† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)
† Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου (Ψαλ. 50,17)

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΕΝ ΑΧΑΡΝΑΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡΝΗΘΟΣ 1867-1943 (15 Ἰανουαρίου)


Ὁμιλία Θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Ταλαντίου κ. Καλλινίκου


 Τιμὴ τῶν Ἁγίων στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας ἦταν πάντοτε χαρμόσυνο καὶ εὐλογημένο γεγονός. Ἡ Ἐκκλησία παρατηροῦσε τὴν τιμὴ καὶ δόξα μὲ τὴν ὁποίαν περιέβαλε ὁ εὐσεβὴς λαὸς τοῦ Θεοῦ, τοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἁγίους. Αὐτὴ ἡ τιμὴ καὶ ἀναγνώριση τῶν Ἁγίων ξεκίνησε ἀπὸ τὴν τιμὴ τῶν Μαρτύρων τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, ὅπως ἀναφέρουν τὰ Μαρτυρολόγια τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅπου κάποιος Μάρτυρας, ἄνδρας ἤ γυναῖκα θυσίαζε ἑαυτὸν γιὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν στιγμή αὐτὴ ἐλάμβανε ἀναγνώριση καὶ τιμὴ Μάρτυρος καὶ ἀναγραφόταν εἰς τὰ Δίπτυχα τῶν Ἁγίων.


 Ὀρθόδοξος Θεολογία διεμόρφωσε ἕνα ἰδιαίτερο κομμάτι τοῦ ἱστορικοῦ κλάδου της, τὴν Ἁγιολογία. Ἡ Ἐπιστήμη τῆς Ἁγιολογίας ἀσχολήθηκε ἀρχικῶς μὲ τὰ Μαρτύρια ἤ Πάθη, τὰ ὁποῖα ἦταν αὐθεντικὲς περιγραφὲς τῶν μαρτυρίων τῶν Ἁγίων ὑπὸ αὐτοπτῶν καὶ αὐτηκόων μαρτύρων, μὲ τὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα ἤ τὰ πρακτικὰ δίκης τῶν Μαρτύρων (acta proconsularia) ποὺ κατέγραψαν οἱ ρωμαϊκὲς ἀρχὲς καθὼς καὶ μὲ τὶς ἐκθέσεις, οἱ ὁποῖες ἦταν σύντομες ἀναφορὲς εἰς μαρτύρια ἐντεταγμένες εἰς εὐρύτερα ἱστορικὰ ἔργα. Αὐτὰ ἀποτελοῦσαν κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες τὶς πηγὲς τῆς Ἁγιολογικῆς Ἐπιστήμης.


ν συνεχείᾳ, ἄρχισαν νὰ προστίθενται εἰς τὰ Μαρτυρολόγια τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ συμπληρώνεται τὸ Ἁγιολόγιό Της μὲ Προφήτας καὶ ἱερὲς προσωπικότητες τῆς Βίβλου, Ἱεράρχας, Ὁσίους καὶ Ἀσκητὰς, Ὁμολογητὰς καὶ Δικαίους, Ἰσαποστόλους καὶ Νεομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νὰ κοσμοῦν τὸ Ἁγιολόγιο. Ἡ ἀνάδειξη καὶ ἡ διακήρυξη τῆς Ἁγιότητος τῶν Μαρτύρων καὶ τῶν Ὁσίων, φανερώνει τὸ μεγαλεῖο τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, ὅλων αὐτῶν ποὺ μὲ τὸ αἷμα τους, τὴν ἀρετή τους καὶ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία τους, ἑδραίωσαν, τίμησαν κὶ ἐδόξασαν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Τοπικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνόδου ἐν ἔτει 1672 ὅτι «προσκυνοῦμεν δὲ τοὺς Ἁγίους, ὡς ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναγωνισθέντας, καὶ μεσίτας αὐτοὺς Θεῷ προβαλλόμεθα, ὡς φίλους Θεοῦ, καὶ παρρησίαν πρὸς αὐτὸν κεκτημένους, δι΄ αὐτῶν τὴν πρὸς Θεὸν βοήθειαν ἐξαιτούμενοι».


πως ἀναφέρει χαρακτηριστικὰ ὁ μακαριστὸς Καθηγητὴς κ. Πάσχος: «Ἡ Ἐκκλησία μας χτίζει διὰ τοὺς Ἁγίους Ναοὺς καὶ τοὺς καθαγιάζει μὲ τὰ ἱερὰ λείψανά τους, συνιστᾶ τὴν τιμητικὴ προσκύνηση τῶν Εἰκόνων καὶ τῶν Λειψάνων τους, θεσπίζει ἑορτὲς διὰ νὰ τιμήσει τὴν μνήμη τους, ἐγκρίνει τὴ σύνταξη ἱερῶν ἀσματικῶν ἀκολουθιῶν διὰ τὰς ἑορτάς των, συνιστᾶ εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ ψάλλουν Παρακλήσεις ζητώντας τὴν πρεσβεία τους πρὸς τὸν Θεὸ διὰ τὴν λύτρωση ἀπὸ τὰ ποικίλα δεινά, τὴν ἄφεσιν τῶν ἀμαρτιῶν τους καὶ τέλος νὰ πετύχουν τὸ «μέγα ἔλεος» παρὰ Κυρίου Παντοκράτορος».


Καὶ βέβαια ἡ κορύφωση τῆς τιμῆς τῶν Ἁγίων φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατὰ τὴν γενέθλιο ἡμέρα των. Ἀπὸ τὰ πρῶτα χριστιανικὰ χρόνια οἱ χριστιανοὶ πίστευαν ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Μάρτυρος βρίσκεται παροῦσα τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, στὴν πνευματικὴ συνεστίαση τῆς κοινῆς τραπέζης. Ἄλλωστε αὐτὴ ἡ πίστη εἰς τὴν ὀντολογικὴ παρουσία τῶν Ἁγίων εἰς τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Ευχαριστίας ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν μεταγενέστερη καθιέρωση τῆς λειτουργικῆς πρακτικῆς ἐξαγωγῆς μερίδων - ταγμάτων εἰς τιμήν καὶ μνήμην τῶν Ἁγίων κατὰ τὴν Ἀκολουθία τῆς Προθέσεως, ὅπως διαμορφώθηκε καὶ ἀναφέρει πρῶτος χαρακτηριστικὰ τὸν 14ον αἰῶνα ὁ ἱερὸς Φιλόθεος ὁ Κόκκινος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.


Στὴν μακραίωνη πορεία τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας ἄρχισαν νὰ διαμορφώνονται κάποια σημαντικὰ κριτήρια ἁγιότητος διὰ νὰ διαφυλαχθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καθὼς καὶ ἡ ἀξιοπιστία εἰς τὴν διακήρυξη καὶ ἀναγνώριση νέων Ἁγίων. Τὰ βασικὰ κριτήρια τῆς Ἁγιότητος εἶναι: α) ἡ ἔνταξη στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἴτε μὲ τὸ ἱερὸ Βάπτισμα εἴτε μὲ τὸ Βάπτισμα τοῦ αἵματος, τὸ μαρτύριο, β) ἡ ὀρθὴ πίστη γ) ὁ ἅγιος καὶ ἐνάρετος βίος, δ) οἱ ἐξαιρετικὲς ὑπηρεσίες καὶ προσφορὲς εἰς τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ ε) ἡ διενέργεια θαυμάτων.


να ἀπὸ τὰ ἀπόλυτα καὶ ἀδιαμφισβήτητα κριτήρια εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη, ἡ ὁποία βέβαια συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὀρθὰ καὶ ἐνάρετα ἔργα. Αὐτὴ ἡ ὀρθὴ πίστη στοιχειοθετεῖται ἀπὸ τὴν γνήσια ἀποστολικὴ διδασκαλία καὶ παράδοση ποὺ μεταδίδεται μέσῳ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς ἄχρι τῆς σήμερον. Ἡ ὑγιαίνουσα αὕτη ὀρθὴ διδασκαλία προϋποθέτει μεγάλους ἀγῶνες διὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως, τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν, τὸ μυστικὸ βίωμα τοῦ θείου ἔρωτος, τὴν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ προσφορὰ στὸν συνάνθρωπο καὶ ἔχει ἐσχατολογικὴ διάσταση εἰς τὴν Ἐπουράνιον Βασιλεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.


Μὲ τὶς ὡς ἄνω προϋποθέσεις ἡ Ἐκκλησία μας δὲν «ἁγιοποιεῖ», δηλαδὴ δὲν κατασκευάζει ἁγίους, ὅπως κάνει ἡ Δυτικὴ «Ἐκκλησία» ἀλλὰ καὶ δυστυχῶς οἱ ἐξ Ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταί, ἁπλῶς ἔρχεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι Συνοδικῶς νὰ ἐπισφραγίσει τὴν τιμὴ καὶ εὐλάβεια τοῦ ποιμνίου πρὸς αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν χάριν καὶ τὴν δωρεὰ τῆς Ἁγιότητος. Γι΄ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καθ΄ ἡμᾶς Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος «διαπίστωση», «διακήρυξη» ἤ καὶ ἔτι καλύτερα «ἀναγνώρισις», μέσῳ τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς ἐπισήμου Τελετῆς Ἁγιοκατατάξεως εἰς τὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδοξίας7. Ἄρα ἡ κοινὴ συνείδηση τοῦ πλήρωματος τῆς Ἐκκλησίας ἐπισφραγίζει τὶς ἀρετές, τὰ θαύματα, τὴν πίστη καὶ τὴν ἁγιότητα κάθε ἐναρέτως βιώσαντος καὶ κοιμηθέντος χριστιανοῦ.


Εἰς αὐτὰ τὰ κριτήρια στηριζομένη ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἐλλάδος, ἐπισφράγισε τὴν τιμὴ εἰς ἕνα νέο Ὅσιο, τὸν Ὅσιο Ἱερώνυμο τὸν ἐν Πάρνηθι, τὸν καὶ κτίτορα καὶ προστάτη τῆς σεβασμίας καὶ Ἱερᾶς Μονῆς ταύτης. Προσωπικά, ἄν καὶ ὁ νεώτερος τῶν Ἀρχιερέων, ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ μικρὸ παιδὶ τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν εὐλάβεια τῶν προπατόρων μας γνησίων ὀρθοδόξων πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Ὁσίου Γέροντος Ἱερωνύμου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ εὐλογημένο αὐτὸ Μοναστήρι.


 Ὅσιος Ἱερώνυμος, γόνος τῆς εὐλογημένης καὶ λεβεντογέννας Κρήτης, γεννήθηκε ἐν ἔτει 1867. Ἔλαβε τὴν ἐγκύκλια μόρφωσίν του εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Χρυσοπηγῆς Χανίων. Ἐν ἔτει 1891, σὲ νεαρὰ ἡλικία εἰκοσιτεσσάρων ἐτῶν, φλεγόμενος ὑπὸ θείου ἔρωτος, ἀφιερώθηκε εἰς τὸν Χριστὸ μεταβαίνοντας εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ δὴ εἰς τὴν Ἱερὰν Μονὴν Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἀργότερα ἐν ἔτει 1897 ἐχειροτονήθῃ διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Ὁ Ὅσιος Ἱερώνυμος εἶχε μία συνταρακτικὴ Θεοτοκοφάνεια. Κατά τήν διάρκεια ἑνός πολύ δυνατοῦ χειμῶνος, βρέθηκε ὁ μακάριος ἀποκλεισμένος ἀπό τά χιόνια εἰς τὸ Κάθισμα τῆς Παναγίας, ὅπου στερούμενος τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἐπιβίωσιν, ἀξιώθηκε ἐμφανίσεως τῆς Ἐφόρου τοῦ Ἄθωνος Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἡ Ὁποία τόν ἐστήριξε σωματικῶς καί πνευματικῶς καί τόν παρηγόρησε μὲ λόγους ἐνθαρρυντικούς.


ν ἔτει 1923 μία σοβαρὴ ἀσθένεια τῶν ὀφθαλμῶν τὸν ἠνάγκασε νὰ ἐξέλθει τοῦ Ἁγίου Ὄρους καὶ νὰ μεταβεῖ εἰς Ἀθήνας πρὸς ἀναζήτησιν θεραπείας. Ὡς Κρητικὸς ηὐλαβεῖτο τὴν Ἁγία Παρασκευὴ, ἡ εὐλάβεια δὲ αὐτὴ αὐξήθηκε ἐν συνεχείᾳ λόγῳ τῆς ἀσθένειάς του καὶ τὸν ὤθησε νὰ ἱδρύσει Μονὴ ἀφιερωμένη εἰς τὴν Ἁγίαν. Ἀξιώθηκε μάλιστα νά ἴδει καὶ τήν Ἁγία Παρασκευή, ἐντός τοῦ δυτικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς, ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει Προσκυνητάρι πρὸς τιμήν Της.


πὶ μίαν εἰκοσαετίαν διέπρεψε ὡς Ὁμολογητὴς τῆς Πίστεως, ὡς Φωτισμένος καὶ διορατικὸς Πνευματικός, ὡς Μέγας Διδάσκαλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς, ὡς γνήσιος συνεχιστὴς τῆς Ἁγιορείτικης Μοναχικῆς Παραδόσεως, ὡς ἰατρὸς ψυχῶν ἀλλὰ καὶ σωμάτων, ἔχοντας ἐκ Θεοῦ καὶ τὸ ἰαματικὸ χάρισμα. Παράλληλα καλλιέργησε τὸ ποιητικό, ὑμνογραφικὸ καὶ διδακτικὸ χάρισμα ἀφήνοντας ὡς πνευματικὴ παρακαταθήκη ἀναρίθμητες σελίδες ἔμμετρου λόγου. Ἰδιαιτέρως ἠγωνίσθη διὰ τὴν ἐνίσχυση καὶ λειτουργικὴ ἐξυπηρέτηση τοῦ μικροῦ Ποιμνίου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἀγωνιζόμενος σθεναρῶς κατὰ τῆς ἡμερολογιακῆς καινοτομίας τοῦ 1924. Καὶ αὐτὴ ἡ προσήλωση τοῦ Γέροντος στὴν πατρῶα εὐσέβεια ἦταν ἡ αἰτία γιὰ πολλὲς ἀπόπειρες συκοφαντίας, δολοφονίας καὶ δηλητηριασμοῦ ἐναντίον του. Ἐκοιμήθη ὁσιακῶς τὴν 15ην Ἰανουαρίου τοῦ 1943 καὶ ἐτάφη ἐδῶ εἰς τὴν Μονήν.


διαιτέρως σήμερον ἐν ἔτει 2024, ὅπου συμπληρώνονται ἑκατὸ ἔτη ἀπὸ τὴν ἡμερολογιακὴν καινοτομίαν, ἡ Ἐκκλησία μας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν εἶναι ἐδῶ, ἐλευθέρα καὶ ζῶσα, καὶ συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Ὁσίου Ἱερωνύμου, τὸ ποιμαντικό, ἱεραποστολικὸ καὶ σωτηριολογικό της ἔργο σὲ πεῖσμα τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλὰ καὶ ὅλων αὐτῶν ποὺ πίστευαν ἤ πιστεύουν ὅτι ὁ Ἱερὸς ἡμῶν Ἀγὼν ὁσημέραι φθίνει καὶ ὁδηγεῖται σὲ παρακμή. Χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ Ὅσιος: «Τήν πίστιν τῶν Πατέρων μας, τῶν θαυμαστῶν Ἁγίων, ποτέ δέν θά ἀφήσωμεν, ποτέ δέν θά δεχθῶμεν προσθήκην καί ἀφαίρεσιν, ἔστω γνωστόν εἰς ὅλους. Καλῶς τά πάντα ἔχουσιν, οἱ Ἅγιοι ἁγίως ἐθέσπισαν, ἐδίδαξαν καί ἔχουσιν ἀρίστως. Ὁ γάρ τολμῶν τά ἅγια ἵνα μεταρρυθμίσῃ, νοσεῖ ἀσθένειαν δεινήν, ἀσέβειαν τοῦτ’ ἔστιν, τά ἀσεβῆ γάρ ἀγαπᾶ, δέχεται καί φυλάττει».


τσι ἡ Θεία παρεμβολὴ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς εὐσεβείας, τὸ «ἀκαινοτόμητον πλήρωμα», συνεχίζει καὶ θὰ συνεχίζει ἐπειδὴ ὁ Τριαδικὸς Θεὸς τὸ ἐπιθυμεῖ καὶ τὸ εὐλογεῖ. Παρ΄ ὅλ΄ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν εἶναι ἐδῶ καὶ ἀναμένει πάντοτε ἐν ἀγάπῃ καί ἐν ἀληθείᾳ νὰ δεχθεῖ εἰς τοὺς κόλπους της τὸν κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητάει καὶ ἐπιθυμεῖ τὴν σωτηρία του.


τσι πλέον ὁ νέος Ὅσιος Ἱερώνυμος, ἔρχεται νὰ προστεθεῖ στὴν χορεία τῶν νεοφανῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Σήμερον ἡ τῶν νεοφανῶν Ἁγίων Σύναξις ὑποδέχεται τὸν νέον μας Ὅσιον, ὁ Ἅγιος Χρυσόστομος ὁ νέος Ὁμολογητής, ὁ συνωνόματος Ὅσιος Ἱερώνυμος ὁ ἐν ΑἰγίνῃἉγία Νεομάρτυς Αἰκατερίνη ἡ ἐν Μάνδρᾳ, ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Ἰωσὴφ ὁ ἐκ Δεσφίνης, ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ ἐν Ἀμφιάλῃ ὁ νέος Ἐλεήμων ἀλλὰ καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Ἀρχιεπίσκοπος Σαγγάης ὁ Μαξίμοβιτς, ὁ Ἅγιος Φιλάρετος Ἀρχιεπίσκοπος Νέας Ὑόρκης ὁ ὉμολόγητὴςἍγιος Γλυκέριος Ἀρχιεπίσκοπος Ρουμανίας,
Ὃσιος Παρθένιος ὁ Χίος καί τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Χοζεβίτου


Χαίρεται καὶ ἀγάλλεται ἡ μεγαλόφωνος τῶν Ὀρθοδόξων Σύναξις σήμερον, ἐδῶ στὴν ἐπί γῆς Στρατευομένη Ἐκκλησία, ἐπὶ τῇ Ἐπισήμῳ Διακηρύξει τῆς Ἁγιότητος τοῦ Ὁσίου Πατρὸς ἡμῶν Ἱερωνύμου.


λλ’ ὧ Ὅσιε Πάτερ Ἱερώνυμε, μέμνησο πάντων ἡμῶν τῶν δεομένων, μέμνησο ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Μαρτυρικῆς ἡμῶν Ἐκκλησίας, μέμνησο ὑπὲρ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου καὶ Πατρός ἡμῶν καὶ ἀπάντων τῶν Ἀρχιερέων, τοῦ ἱεροῦ κλήρου, τοῦ μοναχικοῦ τάγματος ἀλλὰ καὶ τοῦ εὐσεβοῦς λείμματος τῶν Ὀρθοδόξων, μέμνησο ὑπὲρ πάντων ἡμῶν ἐν τῇ Ἐπουρανίῳ Βασιλείᾳ τοῦ Ἀρχιποίμενος Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, αὐτῆς τῆς Βασιλείας ἧς οὐκ ἔσται τέλος.


Ἦχος α . Tῆς ἐρήµου πολίτης.

Ἀχαρνῶν τὸν Προστάτην καὶ Φωστῆρα τῆς Πάρνηθος, αἱ τῶν Eὐσεβῶν νῦν χορεῖαι, εὐφηµοῦµεν ἐν ᾄσµασι· κυκλοῦντες δὲ τὴν Λάρνακα Aὐτοῦ, θαυµάτωνκαὶ χαρίτων τὴν πηγήν, ἐν Mονῇ τῆς πανενδόξου Παρασκευῆς, συµφώνως ἐκβοήσωµεν· Πάτερ Ὀρθοδοξίας ὁ Kανών, πάντων Πιστῶν τὸ καταφύγιον, λῦσον Kαινοτοµίας τὴν ἀχλύν, ὦ Ἱερώνυμε.

Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ΄.

Τὸ προσταχθέν.Τοῖς εὐλαβῶς προσιοῦσι πίστει θείᾳ, καὶ τῶν Λειψάνων Σου τὴν θή-κην προσκυνοῦσι, τὴν φωτίζουσαν Χάριν πᾶσιν ἀπονέµειςÿκαὶ χρίων ἀσπαζοµένους εἰκόνα Σήν, χαρίζεις αὐτοῖς ταχέωςῥῶσιν ψυχῆςÿ Σὺ γὰρ Πάτερ ἐδόξασας, Τριάδα Θείαν λαµπρῶς,διὸ νῦν Ἱερώνυµε, χαῖρε πάντες βοῶµέν Σοι.

Μεγαλυνάριον Ἦχος πλ. δ΄.

Χαίροις τῶν Ὁσίων ἄνθος καινόν, Πάρνηθος ἡ κρήνη, ἡ δροσί-ζουσα τοὺς Πιστούς, τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ τῆς Ὀρθοπραξίας,κανὼν καὶ θεία στάθµη, ὦ Ἱερώνυµε!



Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Ο ΒΙΟΣ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΟΝΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

 

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

 

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,

            Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία λήξη καὶ μία ἀρχή. Συγκεκριμένα, ἡ λήξη ἀφορᾶ τὸ κήρυγμα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Μὲ τὴ σύλληψη τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου ὑποχωρεῖ ἡ «σκιὰ τοῦ νόμου». Οἱ προφητεῖες  γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Λυτρωτῆ σταματοῦν, διότι τώρα μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Λυτρωτής, φανερώνεται, ἀποκαλύπτεται δημοσίως, κηρύττει. Κηρύττει τὴν Καινή, τὴ Νέα Διαθήκη,  τὸ εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς μετανοίας, τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. 

             Κύριος μας, λίγο καιρὸ μετὰ τὴν Βάπτισή Του, μαθαίνοντας ὅτι ὁ Ἰωάννης παραδόθηκε, ἀνεχώρησε στὴν Γαλιλαία, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Καπερναούμ, στὰ ὅρια τῶν φυλῶν Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλίμ. Ἐκπληρώθηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, «Γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλίμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ ᾽Ιορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν, ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς». Ἔκτοτε, ἄρχισε ὁ Χριστὸς νὰ κηρύσσει λέγοντας: «Μετανοεῖτε, γιατὶ ἔφθασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». 

            Προσέξτε κάτι, ἀδελφοί. Δὲν λέει ὁ Κύριος «μετανιῶστε», ἀλλὰ «μετανοεῖτε», δηλαδή, «νὰ μετανιώνετε». Γνωρίζει ὅτι εἴμαστε ἄνθρωποι χοϊκοί, μὲ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Γνωρίζει ὅτι ἂν μετανοήσουμε μία φορά, ἐνδεχομένως νὰ ξαναπέσουμε στὰ ἴδια σφάλματα. Παρ’ ὅλα αὐτά, μᾶς διδάσκει τὴν φιλευσπλαχνία Του. Μᾶς λέει: «παιδιά μου, τὸ νὰ πέφτετε εἶναι στὴ φύση σας, ἀλλὰ νὰ ξέρετε ὅτι κάθε φορὰ ποὺ θὰ μετανοεῖτε, ἐγὼ θὰ σᾶς συγχωρῶ ἀνοίγοντας τὴν ἀγκαλιά μου. Καὶ ὄχι μόνο τὴν ἀγκαλιά μου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν θὰ σᾶς ἀνοίγω. Ἀρκεῖ νὰ ἀγωνίζεστε καὶ νὰ μὴν ἐγκαταλείπετε τὴν προσπάθεια». Μὲ τὴ διαρκῆ μετάνοια, λοιπόν, γινόμαστε μέτοχοι τῆς οὐράνιας βασιλείας. 

             Κύριός μας, συνομιλῶντας κάποτε μὲ τοὺς Φαρισαίους, εἶπε: «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν».  Ἡ φράση αὐτὴ ἔχει δεχθεῖ ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες διάφορες ἐρμηνεῖες. Ἄλλοι θεώρησαν ὅτι δηλώνει τὴν εὐθύνη ποὺ ὁ καθένας φέρει γιὰ νὰ κατακτήσει τὸν παράδεισο, ὅτι, δηλαδή, δική μας ὑπόθεση εἶναι ἂν θὰ σωθοῦμε ἢ ὄχι, δεδομένου ὅτι εἴμαστε ἐλεύθεροι. Ἄλλοι ὑποστήριξαν ὅτι ὁ Χριστὸς ἐννοεῖ πὼς ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι μέσα μας. Ὅταν καθαρίζουμε τὴν καρδιά μας ἀπὸ καθετὶ πονηρό, τότε ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς γεμίζει μὲ εὐφροσύνη, τὴν αἰώνια καὶ αὐξανόμενη εὐφροσύνη ποὺ κατακλύζει τὴν οὐράνια βασιλεία. Τέλος, κάποιοι Πατέρες θεώρησαν τὴν φράση αὐτὴ ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἀνάμεσά μας». Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας. Πράγματι, τότε ὁ Χριστὸς ἦταν ἀνάμεσα στοὺς Φαρισαίους. Ἦταν ἡ σωτηρία ἀνάμεσά τους, ἀλλὰ δὲν Τὸν κατάλαβαν. Μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, πού βρίσκεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν; Στὸ ἅγιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ φυσικά, τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ παραδείσου στὴ γῆ. Γιὰ αὐτὸ εἴθισται νὰ στολίζουμε τὴν Ἐκκλησία μας μὲ τὰ ὡραιότερα καὶ πολυτιμότερα τῶν ἀντικειμένων. Γιὰ αὐτὸ καὶ οἱ κληρικοὶ ἐν ὥρᾳ ἀκολουθίας στὴν Ἐκκλησία, καὶ μάλιστα τῆς Θείας Λειτουργίας, φοροῦν ὄμορφα καὶ λαμπρὰ ἄμφια, προσπαθῶντας νὰ ἀντικατοπτρίσουν τὴν ὀμορφιὰ τοῦ παραδείσου. Δυστυχῶς, τὸ γεγονὸς αὐτὸ σκανδαλίζει κάποιους τῶν χριστιανῶν. Ἀξίζει, ὅμως, νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὡς χριστιανοί, πρέπει νὰ μεριμνοῦμε γιὰ τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴν ἕνωσή μας μὲ τὸν Θεό, καὶ ὄχι νὰ σκανδαλιζόμαστε ἀπὸ τὶς ὀφθαλμαπάτες. 

            ν κατακλείδι, θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ στὴ φράση τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα» ὅταν τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ Χριστός. Ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ εἶναι φῶς. Τί πολυτιμότερο ἀπὸ τὸ φῶς; Τὸ φῶς ἀποκαλύπτει, προστατεύει, ἐλευθερώνει καὶ ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν πρόοδο. Τὸ φῶς ὁδηγεῖ στὴν ἀλήθεια. Ἄν, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ φῶς ἀνάμεσά τους, κινδυνεύει ἡ ἐξουσία τῶν «κοσμοκρατόρων τοῦ σκότους». Καταλαβαίνετε τώρα πρὸς τὶ ὅλος αὐτὸς ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, κατὰ τῶν ἀρχῶν, ἰδανικῶν καὶ ἠθῶν τοῦ χριστιανισμοῦ; Ἐπιχειροῦν νὰ ἀπομακρύνουν τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ βρεθοῦν ξανὰ στὸ σκοτάδι. Τότε, οἱ σκοτισμένοι εὐκολώτερα θὰ κυβερνῶνται. 

            Πῶς ἀντιμετωπίζουμε ὅλο αὐτὸ τὸ κακό; Ὁ Κύριός μας πῶς τὸ ἀντιμετώπισε; Σκόρπισε ἀγάπη, συγχώρεση, γαλήνη, ἀξιοπρέπεια, ἀρετή. Σταυρώθηκε καὶ σκόρπισε ζωὴ καὶ ἀνάσταση. Μὲ αὐτὰ τὰ ὅπλα ἐξάλειψε τὸ σκοτάδι. Οὔτε λόγο δὲν ἄρθρωσε γιὰ τοὺς ἄρχοντες τοῦ κακοῦ. Ἂν θέλουμε κὶ ἐμεῖς νὰ ἀνατρέψουμε τὸ κακό, δὲν χρειάζονται πολλὰ λόγια. Μποροῦμε ἁπλὰ νὰ μιμηθοῦμε Ἑκεῖνον. 

            Μᾶς τὸ λέει, ἄλλωστε, διαχρονικά: «Εἰ οὖν ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐμὲ μιμεῖσθε».

Μετ’ εὐχῶν,

Ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ 2026 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970

γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

            Ὁ καλούμενος ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Πατέρες «πέμπτος Εὐαγγελιστής», ὁ μεγάλος Προφήτης Ἡσαΐας, ἑφτὰ αἰῶνες πρὸ Χριστοῦ, φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα εἶπε: «φωνὴ ἐκείνου ποὺ φωνάζει στὴν ἔρημο· ἐτοιμάστε τὴν ὁδὸ τοῦ Κυρίου». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἐκπληρώθηκε στὸ πρόσωπο γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλᾶ σήμερα, Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων, ὁ Εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Ὁ λόγος γιὰ τὸν Προφήτη καὶ Βαπτιστὴ τοῦ Κυρίου μας, Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸν γόνο τῶν δικαίων Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ.

            Ἅγιος Ἰωάννης, ἀποδεχόμενος τὴν μεγάλη ἀποστολὴ γιὰ τὴν ὁποία τὸν προόρισε ὁ Θεός, ἀπὸ μικρὸς ἔζησε στὴν ἔρημο ζωὴ ἀσκητικὴ καὶ ἀγγελομίμητη. Ἄσκησε τὸν ἑαυτό του στὴν ἐγκράτεια, τὴν προσευχή, τὴν ἀκτημοσύνη καὶ τὴν ὑψοποιὸ ταπεινοφροσύνη. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν τρίχινο καὶ φοροῦσε δερμάτινη ζώνη, ἐνῶ τρεφόταν μὲ ἀκρίδες καὶ ἄγριο μέλι. Μέσα ἀπὸ ὅλον αὐτὸν τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, ὁ Ἰωάννης κατέστησε τὸν ἑαυτό του ἔτοιμο νὰ ἀναλάβει τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του, τὴν πνευματικὴ προετοιμασία τῆς ὁδοῦ γιὰ τὴν ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελικοῦ ἔργου τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. 

            Βγῆκε, λοιπόν, στὸν ποταμὸ Ἰορδάνη καὶ κήρυσσε λέγοντας «Μετανοεῖτε· ἔφθασε ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Τὸ κήρυγμα τοῦ ἐπιβλητικοῦ καὶ φωτεινοῦ ἀσκητῆ προσέλκυε πολλοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους βάπτιζε στὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνη, ἀφοῦ πρῶτα ἐξομολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους. Παράλληλα μὲ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας, προέτρεπε τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἔργα ἀγάπης καὶ δικαιοσύνης, ἐνῷ ὁ λόγος του ἦταν μαστίγιο γιὰ τοὺς ψευτο-εὐσεβεῖς. Σπουδαγμένος δὲν ἦταν, οὔτε ἔλεγε πολλὰ καὶ περισπούδαστα λόγια. Ὡστόσο, ὅσα ἔλεγε, βγαλμένα ἀπὸ τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἐμπειρία του, ἄγγιζαν τὶς διψασμένες καρδιές. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα τῶν λόγων του εἶναι τὸ πολὺ γνωστό: «αὐτὸς ποὺ ἔχει δύο χιτῶνες νὰ δώσει τὸν ἕνα σὲ ἐκεῖνον ποὺ τὸν στερεῖται».

        Μέσῳ τῆς ἱεραποστολικῆς δράσης του, ὁ Πρόδρομος κατάφερε νὰ προετοιμάσει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δεχθοῦν τὸ δημόσιο κήρυγμα τοῦ Μεσσία, τὸν Ὁποῖο ἀξιώθηκε νὰ βαπτίσει, γενόμενος ὁ σεβασμιώτερος τῶν προφητῶν. 

            νδεχομένως νὰ ἔχετε δεῖ τὸν ἱερὸ Πρόδρομο ἁγιογραφημένο μὲ ἀγγελικὰ φτερά. Αὐτὸ συμβαίνει διότι, ἀφενός, ἔζησε ὡς ἄγγελος ὅπως ἤδη ἀναφέρθηκε, καί, ἀφετέρου, διότι εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ νέου δέκατου ἀγγελικοῦ τάγματος, τὸ ὁποῖο συμπληρώνουν ὅλοι οἱ Μοναχοὶ καὶ Μοναχὲς ποὺ ἁγίασαν, ἀντικαθιστῶντας τὸ ἐκπεσὸν  τάγμα τοῦ Ἑωσφόρου. 

            Επὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, θὰ ἤθελα νὰ ἑστιάσω στὸ μεγάλο κεφάλαιο τῆς Ἐκκλησίας ποὺ λέγεται «μοναχικὴ πολιτεία».

            μοναχισμός, ὁ παρεξηγημένος μοναχισμὸς ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸν θεωροῦν ὡς δουλεία, ὡς ἀνώφελη σπατάλη μίας ζωῆς ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, εἶναι στὴν πραγματικότητα ὅ,τι πολυτιμότερο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Μποροῦν οἱ ἄνθρωποι νὰ ζήσουν χωρὶς φῶς; Ἄλλο τόσο δὲν μποροῦν νὰ ζήσουν χωρὶς τὴν μοναχικὴ πολιτεία, διότι μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας ὅτι φῶς τῶν Ἀγγέλων εἶναι ὁ Θεός, φῶς τὼν Μοναχῶν οἱ Ἄγγελοι καὶ φῶς τῶν ἀνθρώπων οἱ Μοναχοί.

            Στὰ μοναστήρια, ἂν ὄχι τελείως, σὲ πολὺ μεγάλο βαθμὸ ἀπουσιάζουν οἱ κίνδυνοι καὶ οἱ μέριμνες τοῦ ἔξω κόσμου. Ὁ Μοναχὸς ζεῖ σὲ ἕνα περιβάλλον ἅγιο, ὅπου δεσπόζουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια. Ζεῖ μέσα στὴν ἡσυχία τῆς φύσης καὶ στὴν εὐωδία τοῦ θυμιάματος. Δὲν συναναστρέφεται μὲ ἐργοδότες ἀσεβεῖς καὶ καταπιεστικούς, οὔτε τρέχει μὲ τοὺς θανατηφόρα γρήγορους ρυθμοὺς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στεροῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ χαρεῖ τὴν ζωή. Ἀπόλυτο καθῆκον του καὶ ἔνδειξη τῆς ἐπιτυχίας του εἶναι ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ τήρηση τοῦ προγράμματος, ἡ προσευχή, ἡ ἐργασία, ἡ νηστεία, ἡ θυσιαστικὴ ἀγάπη καὶ ἡ ὑπακοὴ στὸν πνευματικὸ πατέρα ἢ μητέρα, τὸν Γέροντα ἢ τὴν Γερόντισσα. Ὅλα αὐτὰ καθιστοῦν τὸν μοναχισμὸ εὐκολώτερη ὁδὸ γιὰ τὴν Κάθαρση, τὸν Φωτισμὸ καὶ τὴν Θέωση τῆς ψυχῆς, ποὺ ἀποτελοῦν τὸν στόχο ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν χριστιανῶν. Ἀναμφίβολα, καὶ οἱ χριστιανοὶ ποὺ ζοῦν στὸν κόσμο μποροῦν νὰ πετύχουν αὐτοὺς τοὺς στόχους. Ὡστόσο, μὲ μεγαλύτερο ἀγώνα καὶ κόπο. Γιὰ αὐτὸ ἔχει προκύψει τὸ ρητό: «βαριὰ ἡ καλογερική, ἀλλὰ ἀσήκωτος ὁ γάμος». 

            Αὐτὰ κάποιοι τὰ ἀκοῦνε καὶ μάλλον φοβοῦνται, διότι ὑπάρχει ἡ τάση ὁρισμένοι χριστιανοὶ νὰ μὴν θέλουν τὰ παιδιά τους νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ τὰ ἐμποδίζουν. Ἐμποδίζουν μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο νὰ ἔρθει πλούσια ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὴν οἰκογένειά τους. Ἐμποδίζουν τὴν ἐσωτερικὴ ἀνάγκη καὶ τὸν πόθο τοῦ παιδιοῦ τους. Ἐμποδίζουν, τελικά, τὴν ἀνάδειξη ἑνὸς νέου Προδρόμου. Φανταστεῖτε οἱ δίκαιοι Ζαχαρίας καὶ Ἐλισάβετ νὰ στέκονταν ἐμπόδιο στὸ παιδί τους. Ἐγώ, πάντως, δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ τὸν ἥλιο νὰ λείπει ἀπὸ τὸν οὐρανό. 

             κοινωνία μας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους ὅμοιους στὸν ἀγώνα μὲ τὸν Πρόδρομο. Μέσα στὴ σκοτεινιά, μέσα στὴν κατάπτωση τῶν ἠθῶν, τὴν ἀποστασία, τὶς ἄσχημες ἐξελίξεις, ὁ μοναχισμὸς στέκεται ὡς φάρος τῆς ἐλπίδας ποὺ δείχνει τὸ λιμάνι τῆς σωτηρίας. Χάρη σὲ αὐτόν, ἡ γῆ γίνεται οὐρανός. Οἱ πιστοὶ ἀναπνέουν ὅταν περνοῦν τὴν πύλη ἑνὸς μοναστηριοῦ, ἀφήνοντας γιὰ λίγη ὥρα πίσω τους τὸ χάος. Ἀνακουφίζονται βλέποντας τὴν ἀγάπη τῶν Μοναχῶν, ἀκούοντας τὶς συμβουλές τους, προσκυνῶντας τὰ ἱερὰ κειμήλια. Παίρνουν ἐμπειρίες. Παίρνουν καὶ δύναμη, τὴν δύναμη νὰ μεταφέρουν αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες στὴν καθημερινότητά τους, βελτιώνοντάς την. Αὐτὸ εἶναι μόνο ἕνα μικρὸ κομμάτι τῆς προσφορᾶς τοῦ μοναχισμοῦ, γιὰ νὰ μὴν μιλήσουμε γιὰ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐλεημοσύνη ποὺ παρέχει. 

            Πιστεύω ὅτι κάποιοι θὰ ἀναρωτηθοῦν «γιατὶ ὁ Ἐπίσκοπος μᾶς λέει γιὰ τὸν μοναχισμό;». Πρῶτον, διότι ὁ κόσμος κάποτε ἔτρεχε στὰ μοναστήρια γιὰ ἕνα προσκύνημα, μία ἐπίσκεψη, ἕνα διακόνημα. Τρέχανε νὰ βοηθήσουν νὰ πάρουν εὐλογία. Καὶ ἦταν τὰ μοναστήρια πολὺ ψηλὰ στὰ μάτια ὅλων καὶ στήριξαν γενιὲς καὶ γενιὲς Ἑλλήνων. Αὐτὴ τὴν εὐλογημένη συνήθεια τῶν παλαιῶν ἀνθρώπων ἔχουμε ἱερὸ καθῆκον  νὰ τὴν ἐπαναφέρουμε! Δεύτερον, μιλάω γιατὶ ἂν δὲν μιλήσουμε σήμερα γιὰ τὸν μοναχισμὸ νὰ συγκινηθοῦν ψυχὲς οἱ ὁποῖες κρύβουν μέσα τους τὸν πόθο τῆς ἀφιέρωσης, αὔριο δὲν θὰ μιλάει κανένας. Ἂν σήμερα δὲν ἐπανδρωθοῦν τὰ μοναστήρια, αὔριο ὄχι μόνο δὲν θὰ μιλάει κανένας γιὰ τὸν μοναχισμό, ἀλλὰ δὲν θὰ ὑπάρχει παπὰς νὰ μᾶς κηδέψει, καθὼς ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς προέρχονται οἱ Ἀρχιερεῖς ποὺ χειροτονοῦν τοὺς Ἱερεῖς καὶ λειτουργεῖ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. 

            Οἱ ἐργάτες τοῦ κακοῦ πληθαίνουν, ὅπως βλέπουμε. Οἱ ἐργάτες τοῦ καλοῦ; «Νίκα τὸ κακὸ διὰ τοῦ καλοῦ». Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ νέους Προδρόμους γιὰ νὰ κηρύξουν μετάνοια στὸν προδομένο μας λαό, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξω καὶ περιμένει τὸ φῶς. Ἂν ὑπάρξουν νέοι Πρόδρομοι, ὁ Ἐπιφανὴς Θεὸς θὰ κάνει πάλι τὰ πάντα καινούργια. 

Μὲ τὸ καλὸ τὰ ἅγια Θεοφάνια!

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

  


Ἡ Ὀρθόδοξος Παράδοσις θεωροῦσε ἀνέκαθεν τούς αἱρετικούς ἐπισκόπους, ἔστω καί ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι, ὡς μή κοινωνικούς, ὡς εὑρισκομένους ἐκτός τῆς κοινωνίας Πίστεως, ἐκτός τῆς κοινωνίας τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε, ὅτι ἡ κοινωνία δέν εἶναι κάτι τυπικόν, ἀλλά θέμα οὐσίας, θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς, εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας», ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ, ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: Ἐπιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», 4). Ἡ κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον εἶναι ἀνεπίτρεπτος, ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας, αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ὁ Οὐρανοφάντωρ, ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου, παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει· γιατί ἔπραξε τοῦτο; γιατί «ἀπετειχίσθη»; Διότι ὁ Διάνιος, ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «Ὁμοιανὸς» Ἀκάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: Ἐπιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ἐπισκόπῳ»). Ἀργότερα, ὡς Ἐπίσκοπος πλέον, δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλίαν του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του, ἔγραφε:

Τώρα ὅμως, ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε, δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης, «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (PG τ. 32, στλ.925BC: Ἐπιστολὴ ΣΜΕ´, «Θεοφίλῳ ἐπισκόπῳ»).


Τὴν 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας Ἰωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ Ἀνακοινωθέν». Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν», ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ Ὀρθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως», ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. Ἀρχιμ. Κυπριανοῦ Ἁγιοκυπριανίτου, Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, σελ. 19, Ἀθήνα 1997. Πρβλ. καὶ ὅσα ἀνορθόδοξα καὶ ἄκρως φιλαιρετικὰ συνέβησαν πρόσφατα στὴν Νίκαια καὶ στὸ Φανάρι, 28-30/11/2025 γιὰ νὰ ἐπικαιροποιήσουμε τὰ πράγματα).

Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων, συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως· παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «Ὁμολογία Πίστεως», μία αἱρετικὴ ὁμολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι, οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως, δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος, ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) Ἐκκλησίας, τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς Ὀρθοδοξίας; Περαιτέρω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί, ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα, ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;

Ἄν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀρχή, τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: «μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» (τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι).

(Περιοδ. «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀριθ. 26/Ὀκτώβριος-Δεκέμβριος 1997,
σελ. 101-102, στὸ Ἱστολόγιο «Ἁγιοκυπριανίτης», 12-01-2016)

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΥΠΑΚΟΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΕΝΟΥΣ (Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός)


Η ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα σύνολο διδασκαλιών ή εθίμων είναι ζωή εν Χριστώ και αυτή η ζωή στηρίζεται σε μια βασική πράξη, την υπακοή, όμως η υπακοή αυτή δεν είναι αφηρημένη ούτε αυτονομημένη από την αλήθεια, είναι η υπακοή στον Χριστό, τον μόνο αληθινό Κύριο και Θεό. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να δημιουργεί υποτελείς, αλλά ελεύθερους πιστούς και η ελευθερία αυτή έγκειται στην ένωση με το πρόσωπο του Χριστού, στην υπακοή στο Ευαγγέλιο, στην πίστη που δεν συμβιβάζεται, ακόμα και αν όλα γύρω καταρρέουν.

Η ορθοδοξία δεν προσαρμόζεται για να γίνει μοντέρνα ή συμφέρουσα, δεν ακολουθεί τις στάσεις των ισχυρών του κόσμου τούτου, ακολουθεί τον εσταυρωμένο. Οι ομολογητές δεν ήταν καλοί διπλωμάτες. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο στύλος της ορθοδοξίας, στην κρίσιμη περίοδο της συνόδου Φεράρας-Φλωρεντίας, έμεινε στην ιστορία γιατί δεν υπέγραψε. Όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι, ακόμη και ευλαβείς και ενάρετοι, υπέκυψαν στις πιέσεις, στους φόβους, στις διπλωματικές ισορροπίες, εκείνος όμως προτίμησε να μείνει μόνος, παρά να αρνηθεί την αλήθεια. Το μόνο ο Μάρκος, ουκ υπέγραψεν, δεν είναι μια ηρωική φράση για τις σχολικές γιορτές, είναι το πιο δυνατό μήνυμα ελευθερίας μέσα στην Εκκλησία. Η υπακοή του Αγίου Μάρκου δεν ήταν προς τους επισκόπους ή τις αποφάσεις της εξουσίας, ήταν υπακοή στο Χριστό και στους Αγίους Πατέρες, που μίλησαν πριν από Αυτόν και αυτή η υπακοή, αν και οδήγησε σε μοναξιά και διωγμούς, έγινε φάρος για ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Η υποταγή σε πρόσωπα ή σε θεσμούς που έχουν εκτραπεί από την ορθή πίστη δεν είναι αρετή, αλλά προδοσία. Όπως ο Χριστός έλεγε ότι δεν ήρθε να φέρει ειρήνη αλλά μάχαιρα έτσι και η Ορθοδοξία πολλές φορές διχάζει, όχι γιατί είναι εχθρική, αλλά γιατί η αλήθεια δεν μπορεί να συμβιβαστεί με το ψέμα. Ο Άγιος Μάξιμος ο ομολογητής διώχθηκε, κατηγορήθηκε, του έκοψαν την γλώσσα και το χέρι και όλα αυτά γιατί αρνήθηκε να υποταχθεί στον εκκοσμικευμένο κλήρο που είχε υποκύψει στον μονοθελητισμό. Αν σήμερα κάποιος έπρατε το ίδιο, ίσως να τον αποκαλούσαν αντιδραστικό ή ακραίο και όμως χωρίς τέτοιους ανθρώπους δεν θα υπήρχε Ορθοδοξία.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο για την Εκκλησία από τον πνευματικό εφησυχασμό. Από την υποτιθέμενη ειρήνη που σκεπάζει το ψέμα για να μην ταραχθούμε. Ο Χριστός δεν έκανε ποτέ συμβιβασμό με το κακό, δεν χάιδεψε συνειδήσεις, δεν αποσιώπησε την αλήθεια για να μην στενοχωρήσει. Η αγάπη του ήταν σταυρωμένη αλήθεια όχι ψευδοειρήνη. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν πολεμήθηκε από τους διανοούμενους της εποχής του, δεν σώπασε για να κρατήσει την ενότητα, αντίθετα, ομολόγησε την αλήθεια για το άκτιστο φως και τη θεία χάρη, παρόλο που κατηγορήθηκε από υψηλά ιστάμενους μέχρι και κληρικούς. Επέλεξε υπακοή στην αλήθεια και όχι στην ισορροπία.

Η εκκλησία είναι σώμα Χριστού, όχι πολιτικός οργανισμός. Δεν χρειαζόμαστε εκπροσώπους ούτε συμβούλους που θα διαπραγματεύονται την πίστη μας. Η υπακοή στην εκκλησία δεν σημαίνει υπακοή σε όποιον φέρει τίτλο ή αξίωμα, σημαίνει υπακοή στην παράδοση, στους αγίους, στους ιερούς κανόνες. Όταν ένας ιεράρχης ή κληρικός συμβιβάζεται με την αίρεση, με την αμαρτία, με την πολιτική σκοπιμότητα, δεν οφείλουμε υπακοή σε αυτόν. Όπως έλεγε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η εκκλησία υπάρχει εκεί όπου διατηρείται η ορθόδοξη πίστη, δεν είναι υπακοή να σιωπάς όταν αλλοιώνεται η αλήθεια, είναι συνεργία.

Η ορθόδοξη παράδοση διδάσκει ότι η διάκριση είναι η μεγαλύτερη αρετή. Δεν μας ζητά η εκκλησία να γινόμαστε άλογα πρόβατα, μας καλεί να διακρίνουμε, να υπακούμε στον πνευματικό όταν βλέπουμε χάρη, ειρήνη και ταπείνωση, να υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικό θέλημα αλλά να αντιστεκόμαστε όταν διακυβεύεται η πίστη. Ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, αν και μοναχός υπακοής δεν υπάκουσε σε πνευματικούς που είχαν κοσμικό φρόνημα. Στάθηκε μόνος και για χρόνια διώχθηκε αλλά τελικά δικαιώθηκε από την ίδια την εκκλησία.

Η ορθοδοξία καλεί τον πιστό να γίνει ομολογητής όχι μόνο στα μαρτύρια, αλλά και στην καθημερινότητα. Όταν όλοι σιωπούν, όταν όλοι λένε «δεν πειράζει», ο ορθόδοξος καλείται να πει «όχι, δεν είναι έτσι». Να μην συμβιβαστεί με το ψέμα, όσο κι αν αυτό βαφτίζεται ειρήνη ή πρόοδος. Ο ομολογητής δεν είναι ακραίος, δεν πολεμά πρόσωπα, αλλά νοοτροπίες και κυρίως δεν φοβάται να μείνει μόνος, γιατί ξέρει πως όποιος έχει τον Χριστό δεν είναι ποτέ μόνος.

Στην εποχή μας, πολλοί αναζητούν ασφαλή εκκλησιαστική πορεία, χωρίς ρήξεις, χωρίς συγκρούσεις, χωρίς θυσία. Θέλουν να υπηρετήσουν την εκκλησία, αρκεί να μην χάσουν την ησυχία τους, τη θέση τους, την κοινωνική αποδοχή, αυτό όμως δεν είναι πίστη είναι επένδυση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν έψαχνε βήμα, έψαχνε τον Χριστό. Δεν προστάτευε την καριέρα του, προστάτευε το σώμα της εκκλησίας. Και ό,τι κι αν του κόστισε, παρέμεινε στην ιστορία, όχι γιατί νίκησε με αριθμούς, αλλά γιατί στάθηκε με αλήθεια.

Η Ορθοδοξία δεν σώζεται με διπλωματία, αλλά με μαρτυρία. Δεν τιμά τους συμβιβασμένους, αλλά τους ομολογητές και δεν ζητά από τους πιστούς να είναι υπάκουοι θεατές, αλλά ενεργά μέλη του σώματος του Χριστού. Υπακοή στον Χριστό σημαίνει να σταθούμε όρθιοι, ακόμη κι αν όλα πέσουν, να αγαπήσουμε την αλήθεια περισσότερο από την ησυχία μας, να μην ακολουθήσουμε εκείνους που προσκυνούν τις εξουσίες του κόσμου, αλλά εκείνους που σταυρώθηκαν για την εκκλησία Του. Η Ορθοδοξία ζει όταν ο λαός της δεν υπακούει στους συμβιβασμένους, αλλά στον Χριστό, τον μόνο αληθινό ποιμένα.


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Χρυσοστόμου)

DSC 8970


γαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, 

             Οἱ τρεῖς Μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ξακουστοὶ γιὰ τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν θέσεων καὶ τῶν κινήσεων τῶν ἀστεριῶν, εἶδαν κάποτε ἕνα νέο ἀστέρι, λαμπρότερο τῶν ὑπολοίπων, καὶ μὲ βεβαιότητα τὸ θεώρησαν ὡς ἔνδειξη τῆς γέννησης τοῦ Βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων. Θυσίασαν, τότε, χρόνο καὶ πολὺ κόπο, προκειμένου νὰ βρεθοῦν στὸ σημεῖο ποὺ ὑπεδείκνυε ὁ ἁστέρας. «Φθάσαντες εἰς Ἱερουσαλήμ, μὲ πόθον ἐρωτῶσι, ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, νὰ πὰν νὰ Τὸν εὑρῶσι», ὅπως ψάλλουμε στὰ κάλαντα. Τὴν περίοδο ἐκείνη βασίλευε στὸν Ἰσραὴλ ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τὴν εἴδηση τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ταράχθηκε. Φθόνησε τὸν Νεογέννητο. Φοβήθηκε μὴν τοῦ πάρει τὴν ἐξουσία. Κάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, γιὰ νὰ μάθει τὸν τόπο τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ ἀπάντησαν ὅτι, σύμφωνα μὲ τὶς γραφές, ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ στὴν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀμέσως μετά, κρυφὰ κάλεσε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὸν χρόνο ἐμφάνισης τοῦ ἀστέρα. Ἦταν περίπου δύο χρόνια ποὺ εἶχε ἐμφανισθεῖ.

            Φεύγοντας ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, οἱ σοφοὶ ἄνδρες εἶδαν τὸν ἀστέρα νὰ τοὺς καθοδηγεῖ μέχρι ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν ὁ Λυτρωτής. Μπῆκαν, τότε, στὸ σπίτι, ὅπου ζοῦσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Παναγία μας, καὶ Τὸν προσκύνησαν προσφέροντάς Του ὡς δῶρα χρυσό, λίβανο καὶ σμύρνα. Μετὰ τὴν ἐπίσκεψη, εἶδαν σὲ ὄνειρο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν, ὅπως εἶχαν συνεννοηθεῖ, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους παίρνοντας διαφορετικὴ διαδρομή.

           Ὁ Ἡρώδης, βλέποντας ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ξεγέλασαν, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν ὁ μελλοντικὸς Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, διέταξε νὰ σκοτώσουν ὅλα τὰ ἀρσενικὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων ἕως δύο ἐτῶν. Ἤλπιζε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ξεφορτωνόταν τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε.

            ταν πολὺ κακὸς ἄνθρωπος ὁ Ἡρώδης. Κὶ ὅμως, αὐτὸς ὁ κακὸς ἄνθρωπος σκότωσε πολὺ λιγότερα νήπια ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θανατώνονται κάθε χρόνο στὴν πατρίδα μας καὶ ἀλλοῦ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν δῆθεν προοδευτικῶν. Ἀναφέρομαι στὶς ἐκτρώσεις, ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ τὴν κοινωνία μας τὸν σύγχρονο -καὶ μανιωδέστερο τοῦ πρώτου- Ἡρώδη. Θέλει νὰ γλιτώσει τὸ ζευγάρι ἀπὸ τὸ δῆθεν μεγάλο ἀνακύψαν «πρόβλημα τῆς σύλληψης», καὶ ἀποφασίζει πὼς ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι νὰ θανατώσουν τὸ παιδὶ τους τὼρα ποὺ ἀκόμη δὲν φαίνεται στὰ μάτια μας ἄνθρωπος. Ὁ Ἡρώδης ἦταν πιὸ ἐπιεικής. Θανάτωσε νήπια ποὺ μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις τους μποροῦσαν κάπως νὰ ἀντιδράσουν. Ὁ σύγχρονος Ἡρώδης θανατώνει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν καμία δυνατότητα ἀντίδρασης. Καὶ αὐτὸ θεωρεῖται «πρόοδος».

            Δίχως, νὰ ἀναφερθῶ περισσότερο στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ζήτημα, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἡρώδης προσπαθῶντας νὰ θανατώσει τὸν Κύριό μας, εἶναι ἡ ὅποια ἁμαρτία διαπράττουμε εἰδικὰ ἐμεῖς, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἡρώδης δὲν κατάφερε ὄχι νὰ θανατώσει, οὔτε νὰ ἀγγίξει σωματικὰ τὸν Χριστό, ἡ ἁμαρτία, ὅμως, Τὸν πληγώνει καὶ Τὸν θλίβει, διότι μᾶς ἀγαπάει καὶ θέλει νὰ εἴμαστε Φῶς καὶ ἑνωμένοι μαζί Του, καθαροὶ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.

            Γιὰ αὐτή Του τὴν ἀγάπη, ὁ Κύριος, ἤδη ἀπὸ τὴν βρεφική Του ἡλικία βρέθηκε σὲ μεγάλο κίνδυνο καὶ ἔγινε ἐξόριστος, ἔφυγε στὴν Αἴγυπτο. Ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο προοικονομεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἔξοδο τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία. Δείχνει, ἐπίσης, τὴν ἀντίθεση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπει ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ψηλὰ τοὺς σπουδαγμένους, τοὺς πλουσίους, τοὺς διάσημους, ὁ Θεός, ὅμως, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο λαμβάνοντας ἀνθρώπινη σάρκα, ἐξέλεξε τὰ μὴ ὄντα, δηλαδὴ τοὺς ἄσημους στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ταπεινούς, γιὰ νὰ καταργήσει τὰ ὄντα, τοὺς σπουδαίους τῆς κοινωνίας. Ἀντὶ νὰ γεννηθεῖ σὲ παλάτι, ἐπέλεξε τὴν ταπεινὴ φάτνη. Ἀντὶ νὰ καλέσει σπουδαίους μουσικοὺς γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴν Γέννησή Του, ἐπέλεξε τοὺς ταπεινοὺς ποιμένες. Καὶ τώρα, ἀντὶ νὰ ἀποκρύψει τὴν Γέννησή του στὸν Ἡρώδη, ζῶντας μὲ ἀσφάλεια στὴ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἐπιλέγει νὰ κινδυνεύσει καὶ νὰ βρεθεῖ ἐξόριστος στὴν Αἴγυπτο, τὴν γῆ ὅπου δέσποζε ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων.

            Μεγάλη, λοιπόν, πραγματικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονοῦμε. Ἂν σκεφτόμαστε διαρκῶς ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπάει ὡς παιδιά Του, θὰ πάψουμε νὰ Τὸν θλίβουμε. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁποιοδήποτε τάλαντο ἔχουμε εἶναι προϊὸν τῆς ἀγάπης Ἐκείνου πρὸς ἐμᾶς γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργοῦμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό, τότε θὰ ἀναλώσουμε τὶς δυνάμεις μας μὲ πολλὴ χαρά, ἐπιστρέφοντας τοὺς καρποὺς τῶν ταλάντων μας στὸν Θεό. Ἂν σκεφτόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς ἀγαπάει ἀμερόληπτα, θὰ βλέπουμε τοὺς συνανθρώπους μας ὡς πραγματικὰ ἀδέρφια.

Μετ’ εὐχῶν,

ὁ Ἐπίσκοπός σας,

†  ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

ΑΝ ΦΟΒΑΣΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΣΟΥ (Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης)



Υπάρχει ένας φόβος σιωπηλός, σχεδόν αόρατος, που δεν εκδηλώνεται με κραυγές ή φυγή, αλλά με υποχώρηση. Είναι ο φόβος της σύγκρουσης. Ο άνθρωπος που τον κουβαλά δεν λέει πως φοβάται, λέει πως θέλει ειρήνη, ηρεμία, αρμονία. Όμως βαθιά μέσα του τρέμει μήπως χαλάσει κάτι, μήπως  δυσαρεστήσει, μήπως φανεί δύσκολος και έτσι σιγά σιγά αρχίζει να χάνει τον εαυτό του, χωρίς να το καταλάβει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γνώριζε καλά αυτή την εσωτερική μάχη όχι θεωρητικά, αλλά βιωματικά. Η δική του ζωή ήταν ένας διαρκής αγώνας ανάμεσα στην ταπείνωση και την αλήθεια, ανάμεσα στη σιωπή που θεραπεύει και στη σιωπή που σκοτώνει την ψυχή.

Ο άνθρωπος λέει πως δεν αξίζει να μαλώνει, πως δεν θέλει εντάσεις, πως προτιμά να κάνει πίσω, όμως όταν αυτό γίνεται μόνιμη στάση, η ψυχή αρχίζει να συρρικνώνεται. Δεν εκφράζεται, δεν τοποθετείται, δεν αναπνέει. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως η ψυχή που δεν ζει στην αλήθεια δεν μπορεί να βρει ειρήνη ακόμη κι αν εξωτερικά όλα φαίνονται ήσυχα. Η ειρήνη που βασίζεται στην άρνηση του εαυτού δεν είναι η ειρήνη του Θεού αλλά εύθραυστη ισορροπία.

Για πολλούς ανθρώπους, η σύγκρουση ταυτίζεται με την απόρριψη. Νομίζουν ότι αν πουν αυτό που νιώθουν, αν σταθούν με ειλικρίνεια, θα χάσουν την αγάπη των άλλων. Έτσι προτιμούν να χάσουν την επαφή με τον εαυτό τους, παρά να ρισκάρουν μια ρήξη. Ο Άγιος Σιλουανός όμως δίδασκε κάτι βαθύτερο. Έλεγε πως η αληθινή αγάπη δεν φοβάται την αλήθεια. Όπου υπάρχει φόβος να μιλήσεις, εκεί κάτι δεν έχει ριζώσει σωστά. Η αγάπη του Θεού δεν ζητά να εξαφανιστείς για να υπάρξει. Η απώλεια του εαυτού δεν γίνεται απότομα γίνεται λίγο λίγο. Ένα ανείπωτο, μια κατάποση συναισθήματος, μια σιωπή εκεί που έπρεπε να υπάρξει λόγος. Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει έτσι και κάποια στιγμή δεν ξέρει πια τι θέλει, τι πιστεύει, τι τον πονά. 

Ο Άγιος Σιλουανός μιλούσε για τη διάκριση ανάμεσα στην ταπείνωση και την αυτοακύρωση. Η ταπείνωση γεννά ζωή η αυτοακύρωση γεννά σκοτάδι. Δεν είναι το ίδιο να χαμηλώνεις από αγάπη και να εξαφανίζεσαι από φόβο. Πολλοί πιστεύουν ότι η πνευματική ζωή σημαίνει να μην συγκρούεσαι ποτέ, να είσαι πάντα ήρεμος, πάντα υποχωρητικός, πάντα σιωπηλός. Όμως ο Χριστός μιλά για αλήθεια που χωρίζει όχι γιατί αγαπά τη σύγκρουση, αλλά γιατί η αλήθεια αποκαλύπτει. Ο Άγιος Σιλουανός έζησε αυτή την αλήθεια βαθιά. Η ειρήνη που έφερε μέσα του δεν ήταν αποτέλεσμα αποφυγής, αλλά καρπός βαθύτατης συμφιλίωσης με την αλήθεια του Θεού και αυτή η ειρήνη άντεχε ακόμη και μέσα σε δυσκολίες και εντάσεις.

Στην καρδιά του φόβου της σύγκρουσης βρίσκεται συχνά ένας παλιός πόνος. Ο φόβος ότι αν δείξεις ποιος είσαι, δεν θα σε αγαπήσουν. Ότι η αξία σου εξαρτάται από το πόσο εύκολος είσαι για τους άλλους. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως η ψυχή που στηρίζεται στην αποδοχή των ανθρώπων δεν μπορεί να σταθεί ελεύθερη. Μόνο όταν ο άνθρωπος ριζώσει την αξία του στην αγάπη του Θεού, παύει να φοβάται τόσο πολύ την αντίδραση των άλλων.

Η αλήθεια δεν είναι πάντα γλυκιά, μερικές φορές πονά αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι καταστροφικός, είναι θεραπευτικός. Ο Άγιος Σιλουανός δίδασκε ότι χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει θεραπεία της ψυχής. Ο Χριστός μιλά για την αλήθεια που ελευθερώνει, όχι για την αλήθεια που βολεύει. Η ελευθερία αυτή περνά συχνά μέσα από δυσκολίες, μέσα από λόγια που φοβόμαστε να πούμε, μέσα  από συγκρούσεις  που αποφεύγαμε  χρόνια. Ο  Άγιος Σιλουανός αγαπούσε  τη σιωπή όχι όμως κάθε σιωπή. Ξεχώριζε τη σιωπή που γεννιέται από ταπείνωση και προσευχή, από τη σιωπή που γεννιέται από φόβο. Η πρώτη φέρνει φως, η δεύτερη συσσωρεύει σκοτάδι. Όταν σωπαίνεις για να μην χαλάσεις τη σχέση, αλλά μέσα σου καταρρέεις, τότε η σιωπή δεν είναι αρετή. Ο άνθρωπος έχει ευθύνη όχι μόνο απέναντι στους άλλους, αλλά και απέναντι στη ψυχή του. Να μην την προδίδει, να μην την ακυρώνει, να μην τη θυσιάζει συνεχώς στο όνομα μιας ψεύτικης ειρήνης.

Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως ο Θεός δεν χαίρεται όταν ο άνθρωπος χάνεται για να μην δυσαρεστήσει. Ο Θεός χαίρεται όταν ο άνθρωπος στέκεται με ταπείνωση και αλήθεια, ακόμη και αν αυτό φέρει δυσκολία. Το να μην φοβάσαι τη σύγκρουση δεν σημαίνει να γίνεσαι επιθετικός, σημαίνει να μπορείς να μιλήσεις χωρίς μίσος, να σταθείς χωρίς να πληγώσεις, να πεις την αλήθεια χωρίς να καταστρέφεις. Ο Άγιος Σιλουανός δίδασκε την πραότητα ως δύναμη, όχι ως αδυναμία. Η πραότητα δεν είναι σιωπή από φόβο, αλλά λόγος που βγαίνει από καρδιά φωτισμένη.

Η απώλεια του εαυτού δεν είναι σταυρός. Πολλοί μπερδεύουν την απώλεια του εαυτού με τον σταυρό. Νομίζουν ότι το να υπομένεις στα πάντα, να καταπιέζεσαι, να μην μιλάς, είναι θυσία ευάρεστη στο Θεό, όμως ο Άγιος Σιλουανός ξεκαθάριζε ότι ο σταυρός του Χριστού δεν καταστρέφει τον άνθρωπο, τον ανασταίνει. Η απώλεια του εαυτού από φόβο δεν οδηγεί στην ανάσταση, αλλά στην εσωτερική νέκρωση. Ο σταυρός του Χριστού περνά μέσα από την αλήθεια, όχι από την αυτοακύρωση.

Η θεραπεία του φόβου της σύγκρουσης δεν έρχεται με τεχνικές, αλλά με εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι ο Θεός τον κρατά, τότε παύει να φοβάται τόσο πολύ να σταθεί. Ο Άγιος έλεγε πως όταν η ψυχή μάθει να στέκεται ενώπιον του Θεού με ειλικρίνεια, τότε μαθαίνει σιγά σιγά να στέκεται και ενώπιον των ανθρώπων χωρίς να χάνεται.

Η ειρήνη του Θεού δεν είναι φυγή από τη σύγκρουση, αλλά παρουσία μέσα στην αλήθεια. Είναι η δύναμη να μείνεις εκεί, χωρίς να διαλύεσαι, χωρίς να μισείς, χωρίς να εξαφανίζεσαι. Ο Άγιος έζησε αυτή την ειρήνη μέσα σε βαθιές εσωτερικές μάχες και γι' αυτό τα λόγια του δεν είναι θεωρία, αλλά μαρτυρία.

Αν φοβάσαι τη σύγκρουση περισσότερο απ' την απώλεια του εαυτού σου, δεν σημαίνει ότι είσαι αδύναμος, σημαίνει ότι η ψυχή σου διψά για ασφάλεια και αγάπη. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης θα σου έλεγε να μη φοβηθείς την αλήθεια, να την πεις με ταπείνωση, με προσευχή, με αγάπη γιατί μόνο εκεί που ο άνθρωπος παύει να χάνεται, αρχίζει πραγματικά να ζει ενώπιον του Θεού.


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

ΜΗΝΥΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ 2025 (Τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κ. Γρηγορίου)


 Ἀγαπητοί μου ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφὲς ἐν Χριστῷ,

«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε. Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε. Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε».

Ἡ Μητρόπολις τῶν ἑορτῶν, τὰ Χριστούγεννα, φέρνει στὶς καρδιές μας δύο μεγάλα δῶρα: τὴ Χαρὰ καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὁ ὑμνωδὸς τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ νὰ δοξάσουμε, νὰ προϋπαντήσουμε, νὰ ὑψωθοῦμε. Καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο ψάλλει: «Θεὸς ὢν εἰρήνης, Πατὴρ οἰκτιρμῶν, τῆς μεγάλης βουλῆς σου τὸν Ἄγγελον, εἰρήνην παρεχόμενον, ἀπέστειλας ἡμῖν». Ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης μᾶς ἔστειλε τὸν Υἱό Του, τὸν Ἄγγελο τῆς μεγάλης Του βουλῆς, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη.

Ἀλλὰ ποιά εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ καὶ ποιά αὐτὴ ἡ εἰρήνη;

Ἡ χαρὰ τῶν Χριστουγέννων δὲν εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ κόσμου. Δὲν εἶναι ἡ πρόσκαιρη εὐθυμία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὶς διασκεδάσεις ἤ τὴν ἱκανοποίηση ἐπιθυμιῶν. Ἡ ἀληθινὴ χαρὰ γεννιέται μέσα ἀπὸ τὴ συνάντηση τῆς ψυχῆς μὲ τὸν Χριστό. Εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι ἡ βεβαιότητα ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ, ὅτι δὲν εἴμαστε μόνοι, ὅτι ἡ ζωή μας ἔχει νόημα αἰώνιο.

Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ μὲ τὴν εἰρήνη. Δὲν πρόκειται γιὰ συνθῆκες ποὺ ὑπογράφονται σὲ διπλωματικὰ τραπέζια καὶ τηροῦνται μόνο γιὰ λίγα χρόνια, μόνο ὅσο ἐξυπηρετοῦν συμφέροντα. Ἡ πνευματικὴ εἰρήνη εἶναι κατάσταση τῆς καρδιᾶς. Εἶναι ἡ γαλήνη ποὺ νιώθει ὁ ἄνθρωπος ὅταν συμφιλιώνεται μὲ τὸν Θεό, μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ μὲ τὸν συνάνθρωπό του. Εἶναι ἡ ἡσυχία τῆς συνειδήσεως ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴ μετάνοια καὶ τὴ συγχώρεση.

Δυστυχῶς, ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δυσκολεύεται νὰ κατανοήσει αὐτὴ τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ εἰρήνη. Προσανατολίζεται σὲ ὑποκατάστατα: τεχνητὲς χαρὲς ποὺ ὁδηγοῦν στὴ φθορὰ τῶν ἠθῶν καὶ τεχνητὴ εἰρήνη ποὺ γρήγορα μετατρέπεται σὲ νέο πολέμο.

Κοιτάζοντας γύρω μας αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα, βλέπουμε τὸν κόσμο νὰ αἱμορραγεῖ. Στὴν Οὐκρανία συνεχίζεται ἕνας πόλεμος ποὺ ἔχει στοιχίσει ἀμέτρητες ζωὲς καὶ ἔχει διαλύσει ἑκατομμύρια οἰκογένειες. Στὴ Γάζα καὶ στὴ Μέση Ἀνατολή, ἡ βία καὶ ὁ πόνος δὲν ἔχουν τέλος. Στὴ Συρία, ὕστερα ἀπὸ χρόνια ἐμφυλίου, οἱ πληγὲς παραμένουν ἀνοιχτές. Στὸ Σουδάν, στὴν Ὑεμένη, στὴν Αἰθιοπία, στὴ Λαϊκὴ Δημοκρατία τοῦ Κονγκό, στὴ Σομαλία, στὴ Μιανμάρ, στὴ Λιβύη, σὲ τόσες χῶρες τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας, ἄνθρωποι ὑποφέρουν ἀπὸ πολέμους, διώξεις, πεῖνα καὶ ἀδικία. Σὲ πολλὰ μέρη τοῦ πλανήτη δὲν τηρεῖται οὔτε στοιχειωδῶς ἡ ἔννομη τάξη, οὔτε ὁ σεβασμὸς στὴν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια.

Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι τυχαῖα. Εἶναι ὁ καρπὸς μιᾶς ἀνθρωπότητας ποὺ ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ ἔχει βασίσει τὴν ὕπαρξή της στὴν ὑπερηφάνεια, στὸ συμφέρον, στὴ δύναμη.

Γι’ αὐτό, ἡ προτροπή μου αὐτὰ τὰ Χριστούγεννα εἶναι μία: μετάνοια. Μετάνοια δὲν σημαίνει ἁπλῶς λύπη γιὰ τὰ σφάλματά μας. Σημαίνει ἀλλαγὴ νοῦ, ἀλλαγὴ κατευθύνσεως. Σημαίνει νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας ἀκόμη καλύτερα, μὲ εἰλικρίνεια καὶ ταπείνωση. Ὅταν ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε καθαρὰ τὸν ἑαυτό μας, τότε θὰ ἀρχίσουμε νὰ βλέπουμε καὶ τὴν ἀληθινὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀληθινὴ εἰρήνη. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας, ἀκόμη καὶ γιὰ ὅσους ἤδη βιώνουν κάτι ἀπὸ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ πραγματικότητα. Ἡ μετάνοια δὲν ἔχει τέλος, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει τέλος.

Ἀγαπητοί μου,

Θέλω νὰ σᾶς μεταφέρω τὴν ἀγάπη μου γιὰ τὸν καθένα καὶ τὴν καθεμία ἀπὸ ἐσᾶς. Χαίρομαι κάθε φορὰ ποὺ συναντῶ ἕναν χριστιανὸ ποὺ ἔχει ἀλλάξει ἐν Χριστῷ. Πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ αἰσθάνομαι τὴν Παρουσία τοῦ Θεοῦ. Μέσα ἀπὸ τὰ μάτια τοῦ χριστιανοῦ ποὺ χτίζει βῆμα βῆμα κάθε φορὰ τὴν πνευματική του προκοπὴ βλέπω ἐνσαρκωμένη τὴν Παρουσία τοῦ Κυρίου, ὡς μία πνευματικὴ γέννηση ποὺ συμβαίνει τώρα, σήμερα, ἐδῶ. Μὲ περιβάλλει αὐτὴ ἡ παρουσία μέσα ἀπὸ ἐσᾶς, τοὺς χριστιανοὺς ποὺ ἀγωνίζεστε καθημερινά. Σᾶς ἐπαινῶ πρὸς δόξαν Κυρίου καὶ σᾶς προτρέπω νὰ συνεχίσετε τὸ ἔργο τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα ἀπὸ τὴν δική σας ζωή, τὸ δικό σας παράδειγμα ποὺ ἔχει ἀνάγκη σήμερα ἡ νέα γενεά.

Αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα τῶν Χριστουγέννων: ὁ Χριστός γεννιέται ξανὰ καὶ ξανὰ μέσα στὶς καρδιὲς ποὺ Τὸν ὑποδέχονται.

Εὔχομαι ὁλόψυχα σὲ ὅλους σας τὰ φετινὰ Χριστούγεννα νὰ γίνουν ἀφετηρία μιᾶς βαθύτερης συναντήσεως μὲ τὸν Χριστό. Νὰ γεμίσουν οἱ καρδιές σας μὲ τὴ χαρά Του καὶ τὴν εἰρήνη Του καὶ νὰ αὐξήσετε ἐν Κυρίῳ ὅ,τι καλὸ ἔχετε θεμελιώσει. Καὶ νὰ γίνετε ἐσεῖς οἱ ἴδιοι φορεῖς αὐτῆς τῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης στὸν κόσμο ποὺ τόσο τὰ χρειάζεται.

Καλὰ καὶ εὐλογημένα Χριστούγεννα!

Μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ εὐχές,

† Ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος