι βάρος, και η ψυχή σου θα βρει την ανάπαυση που τόσο καιρό αναζητούσε.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
Κάποιο Σάββατο ο Κύριος, όπως συνήθιζε, δίδασκε σε μία απ’ τις Συναγωγές. Ανάμεσα στο πλήθος μόλις που ξεχώριζε μία γυναίκα σκυμμένη διαρκώς με κυρτωμένο το σώμα της τόσο πολύ, που δεν μπορούσε καθόλου να σηκώσει όρθιο το κεφάλι της. Βασανιζόταν η δύστυχη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια από σατανική ενέργεια. Όταν λοιπόν την είδε ο Κύριος, της φώναξε: Γυναίκα, είσαι ελεύθερη από την αρρώστια σου. Άπλωσε πάνω της τα χαριτόβρυτα χέρια του και την ίδια στιγμή έγινε καλά, σηκώθηκε ολόρθη και δόξαζε τον Θεό για τη θεραπεία της.
Γιατί όμως ο Κύριος σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τη γυναίκα αυτή χωρίς η ίδια να ζητήσει τη θεραπεία της; Διότι η γυναίκα αυτή ήταν ευσεβής, αν και είχε μία τόσο βασανιστική και παραμορφωτική ασθένεια, που καθιστούσε δύσκολη και επίπονη κι αυτήν ακόμη τη μετακίνησή της, δεν απουσίαζε όμως από τη Συναγωγή την ημέρα του Σαββάτου. Επιπλέον η γυναίκα αυτή, ενώ ήταν άρρωστη δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν σκληρύνθηκε η καρδιά της, δεν έγινε άπιστη. Αντίθετα μέσα στη δοκιμασία της έμεινε σταθερή στην πίστη της. Και προσήλθε στη Συναγωγή με τόσο κόπο, διότι είχε πόθο να ακούει το λόγο του Θεού. Φαίνεται μάλιστα ότι άκουγε το κήρυγμα του Κυρίου με ενδιαφέρον πολύ κι εκδήλωνε βαθιά εμπιστοσύνη σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν της ζήτησε πίστη για να κάνει το θαύμα, διότι διέκρινε την εσωτερική της διάθεση. Ούτε της είπε «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες». Κατόπιν μάλιστα την ονόμασε και «κόρη του Αβραάμ», για να αποκαλύψει την ευσέβειά της.
Φαίνεται λοιπόν ότι η γυναίκα αυτή είχε εξαγνισθεί με την ασθένειά της, είχε αποκτήσει βαθύτερη ευσέβεια και πίστη. Ήλθε στη Συναγωγή για να διδαχθεί και να ωφεληθεί πνευματικώς. Και ο Κύριος μαζί με την ωφέλεια της ψυχής της της χάρισε και τη θεραπεία του σώματος.
Η γυναίκα αυτή έγινε σ’ όλους παράδειγμα που μας διδάσκει πολύ. Μας διδάσκει να συμμετέχουμε κάθε Κυριακή στη λατρεία του Θεού. Και μάλιστα εμείς που δεν πηγαίνουμε απλώς σε Συναγωγή για την ακρόαση του λόγου του Θεού, αλλά πηγαίνουμε στους ιερούς Ναούς μας, όπου τελείται η φοβερή και αναίμακτη θυσία του Κυρίου μας, άγγελοι και άγιοι και ο ίδιος ο Θεός είναι ανάμεσά μας. Πόσο αδικαιολόγητοι λοιπόν είμαστε να απουσιάζουμε, όταν μία συγκύπτουσα με τόσο κόπο δεν παρέλειπε το ιερό της καθήκον. Και τι απολογία θα δώσουμε στο Θεό την ώρα της Κρίσεως, όταν ο Κύριος θα κρίνει μπροστά μας κι εκείνη κι εμάς; Κάθε Κυριακή λοιπόν στο Ναό του Θεού, για να παίρνουμε χάρη και δύναμη, φως και ζωή. Κάποτε και το θαύμα, εάν ο Θεός το κρίνει.
Ο φθόνος οδηγεί σε παραλογισμό
Μόλις η γυναίκα θεραπεύτηκε, τα έκπληκτα μάτια όλων στράφηκαν προς τον Κύριο. Ένας όμως δεν άντεχε την κατάσταση αυτή. Ο Αρχισυνάγωγος! Αυτός δεν μπόρεσε να κρύψει τη ζήλεια του, και γεμάτος αγανάκτηση άρχισε να διαμαρτύρεται: Έξι μέρες μπορούμε να εργαζόμαστε, φώναξε. Αυτές τις εργάσιμες ημέρες να έρχεστε να θεραπεύεστε, κι όχι το Σάββατο.
Ο Κύριος όμως βλέποντας τη φοβερή υποκρισία και το φθόνο του Αρχισυναγώγου, τον ξεσκέπασε μπροστά σε όλους: Υποκριτή, του λέει. Ο καθένας σας την ημέρα του Σαββάτου δεν λύνει το βόδι του ή το γαϊδουράκι του από τη φάτνη και δεν το πηγαίνει να το ποτίσει; Και το κάνει αυτό χωρίς να θεωρείται παραβάτης της αργίας του Σαββάτου. Αυτή όμως η γυναίκα, που είναι κόρη του Αβραάμ και την έδεσε ο σατανάς με τέτοια αρρώστια, ώστε να μην μπορεί να σηκωθεί όρθια δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, δεν έπρεπε να θεραπευτεί την ημέρα του Σαββάτου; Κι ενώ τα έλεγε αυτά ο Κύριος, ντροπιάζονταν όλοι οι αντίθετοί του και ιδιαιτέρως ο Αρχισυνάγωγος.
Διότι αυτός ήταν τόσο πολύ κυριευμένος από το φθόνο, ώστε παραλογίστηκε. Επειδή δεν τολμούσε να ελέγξει κατευθείαν τον Κύριο, τα έβαλε πονηρά και υποκριτικά με το λαό. Τους κατηγόρησε ότι παρέβαιναν το Σάββατο, ενώ καμία σχέση δεν είχε ο λαός με τη θεραπεία που έγινε. Αλλά ούτε η γυναίκα που θεραπεύτηκε παρακάλεσε τον Κύριο να τη θεραπεύσει. Έπρεπε λοιπόν να διαμαρτυρηθεί και να αρνηθεί τη θεραπεία της; Τέλος, αντί να αναγνωρίσει ο Αρχισυνάγωγος το θαύμα που έγινε, το παρουσιάζει ως μια απλή ανθρώπινη ενέργεια! Εάν ήταν όμως μία φυσική θεραπεία, τότε γιατί δεν την έκανε ο ίδιος στη συγκύπτουσα κάποια άλλη μέρα; Τόσα χρόνια την είχε κοντά του.
Ο φθόνος λοιπόν παραλογίζει και εξευτελίζει τον άνθρωπο. Είναι μία ασθένεια που όταν μας κυριεύσει, μας κάνει ανεξέλεγκτους. Κάποτε οδηγεί και σε πράξεις αποτρόπαιες και εγκληματικές. Πάντοτε όμως αναστατώνει και συχνά διαλύει τις ανθρώπινες σχέσεις. Γίνεται τείχος ακόμη κι ανάμεσα σε συγγενείς. Διαλύει οικογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυχές. Χρειάζεται επομένως πολλή προσοχή. Εάν βλέπουμε μέσα στην ψυχή μας το παραμικρό ίχνος ζήλειας, μην το αφήνουμε να εξελιχθεί. Αλλά να προστρέχουμε στο έλεος του Θεού, στο Μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως και να ζητούμε τη Χάρη του Θεού για να το καταπολεμήσουμε αμέσως, πριν να είναι πολύ αργά.
Η γέννηση του Χριστού δεν είναι μια γλυκιά ιστορία για παιδιά, ούτε ένα τρυφερό σκηνικό με φάτνη και ποιμένες, είναι η πιο μεγάλη και ακατάληπτη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας. Η στιγμή κατά την οποία ο άπειρος Θεός εισήλθε μέσα στον χρόνο, ο ασώματος έλαβε σάρκα, ο δημιουργός έγινε πλάσμα, για να γίνει το πλάσμα παιδί του. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ονομάζει αυτή τη νύχτα νύχτα σωτηρίας, επειδή σ' αυτήν συντελείται η θεία συγκατάβαση, το μυστήριο της θεώσεως του ανθρώπου. Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο ουρανός κατέβηκε στη γη, και όχι μόνο κατέβηκε, αλλά ενώθηκε με αυτήν για πάντα. Αυτή η νύχτα άλλαξε την πορεία της ιστορίας και μεταμόρφωσε την ανθρώπινη φύση. Στο πρόσωπο του Χριστού γεννιέται ένας καινούριος τρόπος υπάρξεως, μια ζωή που δεν περιορίζεται από την φθορά, την αμαρτία ή τον θάνατο. Η λέξη συγκατάβαση είναι κλειδί της θεολογίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Για τον Άγιο ο Θεός κατεβαίνει όχι επειδή ο άνθρωπος τον αναζήτησε, αλλά επειδή εκείνος αγάπησε πρώτος. Η γέννηση λοιπόν δεν είναι μόνο γεγονός, είναι και μέθοδος του Θεού. Ο Θεός πλησιάζει τον άνθρωπο με τρόπο που να μην τρομάζει, αλλά να ελκύει. Ο Θεός γίνεται παιδί, Αυτός που με έναν λόγο του δημιούργησε τα σύμπαντα τώρα κλαίει μέσα σε μια φάτνη. Αυτός που κρατά τα πάντα στην ύπαρξη τώρα κρατιέται από την Παναγία. Ο Παντοκράτωρ εμφανίζεται ανίσχυρος και αυτό όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Η Θεία Συγκατάβαση φανερώνει ότι ο Θεός θέλει να δεχθούμε την παρουσία Του όχι από φόβο, αλλά από εμπιστοσύνη. Ο Χρυσόστομος λέει πως ο Θεός κατεβαίνει τόσο πολύ ώστε να μην υπάρχει άνθρωπος τόσο ταπεινωμένος που να μην μπορεί να Τον πλησιάσει. Αυτό είναι το μεγαλείο της ενανθρωπίσεως, ότι ο Θεός έγινε αυτό που είμαστε για να γίνουμε εμείς αυτό που Εκείνος είναι κατά χάριν. Η γέννηση θα μπορούσε να γίνει σε παλάτι, σε τόπο ένδοξο και τιμημένο, γιατί όμως γίνεται σε σπήλαιο; Ο Χρυσόστομος δίνει την απάντηση· για να δείξει ο Θεός ότι δεν ήρθε να βρει κόσμο τέλειο, αλλά κόσμο πληγωμένο. Η φάτνη δεν είναι απλώς ταπεινότητα, είναι αποκάλυψη. Στο σκοτεινό σπήλαιο καθρεφτίζεται ο σκοτεινός κόσμος του ανθρώπου, εκεί όπου βασιλεύει η φτώχεια, η εγκατάλειψη, το κρύο. Η φάτνη είναι εικόνα της καρδιάς μας όταν είναι άδεια, αφιλόξενη, γεμάτη από θόρυβο πάθη και πνευματική ακαθαρσία και όμως ο Χριστός επιλέγει ακριβώς αυτήν την καρδιά για να γεννηθεί, δεν περιμένει να καθαρίσουμε πρώτα, έρχεται, και με την παρουσία Του καθαρίζει. Η γέννηση μέσα στη φάτνη είναι το θεϊκό σκάνδαλο της αγάπης. Ο Θεός παραδίδει τον εαυτό Του κυριολεκτικά στα χέρια των ανθρώπων, η φάτνη γίνεται θρόνος, το σπήλαιο γίνεται ουρανός, η γη γίνεται παράδεισος. Οι άνθρωποι που προσκύνησαν τον Χριστό δεν ήταν ισχυροί, μορφωμένοι ή τίμιοι κατά τα κοσμικά μέτρα, ήταν ποιμένες, άνθρωποι απλοί, κουρασμένοι, φτωχοί και μάλλον αμόρφωτοι. Γιατί? Επειδή είχαν καθαρή καρδιά. Αυτοί που ζούσαν μέσα στη νύχτα έλαβαν πρώτοι το φως. Αυτοί που άκουγαν σιωπή, άκουσαν πρώτοι τον αγγελικό ύμνο. Αυτό αποκαλύπτει μια βαθιά αλήθεια. Η θεοφάνεια δεν δίνεται σε όσους έχουν πολύ γνώση, αλλά σε όσους έχουν πολύ απλότητα και ταπείνωση. Οι ποιμένες διδάσκουν ότι ο Θεός αποκαλύπτεται σε αυτούς που δεν έχουν ψευδαισθήσεις για τον εαυτό τους. Σε εκείνους που είναι ικανοί να πουν «δεν είμαι τίποτα», έλα εσύ! Οι μάγοι είναι το αντίθετο των ποιμένων ως προς την κοινωνική θέση, αλλά έχουν το ίδιο εσωτερικό χαρακτηριστικό, αναζητούν αληθινά. Ο Χρυσόστομος σημειώνει ότι οι μάγοι είναι εικόνα όλης της ανθρωπότητας των εθνών. Ζητούν την αλήθεια και ο Θεός τους οδηγεί, δεν τους εγκαταλείπει στη γνώση τους ή στα άστρα. Το άστρο τους οδηγεί στον Χριστό και εξαφανίζεται μόλις Τον συναντούν, γιατί πια δεν χρειάζεται. Ο άνθρωπος ζητά το Θεό και όταν Τον ζητά από καρδιάς, ο Θεός πάντα φανερώνεται. Η γέννηση αποκαλύπτει που ο Θεός τιμά την ανθρώπινη αναζήτηση και την οδηγεί εκεί όπου πρέπει, όχι στη φιλοσοφία, αλλά στην ταπεινή φάτνη. Τη νύχτα της γέννησης ο ουρανός δεν ανοίγει απλώς, ενώνεται με τη γη. Οι άγγελοι δεν ψάλλουν από μακριά, αλλά στέκονται δίπλα στους ανθρώπους. Η φάτνη γίνεται τόπος συνάντησης των δύο κόσμων. Ο Θεός δεν βρίσκεται πλέον σε απρόσιτο φως, αλλά μέσα στον κόσμο, δίπλα μας, ανάμεσά μας. Ο Χρυσόστομος τονίζει ότι από τη στιγμή της γέννησης η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται, φορά τη δόξα του Θεού. Στο πρόσωπο του Χριστού η ανθρώπινη φύση γίνεται κατοικητήριο της θεότητος, και αυτό σημαίνει μόνο ένα πράγμα, ότι η θέωση είναι πια δυνατή. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει όμοιος με εκείνον, κατά χάριν. Η ενανθρώπιση δεν είναι μια στιγμή, είναι διαδικασία θεώσεως. Κάθε φορά που ο άνθρωπος ανοίγει την καρδιά του στον Χριστό, μια μικρή γέννηση λαμβάνει χώρα μέσα του, ο ουρανός κατεβαίνει ξανά στη γη. Ο Χριστός δεν γεννιέται απλώς, γεννιέται ως παιδί και αυτό έχει βαθύ θεολογικό νόημα. Ο Θεός γίνεται νήπιο για να μας φανερώσει την πνευματική κατάσταση στην οποία καλούμαστε να επιστρέψουμε, όχι να γίνουμε αφελείς, αλλά να γίνουμε καθαροί στην καρδιά απαλλαγμένοι από πονηριά, μικρότητα και σκληρότητα. Η παιδικότητα του Χριστού αποκαλύπτει ότι η σχέση με τον Θεό δεν χτίζεται με λογικές αποδείξεις και επιχειρήματα, αλλά με απλότητα, εμπιστοσύνη και αγάπη. Η πνευματική ζωή είναι δρόμος παιδικής καρδιάς, εξ΄ ου και ο Χρυσόστομος επιμένει: μόνο οι ταπεινοί κατά το φρόνημα χωρούν την μεγάλη χάρη. Η γέννηση δεν είναι γιορτή μόνο χαράς, αλλά και παρηγοριάς. Ο Χριστός έρχεται μέσα στη νύχτα, όχι μέσα στο φως, όχι σε εποχή ειρήνης, αλλά σε εποχή σκοτεινής τυραννίας, όχι σε τόπο άνεσης, αλλά στη φτώχεια και στην αφάνεια. Αυτό σημαίνει πως ο Χριστός μπορεί να έρθει και στη δική μας νύχτα, στη νύχτα της λύπης, της θλίψης, των αδιεξόδων, των αμαρτιών και των φόβων. Δεν περιμένει να βγούμε πρώτα στο φως, έρχεται Εκείνος και όταν έρθει, η νύχτα δεν εξαφανίζεται αμέσως, αλλά γίνεται διάφανη από την παρουσία Του. Ο Χριστός δεν ήρθε για τους δυνατούς, αλλά για τους αδύναμους, δεν ήρθε για τους άγιους, αλλά για τους αμαρτωλούς, δεν ήρθε για τον ουρανό, αλλά για τη γη. Η νύχτα της γέννησης είναι η νύχτα της σωτηρίας, η νύχτα όπου ο άπειρος Θεός κρύβεται στη σάρκα ενός νεογέννητου, η νύχτα όπου η ταπεινότητα νικά την ύβρη, όπου η αγάπη νικά το θάνατο, όπου ο ουρανός κατεβαίνει στη γη για να σηκώσει τη γη στον ουρανό. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος βλέπει στη γέννηση την αρχή της θεώσεως του ανθρώπου. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός κατά χάριν και κάθε φορά που γιορτάζουμε τη γέννηση, αυτή η αλήθεια ξαναλάμπει. Ο Θεός είναι ήδη κοντά μας, το μόνο που μένει είναι να ανοίξουμε την φάτνη της καρδιάς μας, όσο ταπεινή κι αν είναι, για να γεννηθεί μέσα μας το φως που ξανακάνει τον κόσμο καινούριο.
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ