† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ Α' Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ (6 Νοεμβρίου)


Τόν ἔπνιξαν οἱ Ἀρειανοί (αἱρετικοί) στήν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας μέ τό ἴδιο του τό ὠμοφόριο!

Στίς 6 Νοεμβρίου ἑορτάζεται ἡ μνήμη τοῦ ὁμολογητοῦ καί ἱερομάρτυρος Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Παύλου.

Ὁ μέγας αὐτός ὁμολογητής καί μάρτυρας κατήγετο ἀπό τήν Θεσσαλονίκη. Ἐχρημάτισε γραμματικός τοῦ ἁγιωτάτου Πατριάρχου Ἀλεξάνδρου, μετά τήν κοίμηση τοῦ ὁποίου οἱ ὀρθόδοξοι τόν ἐχειροτόνησαν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Βασιλεύς τότε (351) στήν Κωνσταντινούπολη ἦταν ὁ Κωστάντιος, ὁ ὁποῖος εἶχε παρασυρθεῖ ἀπό τίς αἱρετικές διδασκαλίες τοῦ Ἀρείου, ἔγινε φανατικός Ἀρειανός καί προχώρησε ἀμέσως στήν δίωξη καί ἀπομάκρυνση τοῦ Ὀρθοδόξου Παύλου ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο.

Ὁ κατατρεγμένος ἅγιος Παῦλος πῆγε στή Ρώμη, ὅπου βρῆκε καί τόν ἅγιο Ἀθανάσιο, ὁ ὁποῖος ἐπίσης εἶχε βιαίως ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν θρόνο του λόγῳ τῶν ἀγώνων του ἐναντίον τῶν κακοδοξιῶν τοῦ αἱρετικοῦ Ἀρείου.

Στήν Ρώμη βασιλέας ἦταν ὁ Κώνστας, ἀδελφός τοῦ βασιλέα τῆς Κωνσταντινουπόλεως Κωνστάντιου, ὁ ὁποῖος ὅμως σέ ἀντίθεση μέ τόν ἀδελφό του κατεδίκασε τόν αἰρετικό τόν Ἄρειο καί παρέμεινε προσηλωμένος στήν Ὀρθοδοξία. Μέ δυναμική παρέμβαση τοῦ Κώνστα ἐπανέρχεται ὁ ἅγιος Παῦλος στόν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλά πολύ γρήγορα διώκεται ἐκ νέου ἀπό τόν Κωνστάντιο καί ἐξορίζεται στήν Κουκουσό τῆς Ἀρμενίας. Ἐκεῖ τόν εἶχαν φυλακισμένο μέσα σέ ἕνα οἴκημα, ὅπου καί βρῆκε τέλος φρικτό καί ἀπάνθρωπο. Σέ ὥρα θείας Λειτουργίας οἰ Ἀρειανοί τόν ἔπνιξαν μέ τό ἴδιο του τό ὠμοφόριο!

Θά μποροῦσε καί ὁ ἅγιος Παῦλος νά κρατάει τό στόμα του κλειστό ἀπέναντι στίς αἱρέσεις καί τούς αἱρετικούς, νά τά ἔχει καλά μέ τόν αἱρετικό Ἀρειανό Πατριάρχη, νά τόν τιμᾶνε καί νά τόν ἐπαινοῦν ἀνάξιοι καί ἐπίορκοι ἐκκλησιαστικοί καί πολιτικοί ἀξιωματοῦχοι, ἀλλά δέν τό ἔκανε. Γιά τήν ἀγάπη του στόν Χριστό καί τήν Ὀρθοδοξία προτίμησε τήν ὁμολογία, τούς διωγμούς, τίς ἐξορίες καί τελικά τόν θάνατο διά πνιγμοῦ. Γνώριζε πολύ καλά, ὅτι ἡ αἵρεση καταδικάζει τόν ἄνθρωπο σέ αἰωνία κόλαση· γι’ αὐτό καί δέν συμβιβάστηκε.

Πηγή

Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος γ’. Αὐτόμελον.

Θείας πίστεως ὁμολογία, ἄλλον Παῦλόν σε τῇ Ἐκκλησίᾳ, ζηλωτὴν ἐν ἱερεῦσιν ἀνέδειξε· συνεκβοᾷ σοι καὶ Ἄβελ πρὸς Κύριον, καὶ Ζαχαρίου τὸ αἷμα τὸ δίκαιον. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.



Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.

Ἀστράψας ἐν γῇ, ὡς ἄστρον οὐρανόφωτον, τὴν καθολικήν, φωτίζεις Ἐκκλησίαν νῦν, ὑπὲρ ἧς καὶ ἤθλησας, τὴν ψυχήν σου Παῦλε προθέμενος, καὶ ὡς Ζαχαρίου καὶ Ἀβελ τρανῶς, βοᾷ σου τὸ αἷμα πρὸς Κύριον.

Ὁ Οἶκος
Ὁμολογίας στύλος ὑπάρχεις, καὶ ὁμώνυμος Παύλου τοῦ φωστῆρος τῆς γῆς, ὁμότροπός τε καὶ σύναθλος, τὰ στίγματα τοῦ Ἰησοῦ βαστάζων ἐν τῷ σώματι, Παῦλε ἰερομύστα· καὶ ἐν αὐτοὶς ἐντρυφῶν, καὶ καυχώμενος πάντοτε, ἐνώπιον βασιλέων κακοδόξων ὤφθης ἱστάμενος, καὶ μὴ πτοούμενος, μᾶλλον δὲ δυναμούμενος. Ὅθεν τρανώτερον βοᾷ σου τὸ αἷμα πρὸς Κύριον.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ’. Τὴν Σοφίαν.

Ὡς τοῦ σκεύους ὑπάρχων τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὁμώνυμος Πάτερ καὶ μιμητής, κινδύνους ὑπέμεινας, καὶ διωγμοὺς ὑπὲρ πίστεως, καὶ ὡς αὐτὸς τὴν Ῥώμην, κατέλαβες Ὅσιε, πανταχοῦ κηρύσσων, Τριάδος τὸ ὁμότιμον· ὅθεν καὶ τὸν δρόμον, ἐν Ἀρμενίᾳ τελέσας, ἀξίως ἀπείληφας, ἐκ Κυρίου τὸν στέφανον, καταισχύνας τὸν Ἄρειον· Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, τῶν πταισμάτων ἄφεσιν δωρήσασθαι, τοῖς ἑορτάζουσι πόθῳ, τὴν ἁγίαν μνήμην σου.

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2025

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΟΡΟΙ «ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ» ΚΑΙ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ» ΑΚΡΙΒΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ ΜΑΣ;

 

Εἶναι οἱ ὅροι «Χριστιανὸς» καὶ «᾿Ορθόδοξος» ἀκριβεῖς εἰς τοὺς χρόνους μας;

᾿Αρχιεπισκόπου ΑΒΕΡΚΙΟΥ († 1976)
 Συρακουσῶν καὶ Τριάδος
 τῆς Ρωσικῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας Διασπορᾶς

            ΜΕΧΡΙ πρό τινος, αἱ ἔννοιαι καὶ οἱ ὅροι «Χριστιανὸς» καὶ «᾿Ορθόδοξος» ἦσαν ἀναμφισβήτητοι καὶ σημαίνοντες. Τώρα, ἐν τούτοις, ζῶμεν εἰς χρόνους τόσον δεινούς, τόσον πεπληρωμένους ψεύδους καὶ ἀπάτης, ὅπου τοιαῦται ἔννοιαι καὶ τοιοῦτοι ὅροι δὲν μεταδίδουν πλέον κάτι τὸ σημαντικόν, ὅταν χρησιμοποιῶνται ἄνευ περαιτέρω διευκρινίσεως. Δὲν ἀντανακλοῦν τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἔχουν γίνει μᾶλλον ἐτικέττες καὶ ἐξαπατοῦν.
            Πολλαὶ κοινωνίαι καὶ ὀργανισμοὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας αὐτο-αποκαλοῦνται «Χριστιανικοί», ἄν καὶ δὲν ὑπάρχῃ τίποτε τὸ Χριστιανικὸν εἰς αὐτούς, ἐφ᾿ ὅσον ἀπορρίπτουν τὸ πρωταρχικὸν δόγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ: τὴν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὅπως πράττουν ἀρκεταὶ ἐκ τῶν πολὺ προσφάτων σεκτῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ καθ᾿ αὐτὸ πνεῦμα τοῦ γνησίου Χριστιανισμοῦ, τὸ ὁποῖον προκύπτει τόσον φυσιολογικῶς καὶ τόσον ἀβιάστως ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι ἐν πολλοῖς σχεδὸν ξένον.
            ᾿Εσχάτως, ὁ ὅρος «᾿Ορθόδοξος» ἔχει ἐπίσης παύσει εἰς μεγάλον βαθμὸν νὰ ἐκφράζῃ αὐτὸ ποὺ σημαίνει, διότι ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ εἰς τὴν πραγματικότητα ἔχουν ἀποστατήσει ἀπὸ τὴν γνησίαν ᾿Ορθοδοξίαν καὶ ἔχουν γίνει προδόται τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως καὶ ᾿Εκκλησίας, ἐν τούτοις ἐξακολουθοῦν νὰ αὐτοαποκαλῶνται «᾿Ορθόδοξοι».
            Τοιοῦτοι ἀκριβῶς εἶναι ὅλοι οἱ καινοτόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τὸ γνήσιον πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ κατωφερὲς μονοπάτι τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων μὲ τοὺς ἐχθροὺς τῆς ᾿Ορθοδοξίας, οἱ ὁποῖοι προπαγανδίζουν διὰ κοινὴν προσευχήν, ἀκόμη καὶ διὰ λειτουργικὴν κοινωνίαν μὲ ἐκείνους ποὺ δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ἁγίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν.
            Τοιοῦτοι ἀκριβῶς εἶναι οἱ «ἀνακαινισταὶ» (τὸ ὄνομα τῶν μελῶν τῆς «Ζώσης ᾿Εκκλησίας» ἐντὸς τῆς Ρωσίας, οἱ ὁποῖοι καθωδηγοῦντο ὑπὸ τῶν Μπολσεβίκων τοῦ 1920), καὶ οἱ σύγχρονοι «νεο-ανακαινισταί», οἱ «νεο-ορθόδοξοι», (ὅπως μερικοὶ ἐξ αὐτῶν αὐτοχαρακτηρίζονται), οἱ ὁποῖοι φωνασκοῦν περὶ τοῦ πόσον οὐσιαστικὸν εἶναι νὰ «ἀνανεωθῇ ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία»· ἐπίσης ὁμιλοῦν περὶ πολλῶν εἰδῶν «μεταρρυθμίσεων εἰς τὴν ᾿Ορθοδοξίαν», ἡ ὁποία δῆθεν ἔχει περιέλθει εἰς «ἀπολίθωσιν» καὶ εἶναι «ἑτοιμοθάνατος».
            Αὐτοὶ κοσκινίζουν τοιαῦτα πράγματα, ἀντὶ νὰ συγκεντρώσουν τὴν προσοχήν των προσευχητικῶς ἐπάνω εἰς τὴν ἀληθῶς οὐσιαστικὴν ἀνανέωσιν τῶν ψυχῶν των καὶ τὴν ἐκ θεμελίων ἀνακαίνισιν τῆς ἁμαρτωλῆς των φύσεως ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰς ἐπιθυμίας. Αὐτοὶ ἐπιμόνως προκηρύσσουν ἕνωσιν μὲ αἱρετικούς, μὴ ᾿Ορθοδόξους, ἀκόμη καὶ μὴ Χριστιανούς. Προκηρύσσουν τὴν «ἕνωσιν τῶν πάντων», ἀλλὰ δίχως τὴν ἑνότητα τοῦ πνεύματος καὶ τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία κάμνει μία τοιαύτην ἕνωσιν δυνατήν.
            Τοιοῦτοι, παραδείγματος χάριν, εἶναι εἰς τὰς ἡμέρας μας οἱ Οἰκουμενικοὶ Πατριάρχαι Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ παρελθὸν ἀνεγνώρισαν τὴν «Ζῶσαν ᾿Εκκλησίαν» εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ρωσίαν ὡς νόμιμον καὶ τώρα ἀναγνωρίζουν τὸν Πάπαν τῆς Ῥώμης, ὡς τὴν «κεφαλὴν ὁλοκλήρου τῆς Χριστιανικῆς ᾿Εκκλησίας», καὶ ἀκόμη ἀποδέχονται τοὺς Παπικοὺς Λατίνους εἰς τὴν ἁγίαν Κοινωνίαν, δίχως τὴν προτέραν ἔνταξιν αὐτῶν εἰς τὴν ἁγίαν ᾿Ορθόδοξον ᾿Εκκλησίαν.
            Τοιοῦτοι εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπράκτως συμμετέχουν εἰς τὴν οὕτω καλουμένην Οἰκουμενικὴν Κίνησιν, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται τόσον κραυγαλέως νὰ δημιουργήσῃ ἕν εἶδος ψευδο-εκκλησίας, ἀπαρτιζομένης ἀπὸ ὅλας τὰς ῾Ομολογίας ποὺ ὑφίστανται αὐτὴν τὴν στιγμήν.

            Τοιοῦτοι ἐπίσης εἶναι πολλοὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πλήρως πιστοὶ εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν καὶ εἰς τὴν ἁγίαν Του ᾿Εκκλησίαν, ἀλλὰ ὑπηρετοῦν τοὺς ἀχρείους ἐχθροὺς Αὐτοῦ ἤ τοὺς εὐαρεστοῦν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλον τρόπον, βοηθοῦντες αὐτοὺς νὰ πραγματοποιήσουν τοὺς ἀντιχριστιανικοὺς σκοποὺς αὐτῶν εἰς ἕνα κόσμον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸν Θεόν.
            Ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ μᾶς ἀρνηθῇ τὸ νόμιμον δικαίωμά μας νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν τοιούτους ἀνθρώπους ὡς ᾿Ορθοδόξους, ἀκόμη καὶ ἄν αὐτοὶ ἠμπορεῖ νὰ ἐμμένουν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ὀνόματος, φέροντες ποικίλους ὑψηλοὺς βαθμοὺς καὶ τίτλους;
            ᾿Απὸ τὴν ᾿Εκκλησιαστικὴν ῾Ιστορίαν γνωρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ὀλίγοι αἱρετικοὶ ἤ ἀκόμη καὶ αἱρεσιάρχαι ὑψηλῶν βαθμῶν (ἱερωσύνης), οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν ἐπισήμως ἀπὸ τὴν (Ὀρθόδοξον) Καθολικὴν ᾿Εκκλησίαν καὶ ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰς θέσεις των.
            ᾿Αλλὰ τί παρατηροῦμεν σήμερον;
            Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι μία ἐποχὴ ἀπεριορίστων παραχωρήσεων καὶ πονηρῶν συναλλαγῶν, ὅπου ἀκόμη καὶ αἱ πλέον σκανδαλώδεις αἱρετικαὶ πράξεις ἤ δηλώσεις δὲν ἐνοχλοῦν κανένα.
            Πολὺ ὀλίγοι ἀντιδροῦν ὅπως θὰ ἔπρεπε εἰς αὐτὴν τὴν ἀνοικτὴν ἀποστασίαν ἀπὸ τὴν ᾿Ορθοδοξίαν, καὶ ὅσον διὰ τὴν καταδίκην αὐτῶν τῶν νεοφανῶν αἱρετικῶν καὶ ἀποστατῶν, οὔτε κἄν νὰ τὸ σκεφθῇ κανείς.
            Σήμερον τὸ πᾶν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς πάντας καὶ τίποτε δὲν ἀπαγορεύεται εἰς κανένα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰς περιπτώσεις ὅπου κάποιος θίγεται προσωπικῶς, δυσαρεστεῖται καὶ προσβάλλεται, καθὼς αἱ ἀνοησίαι αὐτῶν (τῶν Οἰκουμενιστῶν) φανεροῦνται δημοσίως.
            ῎Ω, εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις κάτι τέτοιον εἶναι ἀσυγχώρητον!
            ᾿Αμέσως ἀπειλαὶ  κάμνουν τὴν ἐμφάνισίν των, βασιζόμεναι εἰς ἐκείνους τοὺς λησμονημένους ἱεροὺς Κανόνας, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν θεωροῦνται «πεπαλαιωμένοι, ἀσυγχρόνιστοι καὶ μὴ ἀποδεκτοὶ» εἰς τοὺς προχωρημένους, προοδευτικοὺς καιρούς μας!
            Αὐτὸ εἶναι τὸ εἶδος τῆς ἠθικῆς ἀποσυνθέσεως, τῆς πραγματικῆς πνευματικῆς τερατωδίας, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν.
            ῾Η ἀλήθεια προθύμως ἀγνοεῖται καὶ ἀναιδῶς παραμερίζεται, καθὼς ὁ διάβολος, μὲ τὴν ἰδίαν εὐκολίαν, ἑορτάζει τὴν θριαμβευτικήν του νίκην καὶ χαιρεκάκως περιγελᾶ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐκτοπίσει καὶ ποδοπατήσει.
            Εἶναι δυνατὸν νὰ συμφιλιώσῃ κανεὶς τὴν συνείδησίν του μὲ αὐτὴν τὴν σύγχρονον κατάστασιν; ᾿Ημπορεῖ νὰ κλείσῃ κάποιος τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ψεύδη καὶ νὰ διάγῃ ἠρέμως, ὡσὰν νὰ μὴ βλέπῃ τίποτε λανθασμένον; Μόνον ἄτομα, τῶν ὁποίων αἱ συνειδήσεις ἐπωρώθησαν ἤ πλήρως ἐχάθησαν, ἠμποροῦν νὰ πράξουν οὕτω.
            ᾿Ιδοὺ διατὶ εἶναι περισσότερον ἀπὸ  παράξενον νὰ ἀκούῃ κανεὶς μερικούς, ποὺ φαντάζονται ὅτι εἶναι ὀρθόδοξοι, νὰ ἀποκαλοῦν τὴν Ρωσικὴν ᾿Εκκλησίαν τῆς Διασπορᾶς: «Παλαιόπιστον», «σχισματικήν», «ὀπισθοδρομικήν», «μυστικίζουσαν» καὶ οὕτω καθ᾿ ἑξῆς, ἁπλῶς ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν συμπορευόμεθα μὲ αὐτοὺς τοὺς καιροὺς καὶ δὲν τολμῶμεν νὰ παρεκκλίνωμεν εἰς τίποτε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν γνησίαν διδασκαλίαν τῆς ἁγίας ᾿Εκκλησίας, θεωροῦντες ἑπομένως ὡς ὑποχρέωσιν τῆς συνειδήσεώς μας νὰ καταδικάσωμεν αὐτὸ τὸ καθαρὸν καὶ ἀπροκάλυπτον κακὸν τῆς συγχρόνου ζωῆς, ποὺ ἔχει ἤδη διεισδύσει ἐντὸς τῆς ᾿Εκκλησίας.
            Εἰς τὴν πραγματικότητα, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς σχισματικοί, ἀλλὰ ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ πνεῦμα αὐτῶν τῶν καιρῶν καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ τὰς πράξεις των αὐτὰς ἀποκόπτονται ἀπὸ τὴν Μίαν, ῾Αγίαν, Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν, ἀποστατοῦντες ἀπὸ τὴν ᾿Αποστολικὴν Πίστιν, ἀπὸ τὴν Πίστιν τῶν Πατέρων, τὴν ᾿Ορθόδοξον Πίστιν, ἡ ὁποία ἐστήριξε τὴν οἰκουμένην…
            Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ φανερῶς κατακρημνίζονται εἰς τὴν ἀποστασίαν, ἐντὸς τῆς ὀλεθρίας ἀβύσσου, μαζὶ μὲ ὅλον τὸν σύγχρονον κόσμον, ἐνταφιαζόμενοι εἰς τὴν ἀπομάκρυνσίν των ἀπὸ τὸν ζωοποιὸν Θεόν.
            ῎Εχετε ἀκούσει τοὺς ἐμπνευσμένους θείους λόγους τῶν ᾿Αποστόλων, σεῖς νεωτερισταί, ποὺ ἀποπειρᾶσθε νὰ παραμορφώσετε τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι τόσον προθύμως καὶ μὲ τοιοῦτον ζῆλον συσχηματίζεσθε μὲ τὸν κόσμον αὐτόν, ὅσον πονηρὸν καὶ ἑλκυστικὸν καὶ ἄν εἶναι αὐτό;
            Δεχόμεθα προθύμως τὴν κατηγορίαν σας, ὅτι εἴμεθα «παλαιόπιστοι», θεωροῦντες αὐτὸ τιμὴν εἰς τὴν παραδοσιακότητά μας· ἀλλὰ πῶς ἡ χριστιανική σας συνείδησις συμμορφώνεται μὲ τὰς καινοτομίας σας, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουν οὐσιαστικῶς τὴν ἀρχαίαν γνησίαν πίστιν καὶ τὴν ἀκαινοτόμητον ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ;
            ῾Ο ᾿Απόστολος δὲν προειδοποίησεν ὅλους τοὺς Χριστιανούς: «Καὶ μὴ συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ἡμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ρωμ. ιβ΄ 2) ;
            Εἴμεθα «παλαιόπιστοι», ἀλλὰ ὄχι σχισματικοί, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀποκοπῇ ἀπὸ τὴν ἀληθῆ ᾿Εκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ. Εἴμεθα ἡνωμένοι μὲ τὴν Κεφαλήν μας, μὲ τὸν Σωτῆρα Χριστόν, μὲ τοὺς ἁγίους Του Μαθητὰς καὶ ᾿Αποστόλους, μὲ τοὺς ᾿Αποστολικοὺς Πατέρας, μὲ τοὺς μεγάλους Πατέρας καὶ Διδασκάλους τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ μὲ τοὺς μεγάλους Φωστῆρας καὶ στύλους τῆς πίστεως καὶ εὐσεβείας τῆς Πατρίδος μας, τῆς ἁγίας Ρωσίας.
            ᾿Αλλὰ σεῖς εἶσθε ἡνωμένοι μὲ κάποιους καινοτόμους, αὐτοδιοριζομένους διδασκάλους, τοὺς ὁποίους διαφημίζετε ὁπουδήποτε τόσον ἀνόμως καὶ ἐπιμόνως, ὑποτιμῶντες καὶ κατὰ καιροὺς τολμῶντες ἀκόμη καὶ νὰ ἀσκήσετε κριτικὴν τῶν γνησίων φωστήρων τῆς ἁγίας ᾿Εκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δοξασθῆ εἰς τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνας τῆς εὐσεβείας καὶ θαυματουργοῦν διὰ μέσου τῆς δισχιλιετοῦς ἱστορίας τῆς ᾿Εκκλησίας.
            Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα σχισματικός; ῾Οπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐκεῖνοι (οἱ ὁποῖοι παραμένουν) εἰς τὸ πνεῦμα τῆς παραδοσιακῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποστατήσει ἀπὸ τὴν γνησίαν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀπέρριψαν τὸ γνήσιον πνεῦμα τῆς Χριστιανικῆς εὐσεβείας, ἀκόμη καὶ ἄν ὅλοι οἱ σύγχρονοι Πατριάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀλλάξει τὴν παραδοθεῖσαν Πατερικὴν ᾿Ορθοδοξίαν, εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν δευτέρων, ὅπως ἐπίσης καὶ ἡ πλειονότης τῶν συγχρόνων καλουμένων Χριστιανῶν.
            Πράγματι, ὁ Σωτὴρ Χριστὸς δὲν ὑπεσχέθη αἰώνιον σωτηρίαν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ’ ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον· ὑπεσχέθη αὐτὴν εἰς τὸ «μικρὸν ποίμνιόν» Του, τὸ ὁποῖον θὰ παραμείνῃ πιστὸν εἰς Αὐτὸν ἕως τέλους, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ᾿Ενδόξου καὶ Φοβερᾶς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὅταν θὰ ἔλθῃ «κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς».
            «Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον», εἶπε, θέτων πρὸ τῶν νοερῶν ὀφθαλμῶν μας τὴν φοβερὰν εἰκόνα τῶν ἐσχάτων καιρῶν τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ τοῦ διωγμοῦ τῆς Πίστεως, «ὅτι εὐδόκησεν ὁ Πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν» (Λουκ. ιβ΄ 32).
            ᾿Ιδοὺ διατὶ ὅλα ὅσα ἔχομεν προαναφέρει μᾶς ὠθοῦν εἰς τὸ νὰ ἐπανεξετάσωμεν τὴν ὁρολογίαν ποὺ εἶναι παραδεκτὴ κατὰ τὸ παρόν. Εἶναι ἀνεπαρκὲς εἰς τοὺς καιρούς μας νὰ λέγῃς μόνον «Χριστιανός»· τώρα εἶναι ἀναγκαῖον νὰ λέγῃς «γνήσιος Χριστιανός». ῾Ομοίως εἶναι ἀνεπαρκὲς νὰ λέγῃς «᾿Ορθόδοξος»· εἶναι οὐσιαστικὸν νὰ τονίζῃς ὅτι δὲν ἀναφέρεσαι εἰς καινοτόμον νεωτεριστὴν «᾿Ορθόδοξον», ἀλλ᾿ εἰς γνήσιον ᾿Ορθόδοξον.
            ῞Ολοι οἱ ζηλωταὶ τῆς γνησίας πίστεως, ποὺ ὑπηρετοῦν μόνον τὸν Σωτῆρα Χριστόν, ἔχουν ἤδη ἀρχίσει νὰ πράττουν τοῦτο: καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὴν Πατρίδα μας, ποὺ ὑποδουλωμένοι εἰς θηριώδεις ἐχθροὺς τοῦ Θεοῦ, ἀνεχώρησαν μέσα εἰς τὰς κατακόμβας, ὡσὰν τοὺς ἀρχαίους Χριστιανούς, ὅπως ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ῾Ελλάδα, τὸ ἀδελφόν μας ῎Εθνος, ὅπου οἱ «Παλαιοημερολογῖται» ὄχι μόνον ἀρνοῦνται νὰ ἀποδεχθοῦν τὸ Νέον Ἡμερολόγιον, ἀλλ’ ἀπορρίπτουν καὶ ὅλας τὰς καινοτομίας κάθε εἴδους. Αὐτοὶ διατηροῦν μίαν εἰδικὴν τιμὴν εἰς τὸν πρωταθλητὴν τῆς ἁγίας ᾿Ορθοδοξίας, ῞Αγιον Μᾶρκον, Μητροπολίτην ᾿Εφέσου, χάρις εἰς τὴν σταθερότητα τοῦ ὁποίου ἀπέτυχεν ἡ ἀσεβὴς ἕνωσις τῆς Φλωρεντίας μὲ τὴν παπικὴν Ρώμην τὸ 1439.
            Εἶναι ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι καὶ ἡ ᾿Εκκλησία τῶν κατακομβῶν εἰς Ε.Σ.Σ.Δ., οἱ λεγόμενοι «Τυχωνῖται», καὶ οἱ ῞Ελληνες Παλαιοημερολογῖται, μεταξὺ τῶν ὁποίων δυστυχῶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἐπικοινωνία, ἔχουν ἀρχίσει νὰ αὐτοαποκαλῶνται «Γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί» .
            Εἰς τὴν αὐστηράν μας στάσιν ὑπὲρ τῆς γνησίας Πίστεως καὶ ᾿Εκκλησίας τὸ μόνον οὐσιαστικὸν εἶναι νὰ ἀποφεύγεται ὁ,τιδήποτε προσωπικόν, ὑπερήφανον καὶ ἐπιδεικτικόν, τὸ ὁποῖον ἀναποφεύκτως ὁδηγεῖ εἰς νέα σφάλματα καὶ ἐνδεχομένως ἀκόμη καὶ εἰς πτῶσιν. Εἴμεθα ἤδη μάρτυρες πολλῶν τοιούτων περιπτώσεων.
            Δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπαινῶμεν τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ τὴν γνησίαν καὶ ἄμωμον Πίστιν τοῦ Χριστοῦ. ῾Ο φανατισμὸς δὲν γίνεται δεκτὸς ἐδῶ, διότι εἶναι ἱκανὸς νὰ τυφλώσῃ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι ζηλωταὶ «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν». Αὐτὸς ὁ τυφλὸς φανατισμός, ἀντὶ νὰ ἐπιβεβαιώνῃ τὴν πίστιν, ἠμπορεῖ κάποτε νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ αὐτήν.
            Εἶναι σημαντικὸν νὰ γνωρίζωμεν καὶ νὰ ἐνθυμούμεθα, ὅτι  γνήσιος ᾿Ορθόδοξος Χριστιανὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς αὐτὸς ποὺ ἀποδέχεται τυπικῶς τὰ Δόγματα τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος -ὅπως διδάσκει τόσον εὐστόχως ὁ μεγάλος Ρῶσος ῾Ιεράρχης ῞Αγιος Τύχων τοῦ Ζαντόνσκ- σκέπτεται κατὰ ἕνα ᾿Ορθόδοξον τρόπον, αἰσθάνεται κατὰ ἕνα ᾿Ορθόδοξον τρόπον καὶ ζῆ κατὰ ἕνα ᾿Ορθόδοξον τρόπον, ἐνσαρκώνων τὸ πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας εἰς τὴν ζωήν του.
            Αὐτὸ τὸ πνεῦμα ἀσκήσεως καὶ ἀρνήσεως τοῦ κόσμου, ὅπως καθαρῶς ἐκτίθεται εἰς τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὰς διδασκαλίας τῶν ῾Αγίων Πατέρων, ἀποκρούεται ἀποτόμως καὶ ἀπροκαλύπτως ἀπὸ τοὺς νεωτεριστάς, τοὺς «νεορθοδόξους», οἱ ὁποῖοι θέλουν εἰς ὅλα νὰ συμβαδίζουν μὲ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου ποὺ κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ, τοῦ ὁποίου ὁ ἄρχων, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου, δὲν εἶναι οὐδεὶς ἄλλος ἀπὸ τὸν διάβολον (᾿Ιω. Ιβ΄ 31).
            Τοιουτοτρόπως, δὲν εἶναι ὁ Θεὸς τὸν ῾Οποῖον ἐπιθυμοῦν νὰ εὐαρεστήσουν, ἀλλ’ ὁ «ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου», ὁ διάβολος· καὶ οὕτω παύουν νὰ εἶναι γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ἀκόμη καὶ ἐὰν αὐτοαποκαλῶνται οὕτως.
            ᾿Εὰν θεωρήσωμεν ὅλα αὐτὰ περισσότερον σοβαρῶς καὶ βαθέως, τότε θὰ ἴδωμεν ὅτι οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ὅτι ὁ νεωτερισμὸς μὲ τὰς καινοτομίας του μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Χριστὸν καὶ τὴν ἀληθῆ ᾿Εκκλησίαν Του.
            ῎Ας αἰσθανώμεθα φρίκην διὰ τὸ πόσον γοργῶς ἡ ἀποστασία ἔχει προχωρήσει, ἄν καὶ οἱ καινοτόμοι δὲν τὸ βλέπουν οὔτε τὸ αἰσθάνωνται, πολὺ περισσότερον καθὼς αὐτοὶ λαμβάνουν ἐνεργὸν μέρος εἰς αὐτήν.῎Ας μὴ φοβώμεθα νὰ παραμείνωμεν εἰς τὴν μειοψηφίαν, μακρὰν ἀπὸ ὅλους τοὺς βαρύγδουπους τίτλους καὶ βαθμούς των. ῎Ας ἐνθυμούμεθα πάντοτε, ὅτι ἀκόμη καὶ ὁ Καϊάφας ἦτο ᾿Αρχιερεὺς τοῦ ἀληθοῦς Θεοῦ, καὶ εἰς τί βάθη (κακίας) περιῆλθεν: εἰς τὸ φρικτὸν ἁμάρτημα τῆς Θεοκτονίας!
            Καθὼς ζῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ποὺ ἔχει ἀποστατήσει ἀπὸ τὸν Θεόν, ἄς μὴ ἀγωνιζώμεθα διὰ εὐλογοφανῆ ἀνθρωπίνην δόξαν καὶ φθηνὴν δημοτικότητα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ μᾶς σώσουν, ἀλλὰ μόνον νὰ συμπεριλαμβανώμεθα εἰς τὸ «μικρὸν ποίμνιον» τοῦ Χριστοῦ.
            ῎Ας εἴμεθα Γνήσιοι ᾿Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ὄχι καινοτόμοι (νεωτερισταί)!

(Μετάφρασις τοῦ ἐξόχως ἐπικαίρου τούτου κειμένου ἐκ τοῦ περιοδ. «᾿Ορθόδοξος Ζωή»
(Orthodox Life), Τόμος 25, ἀριθ. 3, Μαΐου-᾿Ιουνίου 1975, σελ. 4-8, ἐν ἔτει 1990,
ὑπὸ τοῦ τότε Ἱεροδιακόνου καὶ νῦν Σεβ/του Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος Κλήμεντος.
Ἀναδημοσίευσις: Νοέμβριος 2025)

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

 

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Μὲ ὅλη μας τὴν ψυχὴ πρέπει νὰ δοξάζουμε τὸν Θεό, καθώς, σὺν τοῖς ἄλλοις, μᾶς ἀξίωσε καὶ μᾶς ἀξιώνει νὰ ἀκοῦμε αὐτὰ ποὺ πολλοὶ προφῆτες, βασιλιάδες καὶ δίκαιοι ἤθελαν νὰ ἀκούσουν στὴν πρὸ Χριστοῦ ἐποχή, ἀλλὰ δὲν ἄκουσαν. Καὶ τί ἀκοῦμε; Ἀκοῦμε τὴν ἴδια τὴν πηγὴ τῆς σοφίας νὰ μᾶς διδάσκει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ καλύπτει μὲ τὴν ἐξουσία τὴν ὁποία μόνο Ἐκεῖνος διαθέτει, τὰ λεγόμενα «ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα», ἢ τὶς ἀπορίες μας γιὰ τὴν μετὰ θάνατον ζωή. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ, ὡστόσο, ὅτι ὁ Κύριός μας σὲ ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρθηκε στὴν μετὰ θάνατον ζωὴ ἐλάχιστες φορές. Στὸ μεγαλύτερο τμῆμα τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Χριστὸς μᾶς διδάσκει πῶς πρέπει νὰ ζήσουμε σὲ αὐτὴ τὴν ζωὴ γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε ὅταν πεθάνουμε. 

            Μία ἀπὸ τὶς ἐλάχιστες ἀναφορὲς τοῦ Χριστοῦ στὴν μέλλουσα ζωὴ γίνεται στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ διήγηση τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου. Ἡ διήγηση αὐτὴ ἀπὸ ἄλλους θεωρεῖται παραβολή, καθὼς μοιάζει μὲ τὶς ὑπόλοιπες εὐαγγελικὲς παραβολές, ἐνῷ ἀπὸ ἄλλους ὄχι, διότι σὲ ὅλες τὶς ἄλλες παραβολὲς προηγεῖται τὸ «εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην», ἐνῷ ἐδὼ ἀπουσιάζει ἡ φράση αὐτή. Ἐπίσης, ἡ σημερινὴ διήγηση ἀναφέρεται σὲ κάποιο πρόσωπο μὲ τὸ ὄνομα «Λάζαρος» καὶ εἶναι σὰν μία προοικονομία τῆς ἀναστάσεως τοῦ Δικαίου Λαζάρου ποὺ συνέβη λίγο καιρὸ ἀργότερα. 

            ναφέρει, λοιπόν, ὁ Κύριος ὅτι κάποιος πλούσιος ἄνθρωπος φοροῦσε πολύτιμα ἐνδύματα καὶ κάθε μέρα «εὐφραινόταν λαμπρῶς».Ἦταν κοντὰ στὸν πλούσιο καὶ ἕνας φτωχὸς μὲ τὸ ὄνομα «Λάζαρος», ὁ ὁποῖος θρεφόταν μὲ τὰ ἀποφάγια ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου καὶ τὰ σκυλιὰ ἔγλιφαν τὶς πληγές του. Πέθαναν κάποτε οἱ δύο ἄνθρωποι καὶ ὁ μὲν Λάζαρος πῆγε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ δὲ πλούσιος στὸν Ἅδη. Καθὼς βασανιζόταν στὸν Ἅδη, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε τὸν φτωχὸ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατριάρχη καὶ εἶπε: «πάτερ Ἀβραάμ, στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βάλει τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου του στὸ νερὸ καὶ νὰ βρέξει τὰ χείλη μου, γιατὶ αἰσθάνομαι ὀδύνη μέσα σὲ αὐτὴ τὴν φλόγα». Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε «θυμήσου, παιδί μου, ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες τὰ ἀγαθὰ ὅσο ζοῦσες καὶ ὁ Λάζαρος, ὁμοίως, τὰ κακά. Τώρα, λοιπόν, ἐκεῖνος παρηγορεῖται καὶ ἐσὺ βασανίζεσαι. Ἄλλωστε, ὑπάρχει μεγάλο χάσμα μεταξύ μας, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν οἱ ἀπὸ ἐδὼ νὰ πάνε ἐκεῖ, οὔτε οἱ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἔρθουν ἐδώ». Εἶπε πάλι ὁ πλούσιος «σὲ παρακαλῶ, πάτερ, στεῖλε τὸν Λάζαρο στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου γιατὶ ἔχω πέντε ἀδελφούς· νὰ τοὺς μαρτυρήσει τὴν μεταθανάτια κατάσταση γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν καὶ αὐτοὶ στὸν τόπο τῆς βασάνου». Ὁ Ἀβραὰμ ἀπάντησε: «ἔχουν τὰ βιβλία τοῦ Μωϋσῆ καὶ τῶν προφητῶν· ἂς ἀκούσουν αὐτούς». «Ὄχι πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλὰ ἂν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκρούς, θὰ μετανοήσουν». Εἶπε, κλείνοντας ὁ Ἀβραάμ: «ἂν δὲν ἀκοῦνε τὸν Μωϋσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, οὔτε ἂν κάποιος ἀναστηθεῖ ἀπὸ τοὺς νεκροὺς θὰ πεισθοῦν».

            χοντας ἀκούσει ἀπὸ τὸν Εὐαγγελιστῆ τὰ παραπάνω, θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω μία ἀπορία: «Ποιά ἁμαρτία, τελικά, ἔκανε ὁ πλούσιος γιὰ νὰ κολαστεῖ στὸν τόπο τῆς βασάνου;». Στὸ Εὐαγγέλιο δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἔκανε κάποια ἁμαρτία, οὔτε ὅτι ἀπέκτησε παράνομα τὴν περιουσία του. Ἀναφέρεται μόνο ὅτι εὐφραινόταν κάθε μέρα λαμπρῶς. Μήπως καταδικάσθηκε ἐπειδὴ ἦταν πλούσιος καὶ ἀπολάμβανε τὶς ἀνέσεις ποὺ ἀναλογοῦσαν στὴν οἰκονομική του κατάσταση; Μὰ καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀβραὰμ ἦταν ἀπὸ τοὺς πλουσιωτέρους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὡστόσο ἡ ἀγκαλιά του ἔγινε ὁ τόπος ἀνάπαυσης τῶν Δικαίων, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση. Ἑπομένως, ἡ Κόλαση ἢ ὁ Παράδεισος δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰ πλούτη. Ὁ πλούσιος τῆς περικοπῆς κολάσθηκε διότι τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔστεκε πεσμένος στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του καὶ χόρταινε ἀπὸ τὰ ἀποφάγια του, τὴν πονεμένη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ταλαιπωρημένο Λάζαρο, ποτὲ δὲν τοῦ ἔδωσε σημασία, ποτὲ δὲν γύρισε νὰ τὸν κοιτάξει καὶ ἂν ὄχι νὰ τὸν ταΐσει, τουλάχιστον νὰ τοῦ πεῖ ἕναν συμπονετικὸ λόγο. Μάλλον σὲ αὐτὴ τὴν σκληροκαρδία ὀφείλονται οἱ ὑπέρμετρες ἐπίγειες ἠδονὲς τὶς ὁποῖες ἀπολάμβανε. Ἡ πρόσκαιρη ἡδονὴ ἔφερε τὴν σκληροκαρδία καὶ αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της τὴν αἰώνια ὀδύνη.

            σον ἀφορᾶ τὸν Λάζαρο, αὐτὸς δὲν σώθηκε ἐπειδὴ ἦταν φτωχὸς καὶ ἐπειδὴ ταλαιπωρήθηκε. Ἡ ἔλλειψη τῶν χρημάτων δὲν συνεπάγεται τὴν σωτηρία μας. Αὐτὸ ποὺ ὁδήγησε τὸν Λάζαρο στὸν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, ἦταν ἡ ἀγόγγυστη ὑπομονή του. Ποτέ του δὲν κίνησε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, οὔτε σκέφθηκε νὰ διαπράξει κάποια παρανομία, οὔτε ἀκόμη κακολόγησε ποτὲ τὸν πλούσιο ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἦταν εὐκατάστατος ἐνῷ ὁ ἴδιος ὄχι. Ἀντιθέτως, δόξαζε τὸν Θεὸ καὶ παρέμενε πράος καὶ ἀνεξίκακος. Κατ’ ἀντιστοιχία μὲ ὅσα ἀναφέρθηκαν πιὸ πάνω, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἐν Χριστῷ ἀντιμετώπιση τῆς πρόσκαιρης ὀδύνης ἐξασφαλίζει τὴν αἰώνια ἡδονή. 

            Σημαντικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ Πατριάρχη Ἀβραὰμ στὸ μεγάλο χάσμα ποὺ χωρίζει τὴν Κόλαση ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι Κόλαση καὶ Παράδεισος εἶναι, ἀντιστοίχως, κατάσταση σκότους καὶ κατάσταση φωτός, κατάσταση λύπης καὶ κατάσταση χαρᾶς. Καὶ οἱ καταστάσεις αὐτὲς εἶναι αἰώνιες, δηλαδὴ δὲν ἔχουν τέλος. Γιὰ νὰ καταλάβουμε κάπως τὴν αἰωνιότητα, ἀρκεῖ νὰ φαντασθοῦμε ἕνα μικρὸ πουλάκι νὰ χτυπάει μὲ τὸ ράμφος του μία φορὰ στὰ δέκα χιλιάδες χρόνια τὸ ὄρος Ἔβερεστ. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ αὐτὸ κάποια στιγμὴ θὰ γίνει θρίψαλα. Ὁ Παράδεισος, ὅμως, καὶ ἡ Κόλαση δὲν θὰ τελειώσουν ποτὲ καὶ κανεὶς δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μεταβεῖ οὔτε γιὰ λίγο ἀπὸ τὴν μία κατάσταση στὴν ἄλλη. Τὰ γήινα χρόνια ποὺ μᾶς δίνει ὁ Κύριος εἶναι ὑπεραρκετὰ γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουμε τὸν Παράδεισο ἢ τὸν Ἅδη. 

            Γιὰ αὐτὲς τὶς ἀλήθειες παρακαλεῖ ὁ βασανισμένος πλούσιος τὸν Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο πίσω στὴ γῆ, γιὰ νὰ τὶς μαρτυρήσει στοὺς ἀδελφούς του ποὺ ζοῦν στὴν ἁμαρτία, ὥστε νὰ μετανιώσουν καὶ νὰ μὴν ἔλθουν καὶ ἐκεῖνοι στὰ βάσανα. Ὁ Ἀβραάμ, ὅμως, ἀρνεῖται καὶ λέει ὅτι ἐφόσον ἔχουν τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν τὸν τηροῦν, οὔτε ὁ ἀναστημένος θὰ μπορέσει νὰ τοὺς ὁδηγήσει σὲ μετάνοια. Οἱ ἀδελφοὶ τοῦ πλουσίου πάσχουν ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο κακό, τὴν ψυχικὴ πόρωση. Οἱ ἁμαρτίες τοὺς ἔχουν καταστήσει τυφλοὺς καὶ ἐνῷ βλέπουν, δὲν βλέπουν. Ἔχουν πνίξει κάθε ἔλεγχο τῆς συνείδησης, ἔχουν τόσο ἐθιστεῖ στὰ πάθη, ποὺ ἀκόμη καὶ ἡ θέα ἑνὸς ἀναστημένου δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς διορθώσει.

             Ἀβραὰμ μίλησε ἀπόλυτα ὅταν εἶπε ὅτι οὔτε ὁ ἀναστημένος δὲν μπορεῖ νὰ διορθώσει τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ πλουσίου. Ναί, ὅμως, δὲν θὰ ἦταν καλὸ νὰ ἔστελνε ὁ Θεὸς πίσω τὸν Λάζαρο νὰ κηρύξει μετάνοια ὡς μία δεύτερη εὐκαιρία;  Κὶ ὅμως, τὸ ἔκανε λίγο καιρὸ ἀργότερα. Ἀνέστησε τὸν τετραήμερο Λάζαρο, ὁ ὁποῖος μίλησε γιὰ ὅσα βίωσε μετὰ θάνατον. Ὡστόσο, οἱ Ἰσραηλίτες δὲν ἄλλαξαν ριζικά. Μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου σκέφτηκαν νὰ φονεύσουν καὶ τὸν Χριστὸ (τὸ ὁποῖο ἔκαναν) καὶ τὸν Λάζαρο. Παρέμειναν, δηλαδή, ἴδιοι. 

            ν κατακλείδι, ἡ ἰδιότητα τοῦ Χριστιανοῦ ποὺ φέρουμε μὲ τὸ Ἅγιο Βάπτισμα, μᾶς ἐπιφορτίζει μὲ τὸ καθῆκον νὰ μὴν παραβλέπουμε τοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ἔχουν ἀνάγκη, ἀλλὰ νὰ εἴμαστε πρὸς ὅλους «οἰκτίρμονες (δηλαδὴ ἐλεήμονες), ὅπως καὶ ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας οἰκτίρμων ἐστί».  Ἐλεημοσύνη δὲν εἶναι μόνο τὸ νὰ δίνουμε χρήματα. Ἐλεημοσύνη εἶναι, ἐπίσης, τὸ νὰ ποῦμε τὸν καλὸ λόγο, νὰ προσευχηθοῦμε γιὰ τὸν ἀδελφό μας, νὰ τὸν παρηγορήσουμε, νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε στὴν ἀσθένειά του, ἢ ἀκόμα καὶ νὰ τὸν ἐλέγξουμε, ἂν χρειαστεῖ, πρὸς ὄφελος τῆς ψυχῆς του. Ἂν ἔτσι ζήσουμε, θὰ χαιρόμαστε ἀκούοντας τὸ «μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται». Ἀμήν.

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι ῾Ιεράρχαι ὡς νέοι Προφῆται τῆς Χάριτος


«῎Εχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς Προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν!...» (Λουκ. ιστ´ 29)

Μητροπολίτου Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντος

 Χάριτι Θεοῦ, ἑορτάζουμε σήμερα, πρώτη Κυριακὴ τοῦ Νοεμβρίου κατὰ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἡμερολόγιο, τοὺς Προστάτας ῾Αγίους τῆς ῾Ιερᾶς ἡμῶν Συνόδου τῶν ᾿Ενισταμένων στὸν ἀγῶνα της κατὰ τῆς ἐκ Δυσμῶν προκλήσεως τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι ῾Ιεράρχαι, Φώτιος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς καὶ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ἀναδεικνύονται σὲ νέους Προφήτας τῆς Χάριτος στὴν ᾿Εκκλησία, προκειμένου νὰ διαφυλάξουν τὸν νέο ᾿Ισραὴλ ἀπὸ τὴν ἀπιστία, τὴν ματαιότητα καὶ τὴν κάθε εἴδους νόθευσι τῆς ᾿Αληθείας καὶ νὰ τοῦ συστήσουν πίστι, ἐμμονὴ στὰ παραδεδομένα, ὑπομονὴ καὶ ἀγαθοεργία, πρὸς σωτηρίαν αἰώνιον ἐν τοῖς κόλποις τοῦ ᾿Αβραάμ.

῾Η θεοδίδακτη καὶ πνευματοφώτιστη παρακαταθήκη τους διακονήθηκε ἐπάξια καὶ ἰσάξια ἀπὸ τοὺς τρεῖς νέους ῾Ιεράρχες τῆς ῾Αγίας ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας μας Φώτιο τὸν Μέγα, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ᾿Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης καὶ Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, Μητροπολίτη ᾿Εφέσου. ῾Η Θεία Πρόνοια τοὺς ἀνέδειξε Στύλους τῆς ᾿Αληθείας σὲ ἐποχὲς μεγάλου κινδύνου καὶ μεγάλης δοκιμασίας. ῾Ο Δυτικὸς Χριστιανισμὸς καὶ ἡ ἕδρα του, τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Ρώμης, πρῶτο στὴν τιμὴ στὸ διοικητικὸ σύστημα τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀποστασιοποιήθηκαν τόσο ἀπὸ τὴν Θεοπαράδοτη διδαχή, ἕνεκα ἱστορικῶν καὶ θεολογικῶν λόγων, ὥστε γιὰ τὴν ἀναχαίτισι τῆς ἀπειλῆς νὰ χρειάζωνται δυνατώτατοι προασπισταί.

῎Ετσι,  Μέγας Φώτιος ἀντιμετώπισε στὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ Θ´ αἰ. τὴν δυτικὴ διαστρέβλωσι τοῦ δῆθεν Πρωτείου ἐξουσίας καὶ διακονίας τοῦ ᾿Επισκόπου Ρώμης ἐφ᾿ ὅλης τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς προσθήκης στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως τοῦ Φιλιόκβε, τῆς δῆθεν καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύσεως τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Οἱ ᾿Εκκλησιολογικὲς καὶ Δογματικὲς αὐτὲς παρεκκλίσεις ἀντιμετωπίσθηκαν ὑπὸ τοῦ Μ. Φωτίου μὲ Προφητικὴ διορατικότητα καὶ ἐμβρίθεια ἅπαξ διὰ παντός.

῾Ο Θεόπτης ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀντιμετώπισε στὰ μέσα τοῦ ΙΔ´ αἰ. τὴν δυτικὴ διαστρέβλωσι σχετικὰ μὲ τὴν μέθοδο καὶ ὁδὸ γνώσεως τοῦ Θεοῦ. ῎Εναντι τοῦ φιλοσοφικοῦ σχολαστικισμοῦ, προέβαλε τὴν μοναδικὴ ἀποκεκαλυμένη μέθοδο καὶ ὁδὸ θεογνωσίας: τὴν κάθαρσι διὰ προσευχῆς, πνευματικοῦ ἀγῶνος, ταπεινώσεως, ἀγάπης καὶ μυστηριακῆς ἀνακράσεως Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. ῾Η κοινωνία καὶ ἕνωσις μὲ τὸν Θεὸ δὲν γίνεται φιλοσοφικὰ καὶ στοχαστικά, ἀλλὰ διὰ τῶν Θείων ᾿Ενεργειῶν Του, ὅταν ὁ ὅλος ἄνθρωπος καθίσταται δεκτικός, καὶ τοῦτο εἶναι προσιτὸ εἰς ἅπαντας.

Τέλος, ὁ ἡρωϊκὸς ὑπέρμαχος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς ἀντιμετώπισε στὰ μέσα τοῦ ΙΕ´ αἰ. τὴν δυτικὴ διαστρέβλωσι τῆς κυριαρχικῆς ἐπιβολῆς τῶν δυνατῶν καὶ πλουσίων κατὰ κόσμον Λατίνων ἐπὶ τῆς πτωχῆς καὶ κατατρεγμένης ᾿Ανατολῆς, τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στὰ ράκη τῆς κατὰ κόσμον ἀδυναμίας ἐν μορφῇ Λαζάρου πένητος. ῾Η Δύσις διὰ τοῦ ὑπερφίαλου Πάπα ἐπεζήτησε τὴν πνευματικὴ ὑποδούλωσι τῶν ᾿Ορθοδόξων, μέσῳ τοῦ ἐξουνιτισμοῦ τους, προκειμένου νὰ τοὺς βοηθήση νὰ ἀποτραπῆ ἡ σωματικὴ ὑποδούλωσί τους στοὺς ᾿Οθωμανούς. ῞Ομως, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ψυχὴ τῆς ᾿Αληθείας ἔσωσε ἕνας Γίγαντας τοῦ πνεύματος, ἕνας νέος Προφήτης τῆς Χάριτος, ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός. Δὲν ὑπέγραψε τὴν ψευδένωσι Φερράρας-Φλωρεντίας καὶ ἄλλαξε στὴν πραγματικότητα τὸν ροῦν τῆς ἱστορίας: ἡ χιλιόχρονη Αὐτοκρατορία τῶν ᾿Ορθοδόξων χάθηκε, ἀλλὰ διαφυλάχθηκαν ἀλώβητα ἡ Πίστις, ἡ ᾿Εμπειρία καὶ ἡ Παράδοσις τῆς ῾Αγίας ᾿Ορθοδοξίας μας, ἡ ὁποία συνέχισε νὰ ὁδηγῆ μὲ ἀσφάλεια στὴν θαλπωρὴ τῶν κόλπων τοῦ ᾿Αβραάμ...

 * * *

῾Ο διαχωρισμὸς τῶν ᾿Ορθοδόξων σὲ ῾Ενωτικοὺς καὶ ᾿Ανθενωτικοὺς ἰσχύει καὶ στὶς ἡμέρες μας. ῎Ηδη ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ´ αἰ. ἡ ἐκ Δυσμῶν οἰκουμενιστικὴ πρόκλησις κλυδωνίζει δεινῶς τὴν Κιβωτὸ τῆς ᾿Εκκλησίας. Οἱ ᾿Ορθόδοξοι ἐχωρίσθησαν καὶ τὰ τραγικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἑνωτικῆς πορείας ὄχι μόνον μὲ τοὺς πολυ-αιρετικοὺς Λατίνους καὶ μὲ τοὺς προελθόντας ἀπὸ αὐτοὺς πολυ-κεφάλους Προτεστάντες, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλους τοὺς παλαιοὺς καὶ συγχρόνους αἱρετικούς, ἕως καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀλλοθρήσκους (!), εἶναι περισσότερο ἀπὸ ἁπτὰ στὴν τραγικὴ ἐποχή μας: σχετικοποίησις, ἀνάμιξις, σύγχυσις, συγχρωτισμός, συγκρητισμός, παγκοσμιοποίησις...

῾Η ἀλλαγὴ τοῦ ῾Ημερολογίου τοῦ 1924 ἦταν μόνον ἡ ἀπαρχὴ τῶν ὠδίνων. Εἰσήλθαμε σὲ ἀποκαλυπτικὴ περίοδο δοκιμασίας Πίστεως, ᾿Αρετῆς, ᾿Αγάπης καὶ ῾Υπομονῆς. ῾Η ἐτυμηγορία τοῦ Οὐρανοῦ ἀκούγεται στοὺς παραπαίοντας ᾿Ορθοδόξους, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερα ἀναρωτιοῦνται περὶ τοῦ πρακτέου στὰ χρόνια αὐτὰ τῆς κρίσεως καὶ τοῦ κινδύνου παραπλανήσεως ἀκόμη καὶ τῶν ἐκλεκτῶν: «῎Εχετε (ὡσὰν τὸν Μωϋσέα καὶ τοὺς Προφήτας) τοὺς ῾Αγίους Τρεῖς Νέους ῾Ιεράρχας! ᾿Ακούετε αὐτῶν! Μιμεῖσθε αὐτούς!...». ῞Οσοι ἀκούουν καὶ μιμοῦνται Αὐτοὺς δημιουργικά, ἐντὸς τῆς ζωντανῆς Παραδόσεώς μας ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ἀπορρίπτουν ἀποφασιστικὰ καὶ τώρα καὶ πάντοτε κάθε πειρασμικὴ διαστρέβλωσι ὁποθενδήποτε προερχομένη. Προσπαθοῦν δὲ νὰ βιώσουν καὶ νὰ προτείνουν ὡς σωτήρια διέξοδο τὴν ῾Ενότητα τῆς Πίστεως καὶ τὴν Κοινωνίαν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐν ᾿Αληθείᾳ καὶ ᾿Αγάπῃ. Σὲ αὐτὰ ἀποβλέπουσα καὶ ὑπὸ αὐτῶν ἐμφορουμένη ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδός μας θεωρεῖ τοὺς ῾Αγίους Τρεῖς Νέους ῾Ιεράρχας, τοὺς Προφήτας αὐτοὺς τῆς Χάριτος, Προστάτας καὶ ῾Οδηγούς. Προβάλλει δὲ τὸ ἐπίκαιρο καὶ διαχρονικὸ μήνυμά τους ὄχι θριαμβολογικά, δίκην ἀσπλάγχνου «πλουσίου» ἔναντι δῆθεν πτωχῶν καὶ ἀπερριμένων, ἀλλὰ ὁμολογιακὰ καὶ ὁδηγητικά, ὥστε μὲ σταθερότητα στὴν Πίστι καὶ εὐσπλαγχνία καὶ ἀγάπη στὶς διαθέσεις νὰ ὁμοιάσουμε τοὺς ῾Αγίους ῾Ιεράρχας στὴν ἐν ταπεινώσει ἄκαμπτη ἐμμονὴ στὴν ᾿Αλήθεια. ῾Ο ἀγώνας τῆς Πίστεως γιὰ νὰ εὐωδοῦται καὶ εὐλογῆται, πρέπει νὰ διεξάγεται σύμφωνα μὲ τὸ ῾Αγιοπατερικὸ ἦθος ἀγάπης, εὐσπλάγχνου φιλανθρωπίας καὶ ταπεινώσεως, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὴν ἡσυχαστικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ ἐμπειρία τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῶν ἁγιασμένων μελῶν Αὐτῆς.

 * * *

Στὸ ζοφερὸ ἀδιέξοδο ποὺ μᾶς περιβάλλει σὲ ὅλους τοὺς τομεῖς, στὸ σκοτάδι τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ὁρίζοντος τῶν ἡμερῶν μας, οἱ ῞Αγιοι Τρεῖς Νέοι ῾Ιεράρχαι μᾶς φωταγωγοῦν στὴν Πίστι, τὴν ἐμμονὴ στὰ παραδεδομένα καὶ τὴν ῾Υπομονή. Καὶ μᾶς παραδειγματίζουν στὴν ᾿Αγάπη καὶ τὴν Ταπείνωσι. Μόνον ἄν ἡ ᾿Ορθοδοξία μας ἐμπνέεται ἀπὸ αὐτὴ τὴν τοποθέτησι θὰ εἶναι ὄντως Ζωογόνα καὶ Χαρμόσυνη καὶ ἡ μαρτυρία μας ἀποτελεσματική.

Ολόκληρο το άρθρο ΕΔΩ

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α' (2025)


Ὁμιλία στὴν Ἐκδήλωσι «Εὐχαριστήρια 2025»


† Κυριακή, 6η Ὀκτωβρίου 2025 ἐκ. ἡμ.


Αἴθουσα Τελετῶν Β΄ Γυμνασίου Ἄνω Λιοσίων Ἀττικῆς 


Σεβασμιώτατοι, ἅγιοι πατέρες, μητέρες, ἀδελφὲς καὶ ἀδελφοί, Πέρασαν τώρα δεκατρία ἔτη ἀπὸ τότε ποὺ ἀπὸ μᾶς χωρίσθηκε σωματικῶς ὁ μακαριστὸς Μητροπολίτης Κυπριανός, καὶ ἄλλα ἑπτὰ περίπου ἀπὸ τότε ποὺ στερηθήκαμε τὴν ἐπικοινωνία μαζί του, ὥστε τώρα ὑπάρχει μία γενεὰ Ἁγιοκυπριανιτῶν ποὺ μεγάλωσε, βέβαια, μὲ τὴν παρακαταθήκη ποὺ μᾶς ἄφησε, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζη προσωπικῶς. Γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο σκέφθηκα νὰ δώσω σήμερα, ἐπικαλούμενος τὶς εὐχές του, μία σκιαγραφία τῆς προσωπικότητος καὶ τῆς βιοτῆς του ἀπὸ τὴν προσωπική μου πεῖρα σαράντα ἐτῶν συγκατοικήσεως μαζί του. Δὲν θὰ ἀναφερθοῦμε ἐδῶ στὴν πορεία τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ στὶς ἰδιότητες τῆς μοναδικῆς του προσωπικότητος, ποὺ τὸν ἔκαναν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐξέχοντα ἐκκλησιαστικὰ πρόσωπα τῆς ἐποχῆς του. 


 Πατέρας μας, ὅπως ἤθελε ὁ ἴδιος νὰ τὸν ὀνομάζομε, διότι ἐξέφραζε ἀκριβῶς τὴν σχέση που ἔπρεπε νὰ ἔχομε ἡμεῖς τὰ πνευματικά του τέκνα μαζί του, δὲν ἦταν κατὰ κόσμον μορφωμένος. Ἁπλῶς τελείωσε τὸ σχολεῖο καὶ ἀμέσως, παρὰ τὴν ἐξαιρετική του εὐφυΐα, ἀναγκάσθηκε να ἐργάζεται γιὰ τὴν συντήρηση τῆς οἰκογενείας. Μάλιστα ὄταν εἶδε τὴν διεφθαρμένη ζωὴ μιᾶς ἱερατικῆς σχολῆς, στὴν ὁποῖα τὸν ἔστειλε ἕνας καλὸς ἱερεὺς νὰ σπουδάσει, ἔφυγε τρέχοντας μετὰ ἀπὸ λίγες μόνο ἡμέρες. Ἡ μόρφωσίς του ἦταν τελείως ἄλλης μορφῆς, μόρφωσις πατερική, δημιουργημένη ἀπὸ τὴν διπλῆ πηγὴ τῶν πατερικῶν συγγραμμάτων καὶ τὴν συμβουλὴ τῶν συγχρόνων Γερόντων. Συνέχεια ὁ λόγος του ἀνέφερε τὰ παραδείγματα που εἶχε λάβει ἀπὸ ἱεροὺς ἄνδρες καὶ γυναῖκες, διὰ νὰ ἀναφέρω ἐδῶ μόνο μερικούς: τὸν Πατέρα Εὐγένιο Λεμονῆ, τὸν Πατέρα Φιλόθεο Ἀγγελάκη, τὴν Γερόντισσα Μαγδαληνὴ τῆς Αἰγίνης, τὸν Κρήτης Τιμόθεο, τὸν Πατέρα Ἀπόστολο τοῦ Ἀγρινίου, τὸν Πατέρα Ἀμφιλόχιο τῆς Πάτμου, τὸν Ἅγιο Γλυκέριο τῆς Ρουμανίας, καὶ πλείστους ἄλλες ἁγίες μορφὲς τῆς ἐποχῆς μας, και ὅλως εἰδικῶς τὸν πνευματικό του πατέρα, τον Π. Φιλόθεο Ζερβᾶκο, καὶ τὴν Ὁσία Μυρτιδιώτισσα τῆς Κλεισούρας, τὴν ὁποῖα ἐκεῖνος ἔκανε γνωστὴ παγκοσμίως. 


ταν ἔτσι τελείως φυτευμένος καὶ στερεωμένος στὴν ζωντανὴ Παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ ἀντλοῦσε τὴν δική του διδασκαλία ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς καθαρὲς πηγὲς τοῦ Ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ καὶ πείρας. Τίποτε στὸν λόγο του δὲν ἦταν ἁπλῶς προϊὸν τῆς δικῆς του διανοητικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ τὰ πάντα ἦταν ἀπὸ τὴν αὐθεντικὴ πεῖρα τῆς Ἐκκλησίας. Λόγος αὐθεντικός, καὶ δι᾽ αὐτὸ πιστευτὸς και πειστικός. Τὸ σπάνιο χάρισμα τοῦ λόγου καὶ τῆς ὁμιλίας του πήγαζαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν αὐθεντικότητα. Πολλές φορὲς μᾶς ἔλεγε, ὅτι ὅταν ὁμιλοῦσε, ὁ πρῶτος ἀκροατὴς ἦταν ὁ ἴδιος, δηλαδὴ ὁ λόγος του δὲν ἦταν καρπὸς τῆς δικῆς του σκέψεως, οὔτε μελέτης οὔτε ἑτοιμασίας, ἀλλὰ τῆς φωτίσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καρπὸς προσευχῆς γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν ἀκροατῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου. Λόγος μεστός, λόγος κατανοητός, λόγος προσιτός, καὶ μακρυὰ ἀπὸ κάθε ὑποκρισία ἢ πλαστὴ κομψότητα, πράγματα ποὺ κάνουν τόσα κηρύγματα ἄλλων, κατὰ τὰ ἄλλα σεβαστῶν, προσώπων κουραστικὰ καὶ τελικῶς ἀνωφελῆ. Ἄλλο δῶρον τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀπέραντή του μνήμη. 


Οἱ περισσότεροι ἀπὸ μᾶς διαβάζομε ἕνα βιβλίο ἢ ἀκοῦμε μία ὠφέλιμη ἱστορία, καὶ σὲ λίγες ὧρες, ἢ τὸ πολὺ σὲ λίγες μέρες τὰ ἔχουμε ξεχάσει. Ὁ Πατέρας μας ποτέ! Ἐγὼ τὸν ὑπηρετοῦσα πάντα ὡς διερμηνέας στὰ ταξίδια στὸ ἐξωτερικό, καὶ θυμᾶμαι τὴν ἔκπληξή μου, ὅταν ἐκεῖνος χρόνια ἀργότερα διηγιόταν ἱστορίες ποὺ εἶχα μεταφράσει ὁ ἴδιος, ἀλλὰ εἶχα τελείως ξεχάσει. Τίποτε τὸ ὠφέλιμο δὲν τὸν ξέφευγε! Ὁ λόγος του, διότι δὲν ἦταν λόγος θεωρητικός, ἀλλὰ λόγος προσωπικῆς πείρας, γέμιζε τὴν ψυχὴ τῶν ἀκροατῶν, καὶ ἀπαιτοῦσε τὴν προσοχὴ ὡς αὐθεντικός. Καὶ αὐτὸ ἴσχυε τόσο γιὰ τὸν δημόσιο λόγο ὅσο καὶ γιὰ τὸν προσωπικό. Ἧταν πραγματικῶς θεοδίδακτος, διότι ὁ λόγος του ἦταν προϊὸν τῆς δικῆς του πνευματικῆς πείρας, ὄχι κάποιας μελέτης ἢ κοσμικῆς σοφίας. Δὲν θέλω ἐδῶ νὰ δώσω τὴν ἐντύπωση, ὅτι καταφρονοῦσε τὴν κοσμικὴ μόρφωση, διότι εἶχε πάντοτε τὸν πρέποντα σεβασμὸ γιὰ τὴν κατὰ κόσμον ἐπιστήμη, ἀλλὰ νὰ τονίσω τὴν ὑπερφυσικὴ ἀρχὴ καὶ πηγὴ τῆς δικῆς του σοφίας. 


λλο χαρακτηριστικὸ τῆς προσωπικότητός του, ποὺ δοκίμαζα πολλὲς φορὲς στὴν διάρκεια τῶν ταξιδιῶν μας στὸ ἐξωτερικό, ἦταν ἡ ἑτοιμότητα νὰ ἀντλεῖ ὠφέλεια καὶ ἀπὸ τὰ πιὸ ἀπροσδόκητα παραδείγματα. Παραδείγματος χάριν, θυμᾶμαι καλὰ τὴν πρωτοβουλία του να ἐπισκεφθῆ τὶς κοινότητες τῶν Amish στὴ Πενσυλβάνια τῆς Ἀμερικῆς, ἀκόμη καὶ ἕνα βουδδιστικὸ μοναστήρι στὴν Καλιφόρνια, ἢ ἕνα ναὸ τῶν Ἰνδουϊστῶν στὸ Ναϊρόμπι! Ἀπὸ τοὺς Προτεστάντες στὴν Ἀμερικὴ ἔλαβε τὸ καλὸ παράδειγμα τῆς καθαρῆς, ἁγνῆς καὶ φυσικῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἀπὸ τὸ δεύτερο τῆς κρυφῆς δυνάμεως τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας. Δὲν ἀναπαυόταν ποτὲ μὲ αὐτὰ ποὺ ἤξερε, ἀλλὰ πάντα ἤθελε νὰ μάθει, ὄχι, βέβαια, ἁπλῶς γιὰ τὴν ἀπόκτηση γνώσεων, ἀλλὰ γιὰ τὴν ὠφέλεια ποὺ μποροῦσε νὰ μεταδίδει μὲ τὶς ἐμπειρίες του. Αὐτὸς ὁ χαρισματικὸς χαρακτήρας του τὸν ἔκανε νὰ εἶναι προσιτὸς σὲ ἀνθρώπους ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων. 


Θυμᾶμαι τὴν ἴδια στιγμὴ μαζί του νὰ ἔχω συναντήσει καὶ συζητήσει ἐπὶ μακρὸν μὲ δύο βασιλεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὴν στενὴ φιλία ποὺ διατηροῦσε μὲ μία ἀγράμματη γιαγιὰ στὴν Εὔβοια, ποὺ ἐπισκεπτόταν κάθε φορὰ ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ. Στὴν ζωή μου, ποὺ εἶναι τώρα ἀρκετῶν ἐτῶν, δὲν ἔχω γνωρίσει ἄνθρωπο μὲ πιὸ ἀνοικτὸ ὁρίζοντα: δὲν ἦταν κανένας ἀποκλεισμένος ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀμετανόητο ἁμαρτωλό. Ὅταν διέκρινε τὴν σκληρότητα καὶ τὴν ἑκούσια ἀμετανοησία, μόνο τότε δὲν ἔχανε τὸν πολύτιμο χρόνο του. Καὶ αὐτὴ ἡ παρατήρησις μᾶς φέρνει στὸ πιὸ σημαντικὸ σημεῖο τῆς προσωπικότητός του, καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ καθολική του ἀγάπη γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κάθε εἴδους, κάθε φυλῆς, κάθε χώρας, καὶ κάθε τάξεως. 


σο καιρὸ διατηροῦσε τὴν φυσικὴ καὶ διανοητικὴ δύναμη, ἦταν ἕτοιμος νὰ θυσιάζει ὅλο τὸν χρόνο του γιὰ νὰ συμβουλεύσει τοὺς πλανεμένους, νὰ παρηγορήσει τοὺς θλιμμένους, καὶ νὰ διορθώσει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀφοῦ πολλὲς φορὲς ἤμουν ὁ μεταφραστής του ὅταν μιλοῦσε μὲ ἀλλόγλωσσους, θυμᾶμαι τὴν ἀκούραστη ἀφοσίωσή του ἀκόμη καὶ στὸν πιὸ ἀσήμαντο ἄνθρωπο ποὺ τὸν εἶχε ἀνάγκη. Ἐξομολογοῦμαι μάλιστα, ὅτι ἔφθανα πολλὲς 4 φορὲς στὸ σημεῖο τῆς τελείας ἐξαντλήσεως καὶ ἀγανακτήσεως μὲ τὸν κόπο τῆς μεταφράσεως, ἀπὸ τὸ πρωῒ μέχρι ἀργὰ τὴν νύκτα. Ἐγὼ κουραζόμουνα, ἐκεῖνος ποτέ, ὅταν ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα νὰ ὠφελήσει κάποιον. Αὐτὸ τὸ χαρακτηριστικὸ μᾶς φέρνει σὲ μία ἄλλη μεγάλη ἀγάπη τῆς ζωῆς του: τὴν Ἱεραποστολή. 


πως διαβάζομε στὸν Βίο τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ποὺ ὡς κοσμικὸς ἔφερε τὸ ὄνομά του, καὶ ὁ Πατέρας μας θεωροῦσε πραγματικὰ τὴν ἡμέρα χαμένη, ἐὰν δὲν εἶχε φέρει κάποιον κοντὰ στὸν Χριστό, μέσα στὴν Ἁγία Του Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Μὲ τὴν δική του πρωτοβουλία ἱδρύθηκαν οἱ Ἱεραποστολές μας στὴν Σουηδία, στὴν Ἰταλία, στὴν Γερμανία, στὴν Κένυα καὶ στὸ Κογκό. Μὲ τὴν δική του πρωτοβουλία δημιουργήθηκαν οἱ σχέσεις γνωριμίας πρῶτον, καὶ μετὰ πλήρους κοινωνίας μὲ τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ρουμανίας, τῆς Γεωργίας και τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς. Καὶ ἔτρεχε ὁ ἴδιος, ὅσο εἶχε τὶς δυνάμεις, σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς περιοχές, συνοδευόμενος, συνήθως ἀπὸ τὸν ταλαίπωρο πατέρα Ἀμβρόσιο, στὸν ὁποῖο εἶχε ἀναθέσει νὰ μάθει τὶς γλῶσσες τῶν διαφόρων περιοχῶν ποὺ ἐνδιαφερόταν. 


 ἀγάπη του καὶ ὁ ζῆλος του εἰδικῶς γιὰ τὴν Ρουμανικὴ Ἐκκλησία τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου, καὶ ἡ πνευματικὴ ταύτιση μὲ τὸν τότε Μητροπολίτη Σίλβεστρο ἔκανε πολλοὺς νὰ μιλήσουν γιὰ ἕναν ἄνθρωπο σὲ δύο σώματα! Θυμᾶμαι πολὺ ζωντανὰ τὴν ὀδύνη του γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Μητροπολίτου Σιλβέστρου, ποὺ τοῦ στοίχισε περισσότερο ἀπὸ καμμία ἄλλη ἀπώλεια ποὺ παρατήρησα τόσα χρόνια. Ὁ ἴδιος ὡμολογοῦσε, ὅτι τὸν Μητροπολίτη Σίλβεστρο ἀγαποῦσε πάνω ἀπὸ ὅλους τοὺς συνεπισκόπους τῆς Ἑλλάδος. Ἦταν κυρίως στὸ ἔργο τῆς Ἱεραποστολῆς ποὺ ἤμουν σὲ συνεχῆ ἐπαφὴ μαζί του, καὶ μποροῦσα νὰ παρακολουθήσω τὶς κινήσεις, τὶς ἀγωνίες καὶ τὶς προτεραιότητές του. Εἶχε βαθεῖα κατανόηση τῶν διαφορῶν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς νοοτροπίας τῶν λαῶν τῶν ἄλλων μερῶν τοῦ κόσμου, καὶ, ὅπως μποροῦσε εὔκολα νὰ συσχετίζεται μὲ ἀνθρώπους κάθε κοινωνικῆς τάξεως στὴν Ἑλλάδα, ἔτσι μποροῦσε νὰ σχετίζεται καὶ νὰ χαίρεται καὶ νὰ συμπαθεῖ καὶ νὰ συμπάσχει μὲ τοὺς ἀνθρώπους ὅλων τῶν λαῶν. 


Τὸ ἐνδιαφέρον του γιὰ τὸν Σουηδό, γιὰ τὸν Κενυάτη, γιὰ τὸν Αὐστραλό, γιὰ τὸν Ἰαπωνέζο, ἦταν ἀκριβῶς τὸ ἴδιο. Ἀγωνία του ἦταν νὰ φέρει κοντὰ στὸν καθένα τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας Του. Ἀγωνία του ἐπίσης ἦταν νὰ φυτευθοῦν Μοναστήρια παντοῦ, 5 μὲ τὴν πολὺ σωστὴ σκέψη, ὅτι ὁ Μοναχισμὸς εἶναι ἡ καλύτερη μαρτυρία γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Πίστη μας στὸν ἔξω κόσμο. Μὲ τὴν εὐλογία του, παραδείγματος χάριν, ἡ Ἱεραποστολή μας στὴν Ἀφρικὴ σήμερα ἀριθμεῖ 79 κληρικούς, 7 μοναχοὺς καὶ 18 μοναχές, καὶ δεκάδες χιλιάδες κόσμο. Καὶ σημειώνομε ὅτι, μὲ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν προερχόταν ἀπὸ τοὺς νεοημερολογίτες, ἀλλὰ ἦταν καρπὸς τῶν δικῶν του ἱεραποστολικῶν κόπων. Ἡ ἄλλη δραστηριότητα ποὺ ὅλοι θυμώμαστε, ἀλλὰ στὴν ὁποία ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶχα λιγότερη προσωπικὴ σχέση, ἦταν οἱ συνεχεῖς καὶ ἔντονοι ἀγῶνες γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς καθαρότητος τῆς Πίστεως. 


Αὐτὴ ἡ ἀγωνία, ποὺ ἐνέπνευσε στὴν ψυχή του ὁ Γέροντάς του, Π. Φιλόθεος Ζερβᾶκος, ἦταν ἡ αἰτία πρωτίστως νὰ διακόψει τὴν κοινωνία μὲ τὴν νεοημερολογίτικη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὸ 1969, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε αἰτία πολλῶν καὶ συνεχῶν συκοφαντιῶν καὶ διωγμῶν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ποὺ ἐγὼ δὲν τὰ ἔζησα, διότι προσῆλθα στὸ Μοναστήρι τέσσερα χρόνια ἀργότερα, τὸ 1973. Ἡ ὁμολογία τῆς ἀνοθεύτου Ὀρθοδοξίας ὡδήγησε σὲ πολλὲς ἄλλες δραστηριότητες, ἐκδόσεις καὶ ἐκδηλώσεις, καὶ τὴν διεθνῆ διάδοση μιᾶς πιὸ βαθείας ἀνησυχίας γιὰ τὴν τόσο ταχεῖα καὶ τόσο γενικὴ πτώση τῶν λεγομένων «ἐπισήμων Ἐκκλησιῶν» στὴν συγκρητιστικὴ αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καθὼς ὁ Πατέρας μας εἶχε συλλάβει ἀπὸ τότε τὴν χρησιμότητα τῶν συγχρόνων μαζικῶν μέσων γιὰ τὴν παγκόσμια ἐνημέρωση γιὰ τὰ τόσο ἐπίπονα αὐτὰ θέματα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας, μέχρι σήμερα ποὺ μιλᾶμε τὰ ἀντι-οικουμενιστικὰ βίντεο ποὺ μὲ τὴν εὐλογία του ἑτοιμάσθηκαν τότε σὲ πολλὲς γλῶσσες, κυκλοφοροῦν σὲ ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ὄχι μόνο ὠφελοῦν τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ ἐνοχλοῦν τοὺς οἰκουμενιστὰς στὴν ὀλέθρια ἐργασία τους στὴν κατάλυση τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως. 


Γιὰ αὐτὲς τὶς δραστηριότητες θὰ μπορούσαμε νὰ μιλᾶμε γιὰ πολλὲς ὧρες, ἀλλὰ σκοπός μας ἐδῶ εἶναι περισσότερο νὰ φανερώνομε τὸ πρόσωπο τοῦ Πατέρα μας σὲ ἐκείνους ποὺ δὲν τὸν γνώριζαν προσωπικῶς. Ὁ Πατέρας μας ἦταν ἄνθρωπος δραστήριος καὶ δημιουργικός: ἡ ξεκούρασις καὶ ἡ ἀδράνεια ἦταν τελείως ξένες στὴν ψυχή του. Καὶ πάλιν πρέπει να ἐξομολογηθῶ, ὅτι κοντά του μερικὲς φορὲς εἶχα ἀγανακτήσει μὲ τὶς συνεχεῖς νέες ἰδέες καὶ νέες δραστηριότητες, ποὺ συνέχεια μᾶς ὑποχρέωσε νὰ ἀναλάβωμε ὄχι μόνο ἡ ὑπακοή, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγάπη καὶ σεβασμὸς ποὺ τρέφαμε γιὰ αὐτὸν ὅλα 6 τὰ πνευματικά του τέκνα. Καὶ τί δημιούργησε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ζωῆς στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ –καὶ σημειώνομε ὅτι ἄρχισε τελείως μόνος καὶ τελείως πτωχός; 


Πρωτίστως τὸ Μοναστήρι μας, τὰ πολλὰ κτήρια καὶ τοὺς πολλοὺς Ναούς, ἀλλὰ πάνω ἀπὸ αὐτὰ τὸ Κοινόβιο τῶν Μοναχῶν, στοὺς ὁποίους ἐνέπνεε ὄχι μόνο τὸ πνεῦμα τοῦ πατερικοῦ καὶ παραδοσιακοῦ Μοναχισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν φιλομάθεια, ὥστε νὰ συμπληρώνονται στὴν Ἀδελφότητα σχεδὸν ὅλες οἱ τεχνικὲς γνώσεις ποὺ χρειάζονται γιὰ τὴν μικρὴ κοινωνία ποὺ εἶναι ἡ Μοναστικὴ Κοινότητα. Μετὰ ἔρχονται τὰ Μετόχια ποὺ ἀνήγειρε μὲ τόση ἐπιμέλεια στὴν Χρυσοβίτσα, στὰ Ρόγγια, στὴν Εὔβοια, Θεσσαλονίκη, Τῆνο, Ἀθῆνα, Βουκουρέστι καὶ ἀλλοῦ. Μετὰ ἔχομε τα δύο γυναικεῖα Μοναστήρια: τὴν Μονὴ τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων ποὺ δημιούργησε μαζὶ μὲ τὴν Ὁσιωτάτη Γερόντισσα Κυπριανή, καὶ τὴν Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς ποὺ ἀνέστησε καὶ ἀνέδειξε. Θὰ ἦταν παράλειψις ἐδῶ νὰ μὴν ἀναφέρωμε τὴν ἀφοσιωμένη καὶ σκληρὴ ἐργασία ποὺ κατέβαλλε τόσα χρόνια κοντά του ὁ Πατὴρ Σεραφείμ, ποὺ ἀπὸ παιδάκι ἔγινε ὁ κυρίως συνεργάτης του στὰ ἔργα αὐτὰ τῆς οἰκοδομῆς, τὴν ὁποία συνεχίζει τώρα στὰ γεράματα, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν πνευματικῶν τέκνων του, πού, ἐμπνευσμένοι ἀπὸ τὶς ἰδέες του, ἔδιναν τὸν χρόνο, τὸν κόπο, καὶ πολλάκις τὰ χρήματά τους γιὰ τὴν πραγματοποίηση τῶν ὀνείρων του. 


Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ συνδυασθοῦν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ μὲ τὰ ἀτελείωτα ἄλλα καθήκοντά του, ὡς ἐπισκόπου καὶ συγχρόνως ἡγουμένου τῆς Μονῆς; Τὴν ἐξομολόγηση ὄχι μόνο τῶν Μοναχῶν ἀλλὰ καὶ τόσων λαϊκῶν σε ὅλη τὴν Ἑλλάδα; Τὰ λειτουργικά, τὰ διοικητικά, τὰ οἰκονομικά; Πῶς μποροῦσε ὁ νοῦς του νὰ συγκρατεῖ τόσες ὑποθέσεις, τόσα ὀνόματα, τόσες προσωπικὲς ἱστορίες καὶ προβλήματα; Εἶχε, βεβαίως, ὅπως εἴπαμε, σπανία μνήμη, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὴν ὑπῆρχε ἡ φανερὴ ἐπέμβασις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ ἦταν καρπὸς τῆς ἀγαπώσης καρδίας του. Κοντά του ὁ καθένας αἰσθανόταν, ὅτι ὁ Πατέρας δὲν εἶχε καμμία ἄλλη ὑπόθεση στὸν νοῦ του ἐκτὸς ἀπὸ τὴν δική του, διότι ἔδινε ὅλη τὴν ψυχὴ καὶ τὴν δύναμη τῆς προσοχῆς του στὸν καθένα ποὺ βρισκόταν μπροστά του. Ἔτσι ὑπαγορεύει ὁ νόμος τῆς ἀγάπης, ποὺ ἦταν ὁ ὁδηγὸς τῆς ζωῆς του. Εἶναι σχεδὸν εἴκοσι χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ χάσαμε τὴν ἐπικοινωνία μαζί του, ἀλλὰ καὶ σήμερα ἠχεῖ στὰ αὐτιά μου, καί, εἶμαι βέβαιος, στὰ αὐτιὰ πολλῶν ἀπὸ σᾶς, ἡ φωνὴ τοῦ ἐλέγχου του: 


«Αὐτὸ ποὺ ἔκανες, αὐτὸ ποὺ εἶπες, εἶναι σύμφωνο μὲ τὸν νόμο τῆς ἀγάπης;». Τόσες φορὲς μᾶς ἔλεγε, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐννοοῦσε: «Τὸ Μοναστήρι μας τὸ ἔχω ἀγαπήσει ὅσο κανένα ἄλλο μέρος στὸν κόσμο, ἀλλὰ ἐὰν διαπιστώσω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ ἡ ἀγάπη, τότε θὰ ἐξαφανισθῶ, καὶ δὲν θὰ ξέρετε ποῦ νὰ μὲ βρεῖτε». Στοὺς Μοναχούς, ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκοὺς ἐπέβαλλε τὸν νόμο τῆς ἀγάπης, ὡς πρῶτο μέλημα στὶς σχέσεις μὲ τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ ζήσει καὶ νὰ μὴν ἁμαρτήσει, καὶ ὁ Πατέρας μας ἔκανε βεβαίως μερικὰ λάθη, ἀλλὰ πάντα ἀπὸ τὴν ἄδολη καρδία του, ποὺ τὸν ἔκανε μερικὲς φορὲς νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔπρεπε, σὲ ἀνθρώπους ποὺ ἐνεργοῦσαν μὲ πονηρία, πρᾶγμα ποὺ ἦταν τόσο ξένο στὴν δική του προσωπικότητα, ὥστε δὲν τοὺς κατανοοῦσε. Ἀλλὰ τὰ λάθη του τὰ διώρθωνε ὅσο μποροῦσε, καὶ πολλὲς φορὲς τὰ ἐξομολογήθηκε κατ᾽ ἰδίαν σὲ μᾶς τὰ πνευματικά του τέκνα, ἀλλὰ καὶ δημοσίως. 


λα ὅσα ἀνέφερα εἶναι μόνο μία γρήγορη περιγραφή, σὰν ἕνα πορτραῖτο, ἄν θέλετε, ποὺ δείχνει τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνιση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ συγχρόνως προσπαθεῖ, μέσῳ αὐτῆς τῆς ἐμφανίσεως, νὰ δώσει μία, ἔστω ἐλάχιστη ἰδέα τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς. Δὲν προσπάθησα νὰ δώσω μία περιγραφὴ τῆς πορείας τῆς ζωῆς του, διότι περισσότερο ἤθελα νὰ κάνω μία ἀνάμνηση τοῦ ἀνθρώπου γιὰ ἐκεῖνους ποὺ εἶναι μέλη τῆς πνευματικῆς μας οἰκογενείας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴν εὐλογία νὰ γνωρίζουν τὸν Πατέρα μας αὐτοπροσώπως. Ἧταν ἄνθρωπος πολὺ μεγάλων πνευματικῶν διαστάσεων, δηλαδὴ ὄχι μόνο ἡγετικὸ πρόσωπο, ἀλλὰ πρόσωπο χαρισματικό, ποὺ θύμιζε τὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωβ: «Ἀπόκτησε τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ θὰ σωθοῦν χιλιάδες ψυχὲς γύρω σου». Αὐτὸ πραγματοποιήθηκε στὴν ζωή του: ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι ἕνας Μοναχὸς μόνος του σὲ ἕνα μικρό, πτωχό, ἀπομακρυσμένο ἐρημητήριο ἔγινε σὲ λίγα χρόνια πατέρας πλήθους Μοναχῶν, Μοναζουσῶν, και οἰκογενειῶν, καὶ ὁδηγὸς πολλῶν ἁμαρτωλῶν στὸ δρόμο τῆς μετανοίας. 


 πνευματική του κίνηση, πού, ὅπως εἴπαμε, δὲν ἦταν δική του, ἀλλὰ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν συγχρόνων Ἁγίων, ἐλπίζομε, παρὰ τὶς ἀδυναμίες ἡμῶν τῶν διαδόχων του, θὰ συνεχίζει νὰ φωτίζει τὸν δρόμο πρὸς τὸν Οὐρανὸ γιὰ πολλοὺς ἁμαρτωλοὺς πού, σὰν τὸν Ἅγιο Κυπριανό, περιμένουν τὸν ἄνθρωπο νὰ τοὺς δείξει τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς καὶ σωτηρίας. Κλείνοντας, θὰ ἤθελα νὰ ἀναλογισθῶ τὶ σημαίνει σήμερα γιὰ ὅλους μας ἡ μαρτυρία τοῦ Πατέρα μας, τόσο γιὰ μᾶς ποὺ τὸν γνωρίζαμε, ὅσο γιὰ ἐκείνους ποὺ ἀνήκουν στὴν ἑπομένη γενεά, μία γενεὰ Ἁγιοκυπριανιτῶν ποὺ βλέπει τὴν φωτογραφία τοῦ Πατέρα νὰ δεσπόζει παντοῦ στὸ Μοναστήρι μας, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τὴν εὐλογία να τὸν ζήσουν ἀπὸ κοντά. Πρῶτο πρέπει νὰ τονισθῆ, ὅτι οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσματα ποὺ ἐκεῖνος κατεῖχε, πολὺ σπανίως δίδονται ὅλα μαζὶ σὲ ἕναν ἄνθρωπο ὅπως στὸν Πατέρα μας. Οὔτε ἡμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι ποὺ φέρομε τὴν ἁγιοπνευματικὴ δωρεὰ τῆς ἀρχιερωσύνης, δὲν ἔχομε καμμία ἐλπίδα νὰ τὸν ὁμοιάζομε στὰ χαρίσματα αὐτά. 


Τὸ παράδειγμά του γιὰ μᾶς πρέπει μᾶλλον νὰ ἀναζητηθεῖ ἀλλοῦ. Πιστεύω ὅτι ἔγκειται περισσότερο στὴν ἄσκηση τῆς καθολικῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς δίδασκε ὁ Πατέρας, ἀγάπης πρὸς τὸν μεγάλο καὶ τὸν μικρό, γιὰ τὸ παιδὶ καὶ γιὰ τὸ γεροντάκι, γιὰ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀγαποῦν καὶ γιὰ αὐτοὺς ποὺ μᾶς πολεμοῦν, γιὰ κάθε συνάνθρωπό μας ποὺ βρίσκεται στὴν ἀνάγκη, ἀλλὰ ὅλο περισσότερο γιὰ αὐτοὺς πού, ὅπως ὁ παραλυτικὸς τοῦ Εὐαγγελίου, «ἄνθρωπο» περιμένουν νὰ τοὺς σπρώξει στὴν σωστὴ κατεύθυνση, ὥστε νὰ μποῦν στὴν θεραπευτικὴ κολυμβήθρα, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὰ πλάσματά Του ἦταν, διὰ νὰ χρησιμοποιοῦμε μία ἀναλογία, τὸ καύσιμο ποὺ τὸν τροφοδοτοῦσε καὶ τοῦ χάριζε τὴν ἀτελείωτη φυσικὴ καὶ πνευματικὴ ἐνέργεια. 


πως, πιστεύω, πολλὰ ἀπὸ τὰ πνευματικά του τέκνα, πολλὲς φορὲς τὸν βλέπω στὸν ὕπνο. Βεβαίως τὰ ὄνειρα δὲν εἶναι πιστευτά, ἀλλὰ ἐνίοτε δείχνουν μία ἀόρατη πραγματικότητα. Εἶδα, λοιπὸν, μία φορά, ὅτι βρισκόμουν στὸ κάτω μέρος μιᾶς μεγάλης πέτρινης σκάλας, καὶ ἄκουσα μία φωνὴ ποὺ εἶπε, ὅτι ὁ Πατέρας κατεβαίνει. Τότε δὲν εἶδα σχῆμα ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἕνα φῶς, ἀμυδρὸ στὴν ἀρχή, ποὺ ὅλο δυνάμωνε μέχρι ποὺ ἦταν ἐκτυφλωτικό, καὶ ξύπνησα γεμᾶτος ἀπὸ τὴν χαρὰ τοῦ φωτὸς ἐκείνου. Πιστεύομε πραγματικὰ ὅτι ὁ Πατέρας μας εὑρίσκεται στὸ Θεῖο Φῶς, ἀλλὰ καὶ ὅτι, ὡς φίλος Χριστοῦ ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ μεταδίδει τὸ φῶς σὲ μᾶς ποὺ βρισκόμαστε στὸ σκοτάδι τοῦ κόσμου τούτου. Νὰ γινόμαστε, λοιπὸν, πιστοὶ ὀπαδοὶ τῆς διδασκαλίας του, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἔχομε τουλάχιστον μία μικρὴ γωνία στὸ οὐράνιο παλάτι ποὺ ἔχει ἑτοιμάσει γιὰ τὰ ἀγαπητά του πνευματικὰ παιδιά. Ἀμήν! 


† Ὁ Μεθώνης Ἀμβρόσιος


Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής 

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ Σχετικὰ μὲ τὸν αὐτοπροβαλλόμενον ὡς Ἀρχιεπίσκοπον Παρθένιον Βεζυρέαν

 


 Γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ οἱ καπηλευτές τοῦ τίτλου τῆς Μαρτυρικῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνήσιων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ἔρχονται νὰ σκανδαλίσουν δι᾽ ἀξιοποίνων πράξεων τὸ χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐν γένει τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν.

Γνωστοποιοῦμεν πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν ὅτι ὁ φερόμενος ὡς Ἀρχιεπίσκοπος τῶν Παλαιοημερολογιτῶν Παρθένιος Βεζυρέας οὐδέποτε ὑπῆρξε κληρικὸ ἢ λαϊκὀ μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν.


10-11/28-10-2025
Συνοδική Επιτροπή Τύπου της Εκκλησίας ΓΟΧ Ελλάδος
Πληροφορίαι στὸ τηλ. 6972010475

Πηγή