


Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μᾶς θυμίζει τὴν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων. Μᾶς θυμίζει ὅτι εἴμαστε ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν φυσική μας πατρίδα, τὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς καὶ τῆς αἰώνιας χαρᾶς. Ἐνῶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔπλασε ἄρχοντες τῆς κτίσεως, δίχως πόνο, λύπη καὶ στεναγμό, ἐμεῖς ἀποφασίσαμε νὰ Τὸν παρακούσουμε καὶ νὰ ἀκούσουμε τὴν συμβουλὴ τοῦ πονηροῦ. Καὶ τί κερδίσαμε; Λίγη πρόσκαιρη ἡδονή, μὰ κυρίως ντροπή, τύψεις, στενοχώρια καὶ, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν κατοπινή μας ἀμετανοησία, αὐτὸν τὸν θάνατο. Ὄντως, ὅπως λέει ὁ ὑμνωδός, «ὡραῖος ἦν καὶ καλὸς εἰς βρῶσιν ὁ ἐμὲ θανατώσας καρπός». Ἦταν πολὺ ὡραῖος καὶ γευστικὸς ὁ καρπὸς ποὺ μᾶς θανάτωσε.
Ὅπως κατανοοῦμε, λοιπόν, ὁ δρόμος τῆς ἁμαρτίας μπορεῖ νὰ φαίνεται εὔκολος καὶ ἑλκυστικός, ἀλλὰ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν δρόμο τῆς ἀρετῆς, ποὺ μπορεῖ νὰ φαίνεται δύσκολος καὶ ἐπίπονος, ἀλλὰ προσφέρει ἀληθινὴ χαρὰ καὶ αἰώνια ζωή.
Αὐτὸν τὸν δρόμο μᾶς καλεῖ νὰ πορευθοῦμε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία διαχρονικά, μὰ ἰδιαίτερα σήμερα, μία μέρα πρὶν εἰσέλθουμε στὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς: «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα· οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται».
Πρὶν, ὅμως, εἰσοδεύσουμε στὸ στάδιο τῆς Νηστείας, ὅπου θὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν συγχώρεση καὶ διόρθωση τῶν παραπτωμάτων μας, καλούμαστε ἅπαντες νὰ συγχωρήσουμε καρδιακὰ ὅσους μᾶς ἔχουν στενοχωρήσει. Ἡ ἀλληλοσυγχώρεση εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη διότι ὁ Θεὸς εἶναι κατὰ πάντα Δίκαιος, ἀλλὰ καὶ Ἀπλός. Ἂν συγχωρήσουμε τὸν πλησίον, θὰ συγχωρεθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἂν δὲν συγχωρήσουμε τὸν πλησίον, πῶς ὁ Θεὸς θὰ συγχωρήσει ἐμᾶς, ποὺ μάλιστα, διεπράξαμε ἐνώπιόν Του σοβαρότερα σφάλματα; Γιὰ αὐτό, λοιπόν, συγχωροῦμε καὶ ὁδεύουμε μὲ ἀσφάλεια τὸν δρόμο τῆς Νηστείας.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί,
Ὁ Θεὸς θέλει νὰ ἀκολουθήσουμε αὐτὸν τὸν δρόμο. Θέλει νὰ νηστέψουμε ἀπὸ τὰ πάθη, ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις καὶ ἀπὸ τὶς τροφές. Καὶ αυτό, διότι μᾶς θέλει κοντά Του. Θέλει, ὅμως, νὰ ἀκολουθήσουμε αὐτὸν τὸν δρόμο μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι κὶ ἐμεῖς τὸ θέλουμε καρδιακά. Κὶ ἐκεῖνος ποὺ πραγματικὰ θέλει, δὲν ἔχει διάθεση ἐπίδειξης. Ἐκεῖνος ποὺ νηστεύει καρδιακά, ὀφείλει νὰ κάνει τὸν ἀγώνα του «ἐν τῷ κρυπτῷ» καὶ ὁ Θεὸς θα τοῦ τὸ ἀνταποδώσει «ἐν τῷ φανερῷ». Διαφορετικά, γινόμαστε σὰν τοὺς ὑποκριτές.
Ἐφόσον, ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἐπίγεια καὶ φθειρόμενα ἀγαθά, εἴμαστε πρόθυμοι νὰ ὑποβάλουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ κόπους νύχτα καὶ μέρα, πολὺ περισσότερο πρόθυμοι πρέπει νὰ εἴμαστε ὅταν πρόκειται γιὰ τὰ ἐπουράνια, τὰ ἄφθαρτα, τὰ αἰώνια.
Μόνο ὅσοι βιώνουν τὴν προσωπική τους Σταύρωση, θὰ βιώσουν τὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου μαζὶ μὲ τὶς Μυροφόρες καὶ τοὺς Ἀποστόλους τὸ πολυπόθητο «Χαίρετε» καὶ τὸ «Εἰρήνη ὑμῖν». Ἡ χαρὰ καὶ εἰρήνη ἔχουν ὡς θεμέλιο τὴν συγχώρεση. Ὡς Χριστιανοὶ ἔχουμε καθήκον νὰ συγχωροῦμε καὶ ἔπειτα, μονοιασμένοι καὶ εἰρηνικοί, νὰ χαιρόμαστε τὴν ἐν Χριστῷ ζωή.
Καλὴ Σαρακοστή! Καλὸν ἀγώνα!
Ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς τῆς Τυροφάγου
(Ρωμ. ιγ΄ 11 – ιδ΄ 4)
Ἀδελφοί, νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. ῾Η νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ᾿Αποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. ῾Ως ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τὸν Κύριον ᾿Ιησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας. Τὸν δὲ ἀσθενοῦντα τῇ πίστει προσλαμβάνεσθε, μὴ εἰς διακρίσεις διαλογισμῶν. Ος μὲν πιστεύει φαγεῖν πάντα, ὁ δὲ ἀσθενῶν λάχανα ἐσθίει. ῾Ο ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω, καὶ ὁ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω· ὁ Θεὸς γὰρ αὐτὸν προσελάβετο. Σὺ τίς εἶ ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην; Τῷ ἰδίῳ Κυρίῳ στήκει ἢ πίπτει· σταθήσεται δέ· δυνατὸς γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς στῆσαι αὐτόν.
Η διαγωγή μας ἂς εἶναι κόσμια, τέτοια ποὺ ταιριάζει στὸ φῶς. ῍Ας πάψουν τὰ φαγοπότια καὶ τὰ μεθύσια, ἡ ἀσύδοτη κι ἀκόλαστη ζωή, οἱ φιλονικίες κι οἱ φθόνοι. Ντυθεῖτε τὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστὸ καὶ μὴν ἀφήνετε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό σας νὰ σᾶς παρασύρει στὴν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν σας.
Νὰ δέχεστε ὅποιον ἔχει ἀσθενικὴ πίστη, χωρὶς νὰ ἐπικρίνετε τὶς ἀπόψεις του. Γιὰ παράδειγμα, ἕνας πιστεύει πὼς μπορεῖ νὰ φάει ἀπ’ ὅλα, ἐνῶ κάποιος ἄλλος, ποὺ ἔχει ἀσθενικὴ πίστη, τρώει μόνο χόρτα.
Αὐτὸς ποὺ τρώει ἀπ’ ὅλα, ἂς μὴν περιφρονεῖ ἐκεῖνον ποὺ δὲν τρώει· κι ἐκεῖνος ποὺ δὲν τρώει, ἂς μὴν κατακρίνει ἐκεῖνον ποὺ τρώει, γιατὶ ὁ Θεὸς τὸν ἔχει δεχτεῖ στὴν ἐκκλησία του. Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ θὰ κρίνεις ἕναν ξένο ὑπηρέτη;
Μόνο ὁ Κύριός του μπορεῖ νὰ κρίνει ἂν στέκεται ἢ ὄχι στὴν πίστη του, γιατὶ ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὸν στηρίξει.
1. ΑΠΟΘΕΣΗ ΚΑΙ ΕΝΔΥΣΗ
Ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα μετανοίας θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ τὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ ἀνάγνωσμα. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στοὺς Ρωμαίους, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὅλους τοὺς Χριστιανούς, λέει: Εἶναι πλέον ὥρα νὰ σηκωθοῦμε ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ἀμέλειας. Διότι τώρα ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας Παρουσίας εἶναι πλησιέστερη σὲ μᾶς παρὰ τότε ποὺ πιστεύσαμε. Ἡ ζωὴ αὐτή, ποὺ μοιάζει μὲ νύχτα σκοτεινή, προχώρησε, ἐνῶ ἡ ἡμέρα τῆς ἄλλης ζωῆς πλησίασε. «Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός». Ἂς πετάξουμε λοιπὸν ἀπὸ πάνω μας τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας ποὺ γίνονται στὸ σκοτάδι, κι ἂς ντυθοῦμε σὰν ὅπλα τὰ φωτεινὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Ὅπως συμπεριφέρεται κανεὶς τὴν ἡμέρα, ποὺ τὰ βλέμματα πολλῶν τὸν παρακολουθοῦν, ἔτσι κι ἐμεῖς ἂς συμπεριφερθοῦμε μὲ εὐπρέπεια καὶ σεμνότητα· ὄχι μὲ ἄσεμνα φαγοπότια καὶ μεθύσια, οὔτε μὲ πράξεις αἰσχρότητος καὶ ἀσέλγειας, οὔτε μὲ φιλονικίες καὶ ζηλοτυπίες. Ἀλλὰ νὰ ἐνδυθοῦμε σὰν ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὥστε στὴν ὅλη ζωή μας νὰ μοιάζουμε μ’ Αὐτόν.
Μὲ τὸ ὅλο ἱερὸ κείμενο ὁ ἅγιος Ἀπόστολος μᾶς καλεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἐγρήγορση καὶ μᾶς ζητεῖ νὰ κάνουμε δύο ἐνέργειες: πρῶτα νὰ πετάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, κι ἔπειτα νὰ ντυθοῦμε καὶ νὰ ὁπλισθοῦμε μὲ τὰ ὅπλα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀρετῆς. Νὰ μισήσουμε δηλαδὴ τὴν ἁμαρτία καὶ τὰ ἔργα της, καὶ νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀρετή. Νὰ ἀφήσουμε τὴ νύχτα καὶ τὰ ἁμαρτωλά της ἔργα, καὶ νὰ ζήσουμε πλέον μέσα στὸ φῶς τῆς ἡμέρας, τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς. Διπλὸ λοιπὸν τὸ ἔργο τῆς μετανοίας, ξερίζωμα καὶ ἔνδυση, μίσος καὶ ἀγάπη, ἀπάρνηση τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀφοσίωση στὸν Χριστό. Ἂς μὴ νομίσουμε ὅτι τὸ κάλεσμα αὐτὸ δὲν μᾶς ἀφορᾶ, ἀλλὰ ἀφορᾶ μόνο τοὺς ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Καθὼς εἰσερχόμαστε στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μας ἐπέλεξε αὐτὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα γιὰ νὰ καλέσει ὅλους – κι ἐμᾶς ποὺ νομίζουμε ὅτι εἴμαστε προοδευμένοι Χριστιανοί – σὲ μετάνοια. Διότι ἂν ψάξουμε καλὰ μέσα στὴν ψυχή μας, θὰ δοῦμε ἕνα σωρὸ πάθη καὶ ἐπιθυμίες ἁμαρτωλές, σκέψεις καὶ φρονήματα σκοτεινά. Ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ κάθε τόσο πέφτουμε στὰ ἴδια καὶ στὰ ἴδια. Ἂς ξυπνήσουμε λοιπὸν ἀπὸ τὸν λήθαργο τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ἀμέλειας. Ἰδιαιτέρως τώρα καθὼς μπαίνουμε στὸ στίβο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Ἄς κάνουμε ἕνα νέο ξεκίνημα μὲ ζῆλο. Καὶ θὰ τὸ εὐλογήσει ὁ Θεός.
2. ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ
Στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στὸ θέμα τῶν φαγητῶν ποὺ ταλαιπωροῦσε τότε τοὺς Χριστιανούς. Λέει λοιπὸν ὁ θεῖος Ἀπόστολος: Νὰ δέχεσθε μὲ καλοσύνη ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἀδύνατος στὴν πίστη καὶ ἐξαρτᾶ τὴ σωτηρία του καὶ ἀπὸ τὴ διάκριση τῶν φαγητῶν καὶ τῶν ἡμερῶν, χωρὶς νὰ συζητᾶτε καὶ νὰ ἐπικρίνετε τὶς ἰδέες του. Ἄλλος βέβαια πιστεύει ὅτι δὲν ἀπαγορεύεται νὰ φάει ὅλα τὰ φαγητά. Ἐνῶ ὁ ἀδύνατος στὴν πίστη τρώει λαχανικὰ καὶ ἀποφεύγει τὶς ἄλλες τροφὲς ἀπὸ τὸ φόβο μήπως μολυνθεῖ ἀπ’ αὐτές. Ἐκεῖνος ποὺ λόγῳ τῆς ἰσχυρότερης πίστεώς του τρώει ἀπ’ ὅλες τὶς τροφές, ἂς μὴν περιφρονεῖ ὡς στενοκέφαλο ἐκεῖνον ποὺ δὲν τρώει ἀπ’ ὅλες. Κι αὐτὸς ποὺ δὲν τρώει ἀπ’ ὅλα, ἂς μὴν κατακρίνει ἐκεῖνον ποὺ τρώει.
Ἄλλωστε ποιὸς εἶσαι ἐσύ, ποὺ κατακρίνεις ξένο δοῦλο; Αὐτὸς δὲν ἔχει ἐσένα Κύριο ἀλλὰ τὸν Θεό. Γιὰ τὸν Κύριό του λοιπὸν μένει σταθερὸς ἢ πέφτει πνευματικά. Μάθε λοιπὸν ὅτι, ἐνῶ ἐσὺ τὸν κατακρίνεις, αὐτὸς θὰ μείνει σταθερὸς στὴν πίστη. Διότι ὁ Θεὸς ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὸν ἀνορθώσει καὶ νὰ τὸν στερεώσει.
Παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν τροφῶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος ξεσκεπάζει τὸ φοβερὸ πάθος τῆς κατακρίσεως, ποὺ πάντοτε ταλαιπωροῦσε καὶ ταλαιπωρεῖ ἰδιαιτέρως τοὺς πιστούς. Ἂν ἐξετάσουμε προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό μας, θὰ δοῦμε πόσο πάσχουμε κι ἐμεῖς στὸ θέμα τῆς κατακρίσεως. Πόσο εὔκολα ἀνοίγουμε τὸ στόμα μας γιὰ νὰ κρίνουμε τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας. Καὶ μᾶς ἐγκαλεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος καὶ μᾶς ρωτᾶ: Ποιοὶ εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ κάνουμε τοὺς δικαστὲς τῶν ἄλλων; Μὲ ποιὸ δικαίωμα ἁρπάζουμε τὸ δικαίωμα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ὁ μόνος Κριτὴς ὅλων μας;
Ἐπιπλέον ὅταν κατακρίνουμε, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε ἀποκαλύπτουμε τὴν κακία ποὺ ἔχουμε γιὰ τοὺς ἀδελφούς μας, καὶ τὸν μεγάλο ἐγωισμό μας. Νομίζουμε ὅτι τὰ ξέρουμε ὅλα κι ὅτι ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ καυτηριάζουμε τὰ λάθη τῶν ἄλλων. Κατακρίνουμε αὐτὰ ποὺ βλέπουμε, καὶ δὲν ξέρουμε ὅτι οἱ ἄλλοι μπορεῖ νὰ μετανόησαν, ἐνῶ ἐμεῖς μένουμε σκλάβοι στὸ ὀλέθριο πάθος μας. Κατακρίνουμε διότι δὲν ἀποκτήσαμε ἀκόμη συναίσθηση καὶ φροντίδα γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα. Ἐμεῖς καθημερινὰ σφάλλουμε σὲ χειρότερα ἁμαρτήματα καὶ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους! Διώχνουμε ὅμως ἔτσι τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ παραχωρεῖ ὁ Θεὸς καὶ πέφτουμε στὰ ἴδια ἁμαρτήματα, κάποτε καὶ σὲ ἄλλα βαριά, ἀκόμη καὶ σὲ σαρκικά, γιὰ νὰ ταπεινωθοῦμε καὶ νὰ μετανοήσουμε. Ἂς προσέξουμε λοιπὸν πολύ. Κι ἂς ζητήσουμε μὲ μετάνοια ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει τὴ χάρη του νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν κατάκριση. Διαφορετικὰ μὲ τὴν κατάκριση ὁδεύουμε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς συντομότερους δρόμους γιὰ τὴν κόλαση.
Ἀπὸ τὸν Σεβ/το Μητροπολίτη Λαρίσης καὶ Πλαταμῶνος κ. Κλήμεντα στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Παρασκευῆς στὸ Μεζοῦρλο (Λατίνια) Λαρίσης, τὴν Κυριακή, 22-2/10-3-2024, μὲ τίτλο: «Νὰ προσέχουμε γιατὶ θὰ κριθοῦμε!»:
Ο Σουλπίκιος Σεβήρος (λατινόφωνος χριστιανός συγγραφέας στις αρχές του Ε΄ αιώνος) στο βιβλίο του "Διάλογοι", το οποίο αποτελεί παράρτημα του βιβλίου του "Βίος του Αγίου Μαρτίνου της Τουρ", αναφέρεται σε ένα φοβερό περιστατικό σχετικό με τον Άγιο Μαρτίνο.
Πριν όμως γίνει λόγος για το περιστατικό αυτό ας αναφερθεί το ιστορικό πλαίσιο. Βρισκόμαστε στην πόλη Τρίερ κατά το έτος 385 μ. Χ. Στην πόλη βασιλεύει ο Ρωμαίος αυτοκράτορας της Δύσης Μάγνος Μάξιμος, τον οποίο ο, επίσης ορθόδοξος στην πίστη, Επίσκοπος Οσσονόμπα (σημερινή Φάρο της Πορτογαλίας) Ιθάκιος πείθει να καταδιώξει τους αιρετικούς Πρισκιλλιανούς.
Ο Άγιος Μαρτίνος αντέδρασε με σφοδρότητα στην ενέργεια αυτήν του Ιθακίου, διότι αφενός μεν απέρριπτε την προσφυγή μιας εκκλησιαστικής υπόθεσης ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, αφετέρου θεωρούσε απαράδεκτο για Χριστιανό να υποκινεί ή να συμμετέχει σε διώξεις. Κατάφερε λοιπόν και έλαβε από τον αυτοκράτορα την υπόσχεση αν οι αιρετικοί βρεθούν ένοχοι τουλάχιστον να μην εκτελεστούν.
Όταν όμως ο Άγιος Μαρτίνος έφυγε από την πόλη, ο αυτοκράτορας διόρισε δικαστή τον έπαρχο Ευόδιο, ο οποίος με τις ενέργειες του ζηλωτή Ιθακίου, βρήκε ένοχο μαγείας τον Πρισκιλλιανό και κάποιους άλλους αιρετικούς συντρόφους του με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας να διατάξει την εκτέλεση τους και την δήμευση της περιουσίας τους. Ήταν η πρώτη εκτέλεση αιρετικών στην Ιστορία και μάλιστα με καύση.
Μόλις ο Άγιος Μαρτίνος, άκουσε τι είχε συμβεί, επέστρεψε στο Τρίερ και ανάγκασε τον αυτοκράτορα να ακυρώσει την εντολή προς τον στρατό που ετοιμαζόταν να μεταβεί στην Ιβηρική χερσόνησο για να εξολοθρεύσει τους αιρετικούς. Όπως αναφέρει ο βιογράφος του "ο Μαρτίνος ένιωθε έναν ευσεβή ζήλο όχι μόνο να σώσει από τον κίνδυνο τους αληθινούς Χριστιανούς σε αυτές τις περιοχές, οι οποίοι κινδύνευαν να διωχθούν σε εκείνη την εκστρατεία (διότι πως ο στρατός θα μπορούσε να κάνει την διάκριση μεταξύ ορθοδόξων και αιρετικών), αλλά και να προστατεύσει ακόμη και τους ίδιους τους αιρετικούς" (Διάλογοι ΙΙ, ΧΙ).
Την στάση του Ιθακίου και του αυτοκράτορα επέκριναν επίσης και ο Πάπας Ρώμης Δάμασος Α΄, ο Άγιος Αμβρόσιος Μεδιολάνων και ο Άγιος Αυγουστίνος. Κάποιοι μάλιστα Γάλλοι Επίσκοποι, που βρίσκονταν στο Τρίερ υπό την ηγεσία του Επισκόπου της Γαλατίας Θεόγνητου, διέκοψαν την κοινωνία με τον Ιθάκιο.
Επειδή όμως και ο ίδιος ο Άγιος Μαρτίνος διέκοψε την κοινωνία όχι μόνο με τον Ιθάκιο, αλλά και με όσους κοινωνούσαν μαζί του, ο αυτοκράτορας προσπάθησε με κάθε τρόπο να τον κάνει να συγκοινωνήσει με τον Ιθάκιο λέγοντάς του "ότι ο Θεόγνητος είχε δημιουργήσει διχόνοια, μάλλον από προσωπικό μίσος, παρά από την υπόθεση που υποστήριζε, και ότι, μάλιστα, ήταν ο μόνος που στο μεταξύ είχε χωρίσει τον εαυτό του από την κοινωνία: ενώ από τους υπόλοιπους δεν είχε γίνει καμία καινοτομία, ενώ παρατήρησε περαιτέρω ότι μια Σύνοδος, που έγινε λίγες μέρες νωρίτερα, είχε αποφασίσει ότι ο Ιθάκιος δεν ήταν κατηγορούμενος για κανένα έγκλημα" (Διάλογοι ΙΙ, ΧΙΙ).
Επειδή όμως ο Άγιος Μαρτίνος αρνήθηκε και πάλι να κοινωνήσει με τον Ιθάκιο και τους συν αυτώ, τότε ο αυτοκράτορας Μάξιμος φλεγόμενος από οργή διέταξε να ξεκινήσει η εκστρατεία για την σφαγή των αιρετικών την οποία είχε αποτρέψει ο Άγιος. Το τί συνέβη ευθύς αμέσως αφήνουμε τον Σουλπίκιο Σεβήρο να το διηγηθεί:
"Όταν αυτό έγινε γνωστό στον Μαρτίνο, όρμησε στο παλάτι, αν και ήταν πλέον νύχτα. Ο ίδιος δεσμεύτηκε ότι, αν αυτοί οι άνθρωποι γλίτωναν, θα κοινωνούσε, αρκεί μόνο οι Τριβούνοι, που είχαν ήδη σταλεί στις Ισπανία για την καταστροφή των εκκλησιών, να ανακληθούν. Χωρίς καμία καθυστέρηση ο Μάξιμος ικανοποιεί όλα τα αιτήματά του. Την επόμενη μέρα κανονιζόταν η χειροτονία του Φήλικος σε επίσκοπο, ενός ανθρώπου αναμφίβολα μεγάλης αγιότητας και πραγματικά άξιου να γίνει ιερέας σε καλύτερες εποχές. Ο Μαρτίνος συμμετείχε στην κοινωνία εκείνης της ημέρας, κρίνοντας ότι καλύτερα να υποχωρήσει προς το παρόν, παρά να αγνοήσει την ασφάλεια εκείνων που πάνω από τα κεφάλια τους κρεμόταν το ξίφος. Εντούτοις, αν και οι παρόντες Επίσκοποι προσπάθησαν με επιμονή να τον κάνουν να επιβεβαιώσει το γεγονός της κοινωνίας του υπογράφοντας με το όνομά του, δεν μπόρεσαν να το καταφέρουν. Την επομένη, φεύγοντας βιαστικά από εκείνο το μέρος, και καθώς ήταν στο δρόμο της επιστροφής, ένιωσε μεγάλο πένθος και θρήνο επειδή είχε έστω και για μια ώρα αναμιχθεί στην κακή αυτή κοινωνία και, όχι μακριά από ένα χωριό που ονομαζόταν Αντέθαννα [σημ. Μ. μεταξύ Τρίερ και Άρλον στο σημερινό Λουξεμβούργο], όπου απλώνονται μεγάλα δάση, κάθισε ολομόναχος ενώ οι σύντροφοί του συνέχιζαν λίγο πιο μπροστά από αυτόν. Εκεί βυθίστηκε σε σκέψεις, κατηγορώντας και υπερασπιζόμενος εναλλάξ την αιτία της θλίψης και της συμπεριφοράς του. Ξαφνικά, ένας Άγγελος εμφανίστηκε και στάθηκε δίπλα του λέγοντάς του: «Ακριβώς, ω Μαρτίνε, νιώθεις θλίψη, αλλά δεν θα μπορούσες αλλιώς να ξεφύγεις από τη δυσκολία σου. Ανανέωσε την αρετή σου, ξαναπάρε το θάρρος σου, για να μην εκθέσεις όχι μόνο τώρα τη φήμη σου, αλλά και την ίδια τη σωτηρία σου σε κίνδυνο». Ως εκ τούτου, από τότε, φρόντιζε προσεκτικά να μην ξαναέλθει σε κοινωνία με τους περί τον Ιθάκιο. Αλλά όταν συνέβη να θεραπεύσει κάποιους δαιμονισμένους πιο αργά και με λιγότερη Χάρη απ' ό,τι συνήθως, μας εξομολογήθηκε αμέσως με δάκρυα ότι ένιωσε μια μείωση της δύναμής του εξαιτίας του κακού εκείνης της κοινωνίας στην οποία είχε λάβει μέρος για μια στιγμή λόγω ανάγκης, και όχι με εγκάρδιο πνεύμα. Έζησε δεκαέξι χρόνια μετά από αυτό, αλλά ποτέ ξανά δεν παρευρέθηκε σε Σύνοδο και έμεινε προσεκτικά μακριά από όλες τις συνελεύσεις των Επισκόπων" (Διάλογοι ΙΙ, ΧΙΙΙ).
Με την μετάνοιά του όμως, για την εξ ανάγκης αυτήν κακή εκκλησιαστική κοινωνία, η Χάρη επανήλθε όπως αποκαλύπτει ο ίδιος αυτόπτης συγγραφέας ευθύς αμέσως: "σαφώς όμως, όπως βιώσαμε, επιδιόρθωσε, με πολλαπλό ενδιαφέρον, την Χάρη του, που είχε μειωθεί για ένα διάστημα. Είδα έπειτα έναν δαιμονισμένο να τον φέρνουν στην πύλη της μονής και πριν ο άνθρωπος διαβεί το κατώφλι, θεραπεύτηκε" (Διάλογοι ΙΙ, ΧΙV).
Το παραπάνω περιστατικό αποτελεί μία ακόμη απόδειξη ότι αφενός μεν η διακοπή της κοινωνίας δεν αφορά μόνο περιπτώσεις αιρέσεως (όπως ισχυρίζονται όσοι ερμηνεύουν τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας, κατά το γράμμα του Κανόνος και αποκομμένο από τους υπολοίπους και την πράξη των Αγίων Πατέρων), αλλά και αδικίας (πρβλ. ΛΑ΄ Αποστολικό Κανόνα), αφετέρου δε πως η κατάκριτη αυτή μετ' αδίκων κοινωνία (και πόσο μάλιστα όταν δεν υπάρχει ανωτέρα βία, όπως στην περίπτωση που είδαμε) αποτελεί αιτία παρεμπόδισης της ενέργειας της Θείας Χάριτος. Για αυτό ίσως και βιώνουμε στην εποχή μας τέτοια εγκατάλειψη...
Ο Θεός να μας ελεήσει και να μας δώσει συναίσθηση και μετάνοια!
(Τα κείμενα από την ετοιμαζόμενη έκδοση:
Νικολάου Μάννη, Ανθολόγιο Λατινικής Πατρολογίας).
