† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟΙ ΥΜΝΟΙ







































ΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΠΟΘΟΣ ΕΝΘΕΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 


τοῦ π. Νικηφόρου Νάσσου

Picture
«Τό ἀληθινόν Πάσχα καί ἡ ἀληθινή ἑορτή τῆς
ψυχῆς εἶναι ὁ Χριστός, ὅστις θυσιάζεται
 εἰς τά μυστήρια». [1]

   
Μέ ἀφορμή τήν κατανυκτική περίοδο τοῦ Τριωδίου, κατά τήν ὁποία οἱ πιστοί ἐκτελοῦν τόν λεγόμενο «ψυχικό καθαρμό», ὥστε νά φθάσουν ἕτοιμοι στή Ζωηφόρο Ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καταθέτουμε λίγες σκέψεις ἀναφορικά μέ τό κέντρο ἀλλά καί τήν κατάληξη καί στοχοποίηση  ὅλης τῆς πνευματικῆς μας προετοιμασίας, πού εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη τοῦ Παναγίου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ. 

Τό ἀληθινό Πάσχα εἶναι ὁ Χριστός, ὅπως εἴδαμε στό χωρίο τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου, καί θά τό δοῦμε  καί στά ἑπόμενα. Ὅλοι ἐμεῖς περιμένουμε τό Πάσχα, ἀλλά πῶς ὅμως καί μέ τί κριτήρια; Μέ θεολογικά καί σωτηριολογικά, ἤ ἐντελῶς κοσμικά καί κοινωνικά;  Μήπως ἀναμένουμε τήν ἔλευση τῆς Λαμπρῆς, ὅπως λέγεται, ὡς ἑορτή καί μόνο κατά τήν ὁποία θά καταλύσουμε τήν «ἀπολλυμένην βρώσιν», δηλαδή «ἐπιτέλους θά φᾶμε μετά ἀπό πενῆντα μέρες», ὅπως συνηθίζουμε νά λέμε; Θά γίνει,βεβαίως, καί αὐτό, θά καταλύσουμε, ἀφοῦ ἡ νηστεία θά παρέλθει, ἀλλά δέν εἶναι μόνο αὐτό πού συνιστᾶ τό Πάσχα, τό ὁποῖο  πού περιμένουμε! Εἶναι δέ γεγονός, ὅτι μέ πολλές προσδοκίες, ἐπιθυμίες, σκεπτικά καί διαθέσεις περιμένουν οἱ ἄνθρωποι τό Πάσχα καί δέν εἶναι τοῦ παρόντος νά ἀναλύσουμε. 


Ὅμως, εἶναι ἐπίσης γεγονός ἀναμφίβολο, ὅτι πολλοί εἶναι ἐκείνοι οἱ ὁποῖοι, δυστυχῶς, ἑορτάζουν Πάσχα χωρίς Χριστό… Καί αὐτό λαμβάνει χώρα ὅταν ὁ ἄνθρωπος, σκεπτόμενος μόνο ὑλικά καί αἰσθησιακά, ἀγνοήσει τό πνευματικό καί θεῖο νόημα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ! Λησμονεῖ πραγματικά ὁ αἰσθησιακός ἄνθρωπος ὅτι ἡ  Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία περιμένουμε μετά τή λήξη τῆς Ἁγίας καί  Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἀποτελεῖτό αἰώνιο Πάσχα ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν, ἀφοῦ ὁ Παθών καί ἐκ τάφου Ἀναστάς Κύριός μας, εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχήν Ἀμνός τοῦ Θεοῦ,«τό Πάσχα ἡμῶν» ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος. Αὐτό γιά τόν ἰδεώδη Χριστιανό συνιστᾶ μία βίωση προσωπική καί ὑπαρξιακή τοῦ Πάσχα (πού σημαίνει στά ἐβραϊκά δάβασις, πέρασμα), μιά ἐν προκειμένῳ δική του διάβαση ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας στήν ἀνάσταση τῆς ψυχῆς καί τήν πορεία της πρός τήν πνευματική «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό συντελεῖται μέσα στήν Ἁγία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μας. Καί συντελεῖται μέ τήν ὅλη ἐκκλησιαστική  καί πνευματική ζωή, ἀλλά κορυφώνεται στό «Μυστήριον τῶν Μυστηρίων», τήν Θεία Εὐχαριστία, ὅπου μετέχουμε τοῦ «Πασχαλίου Ἀμνοῦ», τοῦ Θυσιαζομένου Κυρίου μας. Μέ αὐτό τό πνεῦμα ἀκριβῶς, ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, θά μᾶς τονίσει καί πάλι, στό θεολογικότατο Ἑορτοδρόμιό του ὅτι: «Ἀληθινόν Πάσχα τῶν χριστιανῶν εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐν τοῖς μυστηρίοις μεταλαμβανόμενος»! [2]


Ὡστόσο, δεν θά πρέπει νά λησμονεῖται ἀπό κανέναν ὅτι ἡ κάθε Θεία Λειτουργία εἶναι ἕνα Πάσχα, ἕνα πνευματικό πανηγύρι, κυρίως δέ, γιά ὅσους χριστιανούς ἔχουν τή δυνατότητα μεθέξεως  στό ἀναστάσιμο «πόμα» τῆς Εὐχαριστίας, δηλαδή γιά ὅσους μεταλαμβάνουν (κατόπιν τῆς σχετικῆς προετοιμασίας, αὐτομεμψίας, μετανοίας κλπ.) τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων τοῦ Θεοῦ. Πραγματικά, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ Χριστός, ὁ «προσφέρων και προσφερόμενος και προσδεχόμενος και διαδιδόμενος» μέσῳ τῶν Φρικτῶν Του Μυστηρίων, μπορεῖ καί μία καθημερινή ἡμέρα νά γίνει Πάσχα γιά τόν πιστό. Ἀληθινά, «ὅλες οἱ ἡμέρες γίνονται Πάσχα καί ἀνάσταση μέ τή θεία λειτουργία, στήν ὁποία μετέχοντας καί κοινωνώντας οἱ πιστοί γίνονται ἀνάσιμο καί  ἀναστημένο κατά Κυριακόν σῶμα, κοινωνία ἀληθής ἑνότητας ἐν Χριστῷ πού βιώνει ἀδιάλειπτα τήν πασχάλια ἀνακαινιστική ἐμπειρία». [3] Κάθε φορά πού προσερχόμαστε στήν Ἀγία Τράπεζα μέ κεκαθαρμένη συνείδηση, Πάσχα ἐπιτελοῦμε, ὑπογραμμίζει ὁ ἱ. Χρυσόστομος: «Ὁσάκις ἄν προσίῃς μετά καθαροῦ συνειδότος, Πάσχα ἐπιτελεῖς». [4]  


Εἶναι δέ γεγονός, ὅτι ἀνάλογα μέ τήν ἑτοιμασία μας, λαμβάνουμε χάρη ἐκ τοῦ Μυστηρίου καί δύναμη ψυχῆς καί αὐτό εἶναι ἕνα σημεῖο πολύ σημαντικό τό ὁποῖο πρέπει νά προσέχουμε ἅπαντες οἱ κοινωνοῦντες καί προσεγγίζοντες τά Θεῖα Μυστήρια, κληρικοί καί λαϊκοί. Ὁ θεολογικότατος Καβάσιλας, στό  περισπούδαστο ἔργο του «Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς» θά τονίσει τήν ὡς ἄνω πραγματικότητα γράφοντας ὅτι «τοῦτο τό μυστήριον φῶς μέν ἐστί τοῖς ἤδη κεκαθαρμένοις, καθάρσιον δέ τοῖς ἔτι καθαιρομένοις, ἀλείπτης δέ (=προπονητής) κατά τοῦ πονηροῦ καί τῶν παθῶν ἀγωνιζομένοις». [5]


Ὁ ἐν Ὁσίοις καί Διδασκάλοις Μέγας, Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, θά μᾶς ὑπομνήσει ὅτι «τό ἱερόν καί πανάγιον Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, ὅταν καλῶς καί ἀξίως μεταλαμβάνεται, εἰς τούς πολεμοῦντας (κατά τοῦ διαβόλου) γίνεται ὅπλον, εἰς τούς ἀναχωροῦντας ἀπό τόν Θεόν ἐπαναστροφή. Τούς ἀσθενεῖς ἐνδυναμώνει, τούς ὑγιεῖς εὐφραίνει, τάς ἀσθενείας ἰατρεύει, τήν ὑγείαν διαφυλάττει». Μᾶς ἐπισημαίνει δέ παρακάτω ὅτι «διά τῆς Μεταλήψεως εὐκολώτερον διορθούμεθα, πλέον μακρόθυμοι καί ὑπομονητικοί εἰς τούς πόνους καί θλίψεις γινόμεθα, πλέον θερμοί εἰς τήν ἀγάπην, πλέον πρόθυμοι εἰς τήν ὑπακοήν, πλέον  ὀξύτεροι  καί γρηγορότεροι εἰς τήν ἐνέργειαν (=ἐνεργοποίησιν) τῶν χαρισμάτων».[6] Καί στίς εὐχές τῆς γνωστῆς Ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως συναντοῦμε αὐτά τά ἀποτελέσματα τῆς ἐπενεργείας τῆς ἀκτίστου Χάριτος, ἡ  ὁποία προχέεται ἀπό τά Πανάγια Μυστήρια καί ἐπισκιάζει τούς μετ᾿ ἑτοιμασίας προσερχομένους πιστούς. Σέ ἕνα τροπάριο τοῦ κανόνος λ.χ. λέγονται τά ἑξῆς: «Πηγή ἀγαθῶν ἡ μετάληψις, Χριστέ, τῶν ἀθανάτων σου νῦν Μυστηρίων γενηθήτω μοι, φῶς καί ζωή καί ἀπάθεια καί πρός ἀρετῆς θειοτέρας προκοπήν καί ἐπίδοσιν πρόξενος, μόνε ἀγαθέ ὅπως δοξάζω σε».[7]


Σέ ἕνα ἄλλο τροπάριο, φαίνεται πώς ἡ θέωση, ὡς ἐνοίκηση τῆς ἀκτίστου ἐνεργείας τῆς Τριαδικῆς Θεότητος στόν πιστό, εἶναι τό ὕψιστο ἀποτέλεσμα τῆς Θ. Μεταλήψεως[8]: «Ψυχήν σύν τῷ σώματι ἁγιασθείην, Δέσποτα, φωτισθείην, σωθείην, γενοίμην οἶκος σου, τῇ τῶν μυστηρίων μεθέξει τῶν ἱερῶν, ἔνοικόν σε ἔχων σύν Πατρί και Πνεύματι, εὐεργέτα πολυέλαιε». [9] Στήν δέ ποιητική εὐχή τοῦ Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου διαβάζουμε: «καί καθαίρεις καί λαμπρύνεις καί φωτός ποιεῖς μετόχους, κοινωνούς θεότητός σου ἐργαζόμενος ἀφθόνως…». 


Ἑνῶ ὅμως αὐτά ἰσχύουν γιά τήν ἐμπροϋπόθετη συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς», ἀντίθετα, ὅποιος προσέρχεται ἀνέτοιμος καί ἀμετανόητος, αὐτός μετέχει τῆς καυστικῆς/κολαστικῆς ἐνεργείας τῆς Θ. Κοινωνίας και γίνεται στην ψυχή του «εἰς κρῖμα καί εἰς κατάκριμα». Τό κυριακό σῶμα τυγχάνει «ἄνθραξ, τούς ἀναξίους φλέγων», ὅπως διαβάζουμε στούς λεγομένους «προτρεπτικούς στίχους» τῆς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Μεταλήψεως. Εἶναι φῶς πού φωτίζει και ἁγιάζει τούς ἀξίους (τούς μετανοοῦντες), ἀλλά καί πῦρ πού καίει τούς ἀκαθάρτους. Γιά τό λόγο αὐτό, ἱκετεύουμε τόν Κύριο, μέσα ἀπό τά ἱερά κείμενα, ὥστε νά μή δεχθοῦμε ἑντός μας τά ἀρνητικά ἀποτελέσματα τῆς ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Μυστηρίου, λόγῳ τῆς ἀναξιότητος[10] καί ἀκαθαρσίας μας: «…καί μή εἰς κρῖμα μοι γένοιτο ἡ μετάληψις τῶν ἀχράντων καί ζωοποιῶν μυστηρίων σου, μηδέ ἀσθενής γενοίμην, ψυχῇ τε και σώματι, ἐκ τοῦ ἀναξίως αὐτῶν μεταλαμβάνειν».[11]


Ἑπομένως, εἶναι ἀπαραίτητος ὁ προευτρεπισμός τῆς ψυχῆς, ἡ κάθαρσή της ἀπό τά «ψεκτά πάθη», προκειμένου νά δεχθεῖ διά τῆς Θείας Μεταλήψεως τόν Καθαρότατο καί Πανάσπιλο Θεό! Βεβαίως, νά σημειωθεῖ ὅτι «μολονότι, τελικά, ἡ ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐκείνη πού μᾶς καθιστᾶ «ἀξίους» στήν προσέγγιση καί μετάληψη τῶν Ἁγίων Δώρων, ἡ πνευματική ζωή, ὡς διαρκής προετοιμασία τοῦ πιστοῦ γιά τή συμμετοχή στό φρικτό μυστήριο, διακρατεῖ τόν πιστό στό κυριακό σῶμα».[12] 


 Γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἅγιος Νικόδημος μᾶς συμβουλεύει ὡς ἑξῆς: «Διά τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νά προκαθαρίζωμεν τόν ἑαυτόν μας ἀπό πάντα λογισμόν μέ τήν ἐξομολόγησιν καί μάλιστα (νά τόν καθαρίζωμεν) ἀπό τήν μνησικακίαν, και τότε ἄς πλησιάζωμεν εἰς τά θεῖα μυστήρια. Ἐπειδή, καθώς ἡ ἀγάπη εἶναι πλήρωμα καί τελείωσις ὅλου τοῦ νόμου, οὕτω ἡ μνησικακία καί τό μῖσος εἶναι ἀναίρεσις και ἀθέτησις ὅλου τοῦ νόμου καί πᾶσης ἀρετῆς». [13]


Γιά νά πραγματοποιηθοῦν, ὅμως, ὅλα αὐτά, θά πρέπει ὁ Χριστιανός νά ποθήσει μέ ὅλη του τήν ὕπαρξη νά προσέρχεται μέ πόθο καί ἱερά ἐπιθυμία ἀκορέστως στη  μετοχή τῶν Ἁγιασμάτων τοῦ Χριστοῦ! Καί οἱ πνευματικοί πατέρες -ἐξομολόγοι, νά μήν κωλύουν τούς δυναμένους πιστούς νά μεταλαμβάνουν τῶν Ζωοποιῶν Μυστηρίων, ὅταν βεβαίως συντρέχουν οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις καί δέν ὑφίστανται κωλύματα ἐκ θανασίμων ἁμαρτιῶν. Ὀφείλουν δέ, νά συμβουλεύουν καί νά παρακινοῦν τά πνευματικά τους τέκνα νά ἁγωνίζονται τόν καλόν ἁγῶνα τῆς ἀρετῆς, ὥστε νά καθιστοῦν τήν ψυχή τους δοχεῖο κατάλληλο πρός ὑποδοχήν τῆς ἀκτίστου Ἐνεργείας, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπό τή Θεία Κοινωνία. Ὀφείλουν, ἀκόμη, νά τούς διδάσκουν κάτι βασικότατο καί θεμελιωδέστατο, ὅτι ἡ θεία Κοινωνία, κατά τούς Πατέρες καί ἱερούς Διδασκάλους ἀποτελεῖ «τό μέγιστο καί ἐπισφραγιστικό δώρημα τοῦ τριπλοῦ καί ἑνιαίου μυστηρίου τῆς χριστιανικῆς μυήσεως. Βαπτισματική ἀναγέννηση ἀναγέννηση καί χαρισματική σφράγιση ὁλοκληρώνονται  καί τελειοῦνται  μέ τήν πρόσκληση στην   πνευματική  Τράπεζα τοῦ Κυρίου καί τή μετοχή τοῦ ἁγιασμοῦ τῶν θείων μυστηρίων». [14] 


Αὐτός, λοιπόν, ὁ θεοφιλής πόθος τοῦ πιστοῦ νά προσέρχεται ὅσο συχνά μπορεῖ στό «Ποτήριον τῆς Ζωῆς», τόν συνδέει μέ τήν Ἀληθινή, τήν ὄντως Ζωή, τόν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος μᾶς τρέφει ὅπως ἡ μητέρα μας, ἀφοῦ Αὐτός μᾶς ἀννεγέννησε, κατά την ὡραιότατη διατύπωση τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ:«Ὥσπερ γυνή τό τεχθέν οἰκείῳ τρέφει  αἵματι καί γάλακτι, οὕτω καί ὁ Χριστός, οὕς ἐγέννησεν αὐτός, οἰκείῳ τρέφει  διηνεκῶς αἵματι».[15] Αὐτή ἡ ταπεινή καί νοσταλγική ἐκζήτηση καί προσμονή τῆς «Οὐράνιας τροφοδοσίας», προσπορίζει στό κτιστό τή μυστική κονωνία του μέ τό ἄκτιστο, μέ τόν ἀΐδιο Θεό. Αὐτή ἡ ἐπιπόθηση τῆς μετοχῆς στά Ἅγια Μυστήρια, ὅπως ὀρθά ἔχει γραφεῖ, «ζωοποιεῖ τήν ψυχή, λαμπρύνει τήν καρδιά, φωτίζει τό νοῦ, καθαίρει τίς ἁμαρτίες, συντρίβει τόν διάβολο, δικαιώνει καί  ἁγιάζει τόν σύνολο ἄνθρωπο, γιατί τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου εἶναι τά ἀληθινά ἁγιάσματα τοῦ ἀνθρώπου».[16]


Θά κλείσουμε μέ τά  ἱερά λόγια τοῦ ἱεροῦ Διδασκάλου, Ὁσίου Νικοδήμου, ὁ ὁποῖος περιγράφει τά ἀποτελέσματα  τῆς Θείας καί Ἱερᾶς Μεταλήψεως καί τό πῶς αὐτή ἐνεργεῖ στούς ἀγωνιστές ὡς νικητήριο κατά τῶν  ἀοράτων ἐθρῶν, ὡς  ψυχική εἰρήνη καί πνευματική κατάπαυση.


«Ἐάν λοιπόν θέλωμεν καί ἡμεῖς νά φύγωμεν τήν Αἴγυπτον, ἤτοι τήν σκυθρωπήν καί διώκτριαν ἁμαρτίαν, καί τόν Φαραώ,  τόν νοητόν τύρρανον, καθώς λέγει ὁ θεολόγος Γρηγόριος, καί νά κληρονομήσωμεν τήν γῆν τῆς καρδίας καί τῆς ἐπαγγελίας, πρέπει, καθώς ἐκεῖνοι εἶχον στρατηγόν τόν Ἰησοῦν τοῦ Ναυῆ νά ἔχωμεν καί ἡμεῖς τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, διά τῆς συχνῆς μεταλήψεως , διά νά νικήσωμεν τούς Χαναναίους καί ἀλλοφύλους, τά ἄτακτα πάθη τῆς σαρκός, καί τούς Γαβαωνίτας, τούς ἀπατηλούθίσωμεν εἰς τήν πόλιν Ἱερουσαλήμ ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται ἱερά εἰρήνη πρός διαφοράν τῆς  κοσμικῆς εἰρήνης».[17]

--------------------------------------------

[1] Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Περί τῆς συνεχοῦς Μεταλήψεως, ἐκδ. Σ. Σχοινᾶ, Βόλος 1971, σ. 68.
[2] Βλ. ἀρχιμ. Νικοδήμου Σκρέττα,  καθηγητοῦ Α.Π.Θ. Ἡ Θεία Εὐχαριστία και τα προνόμια τῆς Κυριακῆς κατά τή διιδασκαλία τῶν Κολλυβάδων, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 2004, σελ. 346.
[3] ὅπου π. σελ. 588.
[4] ὅπου π. σελ. 589.
[5] Βλ. Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Λόγος Δ΄.
[6] Βλ. Π. Μ. Σωτῆρχου,  Ὀδηγός Ὀρθοδοξίας, Κείμενα Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, σελ. 104.
[7] Βλ. Κανόνα τῆς ἀκολουθίας τῆς Θ. Μεταλήψεως, Ὡδή ἐβδόμη.
[8] Βλ. πρωτοπρ. Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Θεολογική Μαρτυρία τῆςἘκκλησιαστικῆς Λατρείας, ἐκδ. Ἁρμός,σελ. 298.
[9] ὅπου π. Ἀκολουθία Θ. Μ. Ἐννάτη ὠδή.
[10] Βεβαίως  ὅλοι εἴμαστε ἀνάξιοι  προκειμένου νά δεχθοῦμε ἑντός μας τό «πῦρ τῆς θεότητος», ἀλλά τουλάχιστον νά τό ἀναγνωρίζουμε καί νά ταπεινώνεται ἔτσι τό φρόνημά μας. Καί νά κάνουμε ὅσο μποροῦμε τή σχετική προετοιμασία πρίν προσέλθουμε στα Ἄχραντα Μυστήρια. Ἑπομένως, ἄλλο ἀνάξιος καί ἄλλο ἀπροετοίμαστος! Τό πρῶτο ὀφείλεται στήν κτιστή φύση μας. Τό δεύτερο ἔγκειται στήν προαίρεσή μας.
[11] Βλ. Α΄εὐχή τῆς Ἀκολουθίας τῆς Θ. Μ.
[12] π.  Γ. Μεταλληνοῦ, Ἡ Θεολογική μαρτυρία…σελ. 286.
[13] ὅπου π. σελ. 99
[14] Ἡ Θ. Εὐχαριστία καί τά προνόμοια…σελ. 52, ὅπου γίνεται ἑρμηνεία τῆς θέσεως Ἀθανασίου τοῦ Παρίου.
[15] MPG. 73, 585D.
[16] ὅπου π. Ἡ Θεία Εὐχαριστία καί τά προνόμια τῆς Κυριακῆς… σελ. 34
[17] ὅπου π. σελ. 335.

Σάββατο 17 Απριλίου 2021

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε' ΝΗΣΤΕΙΩΝ - ΜΑΡΙΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ: Εὐαγγέλιον - (Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ


32 Τῷ καιρῷ  ἐκείνω  παραλαβὼν ὁ ᾿Ιησοῦς πάλιν τοὺς δώδεκα μαθητάς ἀυτοῦ, ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς ῾Ιεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 
35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ ᾿Ιάκωβος καὶ ᾿Ιωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται. 
41 Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ ᾿Ιακώβου καὶ ᾿Ιωάννου. 42 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος,
44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.


ΑΠΟΔΟΣΗ

Εκεῖνο τὸν καιρό, πῆρε ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς δώδεκα μαθητές του κι ἄρχισε νὰ τοὺς λέει τὰ ὅσα ἦταν νὰ τοῦ συμβοῦν. «᾿Ακοῦστε», τοὺς ἔλεγε· «τώρα ποὺ ἀνεβαίνουμε στὰ ῾Ιεροσόλυμα, ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου θὰ παραδοθεῖ στοὺς ἀρχιερεῖς καὶ στοὺς γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ τὸν καταδικάσουν σὲ θάνατο καὶ θὰ τὸν παραδώσουν στοὺς ἐθνικούς. Θὰ τὸν περιγελάσουν, θὰ τὸν μαστιγώσουν, θὰ τὸν φτύσουν καὶ θὰ τὸν θανατώσουν· καὶ τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθεῖ».
Πλησιάζουν τότε τὸν ᾿Ιησοῦ ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ὁ ᾿Ιωάννης, οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ τοῦ λένε· «Διδάσκαλε, θέλουμε νὰ μᾶς κάνεις τὴ χάρη ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε». «Τί θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς;» τοὺς ρώτησε ἐκεῖνος. «῞Οταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία σου», τοῦ ἀποκρίθηκαν, «βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά σου κι ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά σου».
῾Ο ᾿Ιησοῦς τότε τοὺς εἶπε· «Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ πάθους ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ ἢ νὰ βαφτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαφτιστῶ ἐγώ;» «Μποροῦμε», τοῦ λένε. Κι ὁ ᾿Ιησοῦς τοὺς ἀπάντησε· «Τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ θὰ τὸ πιεῖτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θὰ βαφτιστεῖτε· τὸ νὰ καθίσετε ὅμως στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ, ἀλλὰ θὰ δοθεῖ σ’ αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ». ῞Οταν τ’ ἄκουσαν αὐτὰ οἱ ὑπόλοιποι δέκα μαθητές, ἄρχισαν ν’ ἀγανακτοῦν μὲ τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ τὸν ᾿Ιωάννη. Τοὺς κάλεσε τότε ὁ ᾿Ιησοῦς καὶ τοὺς λέει· «Ξέρετε ὅτι αὐτοὶ ποὺ θεωροῦνται ἡγέτες τῶν ἐθνῶν ἀσκοῦν ἀπόλυτη ἐξουσία πάνω τους, καὶ οἱ ἄρχοντές τους τὰ καταδυναστεύουν.
 Σ’ ἐσᾶς ὅμως δὲν πρέπει νὰ συμβαίνει αὐτό, ἀλλὰ ὅποιος θέλει νὰ γίνει μεγάλος ἀνάμεσά σας, πρέπει νὰ γίνει ὑπηρέτης σας· καὶ ὅποιος ἀπὸ σᾶς θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, πρέπει νὰ γίνει δοῦλος ὅλων. Γιατὶ καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου δὲν ἦρθε γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετήσουν, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσει καὶ νὰ προσφέρει τὴ ζωή του λύτρο γιὰ ὅλους».

Γίνεται λόγος και περί ελεημοσύνης

Περίληψη ομιλίας εις την Πέμπτην Κυριακήν των Νηστειών:Τα πλοία κρεμούν εις τα πλάγια κώδωνας, δια ν' απομακρύνουν τα απαντώμενα κήτη. Η Εκκλησία είναι το πλοίον του Θεού, έχουσα κώδωνας τους πνευματικούς διδασκάλους, των οποίων η διδαχή εκδιώκει τα πονηρά θηρία, τους δαίμονας. Τούτο προετύπωνον οι κώδωνες, τους οποίους έφερεν η ιερατική στολή του Ααρών. Κύριον στοιχείον της διδαχής είναι το περί νηστείας. Νηστεία είναι η εντολή ζωής υπό του Θεού, ακρασία είναι η εντολή θανάτου υπό του διαβόλου. Η κάθαρσις δια της νηστείας φέρει την θεοπτίαν. Αλλά «ουκ αυτήν καθ' εαυτήν την σωματικήν επαινούμεν νηστείαν, αλλ' ως ενεργούσαν προς έτερα ψυχωφελέστερα». Τα περισσεύματα από της νηστείας πρέπει να διατίθενται εις φιλανθρωπίαν και τούτο αποτελεί το κύριον θέμα της ομιλίας.


ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ


1. Υπάρχουν μερικά θαλάσσια μέρη που τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Όσοι λοιπόν πλέουν σ' αυτά τα μέρη κρε­μούν κώδωνες στα πλευρά των πλοίων, ώστε τα θηρία τρομαγμένα από τον ήχο τους να φεύγουν. Και του δικού μας βίου η θάλασσα τρέφει πολλά και φοβερώτερα θηρία, τα πο­νηρά πάθη δηλαδή και τους εφόρους των παθών δαίμονες που είναι πονηρότεροι. Επιπλέει σ' αυτή τη θάλασσα σαν πλοίο η Εκκλησία του Θεού κι' αντί για κώδωνες έχει τους πνευ­ματικούς διδασκάλους, ώστε με τον ιερό ήχο της διδασκαλίας τούτων ν' απομακρύνη τα νοητά θηρία. Αυτό προφανώς προτυπώνοντας η στολή του Ααρών, είχε ευήχους κώδωνες ραμμέ­νους στα άκρα της και σύμφωνα με τα θέσμια έπρεπε ν' ακούε­ται η φωνή τους, όταν ελειτουργούσε ο Ααρών.

2. Εμείς δε, μεταφέροντας καλώς το γράμμα στο πνεύμα, ας ηχήσωμε τώρα σε σας πνευματικώς, και μάλιστα κατά τον και­ρό της νηστείας, οπότε επιτίθενται αγρίως φανερά και αφανή θηρία· φανερά μεν η γαστριμαργία, η μέθη και τα παρόμοια, άλλα δε αφανώς ενεδρεύοντα, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια, η υπεροψία και η υπόκρισις. Ο ίδιος δε ήχος είναι και φυγαδευτήριο των τοιούτων θηρίων και φυλακτήριο των ασκούντων τη νηστεία.

3.
 Είναι λοιπόν η νηστεία και η ακρασία αντίθετα μεταξύ τους, όπως η ζωή και ο θάνατος. Η νηστεία είναι εντολή ζωής, που είναι συνομήλικη της ανθρωπίνης φύσεως, αφού εδόθηκε από τον Θεό στον Αδάμ κατά την αρχή στον παράδεισο, για διαφύλαξι της ζωής και της θείας χάριτος που είχε δοθή σ' αυτόν από τον Θεό. Η δε ακρασία είναι συμβουλή για τον θάνατο σώμα­τος και ψυχής, που εδόθηκε δολίως από τον Διάβολο στον Αδάμ δια της Εύας για έκπτωσι της ζωής και απαλλοτρίωσι της από τον Θεό θείας χάριτος· διότι ο Θεός θάνατο δεν εδημιούργησε ούτε ευχαριστείται με την απώλεια των ζώντων. Ποιός άνθρωπος λοιπόν θέλει να εύρη ζωή και χάρι στον Θεό από τον Θεό; Ας αποφύγη την θανατηφόρο ακρασία κι' ας προστρέξη στη θεοποιό νηστεία και εγκράτεια,για να επανέλθη χαρούμενος στον παράδεισο.

4. 
Ο Μωυσής, νηστεύοντας επάνω στο όρος σαράντα ημέρες, επέταξε σε ύψος θεοπτίας κι' εδέχθηκε πλάκες θεοσεβείας· ο δε λαός των Εβραίων κάτω μεθώντας, εξέπεσαν σε ασέβεια και εχώνευσαν είδωλο μόσχου σε ομοίωμα του αιγυπτίου θεού Απιδος, και αν δεν εστεκόταν μεσίτης προς τον Θεό, αφού με την ανηλεή εξόντωσι των ομογενών του που προηγήθηκε τον εξιλέωσε, δεν θα τους ελυπόταν καθόλου ο Θεός (Εξ. 32, 1 εε.). Αν λοιπόν χρειαζώμαστε κι' εμείς το έλεος του Θεού, να μη μεθούμε με οίνο, ούτε να βαρυνώμαστε από υπερκορεσμό, πράγματα στα οποία υπάρχει η ασωτία και η ασέβεια (Εφ. 5, 18). Θεόπτης ήταν και ο Ηλίας, αλλά αφού και αυτός εκαθαρίσθηκε προηγουμένως με νηστεία (Γ’ Βας. 19, 8 εε.). Επέτυχε και ο Δανιήλ θεοπτία και οπτασία ενός από τους αρχαγγέλους, ο οποίος του παρείχεγνώσι των μελλόντων, αλλά αφού προηγουμένως έμεινε άσιτος επί είκοσι ολόκληρες ημέρες (Δαν. 10, 2 εε.). Αλλος προφήτης εφονεύθηκε από λεοντάρι, αλλ’ αφού έφαγε παρά την εντολή του Θεού. Γνωρίζετε όλοι τον Ησαΰ υιόν του Ισαάκ, ο οποίος λόγω γαστριμαργίας εξέπεσε και από τα άλλα πρωτοτόκια και από την πατρική ευλογία (Γεν. 27, 36). Ας φοβηθούμε μήπως κι' εμείς, προσέχοντας σ' αυτήν την γαστριμαργία, εκπέσωμε από την υπεσχημένη εκείνη ευλογία και κληροδοσία του ανωτάτου Πατρός. Δεν αγνοείτε επίσης τους τρεις παίδες, οι οποίοι, παραδεδομένοι στη νηστεία, κατεπάτησαν με άφλεκτα πόδια και σώματα την κάμινο στη Βαβυλώνα που είχε εκκαυθή εναντίον τους επταπλασίως.

5.
 Εάν επιδοθούμε κι' εμείς σε αληθινή νηστεία, και την εδώ πύρωσι της σαρκός θα καταπατήσωμε και θα σβήσωμε, και την μελλοντική κάμινο θα περάσωμε άθικτοι, όταν του καθενός το έργο θα δοκιμάση το πυρ. Τί χρειάζεται να αναφέρωμε τον Κύ­ριο των προφητών; Αυτός, αφού έλαβε σάρκα κι' έγινε για μας άνθρωπος, που μας υποδεικνύει τον τρόπο της νίκης κατά του Διαβόλου, νηστεύοντας σε όλα, ενίκησε τον πειρασμό που εκίνησε τα πάντα εναντίον του, και προς τους μαθητάς του έλεγε περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, «τούτο το δαιμόνιο δεν εξέρχεται παρά μόνο με προσευχή και νηστεία» (Μάρκ.9, 21).

6. 
Αλλά εμπρός, αδελφοί, ας δείξωμε τι είναι η θεάρεστη κι’ αληθινή νηστεία. Να γνωρίζετε τούτο, ότι δεν επαινούμε αυτή καθ' εαυτήν τη σωματική νηστεία, αλλά για την ενέργειά της προς άλλα ψυχωφελέστερα· διότι για τη σωματική άσκησι, λέ­γει και ο θείος Παύλος, ότι ολίγο ωφελεί (Α' Τιμ. 4, 8). Γι’ αυτό και οι θεοφόροι πατέρες που ομιλούν από πείρα δεν δέχονται τις πολυή­μερες νηστείες, αλλά κρίνουν δοκιμώτερο να τρώγωμε καθημε­ρινώς μια φορά και να μη χορταίνωμε· και τούτο λέγουν σύμμε­τρη και συνετή νηστεία, πράγμα που λέγει και η Γραφή, το να μη παρασύρεται κανείς από την χορτασιά της κοιλίας και την ηδονή του λαιμού, αλλά να αφήνη το φαγητό ενώ έχει ακόμη όρεξι, η δε ποιότης και ποσότης της να είναι κατάλληλη προς τη δύναμι και διάθεσι του τρεφομένου σώματος, ώστε να συντηρήται κατά το δυνατό κι’ η υγεία του. Πραγματικά το να τρώγη ο ασθενής από τα υπάρχοντα τρόφιμακαταλλήλως προς την ασθένεια και συμμέτρως, χωρίς να προσθέτη στα αναγκαία τα πολύ περιττά και συμφέροντα, και το να ζητή κανείς την τροφή αλλ' όχι την τρυφή, και την πόσι αλλ' όχι τη μέθη, και την σύμμετρη χρήσι αλλ' όχι την αμετρία και την ακρασία και την κατάχρησι, δεν αφαιρεί την αγιότητά του.

7.
 Τέτοια λοιπόν είναι η αρχή της αληθινής και θεάρεστης νηστείας, ο δε σκοπός για τον οποίο εθεσμοθετήθηκε κι' ετιμήθηκε από τους Χριστιανούς είναι η κάθαρσις της ψυχής. Διότι ποιά είναι η ωφέλεια, αν απέχωμε της σωματικής τροφής, αλλά κυριαρχούμαστε από σαρκικά φρονήματα και πάθη; Ποιό είναι το όφελος αν απέχωμε οίνου και πιεζώμαστε από δίψα, να με­θούμε δε όχι από οίνο, σύμφωνα με τον λέγοντα, «αλλοίμονο στους μεθύοντας όχι από οίνο», και να ταρασσώμαστε ψυχικά από θυμό και βασκανία; Ποιό είναι το όφελος, αν απέχωμε από τρυφηλή τράπεζα, αλλά έχωμε αταπείνωτη την ψυχή, και αν έχωμε αλλοιωμένη την σάρκα για έλαιο, αλλά δεν έχωμε ταπει­νωμένη την ψυχή κατά τη νηστεία; Ποιό είναι το όφελος, αν απαλλαγήκαμε μεν από την ομίχλη που αναθυμιάται από τα πολλά φαγητά, αλλά αχρειώνεται ο νους μας με φροντίδες και ματαίους λογισμούς και αχρειώνονται μαζί του οι προσευχές προς τον Θεό;

8. 
Γι’ αυτό καλή νηστεία είναι αυτή που τελείται για τον μαρα­σμό της επιθυμίας, για την ταπείνωσι της ψυχής, για την μεταποίησι του μίσους, για το σβήσιμο του θυμού, για την απάλειψι της μνησικακίας, για την καθαρότητα της διανοίας και την επιτέλεσι της προσευχής. Εάν δε είσαι εύπορος, το περίσσευμα της τροφής σου να προσφέρεται για την παρηγοριά των από­ρων.Εάν νηστεύης έτσι, όχι μόνο θα συμπάσχης και θα συννεκρώνεσαι, αλλά και θα συνανίστασαι και θα συμβασιλεύης με τον Χριστό στους απέραντους αιώνες. Διότι, αφού γίνης δια της νηστείας αυτού του είδους σύμφυτος με το ομοίωμα του θανά­του του, θα γίνης και κοινωνός της αναστάσεως και κληρονό­μος της ζωής σ' αυτόν. Αυτός που νηστεύει, εάν μεν πειράζεται, νικά τον πειράζοντα· εάν δε δεν πειράζεται, συντηρεί την ειρή­νη της ψυχής και του σώματος, ταλαιπωρώντας και δουλαγωγώντας το σώμα κατά τον Παύλο (Α’ Κορ. 9, 27), που εδειλίαζε μήπως φανή αδόκιμος· εάν δε ο Παύλος δειλιάζη, πόσο μάλλον πρέπει να δειλιάζουμε εμείς; Αυτός που νηστεύει λοιπόν δουλαγωγεί το σώμα και καθιστά δόκιμη την ψυχή· ενώ αυτός που παχύνει την σάρκα που έπειτα από λίγο θα φθαρή, αυτός δηλαδή που δεν τρώγει για να ζήση αλλά μάλλον ζη για να τρώγη, όπως τα ζώα που προετοιμάζονται από μας για σφαγή, και στα αναγκαία προσθέτει τα περιττά για να λιπαίνη το σώμα ή να το διεγείρη σε κακές επιθυμίες ή απλώς έτσι για φιληδονία σωματική, πάν­τως δεν κάμει τίποτε άλλο παρά ετοιμάζει πλουσιωτέρα τροφή στους σκώληκες. Επομένως καλώς ψάλλει ο προφήτης Δαβίδ, «ποιά είναι η ωφέλεια από το αίμα μου, όταν θα κατεβαίνω στη φθορά;» (Ψαλμ. 29, 11).

9.
 Όταν λοιπόν νηστεύης και τρέφεσαι μ' εγκράτεια, να μη αποθηκεύης γι' αύριο τα περισσεύματα, αλλά όπως ο Κύριος πτωχεύοντας μας επλούτισε, έτσι και συ πεινώντας εκουσίως, χόρτασε τον ακουσίως πεινασμένο· τότε η νηστεία σου θα είναι σαν περιστερά που φέρει κάρφος ελαίας κι’ ευαγγελίζεται στην ψυχή σου την σωτηρία από τον κατακλυσμό. «Εάν αφαίρεσης από το μέσο σου τον ζυγό και τη χειροδικία και τον κακόβουλο λόγο», λέγει ο μέγας Ησαΐας, «και δώσης στον πεινασμένο άρτο με την ψυχή σου και χόρτασης πεινασμένη ψυχή, τότε το φως σου θα λάμψη στο σκότος και το σκότος σου θα είναι σαν μεσημβρία» (Ησ. 58, 9). Εάν δε δεν θέλης να δώσης τα δικά σου, τουλά­χιστον ν' απέχης από τα ξένακαι να μη κάμης κατοχή στα πράγματα που δεν είναι δικά σου, αρπάζοντας και θησαυρίζον­τας και από τους πτωχότερους μερικές φορές αδίκως, για να μη ακούσης από τον ίδιο τον προφήτη δικαίως τούτο· «δεν είναι αυτή η νηστεία που προτιμώ εγώ», λέγει ο Κύριος, «ούτε αν κάμψης τον λαιμό σου σαν κρίκο, θα γίνη δεκτή η νηστεία σου· αλλά ν' απαλλαγής από κάθε δεσμό αδικίας, να διάλυσης τους δεσμούς των βιαίων συναλλαγών, να διάσπασης κάθε άδικη υποχρέωσι· τότε το φως σου θα εκχυθή σαν αυγή κι' η θερα­πεία σου θ' αναφανή γρήγορα, η δικαιοσύνη σου θα είναι εμπροσθοφυλακή σου και η δόξα του Κυρίου θα είναι οπισθοφυ­λακή σου» (Ησ. 58, 5-8).

10. 
Εάν λοιπόν δεν δίδης στον πτωχό από τα δικά σου, και μάλιστα τα περισσεύματα, τουλάχιστον να μη τ' αποκτάς σε βά­ρος του πτωχού· αν και ο δεσπότης των όλων Χριστός αποπέμ­ποντάς τους της αριστεράς μερίδος στο πυρ και καταρώμενος αυτούς, δεν τους καταδικάζει σαν άρπαγες, αλλά ως μη μεταδί­δοντας στους ενδεείς. Επομένως οι άρπαγες και οι άδικοι ούτε θ' αναστούν για παρουσίασι και κρίσι, αλλά αμέσως για μεγα­λύτερη καταδίκη και κατάκρισι, αφού κι' εδώ, όπως φαίνεται, αυτοί ποτέ δεν παρουσιάσθηκαν στον Θεό εντελώς από ψυχή· «διότι», λέγει, «όσοι τρώγουν τον λαό μου σαν άρτο δεν επεκαλέσθηκαν τον Θεό» (Ψαλμ. 13, 5). Ο πλούσιος του οποίου οι αγροί εκαρποφόρησαν αφθόνως (Λουκά 12, 16) και ο ενδεδυμένος με πορφύρα και βύσσο (Λουκά 16, 19) δικαίως καταδικάζονται, όχι διότι αδίκησαν κάποιον, αλλά διό­τι δεν μετέδωσαν από όσα δικαίως απέκτησαν αυτοί· διότι τα θησαυρίσματα είναι κοινά από τα κοινά ταμεία των κτισμάτων του Θεού. Πώς λοιπόν δεν είναι πλεονέκτης αυτός που οικειο­ποιείται τα κοινά, έστω και αν δεν είναι σαν εκείνο που σφετε­ρίζεται φανερά τα ξένα; Επομένως ο μεν πρώτος θα υποστή, αλλοίμονο, την φρικτή διχοτόμησι ως κακός δούλος, ο δε άλ­λος θα υποστή τα δεινότερα και φρικωδέστερα, και κανένας από τους δύο δεν θα μπορέση να τα διαφύγη, αν δεν δεξιωθή τους πτωχούς, ώστε ο ένας να διαχειρισθή καλώς τα εμπιστευ­μένα σ' αυτόν από τον Θεό, ο δε άλλος να σκορπίση καλώς τα κακώς συναχθέντα.

11.
 Ο μέγας Παύλος γράφοντας προς τους Θεσσαλονικείς, τους προγόνους σας βέβαια, περί φιλαδελφίας, λέγει, «δεν έχε­τε ανάγκη να σας γράφω, διότι είσθε θεοδίδακτοι στο ν' αγαπά­τε αλλήλους» (Α’ Θεσσ. 4, 9).

12. 
Αφού λοιπόν ο Κύριος είπε προς μερικούς, «αν ήσαστε τέ­κνα τού Αβραάμ, θα εκτελούσατε τα έργα του Αβραάμ» (Ιω. 8, 39), ας φοβηθούμε κι' εμείς τον λόγο τούτον, που δεν λέγεται μεν προς εμάς εδώ, αλλά θα λεχθή, ο μη γένοιτο, κατά τη φρικτή ημέρα, όταν η συγγένεια κρίνεται μάλλον από την ομοιότητα των πε­πραγμένων όταν όλοι όσοι έχουν αγαπήσει την εν Χριστώ πτωχεία ή, αν όχι, τουλάχιστον τους πτωχούς, οι καταφρονηταί της δόξας, οι ερασταί της εγκρατείας, οι όχι μόνο ακροαταί αλλά και ποιηταί των ευαγγελικών θεσπισμάτων, κατά την ευχή του κοινού κατά χάριν Πατρός, θα είναι υπερφυώς ένα· «δώσε», λέγει, «να είναι όλοι αυτοί ένα, όπως εμείς είμαστε ένα» (Ιω. 17, 22)· όταν φανερά η κριτικωτάτη μάχαιρα του Πνεύματος θα διχάση τον άνθρωπο κατά του πατρός και την θυγατέρα κατά της μητρός και θα καταστήση ξένους μεταξύ των τους ανο­μοίους στους τρόπους· διότι αν τους ξεχωρίζη εδώ, πόσο περισ­σότερο εκεί, οπού ο παντογνώστης αποφαίνεται προς τους μη ωμοιωμένους «δεν σας γνωρίζω»; Διότι δεν έχουν, όπως έπρεπε την εικόνα του επουρανίου, δεν έγινανοικτίρμονες όπως ο κοι­νός Πατήρ, δεν έκαμαν τα υπάρχοντα κοινά με τους ενδεείς, όπως εκείνος μετέδωσε δωρεάν από τα αγαθά του σε όλους, δεν έγιναν ευμενείς προς τους πλησίον, δεν έκαμαν πλησίον τους μακρινούς με την ευεργεσία· εξ αιτίας άρα της ανομοιότη­τας αυτής ούτε γνωρίζει ούτε δέχεται στον οίκο του τοιούτους ο αγαθός. Εάν δε αυτός ειπή έτσι, τα ίδια περίπου θα ειπούν και όσοι έζησαν κατά το παράδειγμά του εδώ και θα συμβασιλεύσουν εκεί μαζί του προς τους εξ αίματος συγγενείς των που δεν είναι παραπλήσιοι στην αρετή με αυτούς.
13. Και αν ειπή κάποιος, εγώ είμαι παιδί σου, εγώ ήμουν πατέ­ρας σου, εγώ αδελφός σου· τότε ο μεν τελευταίος θ' ακούση ότι κανείς δεν είναι πατέρας πλην ενός, του Θεού, ο δε πρώτος θ' ακούση, αν ήσουν δικό μου τέκνο, θα ήσουν μιμητής μου, τώρα δε είσαι εκείνου του πατρός τέκνο, του οποίου και των επιθυ­μιών ήσουν εργάτης· φύγε για να μείνης αιωνίως με αυτόν, διό­τι εγώ δεν σε γνωρίζω· διότι όλα όσα είναι του Θεού είναι δικά μου, εσύ δε δεν είσαι του Θεού. Το δικό μου και το δικό σου έχει εκδιωχθή τώρα πλέον, αφού εμείς το εμισήσαμε και στον εκλείψαντα εκείνον βίον· γι' αυτό κι’ εγίναμε κληρονόμοι της βασιλείας αυτής. Όπου υπήρχε αυτός ο κατά τους θείους πατέ­ρες ψυχρός λόγος, το δικό μου και το δικό σου, απουσίαζε ο δεσμός της αγάπης και ο Χριστός είχε εκδιωχθή· σ' αυτούς που τους κυριαρχούσε τότε το πάθος τούτο, προξενούσε φιλαυτία, φιλαργυρία, μισαδελφία και κάθε είδος κακίας· το ίδιο πάθος τους καταισχύνει και τώρα.

14. 
Ας φοβηθούμε λοιπόν, αδελφοί, αυτά τα πράγματα, παρα­καλώ· διότι πραγματικά είναι φρικτά. Ας ρυθμίσωμε τη διαγωγή μας, όπως αρέσει στο Θεό· ας αφήσωμε για να αφεθούμε, ας ελεήσωμε για να ελεηθούμε πολλαπλασίως· διότι αυτός για χάρι μας επτώχευσε τελευταία, αναδεχόμενος στον εαυτό του την ελεημοσύνη,από μεγαλοδωρία πολλαπλασιάζει την αμοιβή· πρέπει λοιπόν κανείς ή να είναι κατά το παράδει­γμά του πτωχός, και θα ζήση μαζί μ’ εκείνον, ή να έχη τα αγαθά κοινά με τους για εκείνον πτωχούς, και δι' αυτών θα σωθή. Ας αποκτήσωμε ευσπλαγχνία· ας δώσωμε αυτοβούλως δείγμα της προς τον αδελφό αγάπης και της προς τον κοινό Πατέρα και δε­σπότη αφοσιώσεως. Καταλληλότερο δε γι’ αυτά καιρό δεν θα εύρη κανείς από τις νηστήσιμες αυτές ημέρες· διότι, αν συνάψη με την νηστεία την συμπάθεια, θ' απαλείψη κάθε αμάρτημα, θα προσκυνήση με παρρησία τα σωτήρια πάθη, θα συνευφρανθή με την ανάστασι του Χριστού και θα επιτύχη την αιώνια απολύτρωσι.

15. 
Αυτήν είθε όλοι εμείς να επιτύχωμε εν Χριστώ τω Θεώ ημών στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωο­ποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

Πηγή: www.alopsis.gr


Δοξαστικό τῶν Αἴνων Ε´ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν.

Δόξα... Ἦχος α´.

(κείμενο)

Οὐκ ἔστιν ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις, ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ ἄσκησις, σὺν ἁγιασμῷ· ὅθεν οὐδὲ πλούσιοι εἰσελεύσονται ἐν αὐτῇ, ἀλλ᾽ ὅσοι τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν ἐν χερσὶ πενήτων ἀποτίθενται. Ταῦτα καὶ Δαυῒδ ὁ Προφήτης διδάσκει λέγων· Δίκαιος ἀνὴρ ὁ ἐλεῶν ὅλην τὴν ἡμέραν, ὁ κατατρυφῶν τοῦ Κυρίου καὶ τῷ φωτὶ περιπατῶν, ὃς οὐ μὴ προσκόψῃ· ταῦτα δὲ πάντα, πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν γέγραπται, ὅπως νηστεύοντες, χρηστότητα ποιήσωμεν· καὶ δῴη ἡμῖν Κύριος, ἀντὶ τῶν ἐπιγείων τὰ ἐπουράνια.

(παράφραση)

Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι φαγητό καί ποτό ἀλλά δικαιοσύνη καί ἀσκητική ζωή μέ καθαρότητα τῆς καρδίας. Δέν θά εἰσέλθουν λοιπόν οἱ πλούσιοι σ᾽ Αὐτήν ἀλλά ὅσοι τούς θηαυρούς τούς ἀποθέτουν στά χέρια τῶν πτωχῶν. Αὐτά διαδάσκει ὁ Προφήτης Δαυϊδ λέγοντας: δίκαιος ἄνθρωπος εἶναι αὐτός πού ἐλεεῖ ὅλην τήν ἡμέρα, πού ἀπολαμβάνει τόν Κύριον (μέ τήν πρός Αὐτόν ἀγάπη καί ἀφοσίωση), αὐτός ὁ ὁποῖος περιπατώντας στό φῶς δέν θά σκοντάψει.
            Ὅλά αὐτά ἔχουν γραφεῖ γιά δική μας νουθεσία, γιά νά κάνομε νηστεύοντας φιλανθρωπία καί εἴθε (μακάρι), ὁ Κύριος νά μᾶς δώσει ἀντί γιά τά ἐπίγεια τά ἐπουράνια (ἀγαθά).


Δείτε σχετικά: 

Πέμπτη 15 Απριλίου 2021

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΕΣΙΤΡΙΑ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Σχετική εικόνα

Στη συνείδηση των ορθοδόξων πιστών η Παναγία έχει καθιερωθεί ως μεσίτρια που ενώνει τη γη με τον ουρανό, τον αισθητό κόσμο με τη νοητή ωραιότητα. Η αλήθεια αυτή αποτυπώνεται στους βυζαντινούς ναούς με την Πλατυτέρα που εικονίζεται στην κόγχη του ιερού. Η Παναγία είναι η κλίμακα από την οποία κατέβηκε ο Θεός στη γη, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, να ατενίσει την ωραιότητα του προπτωτικού κάλλους και να πορευθεί προς τη θέωση. Γι’ αυτό η κλίμακα του Ιακώβ εξεικονίζει την Θεοτόκο που ένωσε τα «διεστώτα» και συνάπτει αυτά για πάντα με τις πρεσβείες και τη μεσιτεία της προς τον Υιό και Θεό της.

Με ποιά σημασία όμως η Παναγία θεωρείται μεσίτρια, αφού είναι γνωστό ότι ένας είναι ο μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός; Ο Χριστός με τη θυσία του έγινε το «αντίλυτρο» για την εξαγορά όλων των ανθρώπων από τα δεσμά της πτώσεως, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Πάτερα και εκπεσμένου υιού. Ο Χριστός είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων και η μεσιτεία του αυτή γίνεται δυνατή με την Παναγία που ως Μητέρα του Θεανθρώπου πρόσφερε σε όλους τη δυνατότητα να κοινωνούν με τον Θεό.

Βασική προϋπόθεση για την επανασύνδεση και προσέγγιση Θεού και ανθρώπων είναι η λύση της έχθρας γης και ουρανού και η επαναφορά των «αποστατών» στον Πατέρα, γράφει ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Με τη λύση της έχθρας ανοίγει ο δρόμος για την υιοθεσία του ανθρώπου από τον Θεό. Η υιοθεσία ενεργοποιεί τη μετοχή στη θεία δόξα με το φωτισμό και την ανακαίνιση του συντετριμμένου πλάσματος. Η Παναγία ως μεσίτρια οδηγεί τον άνθρωπο στον Χριστό και πρεσβεύει για τη σωτηρία του. Στην εικονογραφία και την υμνολογία της Εκκλησίας, που αποτυπώνεται στις ακολουθίες, στους κανόνες, τον Ακάθιστο Ύμνο, τα θεοτοκάρια, τις συναπτές και σε κάθε σχετικό ύμνο, η Θεοτόκος δέεται υπέρ των πιστών και δεομένη εκφράζεται ως Μητέρα όλων. Αυτό διαφαίνεται περισσότερο στις θεομητορικές εορτές που αποτελούν ειδικότερες αφορμές καταφυγής των Χριστιανών στη σκέπη και προστασία της.

Η Παναγία βρίσκεται πολύ κοντά στον Θεό. Από το προνόμιο αυτό απορρέει η παρρησία της ενώπιον του υπέρ των ανθρώπων. Όταν οι πιστοί απευθύνουν δεήσεις και ικεσίες προς την Παναγία ή τους αγίους αυτό δεν σημαίνει ότι λησμονούν το σωτήρα Χριστό. Ο Χριστός τελικά σώζει τους ανθρώπους. «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς» ψάλλεται στη θεία Λειτουργία. Η Θεοτόκος δεν σώζει, αλλά και δεν σωζόμαστε χωρίς αυτήν. Μέσω αυτής οικειούμαστε το σωτήρα Χριστό.

Στον Παρακλητικό Κανόνα, οι πιστοί απευθύνονται προς την Παναγία με την εξής ευχή: «Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε, ότι πάντες μετά Θεόν εις σε καταφεύγομεν ως άρρηκτον τείχος και προστασίαν». Στον Κανόνα αυτόν αποτυπώνεται η θρησκευτική ευλάβεια προς το πρόσωπο της Παναγίας, την οποία επικαλούνται όλοι μετά τον Θεό Πατέρα για ενίσχυση και ενδυνάμωση. Η υμνολογική αυτή αναφορά αποτελεί μία ακόμη πτυχή της ορθόδοξης λατρείας όπου αποσαφηνίζεται ο μεσιτικός ρόλος της Θεοτόκου στις επικλήσεις σωτηρίας του κόσμου που απειλείται από την επικυριαρχία του κακού.

Ο Βασίλειος Σελευκείας προσδιορίζει το νόημα της μεσιτείας, όταν λέει: «Χαίρε κεχαριτωμένη, μεσιτεύουσα Θεώ και ανθρώποις, ίνα το μεσότοιχον αναιρεθή της έχθρας, και τοις επουρανίοις ενωθή τα επίγεια». Αυτή η υπέρβαση από τη σφαίρα της φθαρτότητας προς τα επουράνια και η επαγγελία της σωτηρίας και της αναστάσεως μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της Παναγίας που πρώτη από όλους τους ανθρώπους δέχθηκε το χαρμόσυνο μήνυμα της αναστάσεως του Κυρίου.

Η άποψη αυτή είναι διάχυτη στη λειτουργική παράδοση, την υμνογραφία και την εικονογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παρά την απουσία βιβλικής θεμελιώσεως αυτής της θέσεως, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας στα ερμηνευτικά τους υπομνήματα πάνω σε χωρία των συνοπτικών Ευαγγελίων αφήνουν να διαφανεί ότι ο Χριστός μετά την ανάστασή του εμφανίστηκε πρώτα στην Παναγία. Η ίδια ποτέ δεν αμφισβήτησε τη θεότητα του υιού της, ενθυμούμενη όλα τα παράδοξα και θεϊκά που συνέβησαν κατά τη σύλληψη, τη γέννηση και την επί γης παρουσία του Χριστού.

Η σωτηρία και η ελπίδα της αναστάσεως προέρχεται από τον ίδιο τον Θεό. Η οικείωση όμως της σωτηρίας από τους ανθρώπους καθίσταται δυνατή με τις πρεσβείες της Θεοτόκου που, προσφέροντας το τέλειο πρότυπο αγίου βίου, οδηγεί τους πιστούς στην αρετή και τη μετάνοια. Η βαθιά αυτή πεποίθηση του λαού για τη διαρκή παρουσία της Παναγίας στο χειμαζόμενο άνθρωπο παγιώθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες στη συνείδηση των πιστών. Η Θεοτόκος γίνεται «τοις λυπουμένοις ευμενές παραμύθιον, πάσι τοις αιτούσιν ετοίμη βοήθεια». Η ίδια είναι κοντά στους ανθρώπους, αισθάνεται λύπη γι’ αυτούς και ποθεί τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Αγκαλιάζει τους πάντες και είναι έτοιμη με την παρρησία και την εγγύτητά της στον Θεό να λύσει κάθε επώδυνη κατάσταση της ζωής, την οποία προκαλεί η αμαρτία .

Οι άνθρωποι έχουν το προνόμιο να διαθέτουν ισχυρό προστάτη και υπερασπιστή τους, την Παναγία, που με την παρέμβασή της αποδυναμώνει την επιρροή του κακού. Αυτή «δέεται και πρεσβεύει υπέρ ημών» ανατρέποντας τις ορμές των παθών και τον πόλεμο του πονηρού. Η Παναγία και επιθυμεί και μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των ποικίλων κακών, πριν ακόμη οι άνθρωποι τα αντιληφθούν. Τότε παρεμβαίνει η μεσίτρια, που με τις μητρικές της παρρησίες ικετεύει θερμά τον ουράνιο Πατέρα, σαν να πρόκειται για τον εαυτό της, προβάλλοντας τη συγγένεια της φύσεώς της με το ανθρώπινο γένος.

Η Παναγία επιβλέπει από ψηλά με συμπόνια ως «υπέρμαχος στρατηγός» το ποίμνιο που δεινοπαθεί από φανερές ή αφανείς επιθέσεις των εχθρών και κυρίως του παλαιού τυράννου, του πονηρού, κατά τη γραφή του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου. Η μεσιτεία της είναι το υπέρλογο εκείνο μέσο που όχι μόνο τιμά το ανθρώπινο γένος, αλλά και το ενισχύει, αφού το απαλλάσσει από την κυριαρχία του αιτίου των κακών έξεων και συνηθειών. Οι πιστοί δέονται στην Θεοτόκο να καταστείλει τα πάθη της ψυχής τους και να απολεπτύνει σταδιακά το νέφος της σάρκας, το παχύ και γεώδες αυτό προκάλυμμα. Ζητούν ακόμη να ενδυναμώνει τις νοερές κινήσεις και ενέργειες της ψυχής τους και να τις προσανατολίζει προς το αιώνιο και πρωτότυπο κάλλος.

Συχνά η απροθυμία της ανθρώπινης φύσεως και η νωθρότητα της διάνοιας καθιστούν τον άνθρωπο ράθυμο στην αρετή, που απαιτεί κόπο. Στην κατάκτηση της αρετής παρεμβάλλονται εμπόδια και αδιέξοδα. Γι’ αυτό στην πρώτη εμφάνισή τους ο πιστός καταφεύγει στην Θεοτόκο που δεν παύει να αγαπά και να φροντίζει τους ανθρώπους ως φιλόστοργη Μητέρα. Έτσι μεταβιβάζει τις ευεργεσίες της προς όλους αδιακρίτως και τους προστατεύει από τους πειρασμούς και τους κινδύνους. Ο Ιωσήφ Υμνογράφος ομιλεί ποιητικά για την ακοίμητη πρεσβεία της Θεοτόκου προς τον Θεό, που καθαρίζει τα πάθη της ψυχής με τις ιερές μεσιτείες της, δωρίζοντας παράλληλα και σωτήρια εγρήγορση για την εκπλήρωση του θελήματος του Θεού.

Είναι τόσο πολλές οι θλίψεις, οι συμφορές του βίου και οι πειρασμοί που κυκλώνουν από παντού τον πιστό, ώστε αναζητά την «κραταιά σκέπη» της Παναγίας και ζητά προστασία, κάνοντας έκκληση προς αυτήν: «Διά σπλάχνα ελέους σου, Παρθένε, μη παρίδης σεμνή ποντούμενόν με σάλω βιοτικών κυμάτων, αλλά δίδου μοι χείρα βοηθείας καταπονουμένω κακώσεσι του βίου». Στον αγώνα του ενάντια στο κακό ο πιστός καταπονείται ανελέητα από τις ορμές των παθών, από τα βέλη του πονηρού και από τις επαναστάσεις της σάρκας. Γι’ αυτό ζητά συνεργό και βοηθό του την Παναγία, ώστε να καταστείλει τις σαρκικές εκρήξεις και να αποτρέψει την κυριαρχία και επικράτηση του υλικού φρονήματος που γεννά την αμαρτία. Ο πιστός επικαλείται επίσης και την άμεση παρουσία του Θεού Πατέρα από τον οποίο ζητά να του δωρίσει «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν και καρδίαν νήφουσαν». Έτσι η προσωπική άσκηση συμβαδίζει με τη θεία αντίληψη. Ο πιστός δεν στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, αλλά περισσότερο στη βοήθεια του Θεού στον οποίο και προσφέρει όλη του την ύπαρξη, όπως έπραξαν οι άγιοι της Εκκλησίας, και κυρίως η Παναγία.
Οι πρεσβείες της Θεοτόκου στηρίζουν τον άνθρωπο μπροστά στους πειρασμούς και τη δύναμη του κακού. Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός εκτιμά ότι ο ανθρώπινος βίος θα ήταν αβίωτος, εάν οι πιστοί δεν είχαν την Παναγία «συνόμιλόν τους και μόνην επί γης καταλελειμμένην παρηγορίαν» .

Αν κάποιος επιθυμεί να πορευθεί προς τον Δεσπότη όλων, τον Θεό ή να ζητήσει συγγνώμη για τα παραπτώματά του, τότε στο πρόσωπο της Παναγίας θα βρει το χειραγωγό που θα τον οδηγήσει προς αυτόν. Η Θεοτόκος, λόγω της εγγύτητάς της προς τον Θεόν και της κοινής καταγωγής της με το ανθρώπινο γένος, γίνεται διαρκώς η μεσίτρια που συμφιλιώνει το πλάσμα με τον Πλάστη. Με τις πρεσβείες της χορηγεί στους πιστούς την εκπλήρωση των αιτημάτων τους. Και αν είναι υποχρέωση των τέκνων να αποδίδουν σεβασμό και τιμή στους κατά σάρκα γεννήτορες, ποιά ανταμοιβή θα ήταν αντάξια της Παναγίας που είναι η αιτία της πνευματικής γεννήσεως, ενηλικιώσεως, εμπλουτισμού και θεώσεώς τους;

Με δεδομένη την υπαιτιότητα του ιδίου του ανθρώπου για την πτώση του και την αμαύρωση του «κατ’ εικόνα», είναι φανερό ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία του προς τον όλεθρο. Αυτήν την καταλυτική πτώση του γένους διαπίστωνε με θλίψη και συμπόνια η Παρθένος και αναζητούσε το αντίρροπο φάρμακο για ένα τόσο μεγάλο πάθος. Διέγνωσε ότι μόνο μία κατεύθυνση υπήρχε· η ολοκληρωτική στροφή της προς τον Θεό και η μεσιτεία της για όλο το ανθρώπινο γένος. Κατά συνέπεια έγινε πρέσβειρα των ανθρώπων με τη δική της βούληση «ζητούσα όπως πιθανώς και γνησίως ομιλήσει Θεώ».

Η Θεοτόκος με τη συνεκτική δύναμη, το θεάνθρωπο υιό της που έφερε στους μητρικούς της κόλπους, γίνεται ενοποιός χώρα που συγκρατεί και ενώνει. Αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, συγκεντρώνει τους διασκορπισμένους και τους συμφιλιώνει μεταξύ τους και με τον Θεό, όπως ακριβώς το κέντρο του κύκλου όλες τις διερχόμενες ευθείες. Η Παναγία γίνεται η κοινή εστία, το θεμέλιο βάθρο και η απαράμιλλη πηγή των υπερφυσικών χαρισμάτων, από τα οποία αντλεί πλούσια η νοερή και λογική φύση χωρίς όμως να μπορεί να υπερβεί την τελειότητα εκείνης.

Η Παναγία ως μέση μεταξύ δύο ιστορικών κόσμων, προ και μετά Χριστόν, μεσίτευσε όχι μόνο μεταξύ αυτών των δύο, αλλά και μεταξύ του Θεού και όλου του ανθρώπινου γένους. Η θέση της στο μυστήριο της θείας οικονομίας της έδωσε το προνόμιο να συνδέει μόνη αυτή το ανθρώπινο με το θείο. Έτσι κατέστησε τον Θεό Υιό ανθρώπου και ανέδειξε τους ανθρώπους σε υιούς του Θεού, γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Από αυτή τη θεία ιδιότητά της εκπορεύεται ο ρόλος της μεσιτείας και πρεσβείας της για τους ανθρώπους. Έκτοτε αναδύεται ως έμψυχο άγαλμα κάθε καλού, ως ζωντανή εικόνα κάθε αρετής, ως κοινωφελέστατη τιμή του ουρανού, της γης και των επέκεινα.

Πηγή: “Διακόνημα” 








Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΝΩΝ: Κείμενο με μετάφραση, μουσικά

   

 Ὁ Μέγας Κανών, ποὺ συνέθεσε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἱεροσολυμίτης, ἀρχιεπίσκοπος Κρήτης κι ἕνας ἀπ᾿ τοὺς πιὸ ἐξέχοντες ἐκπροσώπους τῆς ἐκκλησιαστικῆς ποιήσεώς μας, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ ὑπέροχους καὶ περισσότερο γνωστοὺς ὕμνους στὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα. Ψάλλεται τμηματικὰ τὶς τέσσερις πρῶτες ἡμέρες τῆς Καθαρῆς Ἑβδομάδας καὶ ὁλόκληρος τὴν Πέμπτη τῆς ε´ ἑβδομάδας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀποτελεῖ ἕνα ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ ἀποβλέπει στὸ νὰ φέρει τὸν ἄνθρωπο σὲ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς του καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει μέσα ἀπὸ τὴ συντριβὴ καὶ τὴ μετάνοια κοντὰ στὸν Θεό.

Ὁ Μέγας Κανὼν εἶναι ὕμνος βαθιᾶς συντριβῆς καὶ συγκλονιστικῆς μετανοίας. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ αἰσθάνεται τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας· ποὺ γεύεται τὴν πικρία τῆς μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ζωῆς· ποὺ κατανοεῖ τὶς τραγικὲς διαστάσεις τῆς ἀλλοτριώσεως τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὴν πτώση καὶ τὴν ἀποστασία της ἀπὸ τὸν Θεό, συντρίβεται. Κατανύσσεται. Ἀναστενάζει βαθιὰ καὶ ξεσπᾶ σὲ θρῆνο γοερό. Ἕναν θρῆνο ὅμως ποὺ σώζει, διότι ἀνοίγει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας. Τὸν δρόμο ποὺ ἐπαναφέρει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη κοντὰ στὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ τὸ πλήρωμα τῆς ἄρρητης χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης.


Πατήστε για τον Μεγάλο Κανόνα με μετάφραση, με μουσικά ή ακούστε τον σε βίντεο:

 
 

Τετάρτη 14 Απριλίου 2021

OΙ ΕΠΤΑ ΜΟΡΦΕΣ ΤΟΥ ΕΓΩΙΣΜΟΥ ΜΑΣ


Εγωισμός: Μήπως είμαστε Εγωιστές και δεν το ξέρουμε ή ίσως δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε;

Διάβασε παρακάτω τις 7 μορφές του Εγωισμού, μήπως κάτι από αυτά ή όλα μας χαρακτηρίζουν;

ΘΕΛΕΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΣΟΧΗ!

1. ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΟΤΗΤΑ, (το πνεύμα της επίδειξης).

2. ΠΕΡΙΑΥΤΟΛΟΓΙΑ, (ο άμεσος έπαινος του εαυτού μου).

3. ΕΠΑΙΝΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, (έμμεσος έπαινος του εαυτού μου).

4. ΕΥΘΥΞΙΑ, (να θίγομαι με το παραμικρό).

5. ΠΑΡΑΠΟΝΟ, (καθώς με πονηρό τρόπο επιδιώκω τη συμπόνια των άλλων, ώστε να γίνομαι συνεχώς το επίκεντρο της προσοχής τους).

6. ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ.

7. ΠΡΟΠΕΤΕΙΑ, (να διακόπτω τους άλλους, να απαντώ χωρίς να με ρωτούν και γενικότερα να απορρίπτω χωρίς προσεκτική εξέταση).



ΚΛΙΝΟΝ ΤΟ ΟΥΣ ΣΟΥ ΑΓΝΗ, ΚΑΙ ΣΩΣΟΝ ΤΟΥΣ ΘΛΙΨΕΣΙ ΒΥΘΙΖΟΜΕΝΟΥΣ ΗΜΑΣ (Επίκαιρο Άρθρο του π.Ευθυμίου Μπαρδάκα)

 


Μπροστά στίς μεγάλες θλίψεις καί δοκιμασίες οι Χριστιανοί, ιερός κλήρος καί πιστός λαός, στήν Θεοτόκον καταφεύγουμε καί προσευχόμενοι παρακαλούμε : "Κλίνον τό ούς Σου Αγνή, καί σώσον τούς θλίψεσι βυθιζομένους ημάς".
Πλησίασε τά ώτα Σου γιά νά ακούσεις τήν δέησή μας Αγνή Υπεραγία Θεοτόκε, καί σώσε μας, καθώς βυθιζόμαστε μέσα στό πέλαγος τών δοκιμασιών καί των θλίψεων.
Με τά ίδια λόγια του Κανόνος του Ακαθίστου Ύμνου προσευχήθηκαν αμέτρητες χιλιάδες πονεμένων Χριστιανών στήν Παναγία.
Καί εμείς ως άνθρωποι θλιμμένοι καί πονεμένοι μέ τά ίδια λόγια προσευχόμαστε, ιδίως κατά τήν περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, πρός τήν Δέσποινά μας Θεοτόκον καί της λέμε : "Κλίνον τό ούς Σου Αγνή καί σώσον τούς θλίψεσι βυθιζομένους ημάς".
Μέ πέλαγος φουρτουνιασμένο μοιάζει η ζωή μας καί είμαστε όλοι θαλασσοδαρμένοι.
Ερχεται ο θάνατος καί αρπάζει ξαφνικά χωρίς διακρίσεις πολυαγαπημένα πρόσωπα.
Ερχεται η ασθένεια, μάς προσβάλλει καί μάς ρίχνει στό κρεββάτι του πόνου, για λίγες ημέρες, για πολλούς μήνες, πολλές φορές γιά πολλά χρόνια, ίσως καί ισόβια.
Καί άλλα κύματα μάς δέρνουν καί τραντάζουν τήν οικογενειακή μας ζωή, όπως οικονομικές δυσχέρειες, αδικίες,συκοφαντίες, ανεργεία.
Τί νά πούμε γιά τό ηθικό ναυάγιο τών παιδιών μας πάλι γιά τά κύματα των πειρασμών της αμαρτίας, πού μέ λύσα μάς κτυπούν για νά μάς βυθίσουν μέσα στό ηθικό σκοτάδι, τήν πλάνη, τό έλος της διεφθαρμένης ζωής.
Όλα αυτά καί τόσα άλλα είναι κύματα δυνατά καί μεγάλα. Μάς ταλαιπωρούν, μάς κάνουν νά κλαίμε νά τά χάνουμε. Όμως γιά νά αποφύγουμε τόν κίνδυνο του καταποντισμού, νά στρέψουμε τό βλέμμα πρός τήν Μεγάλη Μητέρα τήν Παναγία καί νά ζητήσουμε τή βοήθειά Της, τήν προστασία Της : "Κλίνον τό ούς Σου Αγνή καί σώσον τους θλίψεσι βυθιζομένους ημάς".
ΓΙΑΤΙ ΠΡΟΣ ΑΥΤΗ?
Γιατί είναι η θλιμμένη Μητέρα του Κυρίου μας. Είναι η Βασίλισσα του πόνου. Θλίβεται η Παναγία από τά παιδικά Της χρόνια. Μόλις γέννησε τόν Μονογενή Της, αναγκάζεται να φύγει σέ χώρα μακρινή. Αργότερα όταν ο Υιός Της διδάσκει τά πλήθη, βλέπει τίς δολοπλοκίες των Γραμματέων καί Φαρισαίων. Τήν θλίβει η μοχθηρία καί τό μίσος των Ιουδαίων εναντίον Του. Ακούει νά τόν κατηγορούν καί νά τόν βλασφημούν.
Τέλος βλέπει τόν Υιόν του Θεού καί Παιδί Της, Σταυρωμένο στό Γολγοθά. Τόν βλέπει αιμόφυρτο μεταξύ δύο ληστών.
Πονάει η Παναγία τόσο πολύ στή ζωή της, όσο καμία άλλη μάννα, καί γνωρίζει όσο κανείς άλλος τί σημαίνει πόνος, θλίψει, δοκιμασία.
Γι΄αυτό σπεύδει νά βοηθήσει μέ τίς πρεσβείες Της αυτούς, πού την επικαλούνται.
Σ΄αυτή καταφεύγουμε, γιατί είναι καί δική μας Μητέρα. Είναι κάθε Χριστιανός αδελφός τού Χριστού καί παιδί κατά χάριν της Θεοτόκου η οποία ως Μητέρα υπερβαίνει "κατά τήν φιλοστοργίαν καί σπλάχνα, όλας τάς φυσικάς μητέρας" κατά τόν Αγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη.
Μητέρα μας η Παναγία!
Τιμή καί καύχημα γιά εμάς! Έτσι μπορούμε νά της ανοίγουμε τήν καρδιά μας νά τής λέμε τίς δοκιμασίες μας καί νά της ζητάμε βοήθεια καί προστασία. Καί εκείνη θά μάς κοιτάζει μέ στοργή. Δέν θά περιφρονεί τήν παράκλησή μας σε ώρες αγωνίας καί πόνου. Θα μάς ακούει καί άς είμαστε αμαρτωλοί, καί θά μεσιτεύει στόν Κύριο υπέρ ημών.
Τότε η θλιμμένη μας ψυχή θα γαληνεύει, θα παρηγοριέται, θά παίρνει δύναμη στίς δύσκολες περιστάσεις, όπως συνέβη σέ άπειρες ψυχές μέχρι τώρα.
Αυτή ως πνευματική Μητέρα μέ χαρά μάς περιμένει....!!!